ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
A 7
Ὁ Θεός εἶναι ὁ Ὢν· ὁ ἄνθρωπος μή ὧν
Σήμερα νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε να προσέξουμε το ἐξῆς: ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο προκοπή δὲν ὑπάρχει, καὶ κάνουμε πάρα πολύ μεγάλο λάθος, ὄχι μόνο οἱ διά φοροι φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και παιδαγωγοί καὶ δὲν ξέρω ποιοί ἄλλοι, ἀλλά ἀκόμη κι ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ἡ Ἐκκλησία, ὅταν στηρίζουμε την εύδαιμονία, τὴν εὐτυχία, τὴν ἰσορροπία, την τελειότητα τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀγάπη, ἡ ὁποία κορυφώνεται στον γάμο. Λέγεται ὅτι τὸ ἄνθος τῆς ἀγάπης εἶναι ὁ γάμος. Ἔχουμε ἐκεῖ ἕνα τέλειο δόσιμο ἀνθρώπου πρός ἄνθρωπο, καί ἑπομένως βγαίνει κανείς ἀπὸ το καβούκι του.
Το να κλείνεται ὁ ἄνθρωπος στον ἑαυτό του είναι καταστροφή, διότι, καθώς κλείνεται στον ἑαυ τό του, γίνεται μηδέν. Τί θὰ πεῖ ἐγωισμός; Λέμε ότι αὐτός εἶναι ἐγωιστής, εἶναι φίλαυτος, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν ἑαυτό του. Αὐτά ὅλα σημαίνουν ὅτι, καθώς κανείς στρέφεται πρός τόν ἑαυτό του, καθώς μπαίνει στον ἑαυτό του, καθώς μένει μὲ τὸν ἑαυτό του, μηδενί ζεται ὡς ὕπαρξη. Βέβαια, ὑπάρχει ὡς ὕπαρξη ἀλλὰ ὡς ὀντότητα, ὡς πρόσωπο, ὡς ὂν ποὺ μπορεῖ να χαίρεται, νὰ εὐδαιμονεῖ καὶ νὰ εὐτυχεῖ, μηδενίζεται.
Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὸ μηδέν. «Εγώ είμι ὁ Ὢν», λέει ὁ Θεός. Σαν να λέει: Ἐσύ, εσύ, ἐσύ... εἶστε μὴ ὄντες. Ἔτσι εἶναι, γιατί ἀπό τό μηδὲν πλασθήκαμε. Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ὄντως Ὄν. Καθένας λοιπόν εἶναι μὴ ὧν, καί ὅσο μένει κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, τόσο καί μηδενίζεται. Οἱ φιλόσοφοι σήμερα, καὶ μάλιστα ὁ περίφημος Σάρτρ, καταλήγουν μέ τή φιλοσοφία τους στο rien, στο μηδέν. Ὁ Σάρτρ ἔχει μυαλό, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τίποτε άλλο πέρα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Βλέπει τον ἄνθρωπο, φιλοσοφεῖ, προχωρεῖ, ἐμβαθύνει, ἀλλά τε-λικά δὲν μένει τίποτε άλλο παρά το μηδέν.
Ὁ ἄνθρωπος, καθώς ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, βγαίνει ἀπό το μηδέν. Ἐὰν ὅμως βγεῖ κανείς ἀπό τὸ μηδέν του καὶ ἑνωθεῖ μὲ ἕνα ἄλλο μηδέν, παραμένει μηδέν, γιατί μηδέν σύν μηδέν ἴσον μηδέν. Ὅλοι το καταλαβαίνουμε αὐτό. Γι' αὐτό, ὅπως εἶπα προηγουμένως, κάνουμε πάρα πολύ μεγάλο λάθος, ὅταν προσπαθούμε να στηρίξουμε το οἰκο-δόμημα το χριστιανικό, τὴν εὐτυχία, τὴν ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξή του, σ' αὐτό πού λέμε ἀγάπη, στὸ νὰ ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὅσο κι ἄν βγεῖ κανείς ἀπό τόν ἑαυτό του -αὐτό περισσότερο ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἐπιτυγχάνεται στον γάμο- ὅσο κι ἄν βγεῖ ἀπὸ τὸ δικό του μηδέν καί δοθεῖ σὲ ἕνα ἄλλο μηδέν, πάλι θά εἶναι μηδέν.
Ὀριζόντιος καὶ κατακόρυφος χριστιανισμός
Γι' αὐτό, δὲν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία ἄν ὑπάρχει οριζόντιος χριστιανισμός, ὅσο ἂν ὑπάρχει κατακόρυφος χριστιανισμός. Τι θὰ πεῖ αὐτό, Ὅσο κι ἄν οἱ ἄνθρωποι προσπαθήσουμε νὰ ἀγαπιόμαστε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀλληλοευεργετούμαστε, δηλαδή να βοηθάει, νὰ ἐνισχύει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, νὰ ἐλεεῖ, να δίνει ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ὅσο κι ἂν τὸ κάνουμε αὐτό, ὅσο κι ἂν τὸ ἐφαρμόσουμε ὡς άνθρωπότητα - εἴτε ὡς μεγάλα εἴτε ὡς μικρότερα σύνολα, εἴτε ὡς μεγάλες εἴτε ὡς μικρότερες ὁμάδες- τελικά πάλι τὸ μηδὲν μᾶς περιμένει. Τελικά, κάτω ἀπό ὅλη αὐτὴ τὴν προσπάθειά μας καὶ ἀπό ὅλες αὐτές τις ἐνέργειές μας πάλι εἶναι ἡ δυστυχία, πάλι εἶναι τὸ μηδέν.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι κατά πόσο και νείς εἶναι πιασμένος ἀπὸ τὸ ὄντως Ον, κατά πόσο εἶναι πιασμένος ἀπό τὸ Εἶναι, δηλαδή ἀπὸ τὸν Θεό. Γι' αὐτό ἔχει σημασία ἡ κατακόρυφη αὐτή σχέση τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι ἡ ὁριζόντια. Ὅσο κανεἰς ἔχει κοινωνία με τον Θεό, τόσο ἔχει ζωντανή κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο, με τον συνάνθρωπό του. Ὅταν δὲν ἔχει κοινωνία με τον Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, τί κοινωνία νὰ ἔχει μὲ τὸν ἄλλο και τί να δώσει στον ἄλλο, ἀλλά καί τί να πάρει ἀπό τὸν ἄλλο; Μηδέν ἐκεῖνος, μηδέν ἐγώ δύο μη δενικά θα φτιάξουμε ἕνα μεγαλύτερο μηδενικό.
Καί μέσα λοιπόν στον γάμο κάπως έτσι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται αὐτὸ τὸ θέμα. Όντως, ἡ φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἔφηβοι καὶ ποὺ τὴν αἰσθάνονται ὡς ἀνάγκη, ποὺ τὴν ἐπιδιώκουν, πού τη δημι-ουργοῦν, εἶναι κάτι καλό, καθώς τους βοηθάει να βγοῦν ἀπὸ τὸ καβούκι τους καὶ νὰ συναντήσουν τὸν ἄλλο. Ὅπως ἐπίσης καλό εἶναι ἡ ἀγάπη που ἔρχεται ἔπειτα, καὶ κυρίως ἡ ἕνωση, αὐτὸ τὸ ἀπό λυτο δοῦναι καὶ λαβεῖν ποὺ ὑπάρχει στον γάμο. Όμως, ἐὰν τελικά αὐτὰ τὰ δύο πρόσωπα πού ἔρχονται εἰς γάμου κοινωνίαν δὲν ἔχουν αὐτή την κατακόρυφη σχέση καί το τελικό δόσιμο στο ὄντως Ὄν, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, μένουν πάλι στο μηδέν.
Δὲν εἶναι λίγα τὰ ζευγάρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πάρα πολλὴ ἀγάπη ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο τρε-λή, ὅπως λένε, ἀγάπη. Ἂν πεθάνει ὁ ἕνας, ὁ ἄλλος λέει ὅτι θέλει νὰ αὐτοκτονήσει, για να πάει μαζί του. Πίσω ὅμως ἀπό ὅλα αὐτά πάλι το μηδέν κρύ βεται, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἡ κατακόρυφη κοινωνία μέτον Θεό.
Πίσω λοιπόν ἀπό τή φιλία, πίσω ἀπό τήν ἀγά-πη, πίσω ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ τὸ δόσιμο, που κυ ρίως πραγματοποιείται μέσα στον γάμο, πρέπει να ὑπάρχει τὸ δόσιμο στον Θεό, ὁ ὁποῖος «τὸν Υἱόν αὐτοῦ ἔδωκε» σ' ἐμᾶς, «ἵνα ζωήν ἔχωσι καὶ πε ρισσόν ἔχωσιν» οἱ ἄνθρωποι καὶ ὄχι νὰ εἶναι μη δέν. Χρειάζεται ὅμως ὁ ἄνθρωπος να δοθεῖ στὸν Θεό· ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολο –δυστυχῶς ἡ εὐτυχῶς, δὲν ξέρω- νὰ δοθεῖ ἀπευθείας στον Θεό, καὶ γι' αὐτό χρειάζεται ἡ φιλία, ἡ ἀγάπη, ἡ ἕνωση. Ὁ γά-μος ἀπό αὐτὴ τὴν πλευρά θὰ ἔλεγε κανείς ὅτι εἶναι ἀναντικατάστατος, καθώς βοηθάει τὸν ἄνθρωπο να βγεῖ ἀπό τὸ καβούκι του, κάτι πού εἶναι δύσκο λο. Εύκολότερα μπορεί κανείς νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὸν ἄλλο παρά ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του Μέσα λοιπόν στον γάμο ἐπιτυγχάνεται αὐτό, ἀπαγ κιστρώνεται δηλαδή κανείς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του -ὅπου βέβαια ἐπιτυγχάνεται αὐτό- καὶ δὲν μένει στη φιλαυτία του καί στον εγωισμό του. Όμως, δὲν πρέπει να μείνει κανείς σ' αὐτὴ τὴν ἀπαγκίστρω ση, ἀλλὰ νὰ καταλήξει στο δόσιμο στον Θεό.
Αὐτὸ τὸ δόσιμο στον Θεό μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ ἐκτὸς τοῦ γάμου, καὶ μάλιστα χωρίς να χρειάζεται να περάσει κανείς ἀπὸ φιλία ἡ ἀπὸ ἀνθρώπινες ἀγάπες. Μπορεῖ νὰ ἀπαγκιστρωθεί κανεἰς ἀπό τὸ καβούκι του καὶ να δοθεί κατευθείαν στον ζῶντα Θεό, καὶ μέσα στον ζωντανό Θεό συναντᾶ τὸν κάθε συνάνθρωπό του καὶ ἑνώνεται κατά τέλειο τρόπο μὲ αὐτὸν ἐν Θεῷ, ἐν Χριστῷ. Ἀλλά αὐτὸ εἶναι κάτι σπάνιο, καὶ λίγοι σ' αὐτὸν τον κόσμο το πραγματοποιούν. Αὐτοὶ εἶτε καλοῦνται εἰδικά ἀπό τὸν Θεό εἴτε το λέει περισσό τερο ή καρδιά τους· βαστοῦν, ἂν θέλετε νὰ ποῦμε ἔτσι, τὰ κότσια τους. Πάντως, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόμο, και πρέπει να εἶναι ἀρκετά βέβαιοι ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθήσουν σταθερά, για να μείνουν ἔξω ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ γάμου γιά ὅλη τή ζωή τους.
Πρέπει πάρα πολύ νὰ τὸ σκεφθούν αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο τον Θεό, που θέλουν να κάνουν αὐτὴ τὴν πορεία, γιὰ νὰ φθάσουν στην κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, στὴν ἕνωση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ ἄλλοι, οἱ πολλοί πρέπει να περάσουν ἀπὸ τὸν πεπατημένο αὐτόν δρόμο. Κι ἄν ἀκόμη δυσκολεύονται, κι ἂν ἀκόμη τούς στοιχίζει, πρέπει να περάσουν ἀπὸ τὸν δρόμο αὐτόν, ἀλλά νά μήν ξεχάσουν ποτέ ὅτι αὐτό εἶναι δρόμος, εἶναι μέσο. Να μην ξεχάσουν ποτέ ὅτι ἡ κάθε φιλία, ἡ κάθε ἀγάπη καί ἡ μοναδι κή ἕνωση ποὺ θὰ ἔχει κανείς στη ζωή του, στόν γάμο, πρέπει νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στο να συναν-τήσουν τον Θεό. Πρέπει να ἑνωθεῖ κανείς μὲ τὸν Θεό, πρέπει νὰ βρεῖ τὸ Ὄν, νὰ βρεῖ τή ζωή. ᾿Αλλιῶς, καθώς ὁ ἴδιος εἶναι μηδέν, καί ὁ ἄλλος εἶναι μηδέν, θὰ εἶναι καί οἱ δυό τους μηδέν, καί μαζί με ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους θά εἶναι ἕνα μηδέν.
Εἰδικότερα γιά το θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἤθελα νὰ τὰ πῶ αὐτά, ἀλλά ἐπίσης καί γενικότερα θέλω νὰ πῶ νὰ μὴν ἔχουμε πολλή ἐμπιστοσύνη σ' αὐτό πού λέμε ἀγάπη. Ἐάν μέσῳ τῆς ἀγάπης αὐτῆς συναντοῦμε τόν Χριστό, συναντοῦμε τό Ὄν, συναντοῦμε τή ζωή –κι ἐμεῖς πού δίνουμε τὴν ἀγά-πη καί ἐκεῖνοι πού τή δέχονται- ἔχει ἀξία αὐτή ἡ ἀγάπη. Ἐάν ὅμως ἁπλῶς μεταξύ μας συμπαθούμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, τότε, καθώς εἴμαστε μηδέν ἐμεῖς, μηδέν καί οἱ ἄλλοι, βρισκόμαστε τελικά σε δουλειές, χωρίς νὰ μποροῦμε νὰ φθάσουμε σε κάτι οὐσιαστι-κό, σε κάτι πραγματικό καί μόνιμο. Θὰ ἔχουμε κάτι τὸ ὁποῖο περνάει καί φεύγει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου