Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 7

Συνέχεια από Σάββατο 27. Ιουνίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 7
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

β) Η ηθική φιλοσοφία του Μαξίμου

Βεβαιότατα υπάρχει πλατωνισμός στον Μάξιμο. Αλλά υπάρχει και αριστοτελισμός· ιδίως στο ζήτημα της φιλαυτίας, όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σελίδες. Το πώς εναρμονίζονται τα δύο συστήματα, εκείνο του Φιλοσόφου που είναι ο Πλάτων και εκείνο του αιρετικού Αριστοτέλη —σύμφωνα με τη γλώσσα του Κλήμη Αλεξανδρείας— θα ήταν θέμα υπερβολικά ευρύ για την ανεπάρκειά μου. Στο συγκεκριμένο σημείο της φιλαυτίας, η συμφωνία εμφανίζεται πολύ καθαρά: πρόκειται για την ηθική του Αριστοτέλη προσαρμοσμένη στη μεταφυσική του Πλάτωνα —και προσαρμόζεται σε αυτή θαυμάσια—, και το σύνολο μεταφέρεται και υψώνεται στο επίπεδο της χριστιανικής θεολογίας. Δεν θα χρειαστεί να επικαλεστούμε ολόκληρο τον Πλάτωνα και ολόκληρο τον Αριστοτέλη. Θα μας αρκέσει να εκθέσουμε τη μαξιμιανή ηθική διδασκαλία, με τα φιλοσοφικά και θεολογικά της θεμέλια· όλα συνοψισμένα όσο είναι δυνατόν.

Ένας άλλος μεγάλος Βυζαντινός έρχεται εδώ ευτυχώς σε βοήθειά μας: ο Φώτιος μπήκε στον κόπο να συντάξει μια περίληψη των σελίδων που έστειλε ο Μάξιμος στον Θαλάσσιο.

«Στο προοίμιο των απαντήσεων προς τον Θαλάσσιο πραγματεύεται τη γένεση των παθών μας. Κατά τη γνώμη του, το κακό δεν είναι τίποτε από την κατηγορία των όντων: ούτε ποιότητα ούτε ποσότητα ούτε σχέση ούτε κάποια μεταβολή που ενυπάρχει φυσικά σε οποιοδήποτε ον· θα ήταν λοιπόν, στις έμφυτες δυνάμεις, μια έλλειψη ενέργειας προς τον σκοπό· ή ακόμη, μια άλογη κίνηση των φυσικών δυνάμεων προς κάτι άλλο από τον σκοπό, σύμφωνα με εσφαλμένη κρίση.

Ονομάζω εδώ τελικό αίτιο εκείνο προς το οποίο όλα τα πράγματα τείνουν εκ φύσεως· αίτιο που αγνόησε ο Αδάμ, υποκύπτοντας στην απάτη του Πονηρού· από αυτό συνέβη να παρασυρθεί σε όλο τον κόσμο της αίσθησης και να γίνει όμοιος με τα ζώα. Στον βαθμό που ενδιαφέρθηκε για τη γνώση που είναι ικανή να ικανοποιεί την αίσθηση, στον ίδιο βαθμό εξέπεσε από τη θεία γνώση. Και όσο επέμεινε σε αυτή την έκπτωση, τόσο βρέθηκε κυριευμένος και παρασυρμένος από την απόλαυση των αισθητών που γνώριζε· όσο προσκολλούνταν σε αυτά, τόσο άναβε τον έρωτα της κακοποιού φιλαυτίας· όσο μπλεκόταν στη φιλαυτία, τόσο επινοούσε ποικίλους και πολλαπλούς τρόπους ηδονής. Διότι αυτά είναι τα γεννήματα της φιλαυτίας.

Και επειδή κάθε κακία χάνεται μαζί με τα συστατικά της στοιχεία, συνάντησε αναγκαστικά, ως αποτέλεσμα της ίδιας της εμπειρίας της ηδονής, την κληρονόμο της, την οδύνη· από τότε γαντζωνόταν στην ηδονή περισσότερο και από όλες του τις δυνάμεις· και εναντίον της οδύνης πάλευε ενεργητικά, κολακεύοντας τον εαυτό του ότι θα πραγματοποιούσε το αδύνατο: να χωρίσει τη μία από την άλλη και να μπορεί να γεύεται μόνο την ηδονή, διατηρώντας συγχρόνως μαζί της τη φιλαυτία.

Από εκεί προέρχεται όλος ο όχλος των παθών. Η φιλαυτία μάς παρακινεί να αποκτήσουμε ηδονή και να αποφύγουμε την οδύνη, και γι’ αυτόν τον σκοπό υφαίνουμε τις ανέκφραστες σειρές των φθοροποιών παθών. Παράδειγμα: αν τρέχουμε πίσω από την ηδονή σύμφωνα με τη φιλαυτία, γεννούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, τη φιλαργυρία και όλα όσα παρέχουν την ηδονή με οποιονδήποτε τρόπο· αν, αντίθετα, αποφεύγουμε εκείνο που για τη φιλαυτία είναι οδύνη, γεννούμε την οργή, τον φθόνο, το μίσος, την αθυμία και όλα όσα δεν περιέχουν ηδονική διάθεση. Από την ανάμειξη των δύο γεννιούνται η υποκρισία, η κολακεία, ο δόλος· με μία λέξη, όλα τα άλλα είδη διαστροφής είναι προϊόντα της μικτής διαστροφής.

Το έχουμε ήδη πει: ο άνθρωπος, αφού εξέπεσε, με την αποπλάνηση, από τη θεία γνώση και στράφηκε ολόκληρος προς την αίσθηση, αναγνώρισε ανόητα την ορατή κτίση ως Θεό· αντί του Δημιουργού προσκύνησε την κτίση, εξαιτίας της ικανοποίησης που λάμβανε από αυτήν για τις ανάγκες του σώματος. Επιτελώντας, από συγκατάβαση προς το σώμα, αυτή τη φθοροποιό λατρεία, δοκίμαζε πάντοτε την ενέργεια της ηδονής και της οδύνης και έτρωγε πάντοτε από το δέντρο της παρακοής· μέσω της εμπειρίας αυτής απέκτησε τη γνώση του καλού και του κακού σύμφωνα με την αίσθηση.

Αν έλεγε κανείς ότι το δέντρο του καλού και του κακού είναι η φαινόμενη κτίση, ίσως δεν θα έσφαλλε. Πράγματι, η εικόνα που σχηματίζει κανείς γι’ αυτήν περιέχει ηδονή και οδύνη. Ή ακόμη: επειδή η ορατή κτίση κατέχει και πνευματικούς λόγους για την τροφή του νου, και από την άλλη μια φυσική δύναμη κολακευτική για την αίσθηση, αλλά διαστρεπτική για τον νου, γι’ αυτόν τον λόγο ονομάστηκε δέντρο του καλού και του κακού. Πράγματι, γίνεται σχολείο παθών για όσους τη χρησιμοποιούν υλικά.

Ίσως γι’ αυτό ο Θεός απαγόρευσε προσωρινά τη χρήση της στον άνθρωπο, ώστε πρώτα, όπως ήταν δίκαιο, να αναγνωρίσει μέσω της μετοχής στη χάρη τη δική του Αιτία, και να στερεώσει μέσω αυτής της μετοχής την αθανασία που του δόθηκε κατά χάρη, μέχρι να την καταστήσει απάθεια και ατρεψία· και ώστε από τότε, αφού θα είχε γίνει θεός διά της θεώσεως, να μπορούσε μαζί με τον Θεό να θεωρεί τα κτίσματα του Θεού χωρίς να δέχεται καμία βλάβη από αυτά, και να αφομοιώνει τη γνώση τους ως θεός κατά χάρη, και όχι πλέον ως άνθρωπος» (20).


Ο Φώτιος απέδωσε πιστά τη σκέψη του Μαξίμου, τις περισσότερες φορές με τα ίδια τα λόγια του. Απλώς αφαίρεσε ορισμένες μακρηγορίες που θεωρούσε περιττές, όπως τις απαριθμήσεις των κακιών· και απλοποίησε κάπως το ύφος, το οποίο χαρακτηρίζει όχι πολύ διαυγές (21). Οι απαριθμήσεις θα μας χρησιμεύσουν καλύτερα σε λίγο.

Σε κανένα χωρίο του Μαξίμου η φιλαυτία δεν κατονομάζεται τόσο συχνά, και πουθενά επίσης δεν εμφανίζεται καθαρότερα η ουσία αυτού του πρωταρχικού πάθους. Το καλό συνίσταται στο να ζει κανείς σύμφωνα με τον νου —αυτή είναι η διατύπωση του Πλωτίνου—, το κακό του ανθρώπου στο να ζει σύμφωνα με την αίσθηση. Τι σημαίνει αυτό; Και από πού προέρχεται αυτή η θεωρία;


γ) Τριπλή δυαδικότητα

Για να βρει κανείς τον Θεό, το κατ’ ουσίαν Αγαθό, τον μόνο Αγαθό, χρειάζεται, λέει ο Μάξιμος, μια τριπλή διάκριση: να διακρίνει στη Γραφή το γράμμα και το πνεύμα· στη δημιουργία τον βαθύ λόγο (logos) και τις επιφανειακές φαινομενικότητες· μέσα στον ίδιο τον εαυτό του, τον νου και την αίσθηση. Να αποσπαστεί από το γράμμα, από το επιφανειακό, από την αίσθηση, επειδή τραβούν προς τα κάτω, προς την πλάνη· αντίθετα, να λάβει και να ενώσει αδιάλυτα το πνεύμα, τον λόγο, τον νου, που οδηγούν στη γνώση του Θεού.

Είναι η στάση τους απέναντι σε αυτή την τριπλή δυαδικότητα που χωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος τη Γραφή: οι αρχές που ρυθμίζουν τη μελέτη της είναι οι ίδιες με εκείνες που αφορούν τη θεωρία του κόσμου. Για τον κόσμο αυτόν, το μεγάλο αξίωμα, το μεγάλο γεγονός, είναι η διαφορά ανάμεσα στον cosmos noetos και στον cosmos aisthetos, στον νοητό κόσμο και στον αισθητό κόσμο, ή μάλλον στον κόσμο ως νοητό και ως αισθητό. Ο Μάξιμος δεν μιλά συχνά γι’ αυτή τη διάκριση· αλλά την προϋποθέτει παντού. Σε αυτό το σημείο ο πλατωνισμός κυριαρχεί αδιαμφισβήτητα σε όλη την ελληνική και βυζαντινή σκέψη.

Εξάλλου, ο κόσμος τον ενδιαφέρει λιγότερο καθαυτόν παρά ως μέσο ή εμπόδιο της ανθρώπινης τελείωσης: στάση που προέρχεται ταυτόχρονα από τον Σωκράτη και από το Ευαγγέλιο. Ο Μάξιμος θα μιλήσει ασύγκριτα περισσότερο για την τρίτη διάκριση: ανάμεσα στον νου και την αίσθηση· και για τις δύο άλλες κυρίως στο μέτρο που παρέχουν τα ιδιαίτερα αντικείμενα αυτών των δύο ανθρώπινων δυνάμεων. Από τον Σωκράτη και το γνώθι σεαυτόν, η ψυχολογία έχει απωθήσει τη φυσιολογία των Ιώνων.

Στην ψυχολογία, λοιπόν, ο Μάξιμος διακρίνει τρεις «κινήσεις»: κατά τον νου, κατά τον λόγο, κατά την αίσθηση (22). Αυτή η τριμερής διαίρεση είναι περισσότερο πλωτινική παρά πλατωνική. Ο Μάξιμος την εισάγει για να δώσει θέση στον Διονύσιο και στη θεωρία του περί εκστάσεως.

Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία στο παρόν θέμα. Με όποιον τρόπο κι αν εξηγήσει κανείς την κορυφή της θεωρίας, για την ψυχολογία των παθών και για την ηθική εκείνο που έχει σημασία είναι η διάκριση ανάμεσα στο νοητικό και στο αισθητό, ανάμεσα στον νου και στην αίσθηση.

Οι άγιοι, «έχοντας κατανοήσει ότι η ψυχή κατέχει ενδιάμεση θέση ανάμεσα στον Θεό και την ύλη και ότι διαθέτει δυνατότητες ενώσεως με το ένα ή με το άλλο —εννοώ τον νου για να ενωθεί με τον Θεό και την αίσθηση για να προσκολληθεί στην ύλη— απέρριψαν ολοκληρωτικά την αίσθηση μαζί με τα αισθητά, ως προς την πραγματική σχέση που υπάρχει στις διαθέσεις» (23). Η τελευταία αυτή παρενθετική διευκρίνιση σημαίνει ότι δεν πρόκειται να καταργηθεί η αίσθηση ούτε τα αισθητά αντικείμενα, αλλά μόνο η κλίση της ψυχής προς αυτά.

Δεν είναι άραγε η αίσθηση και τα αισθητά οι μόνες αιτίες της πλάνης του νου; Γιατί ο Διδάσκαλος —ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός— λέει ότι η σάρκα είναι ομίχλη και πέπλο; Μιλά έτσι επειδή γνωρίζει ότι κάθε ανθρώπινος νους που έχει πλανηθεί και απομακρύνεται από τη φυσική του κίνηση, δεν έχει πλέον κίνηση παρά μόνο προς τα πάθη, προς την αίσθηση και προς τα αισθητά, αφού βέβαια δεν έχει πλέον πού αλλού να κατευθυνθεί (24), όταν έχει αστοχήσει από την κίνηση που οδηγεί φυσικά προς τον Θεό.

Ο Διδάσκαλος διαίρεσε τη σάρκα σε πάθος και αίσθηση, διότι πρόκειται για έμψυχη σάρκα, στην οποία ανήκουν και τα δύο αυτά πράγματα, που εδώ δηλώνονται με τις λέξεις «ομίχλη» και «πέπλο». Η ομίχλη είναι το σαρκικό πάθος που σκοτίζει την ηγεμονική δύναμη της ψυχής· το πέπλο είναι η πλάνη που παράγεται από την αίσθηση, η οποία καθηλώνει την προσοχή της ψυχής στις επιφανειακές φαινομενικότητες των αισθητών αντικειμένων και της φράζει τη δίοδο προς τα νοητά. Από αυτό συμβαίνει η ψυχή να λησμονεί τα φυσικά αγαθά και να ασκεί όλη της τη δραστηριότητα στα αισθητά, για να βρίσκει σε αυτά διεγέρσεις, επιθυμίες και ανάρμοστες ηδονές» (25).

Όχι ότι η αίσθηση και τα αισθητά αντικείμενα είναι κακά καθαυτά. «Ολόκληρος ο νοητός κόσμος εμφανίζεται σε όσους είναι ικανοί να βλέπουν, αποτυπωμένος μυστηριωδώς σε ολόκληρο τον αισθητό κόσμο, μέσω των συμβολικών μορφών. Ο αισθητός κόσμος, αντίστροφα, είναι κατά γνωστικό τρόπο παρών μέσα σε ολόκληρο τον νοητό κόσμο, αλλά απλοποιημένος, για τον νου, μέσω των λόγων. Ο ένας βρίσκεται μέσα στον άλλον μέσω των λόγων· ο άλλος μέσα στον πρώτο μέσω των αποτυπωμάτων. Η πραγματικότητά τους —ergon— είναι μία, όπως θα ήταν ένας τροχός μέσα σε έναν τροχό (26), σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποίησε εκείνος ο θαυμαστός θεωρός των μεγάλων πραγμάτων, ο Ιεζεκιήλ, μιλώντας, νομίζω, για τους δύο κόσμους.

Και ακόμη: τα αόρατα τελειώματά Του γίνονται ορατά από τη δημιουργία, χάρη στα έργα που τα καθιστούν ορατά στον νου (27). Έτσι μιλά ο θείος Απόστολος. Αν λοιπόν τα μη φαινόμενα γίνονται ορατά χάρη στα φαινόμενα, όπως είναι γραμμένο, πολύ περισσότερο τα φαινόμενα θα νοούνται χάρη στα μη φαινόμενα από εκείνους που ασκούνται στην πνευματική θεωρία. Διότι η συμβολική θεωρία των νοητών μέσω των ορατών είναι πνευματική γνώση και νόηση των ορατών μέσω των αοράτων. Πράγματι, όταν δύο κατηγορίες πραγμάτων σημαίνουν η μία την άλλη, ακολουθεί κατ’ ανάγκην ότι έχουν η μία για την άλλη αληθινές και φανερές παραστάσεις, και άμεμπτη σχέση προς αυτές» (28).

Άμεμπτη, ωφέλιμη, ακόμη και απαραίτητη είναι η θεωρία των κτισμάτων που υποπίπτουν στην αίσθηση. Από μια άλλη οπτική, μέσα σε μια λιγότερο διανοητική πνευματικότητα, λέμε ότι υπάρχει μια νόμιμη και αναγκαία χρήση των κτισμάτων. Αλλά υπό έναν όρο: να τα χρησιμοποιεί κανείς ή να τα θεωρεί ενόψει του σκοπού. Το ορατό υπάρχει για να μας κάνει να δούμε, μέσα από αυτό, το αόρατο: non contemplantibus nobis quae videntur, sed ea quae non videntur (29). Αυτή είναι ολόκληρη η διδασκαλία της «φυσικής θεωρίας» ή φυσικής θεωρίας των όντων, ουσιώδες στοιχείο στην αρχαία ανατολική πνευματικότητα.

Πέρα από την αισθητή όψη των υλικών αντικειμένων υπάρχει ο λόγος τους, η «λογική» τους, δηλαδή ο λόγος υπάρξεώς τους μέσα στη θεία οικονομία, η λειτουργία τους μέσα στο σχέδιο του Θεού, η σχέση τους με τον Θεό, η ικανότητά τους να αποκαλύπτουν τον Θεό, η πνευματική τους σημασία, η συμβολική τους αξία, ο ρόλος τους ως δείκτη στην άνοδο του πνεύματος. Δεν πρέπει λοιπόν να σταματά κανείς σε αυτά, αλλά μόνο να τα διαπερνά. Από εδώ προέρχονται οι αναπτύξεις του Μαξίμου για τις διάφορες «διαβάσεις» που βρίσκει στη Γραφή: η διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης, η ανάβαση του Μωυσή στο όρος (30) κ.λπ.

Οι άγιοι δίδαξαν την αίσθηση, εξευγενισμένη από τον λόγο, να φαντάζεται τις ποικίλες δυνάμεις και ενέργειες που είναι παρούσες στο σύμπαν, και να μεταδίδει στην ψυχή, όσο είναι δυνατόν, τους λόγους που είναι κρυμμένοι μέσα στα όντα» (31). «Αλλά με τον νου κυβέρνησαν σοφά την ψυχή, σαν πλοίο, και έτσι διέσχισαν με στεγνά πόδια τον δρόμο της ζωής, αυτόν τον υγρό και ασταθή δρόμο όπου η αισθητικότητα κινδυνεύει να πνιγεί».

Οι άγιοι τήρησαν τον νόμο που θα μελετήσουμε αργότερα: δεν έχει κανείς το δικαίωμα να παραδοθεί στη φυσική θεωρία πριν καθαρθεί από τα πάθη. Πρόκειται για απόλυτο νόμο, και όχι για ιδεώδες ελεύθερης επιλογής. Αν υπάρχει μια άμεμπτη σχέση προς τα αισθητά πράγματα, υπάρχει και μια άλλη, και δυστυχώς πολύ συχνότερη. Σχεδόν όλες οι αμαρτίες του ανθρώπου προέρχονται από μια άλογη στάση απέναντι στις αισθήσεις, από αγάπη προς την ηδονή (32). Παρά αυτό το «σχεδόν», κατά βάθος ο Μάξιμος δίνει σε αυτή τη διατύπωση καθολική αξία.


Περνούμε έτσι στο ζήτημα της προέλευσης του κακού.
II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ
1. Η γένεση της φιλαυτία
ς

ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ

Σημειώσεις:


(20) ΦΩΤΙΟΣ, Bibl. κώδ. 192, PG 103.637 A-640 B.

(23) Ό.π. 645 B.

(22) Amb., PG 91.1112 D. 1116 D.

(23) Amb., PG 91.1193 D.

(24) Σημ. Υπάρχουν λοιπόν μόνο δύο κινήσεις, παρά τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω: η κίνηση του νου και εκείνη του λόγου συμπίπτουν στην άνοδο προς τον Θεό· αλλά όταν ο λόγος θα έχει φθάσει στο όριο της δύναμής του, ο νους θα ανέβει ακόμη ψηλότερα.

(25) Amb. 1112 AB.

(26) Ιεζ. 1,16.

(27) Ρωμ. 1,20.

(28) Mystag. κεφ. 2, PG 91.669 CD.

(29) Β΄ Κορ. 4,18.

(30) Amb., PG 91.1117 κ.ε.

(34) Ό.π. 1116 D.

(32) Ad Thal. q. 58, PG 90.596 B.

Δεν υπάρχουν σχόλια: