Του Franco Volpi στην ιταλική έκδοση των διαλέξεων του Heidegger για τον Nietzsche
ADELPHI Edizioni 1994
Κοιτάζω μερικές φορές το χέρι μου, σκεπτόμενος ότι κρατώ στα χέρια μου τη μοίρα της ανθρωπότητας: τη σπάζω αόρατα σε δύο μέρη, πριν από εμένα, μετά από εμένα…» (VIII, 1, 409)¹.
Αυτά τα λόγια έξαρσης, γραμμένα από τον Nietzsche λίγο πριν από την κρίση, σε ένα απόσπασμα του τέλους του 1888, εκπέμπουν μια παράξενη φωσφορίζουσα λάμψη: ένα φως που έλκει αλλά δεν επαρκεί για να φωτίσει. Αντιθέτως, είναι λόγια που, τοποθετημένα σχεδόν ως σφραγίδα του έργου του, το σκοτεινιάζουν με το πέπλο του ναρκισσισμού και της τρέλας.
Όποιος θελήσει να τα διαπεράσει στο βαθύ τους νόημα δεν μπορεί να αποφύγει μια μακρά και επίπονη εργασία ερμηνείας και αντιπαραβολής· όποιος όμως δεν είναι διατεθειμένος γι’ αυτό, θα μπορέσει εύκολα να τα απορρίψει αποδίδοντάς τα στο ανεξερεύνητο σκοτάδι της διανοητικής συσκότισης.
Το επόμενο απόσπασμα, σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά που καθόρισαν οι Colli και Montinari —η οποία αποδεικνύεται εδώ πολύτιμη— επιμένει στο ίδιο μοτίβο και το αναπτύσσει σε μια τρομακτική ακολουθία, που σχεδόν αναλλοίωτη αποτελεί την αρχή του περίφημου κεφαλαίου «Γιατί εγώ είμαι ένα πεπρωμένο» του Ecce homo:
Γνωρίζω τη μοίρα μου. Μια μέρα θα συνδεθεί με το όνομά μου η ανάμνηση κάποιου τεράστιου γεγονότος — μιας κρίσης που δεν έχει ξαναδεί η γη, της βαθύτερης σύγκρουσης συνειδήσεων, μιας απόφασης που θα επικληθεί εναντίον όλων όσων μέχρι τώρα πιστεύτηκαν, αξιώθηκαν, καθαγιάστηκαν… Έρχομαι να αντιφάσκω, όπως ποτέ δεν αντιφάσκησε κανείς… Γιατί τώρα που η αλήθεια δίνει μάχη με το χιλιόχρονο ψεύδος, θα έχουμε αναστατώσεις, έναν σπασμό σεισμών, βουνά και κοιλάδες που μετακινούνται όπως ποτέ δεν ονειρεύτηκε κανείς… θα υπάρξει πόλεμος όπως ποτέ πριν πάνω στη γη… (VI, III, 375-76· πρβλ. VIII, 1, 409-10).
Αυτός ο μοιραίος και εμμονικός μονόλογος, στον οποίο ο Nietzsche ανυψώνει το όραμά του σε προφητεία, μας φέρνει κυριολεκτικά μπροστά στο σκάνδαλο και την πρόκληση που η σκέψη του αντιπροσώπευσε για την κριτική αυτοκατανόηση της εποχής μας.
Ο Nietzsche έφθασε να αγγίξει νευραλγικά σημεία της ιστορικής μας κατάστασης:
τον θάνατο του Θεού και την εξαφάνιση των παραδοσιακών αξιών,
την απώλεια του κέντρου και τη θραύση των παλαιών ταυτοτήτων,
τη ριζική εμπειρία του αρνητικού και την αδυνατότητα κάθε σύνθεσης — διαλεκτικής ή επιστημονικής — άρα την αδυναμία να δοθεί όνομα στο Όλον.
Ωστόσο μετέδωσε στον λόγο του μια τόσο διαπεραστική και ακραία δόνηση, ώστε καθίσταται δύσκολο — αν όχι αδύνατο — για οποιονδήποτε να ερμηνεύσει το απελπισμένο μήνυμα που επιδίωκε να μεταδώσει.
Υπό αυτό το φως κατανοείται γιατί στον αιώνα μας ο Nietzsche προκάλεσε ταυτόχρονα ενθουσιασμούς και αναθέματα· ενέπνευσε στάσεις, πολιτισμικές μόδες και τρόπους σκέψης, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε αντιδράσεις και απορρίψεις εξίσου αποφασιστικές.
Ως εύγλωττο παράδειγμα του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα του «μύθου» του, αξίζει να θυμηθούμε —για όσους δηλώθηκαν νιτσεϊκοί— όσα έγραφε ο Gottfried Benn σε επιστολή προς τον Oelze, στις 16 Σεπτεμβρίου 1935:
Ο Nietzsche υπήρξε μέγας· τίποτε μεγαλύτερο δεν είδε αυτός ο αιώνας. Και ο αιώνας δεν υπήρξε μεγαλύτερος από τον Nietzsche, ο οποίος τον αγκάλιασε ολόκληρο και ταυτίστηκε με αυτόν.
Είναι ο Ρήνος ή ο Νείλος, αυτή τη στιγμή δεν το γνωρίζω με ακρίβεια, ο γέρος γενειοφόρος πάνω στον οποίο σφύζει κάθε ζωή, η ξαπλωμένη μορφή από την οποία εκπορεύονται τα διάφορα είδη: αυτός υπήρξε ο Νίτσε για όλους εμάς, χωρίς καμία εξαίρεση. Για τον Γκότφριντ Μπεν, που μιλά εδώ εξ ονόματος ολόκληρης μιας γενιάς, ο Νίτσε είναι η γιγαντιαία δεσπόζουσα μορφή της μετα-γκαιτιανής εποχής, ο σεισμός της εποχής, μετά τον Λούθηρο η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα της γερμανικής γλώσσας, εκείνος που υπέφερε και προανήγγειλε όλες τις αποφασιστικές πνευματικές εμπειρίες των νεότερων χρόνων. (Πρβλ. G. Benn, Le malto sul walla, επιμ. Luciano Zagari, Adelphi, 1962, ιδίως σσ. 126-136 (Πέρα από τον μηδενισμό, 1932) και 254-264 (Νίτσε πενήντα χρόνια μετά, 1950).)
Για όσους, αντίθετα, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν νιτσεϊκοί, θα έπρεπε να μνημονευθεί το λιβελλογράφημα του κοινωνιολόγου Ferdinand Tönnies, Der Nietzsche-Kultus. Eine Kritik [Η λατρεία του Νίτσε. Μια κριτική, Reisland, Λειψία 1897]. Αφού στα νιάτα του υπήρξε φλογερός οπαδός αυτής της λατρείας, ο Tönnies αισθάνθηκε κατόπιν υποχρεωμένος να διακηρύξει τους βαθύτατους, σπλαχνικούς λόγους για τους οποίους ήταν αναγκαίο να αντιταχθεί στη νιτσεϊκή σκέψη και στον ανορθολογισμό που αυτή υποδαύλιζε. Όμως αυτή και άλλες παρόμοιες τοποθετήσεις δεν κατόρθωσαν, ούτε τότε ούτε αργότερα, να ανακόψουν το νιχιλιστικό κύμα που ανυψωνόταν και που εμπνεόταν από τον Νίτσε.
Σμήνη καλλιτεχνών και λογοτεχνών συνέχισαν να τον θεωρούν μύθο προς μίμηση: Gide, Strindberg, von Hofmannsthal, Musil, Broch, George και ο Kreis του, Thomas και Heinrich Mann, Benn, Jünger είναι ονόματα που ξεχωρίζουν ανάμεσα σε πολλά άλλα. Και στον καθαρά φιλοσοφικό χώρο ακόμη, στοχαστές από τις πλέον διαφορετικές αφετηρίες προσέλαβαν τις διδασκαλίες του: Vaihinger, von Hartmann, Klages, Simmel, Spengler, Jaspers, Heidegger και άλλοι ακόμη. Ακόμη και ο Carnap, στο κλείσιμο του περίφημου δοκιμίου του του 1931, στο οποίο επαγγελλόταν να κατεδαφίσει κάθε μεταφυσική, παρελθούσα, παρούσα και μελλοντική, μέσω της λογικής ανάλυσης της γλώσσας, αναγνώριζε στη μεταφυσική του Νίτσε ένα δικό της θεμιτό καθεστώς, έστω και μόνο αισθητικό.
Ανάμεσα σε όλες αυτές τις φωνές, ο Heidegger είναι ασφαλώς εκείνος που, πέρα από το ότι υπέστη όσο λίγοι τη γοητεία του Nietzsche, ανέλαβε κατά την πορεία της σκέψης του την πιο σφιχτή και βαθιά φιλοσοφική αναμέτρηση με τα προβλήματα που εγείρει το νιτσεϊκό έργο. Τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε δεσπόζουν στο τοπίο των ερμηνειών του Nietzsche: μέσα από μια υποδειγματική και επιβλητική ανάκριση των κειμένων κατόρθωσε να συνθέσει σε ένα συνεκτικό σύνολο τις θεμελιώδεις δοξασίες του Nietzsche και να τις επανεντάξει στην κοίτη της δυτικής φιλοσοφίας, ακριβώς σε εκείνη τη λειτουργία του αόρατου υδροκρίτη –ανάμεσα στην ολοκλήρωση της μεταφυσικής και σε μια νέα αρχή– την οποία ο ίδιος ο Nietzsche, στο απόσπασμα που προαναφέρθηκε, είχε προφητικά αποδώσει στον εαυτό του.
Ταυτόχρονα, ο Nietzsche έγινε για τον Heidegger αποφασιστικό σημείο αναφοράς σε ό,τι αφορά το ίδιο το πράγμα που τίθεται υπό σκέψη, και έτσι χαρακτήρισε σε καθοριστικό βαθμό τα στοχαστικά αποτελέσματα στα οποία ο ίδιος κατέληξε. Πότε όμως, πώς και γιατί ο Heidegger συνάντησε στον δρόμο του τον Nietzsche;
2. Το πρώτο ενδιαφέρον του Heidegger για τον Nietzsche
Σύμφωνα με την αυτοβιογραφική μαρτυρία που παρέχει ο Heidegger σε διάφορες περιστάσεις –στην ομιλία που εκφώνησε με αφορμή την ανακήρυξή του σε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Χαϊδελβέργης (1957), στον πρόλογο της επανέκδοσης των νεανικών του γραπτών (1972), που επαναλαμβάνει την ουσία εκείνης της ομιλίας, καθώς και στο Mein Weg in die Phänomenologie (1963)– η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα αρκετά νωρίς, έστω κι αν αρχικά δεν υπήρξε αποφασιστική.
Διαμορφωμένος φιλοσοφικά μέσα από τις αυστηρές παραγράφους του Husserl, τον Brentano, τον Αριστοτέλη και τους κλασικούς της Σχολαστικής (Θωμάς Ακινάτης, Duns Scotus, Suárez), θυμάται ότι στα νεανικά του χρόνια τον άγγιξε η αύρα που εξέπεμπε το έργο του Nietzsche στον πολιτισμό των αρχών του εικοστού αιώνα. Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων που αναζωογόνησαν το φιλοσοφικό κλίμα στη Γερμανία στις αρχές του αιώνα, δηλαδή κατά την εποχή της δικής του διαμόρφωσης, ο Heidegger ανακαλεί, πέρα από τη γερμανική μετάφραση του Kierkegaard και του Dostoevskij (η δεύτερη, σημειωτέον, από τους Arthur Moeller van den Bruck και Dmitri Merežkovskij), πέρα από το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον Hegel και τον Schelling, πέρα από την έκδοση των Απάντων του Dilthey, πέρα από την ποίηση των Rilke και Trakl, κυρίως τη δημοσίευση των μεταθανάτιων αποσπασμάτων του Nietzsche στη αμφιλεγόμενη σύνθεση της αδελφής του, La volontà di potenza, που εμφανίστηκε αρχικά το 1901, κατόπιν σε μια δεύτερη, υπερδιπλάσια έκδοση το 1906 και τέλος, με τα σχόλια του Otto Weiß, το 1911 (πρβλ. HGA, 1, 56).
Γνωρίζουμε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών του σπουδών στο Φράιμπουργκ, ο Heidegger παρακολούθησε τα μαθήματα για τον Nietzsche που παρέδιδε ο Rickert, ο οποίος ενδιαφερόταν κυρίως να φωτίσει την προέλευση του προβλήματος των αξιών στη νιτσεϊκή σκέψη (πρβλ. ανωτέρω, σ. 617). Στη διατριβή υφηγεσίας La dottrina delle categorie e del significato in Duns Scoto (1916), αφιερωμένη στον Rickert, βρίσκουμε την πρώτη φευγαλέα δημόσια αναφορά: ο Nietzsche θα είχε κατορθώσει, με τον αμείλικτα σκληρό τρόπο σκέψης του και με την πλαστική του εκφραστική ικανότητα, να δείξει τη υποκειμενική ριζικότητα κάθε φιλοσοφίας ως πολιτισμικής αξίας (Kulturwert), η οποία είναι ταυτόχρονα και ζωτική αξία (Lebenswert) – σε μια προσωπικότητα, ακριβέστερα σε εκείνο που ο Nietzsche αποκαλεί ένστικτο που φιλοσοφεί (HGA, I, 196).
Γνωρίζουμε ακόμη, από τα πανεπιστημιακά μαθήματα του νεαρού Heidegger που σήμερα έχουν σε μεγάλο βαθμό δημοσιευθεί, ότι ο Nietzsche βρισκόταν ασφαλώς στο υπόβαθρο του φιλοσοφικού του έργου, έστω και μόνο διότι στη νιτσεϊκή σκέψη ανάγεται η έμπνευση ορισμένων φιλοσοφικών θέσεων που τότε κυριαρχούσαν και με τις οποίες ο Heidegger αναμετριόταν, πρώτα απ’ όλα η φιλοσοφία της ζωής (Simmel, Dilthey, Spengler) και η φιλοσοφία των αξιών (Rickert και αργότερα Scheler).
Ωστόσο, για να βρούμε μια πρώτη ουσιαστική αναφορά στον Nietzsche, πρέπει να περιμένουμε το Είναι και Χρόνος. Μέχρι τότε, κρίνοντας από τις διάσπαρτες μνείες που μπορούμε να συγκεντρώσουμε, έχουμε την εντύπωση μιας παρουσίας περισσότερο υποβλητικής παρά πραγματικά διερευνημένης· διακρίνουμε την ατμόσφαιρα της κρίσης που επικαλέστηκε ο Nietzsche και την οποία και ο Heidegger αναπνέει και που καθορίζει το πάθος της φιλοσοφίας του, αλλά δεν έχουμε ακόμη μια ακριβή αναφορά στο σώμα των νιτσεϊκών κειμένων και αποσπασμάτων.
Δεν είναι εδώ ο τόπος να υπενθυμίσουμε, έστω και σε γενικές γραμμές, πώς η πρόσληψη του έργου του Nietzsche συνέβαλε στον χαρακτηρισμό του κλίματος της εποχής με τον μηδενισμό και τον σχετικισμό του, με την απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό (Kulturpessimismus) του. Είναι γνωστό ότι το έτος 1900 δεν αντιπροσωπεύει ένα πραγματικό ορόσημο ανάμεσα στον δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα: η Belle Époque διασχίζει σχεδόν αλώβητη το κατώφλι του αιώνα και μόνον ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδοτεί απότομα το τέλος της, λειτουργώντας ως πραγματική τομή ανάμεσα στην παλαιά και τη νέα εποχή.
Τόσο πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι στον καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό χώρο υπήρξαν εκείνοι που πρότειναν να θεωρηθεί το 1900 –εφόσον ήταν το έτος του θανάτου του Nietzsche– ως η αρχή μιας νέας εποχής, η αυγή μιας πιο διαυγούς συνείδησης και μιας ανανεωμένης δημιουργικότητας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Nietzsche έγινε τόσο ευρέως αναγνωσμένος ώστε κατέλαβε στη γερμανική ψυχή τη θέση που πριν από αυτόν, και στην ίδια τη διανοητική του διαμόρφωση, κατείχε ο Schopenhauer. Το έργο του άπλωσε έτσι τη σκιά του σε μεγάλο μέρος της σκέψης και του πολιτισμού των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Καθώς η διαλεκτική σύνθεση θεωρούνταν πλέον μη εφαρμόσιμη, υπονομευμένη στα θεμέλιά της από την επικράτηση της επιστημονικής εικόνας του κόσμου, γινόταν τότε επίκληση στη σκέψη του Nietzsche, ιδίως από τις πρωτοπορίες, προκειμένου να αντισταθμιστεί το φιλοσοφικό κενό που είχε ανοίξει μετά τον Hegel και να αποφευχθούν και οι δύο παγίδες στις οποίες ήταν υπερβολικά εύκολο να πέσει κανείς: η νοσταλγία για τη χαμένη διαλεκτική ολότητα και η επίπεδη προσχώρηση στον θετικισμό των γεγονότων ή στην αφελή πίστη στην πρόοδο.
Μιμούμενοι και πειραματιζόμενοι με το νιτσεϊκό παράδειγμα, επεδίωκαν να φτάσουν στη δημιουργία και θέσπιση νέων αξιών. Στο μεταξύ όμως ασκούνταν, με ολοένα πιο επίμονη και οργισμένη διάθεση, στην αποδόμηση των μεγάλων ιδεωδών του Θεού, του Αγαθού και του Αληθινού, υπονομεύοντας κάθε θετικό περιεχόμενο και πρόταση νοήματος. Στον ορίζοντα της μηδενιστικής διάλυσης μπορούσε κανείς ακόμη και να επικαλεστεί το αφοριστικό ύφος του Nietzsche ως ερμηνεία –εκείνη που θα υποδείξει αργότερα ο Benn:
«Τώρα καταλαβαίνω –ομολογούσε στον Oelze– γιατί ο Nietzsche έγραφε με αφορισμούς. Όποιος δεν βλέπει πια συνδέσεις, κανένα ίχνος συστήματος, μπορεί να προχωρεί μόνο επεισοδιακά».
Και η κριτική του πολιτισμού που εμπνεόταν από τον Nietzsche δεν υπήρξε απλή περιγραφή, αλλά συνέβαλε στο να παραχθεί –ή να επιταχυνθεί– η κατάσταση κρίσης που περιέγραφε. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η επιμήκυνση της σκιάς του μηδενισμού, η αύξηση της ερημοποίησης κάθε νοήματος και κάθε συμβολικού πόρου.
Η μηδενιστική πλημμυρίδα κορυφώθηκε κυρίως όταν οι επιδράσεις της νιτσεϊκής σκέψης συνέκλιναν με τα σχετικιστικά αποτελέσματα του ιστορικισμού. Αυτό συνέβη ιδίως στο πλαίσιο της λεγόμενης φιλοσοφίας της ζωής και στη σειρά κριτικών του πολιτισμού που αφθονούν στη γερμανική κουλτούρα των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Είχε οξυνθεί η αίσθηση ότι ένας ιστορικός κύκλος είχε λήξει και ότι μαζί του είχε χαθεί η δεσμευτική δύναμη των παλαιοευρωπαϊκών αξιών της θρησκείας, της μεταφυσικής και της ηθικής.
Και μέσα στους παγωμένους ανέμους της νέας κριτικής συνείδησης, μέσα στη γενικευμένη δυσπιστία που υπονόμευε τα αισιόδοξα ιδεώδη της προόδου και της μεγάλης πορείας της ανθρωπότητας προς το καλύτερο, γινόταν όλο και πιο αισθητή η ογκώδης παρουσία μιας δύναμης που, όπως κι αν ονομαζόταν και όπως κι αν επιχειρούσε κανείς να την εξορκίσει –élan vital (με τον Bergson), Erlebnis (με τον Dilthey) ή Leben (με τους Simmel και Klages), Es ή το ασυνείδητο (με τον Freud), το αρχετυπικό (με τον Jung), το δαιμονικό (με τον Th. Mann), αλλά κυρίως Wille zur Macht (με τον Nietzsche)– δεν φαινόταν πλέον κυβερνήσιμη από τη λογική, αλλά μάλλον έμοιαζε να την υποδουλώνει στους τυφλούς σκοπούς της.
Η νιτσεϊκή διάγνωση επιβλήθηκε με τέτοια ισχύ ώστε να χαρακτηρίσει ουσιαστικά την εμπειρία μιας ολόκληρης γενιάς. Ξεκινώντας από τη –νιτσεϊκής προέλευσης– πεποίθηση ότι υπάρχει ένας ριζικός και ανυπέρβλητος ανταγωνισμός ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνιο, δηλαδή ανάμεσα στη ζωή και το πνεύμα, ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στην ψυχή ως ζωτική αρχή και στις μορφές ως σχήματα μέσα στα οποία η ζωή αιχμαλωτίζεται, δόθηκε φιλοσοφική, λογοτεχνική και καλλιτεχνική έκφραση σε μια διάχυτη δυσπιστία απέναντι στις συνθετικές αξιώσεις της λογικής και σε μια αντίστοιχη επίκληση της άλλης διάστασης της ζωής.
Η ζωή –όπως υποστηριζόταν– έπρεπε να προσεγγιστεί στο πρωταρχικό της επίπεδο, στα ίδια της τα χαρακτηριστικά, και όχι σύμφωνα με τις παραδοσιακές θεωρητικές μεθόδους, οι οποίες, αντικειμενοποιώντας την, την πραγμοποιούσαν και καθιστούσαν κατ’ αρχήν αδύνατη τη γνήσια σύλληψή της.
Ήδη αυτή η διαπίστωση μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς τα προβλήματα του «μετά τον Nietzsche», και το πολιτισμικό κλίμα που συνέβαλαν να διαμορφωθεί, όφειλαν αναπόφευκτα να διασταυρωθούν με τη σκέψη του νεαρού Heidegger. Προερχόμενος από διαφορετικές αφετηρίες –κυρίως από τη μελέτη της πρακτικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη και του πρωτοχριστιανισμού– επεξεργαζόταν και ιδιοποιούνταν την απαίτηση για μια γνήσια κατανόηση της ανθρώπινης ζωής στο πρώτο και πρωταρχικό επίπεδο της εκδήλωσής της, δηλαδή στη «γεγονικότητά» της (Faktizität).
Τα φιλοσοφικά προγράμματα μιας «πρωταρχικής θεωρητικής επιστήμης» (theoretische Urwissenschaft), κατόπιν μιας «ερμηνευτικής της γεγονικότητας» (Hermeneutik der Faktizität), και τέλος της «αναλυτικής της ύπαρξης» (Daseinsanalyse) –δηλαδή τα πρώτα στάδια στην στοχαστική πορεία του νεαρού Heidegger– δεν είναι παρά διαφορετικές απόπειρες ικανοποίησης αυτής της απαίτησης.
3. Η εμφάνιση του Nietzsche στο Είναι και Χρόνος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου