Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (27)

Συνέχεια από: Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Ότι είναι δυνατό, αφού το ανθρώπινο σώμα διαλυθεί στα στοιχεία τού παντός, πάλι από τo κοινό να επανέλθει στον καθένα το δικό του

Αλλά ίσως, βλέποντας τα στοιχεία του παντός, να θεωρείς δύσκολο, καθώς ο αέρας που είναι μέσα μας αναχύθηκε στο συγγενές στοιχείο του, και το θερμό και το υγρό και το γεώδες επίσης αναμίχθηκαν με τα ομόφυλά τους, από το κοινό κράμα πάλι να ανατρέξει το καθένα προς το δικό του. Όμως, δεν σκέπτεσαι από τα ανθρώπινα παραδείγματα ότι ούτε τούτο δεν ξεπερνά τα όρια της θείας δυνάμεως; Οπωσδήποτε θα είδες κάπου σε ανθρωπίνους οικισμούς μια κοινή αγέλη ζώων να είναι από κοινού συγκροτημένη. Αλλά όταν αυτή διαμοιράζεται πάλι προς τους κατόχους, η συνήθεια των ζώων προς τα σπίτια τους και τα σημαδεύματα επάνω τους αποδίδουν στον καθένα το δικό του. Αν εννοήσεις κάτι τέτοιο και για τον εαυτό σου, δεν θ’ αστοχήσεις από το πρέπον. Επειδή η ψυχή διάκειται με κάποια φυσική σχέση και στοργή προς το σώμα που ήταν σύνοικό της, υπάρχει σ’ αυτήν δια της συνανακράσεως με το οικείο κάποια κρυφή σχέσις και επίγνωση, σαν σημεία που έχουν επιτεθεί από τη φύσιν, δια των οποίων η κοινότης μένει ασύγχυτη, διακρινομένη από τα ιδιάζοντα. Αφού λοιπόν η ψυχή ελκύει πάλι προς τον εαυτό της το συγγενές και δικό της, ποιά δυσκολία θα υπήρχε στη θεία δύναμιν, που να εμποδίζει τη συνδρομή των οικείων στοιχείων, καθώς τρέχουν προς το δικό τους με μια άρρητη έλξη της φύσεως; Το ότι άλλωστε και μετά τη διάλυση μένουν στην ψυχή κάποια σημεία του συγκρίματος μας, δείχνει ο διάλογος στον άδη· ενώ μεν τα σώματα παραδόθηκαν στον τάφο, παρέμεινε όμως κάποιο σωματικό γνώρισμα στις ψυχές δια του οποίου και ο Λάζαρος αναγνωριζόταν και ο πλούσιος δεν έμεινε αγνώριστός.

Επομένως δεν είναι εκτός λογικής να πιστεύουμε ότι γίνεται πάλι η ανάλυσις τών ανισταμένων σωμάτων από το κοινό προς το ιδιαίτερο, και μάλιστα για εκείνον που εξετάζει τη φύσιν μας φιλοπονώτερα. Άλλωστε δεν είναι εντελώς σε ρευστότητα και μεταβολή η ύπαρξή μας (το ημέτερον)· θα ήταν γενικά ακατανόητο το να μην έχει κάποια στάση εκ φύσεως. Για ν’ ακριβολογήσουμε, μέρος της υπάρξεως μας είναι σταθερό, μέρος προχωρεί δι’ αλλοιώσεως. Πράγματι το σώμα αλλοιώνεται δι’ αυξήσεως και μειώσεως, ενδυόμενο τις ηλικίες τη μια μετά την άλλη σαν φορέματα. Μένει δε αμετάβλητο μετά από κάθε τροπή αφ’ εαυτού το είδος· δεν ξεφεύγει από τα σημεία που έχουν διαμιάς (άπαξ) επιβληθεί σ’ αυτό από τη φύσιν, αλλά σε όλες τις μεταβολές του σώματος εμφανίζεται με τα γνωρίσματά του. Εξαιρείται βέβαια από το λόγο η αλλοίωση από πάθος που επισυμβαίνει στο είδος. Πράγματι η αμορφία κατά τη νόσο καταλαμβάνει το είδος σαν κάποιο ξένο (αλλότριο) προσωπείο. Αλλ’ όταν δια του λόγου η νόσος θεραπευθεί, όπως συνέβηκε με τον Νεεμάν τον Σύρο και με τους αναφερόμενους (δέκα λεπρούς) στο Ευαγγέλιo, πάλι το κρυμμένο από το πάθος είδος επανεμφανίζεται δια της υγείας στα ιδιαίτερα γνωρίσματά του.

Στο θεοειδές λοιπόν της ψυχής προσφύεται όχι το ρευστό που με την αλλοίωση μεταστοιχειώνεται, αλλά το μόνιμο και σταθερό στο σύγκριμά μας τούτο. Κι’ επειδή τις διαφορές στο είδος διαμορφώνουν οι παραλλαγές της κράσεως, η δε κράσις δεν είναι άλλη από τη μίξη των στοιχείων, στοιχεία δε αποκαλούμε τα συστατικά που υπόκεινται στην κατασκευή του παντός, δια των οποίων συγκροτείται και το ανθρώπινο σώμα, αναγκαίως συμβαίνει το έξης: αφού το είδος παρέμεινε στην ψυχή σαν εκμαγείο σφραγίδος, δεν αγνοούνται απ’ αυτή ούτε τα αποθέσαντα στη σφραγίδα τον τύπο, αλλά κατά τον καιρό της άναστοιχειώσεως (αναστάσεως) δέχεται πάλι στον εαυτό της όσα αρμόζουν στον τύπο του είδους· μπορεί δε πάντως να εναρμόσει εκείνα που εντυπώθηκαν από την αρχή στον τύπο του είδους. Επομένως δεν είναι έκτος λογικής το να ξαναγυρίζει κάθε συστατικό προς το δικό του από το κοινό.

Λέγεται ότι και ο υδράργυρος, όταν χυθεί από το δοχείο σ’ ένα επίπεδο και σκονισμένο μέρος σχηματίζεται σε λεπτά σφαιρίδια, καθώς σκορπίζεται στο έδαφος, χωρίς να αναμιγνύεται με κανένα από τα συναντώμενα αντικείμενα. Εάν δε κάποιος συλλέξει σ’ ένα το σκορπισμένο σε πολλά σημεία πράγμα, αυτομάτως ξαναχύνεται προς το ομόφυλο, χωρίς να εμποδίζεται από κανένα μέσο για την ανάμιξη προς το δικό του. Κάτι τέτοιο λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να σκεπτόμαστε και για το ανθρώπινο σύγκριμα, αρκεί να επιτραπεί από τον Θεό να ξανασυνδεθούν αυτομάτως τα κατάλληλα μέρη προς τα οικεία τους, οπότε καμμιά δυσκολία δεν προκαλείται με αυτά σ’ αυτόν πού αναστοιχειώνει τη φύσιν.

Πράγματι στα φυόμενα μέσα στη γη δεν βλέπουμε κανένα κόπο της φύσεως να μεταβάλλει το σιτάρι, ή το κεχρί ή άλλο δημητριακό σε καλάμη και σε άγανα και σε στάχυα. Διότι η κατάλληλη τροφή μεταβαίνει χωρίς δυσκολία αυτομάτως από το κοινό προς την ιδιότητα κάθε σπέρματος. Αν λοιπόν, ενώ είναι κοινοί οι υποκείμενοι χυμοί σε όλα τα φυτά, το καθένα από τα τρεφόμενα δι’ αυτών παίρνει το κατάλληλο στοιχείο για την αύξησή του, τί το παράδοξο, αν και στην περίπτωση της αναστάσεως η έλξις του οικείου στοιχείου γίνεται από κάθε ανιστάμενο όπως γίνεται και στα σπέρματα; Ώστε από όλα είναι δυνατό να μάθουμε ότι το κήρυγμα της αναστάσεως δεν περιέχει τίποτε έξω από τα γνωριζόμενα εκ πείρας.

Και όμως αποσιωπήσαμε το γνωριμώτερο από τα δικά μας, δηλαδή την πρώτη αφορμή της συστάσεώς μας. Πράγματι ποιος δεν γνωρίζει τη θαυματοποιία της φύσεως; Τί επήρε η μητρική κοιλιά, τί επεξεργάζεται; Ή δεν βλέπεις πόσο απλό και μονομερές κατά κάποιον τρόπο είναι το καταβαλλόμενο στα σπλάγχνα υλικό ως αφορμή της συστάσεως του σώματος; Την δε ποικιλία του κατασκευαζομένου συγκρίματος ποιος λόγος μπορεί να διηγηθεί; Και ποιος, αν δεν έχει μάθει ότι τέτοιο πράγμα συμβαίνει στην κοινή ανθρωπίνη φύσιν, θα θεωρούσε δυνατό το γινόμενο, ότι εκείνο το μικροσκοπικό και ανυπολόγιστο σπέρμα του ανδρός είναι αρχή ενός τόσο μεγάλου πράγματος; Το λέγω δε μεγάλο, αποβλέποντας όχι μόνο στην διάπλαση τού σώματος, αλλά σ’ εκείνο που αξίζει να θαυμάζεται περισσότερο από αυτό, δηλαδή στην ψυχή και στις δυνάμεις της.

ΑΣ ΞΕΣΚΟΝΙΣΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙΡΟΣ.

Το πρωτότυπο κείμενο

Ὅτι δυνατόν ἐστιν, εἰς τὰ τοῦ παντὸς στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἀναλυθέντος, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ ἑκάστῳ τὸ ἴδιον ἀποσωθῆναι. 

Ἀλλὰ τυχὸν πρὸς τὰ στοιχεῖα τοῦ παντὸς βλέπων, δύσκολον οἴει τοῦ ἐν ἡμῖν ἀέρος πρὸς τὸ συγγενὲς στοιχεῖον ἀναχεθέντος, καὶ τοῦ θερμοῦ τε καὶ ὑγροῦ, καὶ τοῦ γεώδους ὡσαύτως τοῖς ὁμοφύλοις ἐγκατα μιχθέντων, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ τὸ οἰκεῖον ἐπὶ τὸ ἴδιον ἀναδραμεῖν. Εἶτα οὐ λογίζῃ διὰ τῶν ἀνθρωπίνων ὑποδειγμάτων, τὸ μηδὲ τοῦτο τῆς θείας δυνάμεως ὑπερβαίνειν τοὺς ὅρους; Εἶδές που πάντως ἐν ταῖς ἀνθρωπίναις οἰκήσεσι κοινὴν ἀγέλην ζώων τινῶν, ἐκ κοινοῦ συνισταμένην. Ἀλλ' ὅταν πάλιν πρὸς τοὺς κεκτημένους αὐτὴ καταμερίζηται, ἤ τε πρὸς τοὺς οἴκους συνήθεια, καὶ τὰ ἐπικείμενα σημεῖα τὸ ἴδιον ἑκάστῳ ἀποκαθίστησι. Τοιοῦτόν τι καὶ περὶ σεαυτὸν ἐννοῶν, οὐχ ἁμαρτήσεις τοῦ πρέποντος. Φυσικῇ γάρ τινι σχέσει καὶ στοργῇ πρὸς τὸ συνοικῆ σαν σῶμα τῆς ψυχῆς διακειμένης, ἔστι τις κατὰ τὸ λεληθὸς αὐτῇ διὰ τῆς συνανακράσεως τοῦ οἰκείου σχέσις τε καὶ ἐπίγνωσις, οἷον σημείων τινῶν παρὰ τῆς φύσεως ἐπικειμένων, δι' ὧν ἡ κοινό της ἀσύγχυτος μένει διακρινομένη τοῖς ἰδιάζουσι. Τῆς τοίνυν ψυχῆς τὸ συγγενές τε καὶ ἴδιον ἐφ' ἑαυτὴν πάλιν ἑλκούσης, τίς πόνος, εἰπέ μοι, τῇ θείᾳ δυνάμει κωλῦσαι τῶν οἰκείων τὴν συν δρομὴν, ἀῤῥήτῳ τινὶ τῇ τῆς φύσεως ὁλκῇ πρὸς τὸ ἴδιον ἐπειγομένων;
Τὸ γὰρ ἐπιδιαμένειν τινὰ τῇ ψυχῇ, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν, σημεῖα τοῦ ἡμετέρου συγ κρίματος, δείκνυσιν ὁ κατὰ τὸν ᾅδην διάλογος, τῶν μὲν σωμάτων τῷ τάφῳ παραδοθέντων, γνωρίσματος δέ τινος σωματικοῦ ταῖς ψυχαῖς παραμείναντος, δι' οὗ καὶ ὁ Λάζαρος ἐγνωρίζετο, καὶ οὐκ ἠγνοεῖτο ὁ πλούσιος. 

Οὐκοῦν οὐδὲν ἕξω τοῦ εἰκότος ἐστὶ, πάλιν πιστεύειν ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ ἴδιον τὴν ἀνάλυσιν γίνεσθαι τῶν ἀνισταμένων σωμάτων, καὶ μάλιστά γε τῷ φιλοπονώτερον τὴν φύσιν ἡμῶν κατεξετάζοντι. Οὔτε γὰρ δι' ὅλου ἐν ῥύσει καὶ μεταβολῇ τὸ ἡμέτερον. Ἦ γὰρ ἂν ἄληπτον ἦν καθόλου τῷ μηδεμίαν στάσιν ἔχειν ἐκ φύσεως· ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀκριβέστερον λόγον, τὸ μέν τι ἔστηκε τῶν ἐν ἡμῖν, τὸ δὲ δι' ἀλλοιώσεως πρόεισιν. Ἀλλοιοῦται μὲν γὰρ δι' αὐξήσεώς τε καὶ μειώσεως τὸ σῶμα, οἷον ἱμάτιά τινα, τὰς καθ εξῆς ἡλικίας μετενδυόμενον. Ἕστηκε δὲ διὰ πάσης τροπῆς ἀμετάβλητον ἐφ' ἑαυτοῦ τὸ εἶδος, τῶν ἅπαξ ἐπιβληθέντων αὐτῷ παρὰ τῆς φύσεως σημείων οὐκ ἐξιστάμενον, ἀλλὰ πάσαις ταῖς κατὰ τὸ σῶμα τροπαῖς μετὰ τῶν ἰδίων ἐμφαινόμενον γνωρισμάτων. Ὑπεξαιρείσθω δὲ τοῦ λόγου ἡ ἐκ πάθους ἀλλοίωσις, ἡ τῷ εἴδει ἐπισυμβαίνουσα· οἶον γάρ τι προσωπεῖον ἀλλότριον ἡ κατὰ τὴν νόσον ἀμορφία διαλαμβάνει τὸ εἶδος, ἧς τῷ λόγῳ περιαιρεθείσης. καθάπερ ἐπὶ Νεεμὰν τοῦ Σύρου, ἢ ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον ἱστορηθέντων, πάλιν τὸ κεκρυμμένον ὑπὸ τοῦ πάθους εἶδος, διὰ τῆς ὑγείας ἐν τοῖς ἰδίοις ἀνεφάνη γνωρίσμασι. 

Τῷ τοίνυν θεοειδεῖ τῆς ψυχῆς οὐ τὸ ῥέον ἐν τῇ ἀλ λοιώσει καὶ μεθιστάμενον, ἀλλὰ τὸ μόνιμόν τε καὶ ὡσαύτως ἔχον ἐν τῷ καθ' ἡμᾶς συγκρίματι, τούτῳ προσ φύεται. Καὶ ἐπειδὴ τὰς κατὰ τὸ εἶδος διαφορὰς αἱ ποιαὶ τῆς κράσεως παραλλαγαὶ μεταμορφοῦσιν, ἡ δὲ κρᾶσις οὐκ ἄλλη τις παρὰ τὴν τῶν στοιχείων μίξιν ἐστὶ, στοι χεῖα δέ φαμεν τὰ τῇ κατασκευῇ τοῦ παντὸς ὑποκείμενα, δι' ὧν καὶ τὸ ἀνθρώπινον συνέστηκε σῶμα, ἀναγ καίως τοῦ εἴδους οἷον ἐκμαγείῳ σφραγίδος τῇ ψυχῇ παραμείναντος, οὐδὲ τὰ ἐναπομαξάμενα τῇ σφραγῖδι τὸν τύπον ὑπ' αὐτῆς ἀγνοεῖται, ἀλλ' ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀναστοιχειώσεως ἐκεῖνα δέχεται πάλιν πρὸς ἑαυτὴν, ἅπερ ἂν ἐναρμόσῃ τῷ τύπῳ τοῦ εἴδους· ἐναρμόσειε δὲ πάντως ἐκεῖνα, ὅσα κατ' ἀρχὰς ἐνετυπώθη τῷ εἴ δει. Οὐκοῦν οὐδὲν ἔξω τοῦ εἰκότος ἐστὶ, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ καθέκαστον ἐπαναλύειν τὸ ἴδιον.
Λέγεται δὲ καὶ τὴν ὑδράργυρον προχεθεῖσαν τοῦ περιέχοντος, καθ' ὑπτίου τινὸς καὶ κονιορτώδους χωρίου. εἰς λεπτὰ σφαιρωθεῖσαν, κατὰ τὴν γῆν διασκίδνασθαι, πρὸς οὐδὲν τῶν ἐπιτυχόντων ἐμμιγνυμένην. Εἰ δέ τις πάλιν τὸ πολλαχῆ κατεσπαρμένον εἰς ἒν συναγείρειεν, αὐτομάτως ἀναχεῖσθαι πρὸς τὸ ὁμόφυλον, οὐδενὶ μέσῳ πρὸς τὴν οἰκείαν μίξιν διειργομένην. Τοιοῦτόν τι χρῆναι νομίζω καὶ περὶ τὸ ἀνθρώπινον σύγκριμα διανοεῖσθαι· εἰ μόνον γένοιτο παρὰ τοῦ Θεοῦ τὸ ἐν δόσιμον, αὐτομάτως τὰ κατάλληλα μέρη τοῖς οἰκείοις ἐπανακίρνασθαι, μηδεμιᾶς ἐργωδίας τῷ ἀναστοι χειοῦντι τὴν φύσιν διὰ τούτων ἐγγινομένης. 

Καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ γῇ φυομένων, οὐδένα πόνον ὁρῶμεν τῆς φύσεως ἐπὶ τὸν πυρὸν, ἢ τὴν κέγχρον, ἢ ἄλλο τι τῶν σιτηρῶν ἢ χεδροπῶν σπερμάτων, ἐν τῷ μεταβάλλειν εἰς καλάμην καὶ ἀθέρικας καὶ ἀστάχυας. Ἀπραγματεύτως γὰρ κατὰ τὸ αὐτόματον ἡ κατάλληλος τροφὴ ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὴν ἑκάστου τῶν σπερμάτων ἰδιότητα μεταβαίνει. Εἰ οὖν κοινῆς πᾶσι τοῖς φυομένοις τῆς ἰκμάδος ὑποκειμένης, ἕκαστον τῶν δι' αὐτῆς τρεφομένων τὸ κατάλληλον ἔσπασεν εἰς τὴν τοῦ οἰκείου προσθήκην· τί καινὸν, εἰ καὶ ἐν τῷ τῆς ἀναστάσεως λόγῳ παρ' ἑκάστου τῶν ἀνισταμένων, καθὼς ἐπὶ τῶν σπερμάτων, συμβαίνει οὕτως γίνεσθαι τὴν τοῦ οἰκείου ὁλκήν; Ὥστε ἐξ ἁπάντων δυνατὸν εἶναι μαθεῖν, μηδὲν ἔξω τῶν τῇ πείρᾳ γνωριζομένων τὸ κήρυγμα περιέχειν τῆς ἀναστάσεως. 

Καί τοιγε τὸ γνωριμώτατον τῶν ἡμετέρων ἐσιωπήσαμεν, αὐτὴν λέγω τὴν πρώτην τῆς συστάσεως ἡμῶν ἀφορμήν. Τίς γὰρ οὐκ οἶδε τὴν θαυματοποιίαν τῆς φύσεως, τί λαβοῦσα ἡ μητρῴα νηδὺς, τί ἀπεργάζεται; Ἢ οὐχ ὁρᾷς ὅπως ἀπλοῦν τρόπον τινὰ, καὶ ὁμοιομερές ἐστι τὸ εἰς ἀφορμὴν τῆς συστάσεως τοῦ σώματος τοῖς σπλάγχνοις καταβαλλόμενον; τὴν δὲ ποικιλίαν τοῦ κατασκευαζομένου συγκρίματος τίς λόγος ἐκδιηγή σεται; Τίς δ' ἂν μὴ τῇ κοινῇ φύσει τὸ τοιοῦτον μα θὼν, δυνατὸν ἡγήσαιτο τὸ γινόμενον, ὅτι τὸ βραχύ τε καὶ ἀντ' οὐδενὸς ἐκεῖνο τοῦ τοσούτου πράγματός ἐστιν ἀρχή; μέγα δέ φημι, οὐ μόνον εἰς τὴν κατὰ τὸ σῶμα βλέπων διάπλασιν, ἀλλ' ὃ πρὸ τούτου θαυμάζειν ἄξιον, αὐτὴν λέγω τὴν ψυχὴν, καὶ τὰ περὶ αὐτὴν θεωρούμενα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: