Συνέχεια από Πέμπτη 2. Ιουλίου 2026
ΦΙΛΑΥΤΙΑ 8
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ
Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ
Εφόσον η αίσθηση και τα αισθητά αντικείμενα δεν είναι κακό, πώς μπορεί από τη συνάντησή τους να γεννηθεί μια κόρη που θα γίνει η μητέρα όλων των παθών και όλων των αμαρτιών; Η αίσθηση, δηλαδή η αισθητηριακή αντίληψη σε όλες τις μορφές της, προσφέρει εξέχουσες υπηρεσίες στη διάνοια. Ο Μάξιμος το αναγνωρίζει, ακόμη κι αν δεν φθάνει μέχρι του σημείου να δεχθεί το αριστοτελικό αξίωμα: τίποτε δεν υπάρχει στον νου που να μην υπήρξε προηγουμένως στην αίσθηση. Άλλωστε, ακόμη κι αν το δεχόταν, αυτό δεν θα άλλαζε τίποτε στο παρόν θεώρημα, το οποίο είναι ηθικό και όχι απλώς ψυχολογικό. Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γένεση της φιλαυτίας. Πρέπει εδώ να επαναλάβουμε μερικές φράσεις που ο Φώτιος παρέλειψε ή περιέκοψε στην περίληψη που αντιγράφηκε παραπάνω. «Το κακό είναι η έλλειψη κατευθύνσεως της ενέργειας των έμφυτων δυνάμεων προς το τέλος. Και απολύτως τίποτε άλλο. Ή ακόμη: το κακό είναι η άλογη κίνηση των φυσικών δυνάμεων προς κάτι άλλο από το τέλος, σύμφωνα με εσφαλμένη κρίση. Τέλος ονομάζω την αιτία των όντων, προς την οποία όλα τα πράγματα φέρονται με φυσική επιθυμία, μολονότι ο Πονηρός, καλύπτοντας τον φθόνο του με προσωπείο ευμενείας και πείθοντας απατηλά τον άνθρωπο να κατευθύνει την επιθυμία του προς κάτι άλλο από την Αιτία των όντων, κατόρθωσε να κατασκευάσει την άγνοια της Αιτίας» (¹).
Ο άνθρωπος «αρρώστησε λοιπόν από την άγνοια της ίδιας του της Αιτίας. Γινόμενος έτσι παραβάτης και αγνοώντας τον Θεό, συνέζευξε πεισματικά όλη τη νοερή του δύναμη με όλη την αίσθηση, και προμηθεύθηκε τη σύνθετη γνώση των αισθητών, της οποίας η ολέθρια αποτελεσματικότητα οδηγεί στο πάθος» (2). «Έγινε όμοιος με τα θηρία, με εκείνο το πρόσθετο πλεόνασμα ανοησίας που συνιστά η μεταβολή του φυσικού λόγου σε μια παρά φύσιν κατάσταση. Όσο περισσότερο εφαρμοζόταν, μόνο σύμφωνα με την αίσθηση, στη γνώση των ορατών πραγμάτων, τόσο περισσότερο τυλιγόταν μέσα στην άγνοια του Θεού. Όσο περισσότερο έσφιγγε τους δεσμούς αυτής της άγνοιας, τόσο περισσότερο προσκολλούνταν στην απόλαυση των υλικών αντικειμένων της γνώσεώς του. Όσο περισσότερο χόρταινε από αυτή την απόλαυση, τόσο περισσότερο άναβε μέσα του τη φλόγα της φιλαυτίας. Όσο περισσότερο συντηρούσε αυτή τη φλόγα της φιλαυτίας, τόσο περισσότερο επινοούσε πολλούς τρόπους ηδονής, καθώς αυτή ήταν συγχρόνως ο καρπός και το τέλος της φιλαυτίας» (*).
Στην απαρχή της φιλαυτίας υπάρχει λοιπόν μια θεμελιώδης επιλογή, μια παρέκκλιση της έμφυτης επιθυμίας του Θεού: «Ο Θεός, τον οποίο αγαπά κάθε τι που μπορεί να αγαπά, είτε το γνωρίζει είτε δεν το γνωρίζει» — είχε πει ο Άγιος Αυγουστίνος. Αυτή η παρέκκλιση, αυτή η ολίσθηση, όπως την ονομάζει ο Διάδοχος, πραγματοποιείται σε διάφορες στιγμές, αλλά τόσο περιπλεγμένες μεταξύ τους ώστε είναι δύσκολο να ξεδιαλύνει κανείς τη διαδοχή τους. Άλλοι πριν από τον Άγιο Μάξιμο είχαν περιγράψει τον πειρασμό: ήδη ο Μάρκος ο Ερημίτης είχε διακρίνει την αθώα προσβολή από την αμαρτωλή συγκατάθεση. Ο Ιωάννης της Κλίμακος είχε υιοθετήσει και συμπληρώσει αυτή την ανάλυση· και άλλοι ακόμη. Ήταν καθαροί ηθικολόγοι. Ο Μάξιμος έχει μια περισσότερο φιλοσοφική μέριμνα. Αυτό που ζητεί δεν είναι να καθορίσει το ακριβές σημείο όπου αρχίζει η αμαρτία, αλλά να κατανοήσει την ίδια τη δυνατότητα του κακού· πώς μπορεί το κακό να εισαχθεί στη σειρά των όντων, αφού αυτά είναι όλα αγαθά ως δημιουργήματα του Θεού;
«Εκείνοι της Παλαιάς Ακαδημίας, οι Περιπατητικοί και οι Στωικοί έκαναν αυτή τη διάκριση: μεταξύ των όντων, άλλα είναι αγαθά, άλλα κακά, άλλα ενδιάμεσα ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατηγορίες· τα τελευταία τα ονομάζουν αδιάφορα» (4). Ο Μάξιμος μιλά μια άλλη γλώσσα. Αρνείται να ονομάσει το κακό ον· είναι μια παράλειψη, μια «έλλειψη», θα μπορούσε κανείς να πει μια έκλειψη. Αλλά παράλειψη τίνος; Ενός διανοητικού και ενός βουλητικού στοιχείου. Στη διάνοια, μια έλλειψη γνώσεως· στη βούληση, μια έλλειψη κατευθύνσεως προς το τέλος. Τι προηγείται; Το κείμενο του Μαξίμου θέτει σε πρώτη θέση την αστοχία της βούλησης και δίνει την άγνοια ως αποτέλεσμα. Για να εξηγήσει την πρώτη παρέκκλιση, παρεμβάλλει την πανουργία του Πονηρού. Αν αυτό δεν σας ικανοποιεί, θα μπορούσε να σας απαντήσει ότι το μυστήριο της ανομίας είναι το μόνο μυστήριο καθαυτό, το μόνο πράγμα εγγενώς ακατανόητο: το Παράλογο ως τέτοιο. Όπως το μη ον που… είναι.
Τόσο παράλογο, ώστε δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτό χωρίς παραλογισμό. «Ονομάζει νοητό το αγαθό· μη νοητό το κακό» (*), σημειώνει ο σχολιαστής των Quaestiones ad Thalassium. Δεν είναι διόλου παράξενο το ότι η συγκατάθεση που δίνεται σε αυτή την ακατανοησία από ένα νοήμον ον είναι και η ίδια ένα αίνιγμα.
Όπως κι αν έχει, ιδού οι πρόγονοι της φιλαυτίας: ο σκοτισμός της ιδέας του Θεού ως έσχατου τέλους, υπό την ενέργεια του διαβόλου· η παρέκκλιση της φυσικής κίνησης που φέρει κάθε κτίσμα προς τον Θεό· η προσκόλληση στην αίσθηση και στα αισθητά αντικείμενα· μια όλο και πιο πυκνή άγνοια του Θεού· η φιλαυτία· η αναζήτηση της ηδονής και η φυγή από τον πόνο. Ο Μάξιμος θα είχε αναμφίβολα πραγματευθεί εκτενέστερα αυτή τη γενεαλογία, αν είχε βρει τον χρόνο να ασχοληθεί με το θέμα αυτό ex professo. Διότι, με αφορμή άλλα προβλήματα, είχε διατυπώσει αρχές έγκυρες και για αυτό. Οι έριδες γύρω από τον μονοθελητισμό τού είχαν εμπνεύσει οξυδερκείς διακρίσεις ανάμεσα στο γενικό φυσικό θέλειν, διά του οποίου «κάθε φύση θέλει τον εαυτό της» —θέλημα ὅτι θέλησις—· στο φυσικό θέλειν που εξειδικεύεται νοητικά μέσω της θεώρησης του δυνατού και του αδυνάτου, βούλησις· και στη βούληση που εξειδικεύεται ηθικά μέσω της συνειδητής επιλογής, προαίρεσις (*). Θα αρκούσε να εφαρμοστούν αυτές οι διευκρινίσεις στη φιλαυτία: ως θέλησις αυτή δεν είναι ακόμη ούτε καλή ούτε κακή· ως βούλησις, δηλαδή ως «φαντασιακή όρεξη εκείνου που είναι ή δεν είναι στην εξουσία μας», μπορεί να σφάλλει· και εδώ μπορεί να παρέμβει η πανουργία του Πονηρού· μόνο ως προαίρεσις γίνεται καλή ή κακή. Αλλά ο Μάξιμος δεν είχε την άνεση να κάνει αυτή την εφαρμογή, τουλάχιστον γραπτώς.
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζουμε τώρα από πού προέρχεται η φθορά αυτής της έμφυτης κλίσης: η διαστροφή της είναι μια αποστροφή από τον Θεό και μια μεταστροφή προς την αίσθηση· το αποτέλεσμα μιας επιλογής ανάμεσα στη νοητική και πνευματική τάξη, όπου βρίσκεται η χαρά (1), και στον κόσμο της αίσθησης, μέσα στην αναζήτηση της ηδονής. Η κακή φιλαυτία, μητέρα όλων των κακιών, γεννιέται και η ίδια από μια άγνοια (3): θα μεταδώσει αυτό το διακριτικό γνώρισμα σε όλη την απογονή της· αυτό θα είναι το οικογενειακό χαρακτηριστικό της πολυάριθμης φωλιάς της. Και αυτή η άγνοια θα εκδηλωθεί σε όλες τις κακίες μέσω μιας κοινής παρεκτροπής: της ανόητης ελπίδας ότι θα βρει κανείς τον κατευνασμό της φυσικής δίψας για μακαριότητα στην αισθητή απόλαυση. Όπως η μητέρα τους, η φιλαυτία, έτσι και τα πάθη είναι όλα σαρκικά. Θα απομείνει να το δείξουμε για το καθένα. Αλλά ας δούμε πρώτα:
Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ
Όλοι οι αρχαίοι πίστεψαν ότι η ηθική έπρεπε να είναι αναγκαστικά ένας ευδαιμονισμός. Και σχεδόν όλοι σκέφθηκαν επίσης ότι δεν μπορούσε να είναι ένας ηδονισμός. Ο Κικέρων βάζει στο στόμα του Κάτωνα (*) αυτόν τον λόγο του Αρχύτα του Ταραντίνου: «... τον παλαιό λόγο του Αρχύτα του Ταραντίνου, άνδρα πρώτιστα μεγάλου και επιφανούς...: έλεγε ότι καμία φονικότερη μάστιγα δεν δόθηκε από τη φύση στους ανθρώπους από την ηδονή του σώματος». Όλες οι αισχρότητες προέρχονται από εκεί. Η χειρότερη από όλες: ο εξευτελισμός της διάνοιας. «Γι’ αυτό τίποτε δεν είναι τόσο απεχθές και τόσο ολέθριο όσο η ηδονή». Οι Στωικοί όριζαν την ηδονή με πολλούς τρόπους, όλους ατιμωτικούς. Πράγματι, τη θεωρούσαν παρά φύσιν, παρόλο που έχει, όπως λέει ο ίδιος Κικέρων, «κάτι όμοιο με το φυσικό αγαθό» (10). «Όσο για εκείνους που λένε ότι η πρώτη ζωτική κίνηση των ζώων κατευθύνεται προς την ηδονή, προβάλλουν ένα ψέμα. Η ηδονή είναι, το πολύ, ένα επιφαινόμενο» (1).
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν θα έχει λοιπόν να προσθέσει κάτι πολύ νέο πάνω σε αυτό το θέμα. Αξίζει, ωστόσο, να συλλέξουμε μερικές από τις παρατηρήσεις του, αφού τις θεώρησε χρήσιμες, αναμφίβολα επειδή, αν η θεωρία δεν έχει αντιπάλους, η πράξη βρίσκει δύσκολα υποστηρικτές.
Καταρχάς, του συμβαίνει, σε αντίθεση με τους Στωικούς, να χρησιμοποιεί τον όρο ἡδονή με ευνοϊκή σημασία. Ο σχολιαστής το επισημαίνει με αφορμή το Ad Thal. LVIII (12). «Ονομάζει σωτήριες ηδονές τη χαρά της ψυχής σχετικά με την αρετή» (18).
Αντιθέτως, συμμερίζεται τη στωική διδασκαλία για τις αιτίες της ηδονής, ή μάλλον για την αιτία, διότι είναι πάντοτε η ίδια. «Πώς γεννιέται η ηδονή; Κάθε ηδονή από απαγορευμένα πράγματα προέρχεται πάντοτε από ένα πάθος για κάποιο αισθητό πράγμα μέσω της αίσθησης. Πράγματι, η ηδονή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος αίσθησης που μορφώνεται μέσα στην αίσθηση από ένα αισθητό αντικείμενο· με άλλα λόγια, ένας τρόπος αισθητικής ενέργειας που αντιστοιχεί σε μια άλογη επιθυμία. Μια επιθυμία που επηρεάζει μια αίσθηση μεταβάλλεται σε ηδονή, μορφοποιώντας αυτή την αίσθηση· και η αίσθηση, όταν τίθεται σε κίνηση σύμφωνα με τη γραμμή της επιθυμίας, παράγει ηδονή, όταν αντιλαμβάνεται το αισθητό» (14). Η αναζήτηση της ηδονής είναι η αναζήτηση της ευχάριστης αίσθησης και το αντίστοιχό της, η φυγή από τη δυσάρεστη αίσθηση.
ΚΑΙ ΑΣΤΟΧΩΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
«Ο άνθρωπος έμαθε από την εμπειρία ότι κάθε ηδονή, απολύτως κάθε μία, έχει ως διάδοχό της τον πόνο· έστρεψε όλη την ορμή του προς την ηδονή και όλη την αντιπάθειά του προς τον πόνο· για την πρώτη πολέμησε με όλη του τη δύναμη· εναντίον του δεύτερου, με όλη του την επιμέλεια· ελπίζοντας —αλλά αυτό ήταν αδύνατο— με αυτή τη στρατηγική, να τα αποσυνδέσει το ένα από το άλλο και να έχει τη φιλαυτία ενωμένη μόνο με την ηδονή, εντελώς απαλλαγμένη από πόνο. Το πάθος τον έκανε, φαίνεται, να αγνοεί ότι η ηδονή δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς οδύνη» (20). Δεν ξέρω αν ο Μάξιμος μιλά έστω και μία φορά για αυτή την αναζήτηση της απόλαυσης χωρίς να προσθέτει ότι αστοχεί του σκοπού, και μάλιστα του ίδιου της του σκοπού. Έχει διαβάσει πάρα πολύ τον Φαίδωνα, και έχει δει πάρα πολύ τις ιδέες του στο σημείο αυτό να επιβεβαιώνονται από την εμπειρία. Έχει επίσης στοχαστεί πάρα πολύ πάνω στον ουσιώδη νόμο των πραγμάτων, ώστε να μην έχει σε αυτό το ζήτημα απόλυτη πεποίθηση. Ξέρει ότι ρόλος της «κρίσεως», μιας από τις δύο όψεις της Πρόνοιας, είναι να τιμωρεί την προσβολή που γίνεται στον φυσικό νόμο. Η φύση εκδικείται. «Ο Ηλίας συμβολίζει τη φύση για δύο λόγους: επειδή διατήρησε μέσα του τους άμεμπτους λόγους, και την ελεύθερη βούληση που προκύπτει από αυτούς, απαλλαγμένη από κάθε παθητική αλλοίωση· αλλά ακόμη επειδή, όπως σε μια κρίση, κατά τον τρόπο ενός είδους φυσικού νόμου, τιμωρεί εκείνους που κάνουν παρά φύσιν χρήση της φύσης. Η φύση είναι έτσι φτιαγμένη: εκείνους που προσπαθούν να τη διαφθείρουν, τους τιμωρεί στο μέτρο που παραδίδονται σε μια ζωή εκτός φύσεως, μη αφήνοντάς τους πλέον την πλήρη φυσική κατοχή των δυνάμεων της φύσης· και αυτή η ακρωτηρίαση της φυσικής ακεραιότητας συνιστά την τιμωρία τους· επέσυραν επάνω τους μια μείωση του είναι με την αστόχαστη και άλογη κλίση τους προς το μη είναι» (14). Η περιπέτεια του Αδάμ επαναλαμβάνεται: «Χειριζόμενος κατά βούληση, και με τα δύο χέρια, τη λάσπη της ύλης, εγκατέλειψε ολόκληρο τον εαυτό του στη μόνη κλίση προς την αίσθηση· μέσω της αίσθησης κατάπιε το ολέθριο δηλητήριο του Άγριου Θηρίου, και έπειτα δεν απόλαυσε ούτε την ίδια την αίσθηση όπως θα το ήθελε. Αυτή η απόπειρα να κατέχει, ανεξάρτητα από τον Θεό, προτιμώντας τα από τον Θεό, όχι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, τα δώρα του Θεού, ήταν αδύνατη» (*). Ο απαγορευμένος καρπός δίνει τον θάνατο σε όποιον ζητά τη ζωή. Από εκεί συμβαίνει «ο θάνατος να ζει μέσα από όλη αυτή τη διαδοχή των χρόνων, παίρνοντας εμάς τους ίδιους ως τροφή του· ενώ εμείς δεν ζούμε ποτέ, αφού πάντοτε καταβροχθιζόμαστε από αυτόν» (18).
Η ηδονή που αποκτάται πληρώνεται ακριβά: είναι η χαρά που χάνεται. Με ύφος που αψηφά κάθε μετάφραση, με αμείλικτη λογική, και χρησιμοποιώντας στωικούς ορισμούς που διατηρούν όλη τους την αξία, ο Μάξιμος αποδεικνύει την ασυμβατότητα ανάμεσα στην ηδονή της αίσθησης και στη χαρά της ψυχής (29), ή, ακριβέστερα, την αντίστροφη πρόταση: την τέλεια συμβατότητα και μάλιστα την αναγκαία συμμαχία, σε αυτή τη ζωή, ανάμεσα στην αισθητή θλίψη και στην πνευματική αγαλλίαση. Θα ξαναβρούμε αυτό το απόσπασμα όταν μιλήσουμε για την ψυχή που έχει ελευθερωθεί από τη φιλαυτία. Θα αρκεί εδώ να συλλέξουμε ό,τι αφορά άμεσα το θέμα της παρούσας παραγράφου. «Η διάνοια και η αίσθηση έχουν φυσικές ενέργειες αντίθετες μεταξύ τους, εξαιτίας της ακραίας διαφοράς και ετερογένειας των αντικειμένων τους: η μία έχει ως αντικείμενο τις νοητές και ασώματες ουσίες..... η άλλη τις αισθητές και σωματικές φύσεις» (20).
Από αυτό έπεται ότι «η διάνοια ενεργεί αντίθετα προς τη φύση της όταν προσκολλάται στο επιφανειακό, δηλαδή στο αισθητό και στο σωματικό· και τότε γίνεται γεννήτρια λύπης της ψυχής, καθώς μαστιγώνεται αδιάκοπα από το μαστίγιο της συνείδησης· και προφανώς επίσης παραγωγός αισθητής ηδονής, καθώς φουσκώνει —παχαίνει— από ονειροπολήσεις γύρω από τους τρόπους με τους οποίους θα κολακεύσει τη σάρκα» (21). Αλλά όλα είναι καλά όταν τελειώνουν καλά· σε όλα τα πράγματα πρέπει να εξετάζει κανείς το τέλος. Όμως, αυτής της λύπης, η αιτία είναι αναμφίβολα αυτή η ηδονή (22)· ή, όπως εξηγεί ένα σχόλιο πάνω σε αυτό το χωρίο: «Κάθε λύπη που εγκαθίσταται στην ψυχή έχει ως πρόδρομό της την ηδονή της σάρκας» (23). Ας δεχθούμε λοιπόν ότι ο ηδονικός άνθρωπος βρίσκει αυτό που ζητεί· δεν το βρίσκει ποτέ παρά μόνο με τρόπο αξιολύπητο και που τον κάνει δυστυχισμένο. Αυτό ακριβώς συνοψίζει θαυμάσια η σύντομη αυτή διατύπωση: καθ’ ἑαυτοῦ γενόμενος φίλαυτος, ο άνθρωπος «φίλος του εαυτού του εναντίον του ίδιου του εαυτού του» (24).
Η θεμελιώδης επιλογή ανάμεσα στο πνεύμα και στην αίσθηση είναι επιλογή ανάμεσα στην ευτυχία και στην ηδονή.
Θα βρίσκαμε ακόμη στον Μάξιμο πολυάριθμα επιχειρήματα προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Γνωρίζει ασφαλώς τη διάσημη σελίδα όπου ο Πλάτων δηλώνει ότι ο τύραννος, δηλαδή ο άνθρωπος που τυραννείται από τα πάθη του, είναι, μαθηματικώς, επτακόσιες είκοσι εννέα φορές λιγότερο ευτυχής από τον «βασιλιά» ή τον σοφό που τα κυριαρχεί (25). Αν δεν την παραθέτει, είναι επειδή δεν συνηθίζει να διασκεδάζει με ένα τόσο σοβαρό θέμα. Αλλά γνωρίζει και αυτός την τυραννία: «Τα τρία πρωταρχικά κακά, και τα μεγαλύτερα όλων, είναι η άγνοια, η φιλαυτία και η τυραννία, που εξαρτώνται και κατέρχονται το ένα από το άλλο, χωρίς καμία δυνατή αμφισβήτηση» (26). Θα ξαναβρούμε τον τύραννο επί τω έργω. Πιο ρητή είναι η ερμηνεία του Ψαλμού 136, 6: «Ἡ γλῶσσά μου κολληθείη τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, Ἱερουσαλήμ». «Η γλώσσα κολλημένη στον λάρυγγα είναι η θεωρητική μας ενέργεια προσδεμένη από την άγνοια στην ικανοποίηση του λάρυγγα» (27). Και το σχόλιο (28): «Ο λάρυγγας είναι το γνώρισμα της φυσικής φιλαυτίας προς το σώμα. Εκείνος λοιπόν που διαπράττει το σφάλμα να κολλήσει μαζί αυτά τα δύο πράγματα, τη γνωστική δύναμη και τη φιλαυτία, εκείνος δεν θα μπορέσει πλέον ούτε να θυμηθεί την ειρηνική κατάσταση», που συμβολίζεται από την Ιερουσαλήμ. Εν ολίγοις, κάθε κακός είναι δυστυχισμένος, ακόμη κι αν κατέχει όλα όσα ονομάζονται αγαθά της γης· και κάθε ενάρετος είναι ευτυχισμένος, ακόμη κι αν στερείται όλα τα αγαθά της γης» (29). Οι Στωικοί είχαν επαναλάβει αυτή τη σκέψη με όλες τις μορφές ως απλή διατύπωση του νόμου της φύσεως. Για τον Μάξιμο εκφράζει επιπλέον τον γραπτό νόμο και τον πνευματικό νόμο.
Ο ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ
Εφόσον η αίσθηση και τα αισθητά αντικείμενα δεν είναι κακό, πώς μπορεί από τη συνάντησή τους να γεννηθεί μια κόρη που θα γίνει η μητέρα όλων των παθών και όλων των αμαρτιών; Η αίσθηση, δηλαδή η αισθητηριακή αντίληψη σε όλες τις μορφές της, προσφέρει εξέχουσες υπηρεσίες στη διάνοια. Ο Μάξιμος το αναγνωρίζει, ακόμη κι αν δεν φθάνει μέχρι του σημείου να δεχθεί το αριστοτελικό αξίωμα: τίποτε δεν υπάρχει στον νου που να μην υπήρξε προηγουμένως στην αίσθηση. Άλλωστε, ακόμη κι αν το δεχόταν, αυτό δεν θα άλλαζε τίποτε στο παρόν θεώρημα, το οποίο είναι ηθικό και όχι απλώς ψυχολογικό. Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γένεση της φιλαυτίας. Πρέπει εδώ να επαναλάβουμε μερικές φράσεις που ο Φώτιος παρέλειψε ή περιέκοψε στην περίληψη που αντιγράφηκε παραπάνω. «Το κακό είναι η έλλειψη κατευθύνσεως της ενέργειας των έμφυτων δυνάμεων προς το τέλος. Και απολύτως τίποτε άλλο. Ή ακόμη: το κακό είναι η άλογη κίνηση των φυσικών δυνάμεων προς κάτι άλλο από το τέλος, σύμφωνα με εσφαλμένη κρίση. Τέλος ονομάζω την αιτία των όντων, προς την οποία όλα τα πράγματα φέρονται με φυσική επιθυμία, μολονότι ο Πονηρός, καλύπτοντας τον φθόνο του με προσωπείο ευμενείας και πείθοντας απατηλά τον άνθρωπο να κατευθύνει την επιθυμία του προς κάτι άλλο από την Αιτία των όντων, κατόρθωσε να κατασκευάσει την άγνοια της Αιτίας» (¹).
Ο άνθρωπος «αρρώστησε λοιπόν από την άγνοια της ίδιας του της Αιτίας. Γινόμενος έτσι παραβάτης και αγνοώντας τον Θεό, συνέζευξε πεισματικά όλη τη νοερή του δύναμη με όλη την αίσθηση, και προμηθεύθηκε τη σύνθετη γνώση των αισθητών, της οποίας η ολέθρια αποτελεσματικότητα οδηγεί στο πάθος» (2). «Έγινε όμοιος με τα θηρία, με εκείνο το πρόσθετο πλεόνασμα ανοησίας που συνιστά η μεταβολή του φυσικού λόγου σε μια παρά φύσιν κατάσταση. Όσο περισσότερο εφαρμοζόταν, μόνο σύμφωνα με την αίσθηση, στη γνώση των ορατών πραγμάτων, τόσο περισσότερο τυλιγόταν μέσα στην άγνοια του Θεού. Όσο περισσότερο έσφιγγε τους δεσμούς αυτής της άγνοιας, τόσο περισσότερο προσκολλούνταν στην απόλαυση των υλικών αντικειμένων της γνώσεώς του. Όσο περισσότερο χόρταινε από αυτή την απόλαυση, τόσο περισσότερο άναβε μέσα του τη φλόγα της φιλαυτίας. Όσο περισσότερο συντηρούσε αυτή τη φλόγα της φιλαυτίας, τόσο περισσότερο επινοούσε πολλούς τρόπους ηδονής, καθώς αυτή ήταν συγχρόνως ο καρπός και το τέλος της φιλαυτίας» (*).
Στην απαρχή της φιλαυτίας υπάρχει λοιπόν μια θεμελιώδης επιλογή, μια παρέκκλιση της έμφυτης επιθυμίας του Θεού: «Ο Θεός, τον οποίο αγαπά κάθε τι που μπορεί να αγαπά, είτε το γνωρίζει είτε δεν το γνωρίζει» — είχε πει ο Άγιος Αυγουστίνος. Αυτή η παρέκκλιση, αυτή η ολίσθηση, όπως την ονομάζει ο Διάδοχος, πραγματοποιείται σε διάφορες στιγμές, αλλά τόσο περιπλεγμένες μεταξύ τους ώστε είναι δύσκολο να ξεδιαλύνει κανείς τη διαδοχή τους. Άλλοι πριν από τον Άγιο Μάξιμο είχαν περιγράψει τον πειρασμό: ήδη ο Μάρκος ο Ερημίτης είχε διακρίνει την αθώα προσβολή από την αμαρτωλή συγκατάθεση. Ο Ιωάννης της Κλίμακος είχε υιοθετήσει και συμπληρώσει αυτή την ανάλυση· και άλλοι ακόμη. Ήταν καθαροί ηθικολόγοι. Ο Μάξιμος έχει μια περισσότερο φιλοσοφική μέριμνα. Αυτό που ζητεί δεν είναι να καθορίσει το ακριβές σημείο όπου αρχίζει η αμαρτία, αλλά να κατανοήσει την ίδια τη δυνατότητα του κακού· πώς μπορεί το κακό να εισαχθεί στη σειρά των όντων, αφού αυτά είναι όλα αγαθά ως δημιουργήματα του Θεού;
«Εκείνοι της Παλαιάς Ακαδημίας, οι Περιπατητικοί και οι Στωικοί έκαναν αυτή τη διάκριση: μεταξύ των όντων, άλλα είναι αγαθά, άλλα κακά, άλλα ενδιάμεσα ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατηγορίες· τα τελευταία τα ονομάζουν αδιάφορα» (4). Ο Μάξιμος μιλά μια άλλη γλώσσα. Αρνείται να ονομάσει το κακό ον· είναι μια παράλειψη, μια «έλλειψη», θα μπορούσε κανείς να πει μια έκλειψη. Αλλά παράλειψη τίνος; Ενός διανοητικού και ενός βουλητικού στοιχείου. Στη διάνοια, μια έλλειψη γνώσεως· στη βούληση, μια έλλειψη κατευθύνσεως προς το τέλος. Τι προηγείται; Το κείμενο του Μαξίμου θέτει σε πρώτη θέση την αστοχία της βούλησης και δίνει την άγνοια ως αποτέλεσμα. Για να εξηγήσει την πρώτη παρέκκλιση, παρεμβάλλει την πανουργία του Πονηρού. Αν αυτό δεν σας ικανοποιεί, θα μπορούσε να σας απαντήσει ότι το μυστήριο της ανομίας είναι το μόνο μυστήριο καθαυτό, το μόνο πράγμα εγγενώς ακατανόητο: το Παράλογο ως τέτοιο. Όπως το μη ον που… είναι.
Τόσο παράλογο, ώστε δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτό χωρίς παραλογισμό. «Ονομάζει νοητό το αγαθό· μη νοητό το κακό» (*), σημειώνει ο σχολιαστής των Quaestiones ad Thalassium. Δεν είναι διόλου παράξενο το ότι η συγκατάθεση που δίνεται σε αυτή την ακατανοησία από ένα νοήμον ον είναι και η ίδια ένα αίνιγμα.
Όπως κι αν έχει, ιδού οι πρόγονοι της φιλαυτίας: ο σκοτισμός της ιδέας του Θεού ως έσχατου τέλους, υπό την ενέργεια του διαβόλου· η παρέκκλιση της φυσικής κίνησης που φέρει κάθε κτίσμα προς τον Θεό· η προσκόλληση στην αίσθηση και στα αισθητά αντικείμενα· μια όλο και πιο πυκνή άγνοια του Θεού· η φιλαυτία· η αναζήτηση της ηδονής και η φυγή από τον πόνο. Ο Μάξιμος θα είχε αναμφίβολα πραγματευθεί εκτενέστερα αυτή τη γενεαλογία, αν είχε βρει τον χρόνο να ασχοληθεί με το θέμα αυτό ex professo. Διότι, με αφορμή άλλα προβλήματα, είχε διατυπώσει αρχές έγκυρες και για αυτό. Οι έριδες γύρω από τον μονοθελητισμό τού είχαν εμπνεύσει οξυδερκείς διακρίσεις ανάμεσα στο γενικό φυσικό θέλειν, διά του οποίου «κάθε φύση θέλει τον εαυτό της» —θέλημα ὅτι θέλησις—· στο φυσικό θέλειν που εξειδικεύεται νοητικά μέσω της θεώρησης του δυνατού και του αδυνάτου, βούλησις· και στη βούληση που εξειδικεύεται ηθικά μέσω της συνειδητής επιλογής, προαίρεσις (*). Θα αρκούσε να εφαρμοστούν αυτές οι διευκρινίσεις στη φιλαυτία: ως θέλησις αυτή δεν είναι ακόμη ούτε καλή ούτε κακή· ως βούλησις, δηλαδή ως «φαντασιακή όρεξη εκείνου που είναι ή δεν είναι στην εξουσία μας», μπορεί να σφάλλει· και εδώ μπορεί να παρέμβει η πανουργία του Πονηρού· μόνο ως προαίρεσις γίνεται καλή ή κακή. Αλλά ο Μάξιμος δεν είχε την άνεση να κάνει αυτή την εφαρμογή, τουλάχιστον γραπτώς.
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζουμε τώρα από πού προέρχεται η φθορά αυτής της έμφυτης κλίσης: η διαστροφή της είναι μια αποστροφή από τον Θεό και μια μεταστροφή προς την αίσθηση· το αποτέλεσμα μιας επιλογής ανάμεσα στη νοητική και πνευματική τάξη, όπου βρίσκεται η χαρά (1), και στον κόσμο της αίσθησης, μέσα στην αναζήτηση της ηδονής. Η κακή φιλαυτία, μητέρα όλων των κακιών, γεννιέται και η ίδια από μια άγνοια (3): θα μεταδώσει αυτό το διακριτικό γνώρισμα σε όλη την απογονή της· αυτό θα είναι το οικογενειακό χαρακτηριστικό της πολυάριθμης φωλιάς της. Και αυτή η άγνοια θα εκδηλωθεί σε όλες τις κακίες μέσω μιας κοινής παρεκτροπής: της ανόητης ελπίδας ότι θα βρει κανείς τον κατευνασμό της φυσικής δίψας για μακαριότητα στην αισθητή απόλαυση. Όπως η μητέρα τους, η φιλαυτία, έτσι και τα πάθη είναι όλα σαρκικά. Θα απομείνει να το δείξουμε για το καθένα. Αλλά ας δούμε πρώτα:
Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ
Όλοι οι αρχαίοι πίστεψαν ότι η ηθική έπρεπε να είναι αναγκαστικά ένας ευδαιμονισμός. Και σχεδόν όλοι σκέφθηκαν επίσης ότι δεν μπορούσε να είναι ένας ηδονισμός. Ο Κικέρων βάζει στο στόμα του Κάτωνα (*) αυτόν τον λόγο του Αρχύτα του Ταραντίνου: «... τον παλαιό λόγο του Αρχύτα του Ταραντίνου, άνδρα πρώτιστα μεγάλου και επιφανούς...: έλεγε ότι καμία φονικότερη μάστιγα δεν δόθηκε από τη φύση στους ανθρώπους από την ηδονή του σώματος». Όλες οι αισχρότητες προέρχονται από εκεί. Η χειρότερη από όλες: ο εξευτελισμός της διάνοιας. «Γι’ αυτό τίποτε δεν είναι τόσο απεχθές και τόσο ολέθριο όσο η ηδονή». Οι Στωικοί όριζαν την ηδονή με πολλούς τρόπους, όλους ατιμωτικούς. Πράγματι, τη θεωρούσαν παρά φύσιν, παρόλο που έχει, όπως λέει ο ίδιος Κικέρων, «κάτι όμοιο με το φυσικό αγαθό» (10). «Όσο για εκείνους που λένε ότι η πρώτη ζωτική κίνηση των ζώων κατευθύνεται προς την ηδονή, προβάλλουν ένα ψέμα. Η ηδονή είναι, το πολύ, ένα επιφαινόμενο» (1).
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής δεν θα έχει λοιπόν να προσθέσει κάτι πολύ νέο πάνω σε αυτό το θέμα. Αξίζει, ωστόσο, να συλλέξουμε μερικές από τις παρατηρήσεις του, αφού τις θεώρησε χρήσιμες, αναμφίβολα επειδή, αν η θεωρία δεν έχει αντιπάλους, η πράξη βρίσκει δύσκολα υποστηρικτές.
Καταρχάς, του συμβαίνει, σε αντίθεση με τους Στωικούς, να χρησιμοποιεί τον όρο ἡδονή με ευνοϊκή σημασία. Ο σχολιαστής το επισημαίνει με αφορμή το Ad Thal. LVIII (12). «Ονομάζει σωτήριες ηδονές τη χαρά της ψυχής σχετικά με την αρετή» (18).
Αντιθέτως, συμμερίζεται τη στωική διδασκαλία για τις αιτίες της ηδονής, ή μάλλον για την αιτία, διότι είναι πάντοτε η ίδια. «Πώς γεννιέται η ηδονή; Κάθε ηδονή από απαγορευμένα πράγματα προέρχεται πάντοτε από ένα πάθος για κάποιο αισθητό πράγμα μέσω της αίσθησης. Πράγματι, η ηδονή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος αίσθησης που μορφώνεται μέσα στην αίσθηση από ένα αισθητό αντικείμενο· με άλλα λόγια, ένας τρόπος αισθητικής ενέργειας που αντιστοιχεί σε μια άλογη επιθυμία. Μια επιθυμία που επηρεάζει μια αίσθηση μεταβάλλεται σε ηδονή, μορφοποιώντας αυτή την αίσθηση· και η αίσθηση, όταν τίθεται σε κίνηση σύμφωνα με τη γραμμή της επιθυμίας, παράγει ηδονή, όταν αντιλαμβάνεται το αισθητό» (14). Η αναζήτηση της ηδονής είναι η αναζήτηση της ευχάριστης αίσθησης και το αντίστοιχό της, η φυγή από τη δυσάρεστη αίσθηση.
ΚΑΙ ΑΣΤΟΧΩΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
«Ο άνθρωπος έμαθε από την εμπειρία ότι κάθε ηδονή, απολύτως κάθε μία, έχει ως διάδοχό της τον πόνο· έστρεψε όλη την ορμή του προς την ηδονή και όλη την αντιπάθειά του προς τον πόνο· για την πρώτη πολέμησε με όλη του τη δύναμη· εναντίον του δεύτερου, με όλη του την επιμέλεια· ελπίζοντας —αλλά αυτό ήταν αδύνατο— με αυτή τη στρατηγική, να τα αποσυνδέσει το ένα από το άλλο και να έχει τη φιλαυτία ενωμένη μόνο με την ηδονή, εντελώς απαλλαγμένη από πόνο. Το πάθος τον έκανε, φαίνεται, να αγνοεί ότι η ηδονή δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς οδύνη» (20). Δεν ξέρω αν ο Μάξιμος μιλά έστω και μία φορά για αυτή την αναζήτηση της απόλαυσης χωρίς να προσθέτει ότι αστοχεί του σκοπού, και μάλιστα του ίδιου της του σκοπού. Έχει διαβάσει πάρα πολύ τον Φαίδωνα, και έχει δει πάρα πολύ τις ιδέες του στο σημείο αυτό να επιβεβαιώνονται από την εμπειρία. Έχει επίσης στοχαστεί πάρα πολύ πάνω στον ουσιώδη νόμο των πραγμάτων, ώστε να μην έχει σε αυτό το ζήτημα απόλυτη πεποίθηση. Ξέρει ότι ρόλος της «κρίσεως», μιας από τις δύο όψεις της Πρόνοιας, είναι να τιμωρεί την προσβολή που γίνεται στον φυσικό νόμο. Η φύση εκδικείται. «Ο Ηλίας συμβολίζει τη φύση για δύο λόγους: επειδή διατήρησε μέσα του τους άμεμπτους λόγους, και την ελεύθερη βούληση που προκύπτει από αυτούς, απαλλαγμένη από κάθε παθητική αλλοίωση· αλλά ακόμη επειδή, όπως σε μια κρίση, κατά τον τρόπο ενός είδους φυσικού νόμου, τιμωρεί εκείνους που κάνουν παρά φύσιν χρήση της φύσης. Η φύση είναι έτσι φτιαγμένη: εκείνους που προσπαθούν να τη διαφθείρουν, τους τιμωρεί στο μέτρο που παραδίδονται σε μια ζωή εκτός φύσεως, μη αφήνοντάς τους πλέον την πλήρη φυσική κατοχή των δυνάμεων της φύσης· και αυτή η ακρωτηρίαση της φυσικής ακεραιότητας συνιστά την τιμωρία τους· επέσυραν επάνω τους μια μείωση του είναι με την αστόχαστη και άλογη κλίση τους προς το μη είναι» (14). Η περιπέτεια του Αδάμ επαναλαμβάνεται: «Χειριζόμενος κατά βούληση, και με τα δύο χέρια, τη λάσπη της ύλης, εγκατέλειψε ολόκληρο τον εαυτό του στη μόνη κλίση προς την αίσθηση· μέσω της αίσθησης κατάπιε το ολέθριο δηλητήριο του Άγριου Θηρίου, και έπειτα δεν απόλαυσε ούτε την ίδια την αίσθηση όπως θα το ήθελε. Αυτή η απόπειρα να κατέχει, ανεξάρτητα από τον Θεό, προτιμώντας τα από τον Θεό, όχι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, τα δώρα του Θεού, ήταν αδύνατη» (*). Ο απαγορευμένος καρπός δίνει τον θάνατο σε όποιον ζητά τη ζωή. Από εκεί συμβαίνει «ο θάνατος να ζει μέσα από όλη αυτή τη διαδοχή των χρόνων, παίρνοντας εμάς τους ίδιους ως τροφή του· ενώ εμείς δεν ζούμε ποτέ, αφού πάντοτε καταβροχθιζόμαστε από αυτόν» (18).
Η ηδονή που αποκτάται πληρώνεται ακριβά: είναι η χαρά που χάνεται. Με ύφος που αψηφά κάθε μετάφραση, με αμείλικτη λογική, και χρησιμοποιώντας στωικούς ορισμούς που διατηρούν όλη τους την αξία, ο Μάξιμος αποδεικνύει την ασυμβατότητα ανάμεσα στην ηδονή της αίσθησης και στη χαρά της ψυχής (29), ή, ακριβέστερα, την αντίστροφη πρόταση: την τέλεια συμβατότητα και μάλιστα την αναγκαία συμμαχία, σε αυτή τη ζωή, ανάμεσα στην αισθητή θλίψη και στην πνευματική αγαλλίαση. Θα ξαναβρούμε αυτό το απόσπασμα όταν μιλήσουμε για την ψυχή που έχει ελευθερωθεί από τη φιλαυτία. Θα αρκεί εδώ να συλλέξουμε ό,τι αφορά άμεσα το θέμα της παρούσας παραγράφου. «Η διάνοια και η αίσθηση έχουν φυσικές ενέργειες αντίθετες μεταξύ τους, εξαιτίας της ακραίας διαφοράς και ετερογένειας των αντικειμένων τους: η μία έχει ως αντικείμενο τις νοητές και ασώματες ουσίες..... η άλλη τις αισθητές και σωματικές φύσεις» (20).
Από αυτό έπεται ότι «η διάνοια ενεργεί αντίθετα προς τη φύση της όταν προσκολλάται στο επιφανειακό, δηλαδή στο αισθητό και στο σωματικό· και τότε γίνεται γεννήτρια λύπης της ψυχής, καθώς μαστιγώνεται αδιάκοπα από το μαστίγιο της συνείδησης· και προφανώς επίσης παραγωγός αισθητής ηδονής, καθώς φουσκώνει —παχαίνει— από ονειροπολήσεις γύρω από τους τρόπους με τους οποίους θα κολακεύσει τη σάρκα» (21). Αλλά όλα είναι καλά όταν τελειώνουν καλά· σε όλα τα πράγματα πρέπει να εξετάζει κανείς το τέλος. Όμως, αυτής της λύπης, η αιτία είναι αναμφίβολα αυτή η ηδονή (22)· ή, όπως εξηγεί ένα σχόλιο πάνω σε αυτό το χωρίο: «Κάθε λύπη που εγκαθίσταται στην ψυχή έχει ως πρόδρομό της την ηδονή της σάρκας» (23). Ας δεχθούμε λοιπόν ότι ο ηδονικός άνθρωπος βρίσκει αυτό που ζητεί· δεν το βρίσκει ποτέ παρά μόνο με τρόπο αξιολύπητο και που τον κάνει δυστυχισμένο. Αυτό ακριβώς συνοψίζει θαυμάσια η σύντομη αυτή διατύπωση: καθ’ ἑαυτοῦ γενόμενος φίλαυτος, ο άνθρωπος «φίλος του εαυτού του εναντίον του ίδιου του εαυτού του» (24).
Η θεμελιώδης επιλογή ανάμεσα στο πνεύμα και στην αίσθηση είναι επιλογή ανάμεσα στην ευτυχία και στην ηδονή.
Θα βρίσκαμε ακόμη στον Μάξιμο πολυάριθμα επιχειρήματα προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Γνωρίζει ασφαλώς τη διάσημη σελίδα όπου ο Πλάτων δηλώνει ότι ο τύραννος, δηλαδή ο άνθρωπος που τυραννείται από τα πάθη του, είναι, μαθηματικώς, επτακόσιες είκοσι εννέα φορές λιγότερο ευτυχής από τον «βασιλιά» ή τον σοφό που τα κυριαρχεί (25). Αν δεν την παραθέτει, είναι επειδή δεν συνηθίζει να διασκεδάζει με ένα τόσο σοβαρό θέμα. Αλλά γνωρίζει και αυτός την τυραννία: «Τα τρία πρωταρχικά κακά, και τα μεγαλύτερα όλων, είναι η άγνοια, η φιλαυτία και η τυραννία, που εξαρτώνται και κατέρχονται το ένα από το άλλο, χωρίς καμία δυνατή αμφισβήτηση» (26). Θα ξαναβρούμε τον τύραννο επί τω έργω. Πιο ρητή είναι η ερμηνεία του Ψαλμού 136, 6: «Ἡ γλῶσσά μου κολληθείη τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, Ἱερουσαλήμ». «Η γλώσσα κολλημένη στον λάρυγγα είναι η θεωρητική μας ενέργεια προσδεμένη από την άγνοια στην ικανοποίηση του λάρυγγα» (27). Και το σχόλιο (28): «Ο λάρυγγας είναι το γνώρισμα της φυσικής φιλαυτίας προς το σώμα. Εκείνος λοιπόν που διαπράττει το σφάλμα να κολλήσει μαζί αυτά τα δύο πράγματα, τη γνωστική δύναμη και τη φιλαυτία, εκείνος δεν θα μπορέσει πλέον ούτε να θυμηθεί την ειρηνική κατάσταση», που συμβολίζεται από την Ιερουσαλήμ. Εν ολίγοις, κάθε κακός είναι δυστυχισμένος, ακόμη κι αν κατέχει όλα όσα ονομάζονται αγαθά της γης· και κάθε ενάρετος είναι ευτυχισμένος, ακόμη κι αν στερείται όλα τα αγαθά της γης» (29). Οι Στωικοί είχαν επαναλάβει αυτή τη σκέψη με όλες τις μορφές ως απλή διατύπωση του νόμου της φύσεως. Για τον Μάξιμο εκφράζει επιπλέον τον γραπτό νόμο και τον πνευματικό νόμο.
Ο ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.
ΑΣ ΣΤΟΧΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΣΤΙΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΤΗ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΖΗΖΙΟΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΘΡΗΝΗΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΜΑΣ. ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΦΡΙΚΗ.
Σημειώσεις:
(1) Ad Thal. πρόλογος, PG 90.253 Β.
(2) Στο ίδιο, C.
(3) Στο ίδιο, D.
(4) ΣΕΞΤΟΣ, Adv. Mathem. XI, 3.
(5) Ad Thal. q. 55, Σχόλ. 19, PG 90. 564 D.
(6) Opusc. theol. PG 91.12 C-16 D.
(7) Κύριο όνομα της μακαριότητας: Amb. PG 91. 1089 A.
-(8) Γι’ αυτό ο Μάξιμος ονομάζει την άγνοια επίσης μητέρα —θα έπρεπε να πει γιαγιά— όλων των κακών: Ad Thal. q. 16, PG 90.301 Β.
(9) Cato Maior 12, 39.
(10) De Leg. I, 11, 31.
(11) ΔΙΟΓ. ΛΑΕΡΤ. VII, 85.
(12) PG 90. 600 A.
(13) Cing Cent IV, 11, PG 90. 1308 C, πρβλ. 604 A.
(14) Amb. PG 91.1112 С.
(15) Ad Thal. PG 90. 254 D κ.ε.
(16) Στο ίδιο, PG 91. 1164 CD.
(13) Στο ίδιο, 1156 C.
(18) Στο ίδιο, 1157 Α.
(19) Ad Thal. q. 58.
(20) Στήλ. 596 D.
(21) 597 A.
(22) 596 Β.
(23) Σχόλ. 11, στήλ. 601 A.
(24) Ad Thal. Πρόλογος, PG 90.257 B.
(25) Πολιτεία IX, 588 e.
(26) Epist. II, PG 91.397 A.
(27) Ad Thal. q. 55, PG 90.540 AB.
(28) αρ. 8, στήλ. 561 B.
(29) Amb. PG 91.1173 A.
(2) Στο ίδιο, C.
(3) Στο ίδιο, D.
(4) ΣΕΞΤΟΣ, Adv. Mathem. XI, 3.
(5) Ad Thal. q. 55, Σχόλ. 19, PG 90. 564 D.
(6) Opusc. theol. PG 91.12 C-16 D.
(7) Κύριο όνομα της μακαριότητας: Amb. PG 91. 1089 A.
-(8) Γι’ αυτό ο Μάξιμος ονομάζει την άγνοια επίσης μητέρα —θα έπρεπε να πει γιαγιά— όλων των κακών: Ad Thal. q. 16, PG 90.301 Β.
(9) Cato Maior 12, 39.
(10) De Leg. I, 11, 31.
(11) ΔΙΟΓ. ΛΑΕΡΤ. VII, 85.
(12) PG 90. 600 A.
(13) Cing Cent IV, 11, PG 90. 1308 C, πρβλ. 604 A.
(14) Amb. PG 91.1112 С.
(15) Ad Thal. PG 90. 254 D κ.ε.
(16) Στο ίδιο, PG 91. 1164 CD.
(13) Στο ίδιο, 1156 C.
(18) Στο ίδιο, 1157 Α.
(19) Ad Thal. q. 58.
(20) Στήλ. 596 D.
(21) 597 A.
(22) 596 Β.
(23) Σχόλ. 11, στήλ. 601 A.
(24) Ad Thal. Πρόλογος, PG 90.257 B.
(25) Πολιτεία IX, 588 e.
(26) Epist. II, PG 91.397 A.
(27) Ad Thal. q. 55, PG 90.540 AB.
(28) αρ. 8, στήλ. 561 B.
(29) Amb. PG 91.1173 A.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου