Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 13 Του Franco Volpi

Συνέχεια από Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 13
Του Franco Volpi

Κεφάλαιο 3

Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» ε

4. Το πρόβλημα της χρονικότητας

Έτσι, στην αρχή του δεύτερου μέρους του μαθήματος του θερινού εξαμήνου του 1927, ο Heidegger προχωρεί σε μια ερμηνεία εκείνων των πέντε κεφαλαίων της Φυσικής (IV, 10, 217 b 29 – 14, 224 b 17), στα οποία ο Αριστοτέλης εκθέτει τη δική του αντίληψη του χρόνου.⁶⁵ Εφόσον ο Heidegger, καταρχάς, συνοψίζει το περιεχόμενο του αριστοτελικού κειμένου κεφάλαιο προς κεφάλαιο, μεριμνώντας να αναδείξει τις θεμελιώδεις απορίες που παρουσιάζονται σε αυτό, έχει ενδιαφέρον να δούμε πρώτα —με βάση αυτή τη σύνοψη— ποια προβλήματα θεωρεί σημαντικά και ποια πραγματεύεται.

(1)
Στο πρώτο κεφάλαιο της αριστοτελικής πραγματείας για τον χρόνο (Φυσικά Δ΄, 10), το πρόβλημα τίθεται σε δύο θεμελιώδεις κατευθύνσεις: αφενός προς την κατεύθυνση της σύλληψης του τρόπου ύπαρξης του χρόνου και αφετέρου προς την κατεύθυνση του προσδιορισμού της ουσίας του. Σε αυτές αντιστοιχούν δύο βασικές απορίες:
(α) η πρώτη είναι αν ο χρόνος ανήκει στο ον ή στο μη ον (poteron tōn ontōn estin ē tōn mē ontōn, 217 b 31), αν δηλαδή παρουσιάζεται ως κάτι που υπάρχει καθαυτό ή αν εμφανίζεται μάλλον ως ιδιότητα κάποιου άλλου όντος·
(β) η δεύτερη απορία αφορά τη φύση του (tis hē physis hautou, 217 b 32).


Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, ο Heidegger επισημαίνει ότι ο Αριστοτέλης διατυπώνει την απορία με τέτοιο τρόπο ώστε η απάντηση να φαίνεται αρχικά αρνητική· διότι ο χρόνος δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ον με την έννοια της ουσίας, από τη στιγμή που τα μέρη που τον συγκροτούν δεν είναι: το παρελθόν, πράγματι, δεν είναι πλέον και το μέλλον δεν είναι ακόμη. Από την άλλη πλευρά, ούτε το παρόν φαίνεται ότι μπορεί να θεωρηθεί ον: διότι δεν μπορεί να περιέχει την πολλαπλότητα των στιγμών, των «τώρα» (nyn), που θα έπρεπε να το συγκροτούν, επειδή κάθε στιγμή είναι πάντοτε καθορισμένη στη μοναδικότητά της ως «αυτό εδώ» (και η στιγμή που προηγήθηκε είναι ένα τώρα-πλέον-όχι, ενώ εκείνη που θα ακολουθήσει ένα τώρα-όχι-ακόμη). Επιπλέον, η παρούσα στιγμή δεν είναι ποτέ η ίδια, αλλά πάντοτε άλλη.

Στη συνέχεια ο Heidegger προχωρεί στην εξέταση της αριστοτελικής συζήτησης των απόψεων των προδρόμων, υπογραμμίζοντας τη σημασία που έχει για τον Αριστοτέλη η ιστοριογραφική θεώρηση μέσα στη θεωρητική διερεύνηση των αποριών. Οι δύο απόψεις που μνημονεύονται είναι, πρώτον, εκείνη όσων ταυτίζουν τον χρόνο με την κίνηση του σύμπαντος (hē tou holou kinēsis, 218 a 33), δηλαδή — όπως μεταφράζει ο Heidegger — «το όλο του όντος που κινείται»66, και κατόπιν εκείνη όσων θεωρούν ότι ο χρόνος είναι η ίδια η σφαίρα (hē sphaira autē, 218 b 1).

(1)
Παρά την αξιολόγηση που δίνει ο Αριστοτέλης σε αυτές τις απόψεις, ο Heidegger προσπαθεί να αναδείξει το νοηματικό τους υπόβαθρο. Έτσι, υπογραμμίζει ότι η ιδέα πως ο χρόνος είναι η κίνηση του σύμπαντος δεν είναι αυθαίρετη, αλλά έχει τις ρίζες της στον μύθο. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η άποψη σύμφωνα με την οποία ο χρόνος είναι η ίδια η ουράνια σφαίρα βασίζεται στη σκέψη ότι, εφόσον όλα τα πράγματα βρίσκονται μέσα στον χρόνο και βρίσκονται επίσης μέσα στην ουράνια σφαίρα, τότε ουράνια σφαίρα και χρόνος συμπίπτουν.

Επιπλέον, πέρα από το μυθικό τους υπόβαθρο, εκείνο που είναι σημαντικό σε αυτές τις απόψεις είναι η κοινή τους ιδέα ότι ο χρόνος είναι ένα ορισμένο είδος κίνησης (kinesis tis) ή μια ορισμένη μεταβολή (metabolē tis). Όμως, ενώ η κίνηση και η μεταβολή βρίσκονται πάντοτε στο ίδιο το σώμα που κινείται ή μεταβάλλεται (en autōi tōi kinoumenōi), ο χρόνος υπάρχει κατά τον ίδιο τρόπο παντού και σε όλα τα πράγματα (ho de chronos homoios kai pantachou kai para pasin, 218 b 13).

Με αυτή την παρατήρηση χαράσσεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ χρόνου και κίνησης: ο χρόνος δεν είναι κίνηση, αν και δεν υπάρχει χωρίς την κίνηση (oute kinēsis, oute aneu kinēseōs, 219 a 1). Ο χρόνος είναι λοιπόν κάτι στενά συνδεδεμένο με την κίνηση, κάτι που ανήκει στην κίνηση, μια ιδιότητα της κίνησης· και το πρόβλημα θα είναι να προσδιοριστεί ποια ιδιότητα, τι ακριβώς της κίνησης είναι ο χρόνος (ti tēs kinēseōs estin, 219 a 3).

(2)
Παραμερίζοντας τα πολλά ζητήματα που ο Αριστοτέλης εξετάζει στο δεύτερο κεφάλαιο (Φυσικά Δ΄, 11) της πραγματείας του για τον χρόνο, ο Heidegger στέκεται κυρίως σε εκείνο που αποτελεί τη θεμελιώδη θέση ολόκληρης της αριστοτελικής θεωρίας του χρόνου, δηλαδή στον περίφημο ορισμό σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης κατά το πριν και το μετά (touto gar estin ho chronos, arithmos kinēseōs kata to proteron kai hysteron, 219 b 1-2).

Μεταξύ των προβλημάτων που εγείρει αυτός ο ορισμός και τα οποία επισημαίνει ο Heidegger είναι, πρώτον, το να καταδειχθεί πώς η εμπειρία της κίνησης συνεπάγεται την εμπειρία του χρόνου, και, δεύτερον, το να προσδιοριστεί η έννοια του αριθμού καθώς και η έννοια της στιγμής.

(3)
Στο επόμενο κεφάλαιο (Φυσικά Δ΄, 12) εισάγεται και προσδιορίζεται μια έννοια που, στα μάτια του Heidegger, είναι θεμελιώδης, δηλαδή η έννοια του «είναι-μέσα-στον-χρόνο» (to en chronōi einai), που αποδίδεται με τον γερμανικό όρο Innerzeitigkeit («ενδοχρονικότητα» / «ενδοχρονικό είναι»).

Η εξήγηση που δίνει ο Αριστοτέλης —ότι μέσα στον χρόνο είναι εκείνο του οποίου η ύπαρξη μετριέται με τον χρόνο— είναι καθοριστική για να κατανοηθεί η σύνδεση κίνησης και χρόνου, δεδομένου ότι όχι μόνο η κίνηση, που βρίσκεται μέσα στον χρόνο, μετριέται από αυτόν, αλλά και ο ίδιος ο χρόνος μετριέται με βάση την κίνηση.

Σε συνάφεια με τον προσδιορισμό της έννοιας της «ενδοχρονικότητας» τίθενται και άλλα θεμελιώδη ζητήματα, από τα οποία ο Heidegger υπογραμμίζει κυρίως:
τη σχέση μεταξύ αριθμού και χρόνου,
τη σχέση μεταξύ χρόνου και ηρεμίας,
και τέλος τη σχέση μεταξύ του χρόνου, στις τρεις διαστάσεις του, και εκείνου που βρίσκεται έξω από αυτόν, δηλαδή του εξωχρονικού.

(4)
Το κεντρικό πρόβλημα του προτελευταίου κεφαλαίου (Φυσικά Δ΄, 13) είναι, κατά τον Heidegger, εκείνο της ενότητας του χρόνου μέσα στην πολλαπλότητα της διαδοχής των στιγμών, των «τώρα»· δηλαδή το πρόβλημα του να κατανοηθεί πώς η στιγμή, το «τώρα» (to nyn), ως στοιχειώδης μονάδα στην οποία πρέπει να αναχθούν όλοι οι χρονικοί προσδιορισμοί, μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο της συνέχειας (synecheia) του χρόνου.

Στο πλαίσιο αυτό αποσαφηνίζονται επίσης οι προσδιορισμοί του ēdē («ήδη»), του arti («μόλις τώρα»), του palai («παλαιά / πριν από καιρό») και του exaiphnes («εξαίφνης / αιφνίδια»).

(5)
Μεταξύ των προβλημάτων του τελευταίου κεφαλαίου της αριστοτελικής πραγματείας για τον χρόνο (Φυσικά Δ΄, 14), ο Heidegger εξετάζει καταρχάς το ζήτημα του προσδιορισμού του «πριν» (proteron) και του «μετά» (hysteron), των οποίων η λειτουργία στον ορισμό του χρόνου είναι αποφασιστική.

Στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα του «πού» βρίσκεται ο χρόνος και του τρόπου με τον οποίο υπάρχει — ζήτημα που επανέρχεται και στο Η΄ βιβλίο, όπου ο χρόνος συνδέεται με την ουράνια κίνηση και με τον νοῦ.

Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ανακύπτει ένα ακόμη πρόβλημα, θεμελιώδες για τον Heidegger: το πρόβλημα της εξάρτησης του χρόνου από την ψυχή. Διότι, όπως θα φανεί, αν ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης, τότε μπορεί να υπάρχει μόνο αν υποτεθεί η ύπαρξη κάποιου που αριθμεί· και αυτός που αριθμεί είναι η ψυχή.

Για τον Heidegger τίθεται τότε το ζήτημα να συλληφθεί ο θεμελιώδης οντολογικός προσδιορισμός της ψυχής, βάσει του οποίου μόνο μπορεί να κατανοηθεί τι σημαίνει ότι ο χρόνος βρίσκεται μέσα στην ψυχή.

Η λύση αυτών των προβλημάτων συνδέεται στενά, κατά τον Heidegger, με τον προσδιορισμό της έννοιας της ενδοχρονικότητας (Innerzeitigkeit) και με την απάντηση που δίνεται στην απορία που είχε ήδη τεθεί στο 10ο κεφάλαιο σχετικά με την οντολογική τοποθέτηση του χρόνου.

Και εφόσον για τον Αριστοτέλη ο χρόνος είναι μια ορισμένη ιδιότητα της κίνησης και μετριέται βάσει της κίνησης, για να λυθεί το ζήτημα του οντολογικού «τόπου» του χρόνου πρέπει να βρεθεί εκείνη η κίνηση με βάση την οποία ο χρόνος μετριέται πρωτογενώς.

Και αυτή η κίνηση είναι η κυκλική περιφορά (kyklophoria) της πρώτης ουράνιας σφαίρας.

Έχοντας έτσι θέσει επί τάπητος τα κύρια προβλήματα που παρουσιάζει η αριστοτελική πραγματεία για τον χρόνο, ο Heidegger επικεντρώνεται στην ερμηνεία του ορισμού σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης κατά το πριν και το μετά.

Κάνοντας αυτό, προσπαθεί να αναδείξει τη βαθιά θεωρητική δυναμική που εμψυχώνει την αριστοτελική επεξεργασία του προβλήματος και που συνδέει με έναν ενιαίο καθοδηγητικό άξονα τα διάφορα ζητήματα που τίθενται.

Η ερμηνευτική στρατηγική του Heidegger αναπτύσσεται σε διάφορες στιγμές, των οποίων είναι χρήσιμο να δοθεί εδώ η διαδοχή:

(1) Πρώτα απ’ όλα πρόκειται να προσδιοριστεί το φαινόμενο του χρόνου σε σχέση με τα φαινόμενα με τα οποία συνδέεται στενά, σε σχέση ακολουθίας (akolouthein), και τα οποία είναι η κίνηση (kinesis ή metabole), η διαστατότητα (megethos) και η συνέχεια (synecheia).

(2) Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστούν οι αναλογίες και οι ανομοιότητες μεταξύ χρόνου και χώρου, διακρίνοντας ειδικότερα τη στιγμή (nyn) από το σημείο (stigme):
λόγω του χαρακτήρα μετάβασης (ek tinos eis ti) που διαθέτει η πρώτη και όχι το δεύτερο,
και λόγω του χαρακτήρα ορίου που ανήκει αντίθετα στο δεύτερο και όχι στην πρώτη.

(3) Έπειτα είναι αναγκαίο να κατανοηθεί ο προσδιορισμός του αριθμού, τόσο διακρίνοντας μεταξύ αριθμητού και αριθμούντος, όσο και λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ το σημείο ως όριο ανήκει στο είναι εκείνου που οριοθετεί (δηλαδή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτό), η στιγμή — μέσω της οποίας αριθμείται η κίνηση ώστε να προκύψει ο χρόνος — επειδή δεν είναι όριο, δεν αποτελεί μέρος του είναι της κίνησης.

Κατά συνέπεια, ο χρόνος ως αριθμός της κίνησης μπορεί βεβαίως να βιωθεί μόνο στη βάση της κίνησης, αλλά δεν έχει το είναι της κίνησης.

(4) Τέλος, πρόκειται να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ αριθμητού και αριθμούντος, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ του χρόνου ως αριθμητού της κίνησης και της ψυχής ως εκείνου που τον αριθμεί.

Ας προχωρήσουμε όμως ακολουθώντας την πορεία της χαϊντεγγεριανής ερμηνείας.

Πρόκειται λοιπόν καταρχάς να κατανοηθεί τι σημαίνει ότι ο χρόνος είναι κάτι ίδιον της κίνησης και ότι τον βιώνουμε όταν ακολουθούμε ένα σώμα που κινείται· διότι, με μια πρώτη ματιά, αυτό δεν φαίνεται απολύτως προφανές.

Αρκεί να εξετάσουμε, όπως παρατηρεί ο Heidegger, ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: έναν δείκτη που κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά περιστρεφόμενος γύρω από ένα από τα άκρα του.
Αν, παρατηρώντας αυτό το κινούμενο σώμα, αναρωτηθούμε πού βρίσκεται και πού μπορεί να εντοπιστεί ο χρόνος, πρέπει καταρχάς να διαπιστώσουμε ότι αυτός δεν είναι βεβαίως ιδιότητα του δείκτη — ούτε το χρώμα του, ούτε η έκτασή του, ούτε η σωματικότητά του, ούτε κάποιο σημείο του (αν τον σκεφτόμασταν ως γραμμή).

Και πράγματι, ο Αριστοτέλης δεν λέει ότι ο χρόνος είναι ιδιότητα του κινούμενου σώματος, αλλά ιδιότητα της ίδιας της κίνησης.

Και είναι στρεφόμενοι προς αυτήν, ως τέτοια, που μπορεί να συλληφθεί ο χρόνος.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: