ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
A 9
Ἐπανάσταση στον ψυχοσωματικό κόσμο τοῦ ἐφήβου
Ἡ τριανταφυλλιά πού βγάζει μπουμπούκια
Ἐξ ἀφορμῆς κυρίως τῆς βιολογικῆς πλευρᾶς θά ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα, γιά νά βοηθηθεῖτε καί να καταλάβετε καλύτερα αὐτό τό θέμα, ἀλλά καί νά τό ἀντιμετωπίσετε ὅπως πρέπει.
Το ἕνα παράδειγμα εἶναι ἡ τριανταφυλλιά πού βγάζει μπουμπούκια. Οἱ πάντες ξέρουμε ὅτι ἕνα μπουμπούκι, χωρίς καμιά ἐξαίρεση καί χωρίς καμιά ἀμφιβολία, θα γίνει τριαντάφυλλο, ἀλλά δέν εἶναι ἀκόμη τριαντάφυλλο. Ὁ νέος που μπαίνει στήν ἐφηβική ἡλικία, μὲ αὐτά πού ἐμφανίζονται στην ὅλη ὕπαρξή του, καταλαβαίνει, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι καταλαβαίνουν, ὅτι θα γίνει ἄνδρας. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ νέα ὅτι θὰ γίνει γυναίκα. Δέν εἶναι ὅμως ἀκόμη μὲ τὴν τέλεια ἔννοια οὔτε ὁ ἕνας ἄνδρας οὔτε ἡ ἄλλη γυναίκα.
Στην περίπτωση τοῦ τριαντάφυλλου, ἐνῶ πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία ὅλοι ξέρουμε ὅτι μέσα σε ἕνα μπουμπούκι εἶναι ἤδη ἕτοιμα τὰ πέταλα τοῦ τριαν-τάφυλλου ποὺ θὰ ἀνθίσει τίς ἑπόμενες ἡμέρες, ὅμως οὐδείς ἐχέφρων, ἐπειδή βιάζεται νὰ δεῖ κόκ-κινο τριαντάφυλλο, θα πήγαινε νά ἀνοίξει το μπου-μπούκι μια ὥρα γρηγορότερα, για να χαρεῖ τὸ τριαντάφυλλο. Ἄν τό ἀνοίξει, θὰ βρεῖ βέβαια τριαν-τάφυλλο μέσα, θά βρεῖ ὅλα αὐτά πού ἔχει τό ἄνθος, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι μόλις στο ξεκίνημά τους. Επαναλαμβάνω, οὐδείς ἐχέφρων, οὐδείς ἄνθρωπος σκεπτόμενος σωστά θά ἀνοίξει αὐτό τό μπουμπούκι, διότι μόλις τό ἀνοίξει, ξέρει ὅτι θά τό χαλάσει. Δέν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ οὔτε νὰ τὸ μυρίσει ἢ νὰ τὸ βάλει στο ἀνθοδοχεῖο.
Ἔτσι, ὁ νέος –καί ἡ νέα-, καθώς προχωρεῖ πρὸς τὴν ἐνηλικίωση, καθώς προχωρεῖ πρός τήν τελειότητα, δέν πρέπει να παραξενευτεῖ γιὰ ὅ,τι τυχόν θὰ ἀρχίσει, κυρίως ἀπό βιολογικῆς ἀπόψεως, νὰ ἐμφανίζεται στην ἡλικία αὐτή, ὅπως δέν παρα-ξενεύεται κανείς, ὅταν βλέπει ἕνα μπουμπούκι στην τριανταφυλλιά. Προχωρεῖ ἀκριβῶς γιὰ τὸ ἔσχατο ἐκεῖνο σημεῖο, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ἐν τῷ γίγνεσθαι. Πολύ περισσότερο, δέν πρέπει να τρομάξει, διότι τότε, κατά τα λεγόμενα τῆς σύγχρονης ψυχολογίας -καί εἶναι ἀληθινό αὐτό- ὁπωσδήποτε ὁ νέος δέν θα πάρει σωστή στάση ἀπέναντι στη νέα αὐτή πραγματικότητα πού ἐμφανίζεται μέσα του, καί θά δημιουργηθούν πολλές ἀπωθήσεις, καί ποῦ νὰ βρεῖ ἄκρη κανείς ἀπό ἐκεῖ καί πέρα. Οὔτε ὅμως πρέπει νὰ σπεύσει, νὰ πῶ ἔτσι, νὰ ἀνοίξει πρίν ἀπὸ τὴν ὥρα του το τριαντάφυλλο. Ὅλα αὐτά πού ἐμφανίζονται στὴν ὕπαρξή του πρέπει να ωριμάσουν.
Δέν πρέπει λοιπόν να παραξενευτεῖ ὁ νέος οὔτε ἐπίσης να σπεύσει νὰ ἐκβιάσει τά πράγματα ἢ νὰ τὰ συντομεύσει, ἀλλά, μέσα στο πνεῦμα τῆς δημι-ουργίας τοῦ Θεοῦ, μέσα, θα λέγαμε, στο πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, νά τά ἀφήσει ὅλα νά ὡριμάσουν, χωρίς να παραξενευτεῖ ἤ νά τρομάξει καί χωρίς να παρασυρθεῖ, ἀλλά νά λάβει τά μέτρα του. Ἐπειδή εἶναι πολύ προκλητική ἡ κοινωνία σήμερα, καί πολλά στόματα εἶναι ἀνοιχτά, πρέπει νά λάβει κανείς τά μέτρα του, ὥστε ἡ πορεία καί ἡ τελειοποίηση αὐτή νὰ εἶναι, ὅσο το δυνατόν, ὁμαλή καί σωστή.
Ἔχω την ταπεινή γνώμη, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὅτι οἱ ἔφηβοι ὁπωσδήποτε ἔχουν ἀνάγκη σ' αὐτά τά θέματα ἀπό βοηθό. Γιατί, ὅπως ἔχουν τα πράγματα στη σημερινή κοινωνία, στόν σημερινό κόσμο, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο νά μήν πέσει κανείς εἴτε στη μιά εἴτε στήν ἄλλη παγίδα. Δηλαδή, εἶναι ἀρκετά δύσκολο στον νέο νά μήν τρομοκρατηθεί, καὶ νὰ μὴν ἀρχίσουν να δημιουργοῦνται οἱ ἀπωθήσεις καί οἱ διάφορες μή καλές ψυχολογικές κατα-στάσεις, ὅπως ἐπίσης, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, εἶναι ἀρκετά δύσκολο να μήν παρασυρθεῖ στήν ἁμαρτία.
Παραλληλισμός τοῦ αἰσθήματος τῆς πείνας μὲ τὸ γενετήσιο ἔνστικτο
Το δεύτερο παράδειγμα εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς πείνας. Τα παραδείγματα βέβαια δὲν ἐφαρμόζονται πλήρως, ἀλλὰ ἁπλῶς παίρνει κανείς μια ἰδέα· δὲν μπορεῖ κανείς σε ὅλες τίς λεπτομέρειες να τα ἐφαρμόσει στο θέμα που συζητάμε.
Τώρα πλησιάζει ὀκτώ ἡ ὥρα. Ὅσοι τυχόν τρώμε για βραδινό στίς ὀκτώ ἤ στις ὀκτώμισι ἤ καὶ στις ἐννιά, ἀρχίζουμε σιγά-σιγά να πεινοῦμε. Κατ' ἀρχὴν δὲν παραξενεύεται κανείς πού πεινάει.
Καθόλου. Ἁπλῶς διαπιστώνει κάτι που συμβαίνει μέσα του. Οὔτε ἐπίσης ντρέπεται γι' αὐτό. Ἔφαγα, σκέπτεται, λίγο το μεσημέρι ἤ πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, καὶ γι' αὐτό ἀρχίζω να πεινῶ. Οὔτε παίρ-νει μιὰ ἐχθρική στάση ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πραγ-ματικότητος, πού παρουσιάζεται μέσα του. Ἀπό τό ἄλλο μέρος ὅμως, κανένας ἀπό ὅσους βρίσκονται ἐδῶ -ἤ ἄν βρισκόταν σε μια αἴθουσα τοῦ πανεπιστημίου, ὅπου ἔχει μάθημα- δέν θα βγάλει αὐτή τὴν ὥρα τό κουλούρι ἤ το κέικ ἀπό τήν τσάντα, ἀπό τήν τσέπη του, καί θά ἀρχίσει να τρώει. «Πεινῶ, ἀλλά δέν εἶναι ὥρα για φαγητό», θὰ πεῖ, καὶ θὰ ἀγωνισθεῖ νὰ κάνει ὑπομονή καί θά περιμένει νὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ δείπνου. Ἔτσι ἀπλά ἀντιμετωπίζει το θέμα, με τη σκέψη ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ὥρα για το φαγητό. Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πάει στο σπίτι, θα καθίσει να φάει. "Ἕνας ἄνθρωπος προσεκτικός, νοικοκυρεμένος, καί ὅταν θά πάει στο σπίτι του, ἐφόσον στρώνεται το τραπέζι, δέν θά δείξει ἀνυπομονησία καί δὲν θὰ ἀρχίσει, ὅσο κι ἄν πεινάει, να τσιμπάει ἀπό δῶ καὶ ἀπό κεῖ. «Ἔκανα –θά πεῖ- πού ἔκανα ὑπομονή λίγο ἀκόμη καί θά καθίσουμε νά φᾶμε».
Ὅταν λοιπόν παρουσιάζεται ή πείνα, δέν πα-ραξενευόμαστε γι' αὐτό τό θεωροῦμε κάτι ἀναμε-νόμενο. Ἀλλά οὔτε, μόλις πεινάσουμε, ἀρχίζουμε να τρῶμε. Κατά κανόνα περιμένουμε την κατάλληλη ὥρα, περιμένουμε τήν ὁρισμένη ὥρα πού θά φᾶμε. Ἔτσι λοιπόν καί στο θέμα πού συζητάμε δέν πρέπει να παραξενευτεῖ ὁ ἔφηβος οὔτε ἐπίσης να πα-ρασυρθεῖ ἀπό τή μιά ἤ τήν ἄλλη παρόρμηση, ἀπό τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἕλξη, ἀπό τή μιά ἢ τὴν ἄλλη δύ-ναμη, πού ἐνεργοῦν μέσα του.
Ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ἐδῶ ὅτι θά ἦταν πάρα πολλοί οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχαν καταργήσει τό φαγητό, ὅση δυσκολία κι ἄν προκαλεῖ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας, ἐάν τὸ ὅλο πρόβλημα, τό ὅλο θέμα ἦταν ἡ πείνα. Δέν εἶναι μόνο ἡ πείνα· εἶναι καί τό ὅτι, ἄν δέν φᾶς, θα πεθάνεις. Εάν ὑποθέσουμε ὅτι ἁπλῶς μόνο εἴχαμε να νικήσουμε τὸ αἴσθημα τῆς πείνας, να ξεπεράσουμε δηλαδή την πείνα, πάρα πολλοί θά ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν θά ἔτρωγαν καί θά ζοῦσαν χωρίς πολλές φρον-τίδες. Ὁ Θεός ὅμως ἔφτιαξε ἔτσι τα πράγματα, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος, ὁ πιό αὐστηρός ἀναχωρητής, να χρειάζεται καί αὐτός να φάει λίγο, για να ζήσει. Ἀλλά λέμε ὅτι, ἐάν ὑποθέσουμε πώς δέν ὑπῆρχε θέμα ἐπιβιώσεως, πολλοί θὰ εἶχαν ξε περάσει τὸ αἴσθημα τῆς πείνας· κάτι πού γίνεται μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου.
Ἐκτός ἀπό αὐτούς πού κάνουν ἀπεργία πείνας, καί πολλοί ἄλλοι –ἀσκητές, ἐρημίτες, ἁπλοί χριστια-νοί- ἐφόσον ξέρουν ὅτι δέν θά πάθει τίποτε ὁ όργα-νισμός τους μὲ τὸ νά μή φᾶνε, νηστεύουν μία μέρα, δύο, τρεῖς μέρες, μολονότι δυσκολεύονται ἀπό τήν πείνα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού νηστεύουν καί μία ἑβδομάδα. Τήν Καθαρά Ἑβδομάδα, π.χ., ὁρισμένοι ἀσκητές το κάνουν αὐτό. Μέχρι λοιπόν ἑνός ὁρισμέ-νου σημείου, πού δέν κινδυνεύει ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, κάποιοι ξεπερνοῦν τὸ αἴσθημα τῆς πείνας.
Τὸ ἔνστικτο ὅμως το βιολογικό εἶναι πιὸ ἰσχυρό, πιό δυνατό ἀπό τήν πείνα· σ' αὐτό δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία. Ἄν καί τήν πείνα ἴσως δέν τή δοκιμάσαμε, καί γι' αὐτό νομίζουμε ὅτι εἶναι πιό δυνατό το βιολογικό ἔνστικτο. Εἶναι λοιπόν πιό ἰσχυρό, πιο δυνατό το βιολογικό ἔνστικτο, το γενε τήσιο δηλαδή ἔνστικτο, ἀλλά δέν παίζει κανένα ρόλο στη διατήρηση τῆς ζωῆς. Ἄν παίζει ρόλο, παίζει ἀπό ψυχολογικῆς ἀπόψεως, γιατί τα μπερδεύει ὁ ἄνθρωπος. Βιολογικά δέν παίζει κανένα ρόλο στη διατήρηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ξεπερνοῦν μιά για πάντα, ἀκριβῶς διότι δέν πρόκειται να πάθει τίποτε ὁ ὀργανισμός τους, ἐνῶ, ἄν δὲν φᾶνε, ὁπωσδήποτε θα πεθάνουν. Το βιολογικό λοιπόν ἔνστικτο ξεπερνιέται, ἐνῶ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας δέν ξεπερνιέται.
Ὅπως λοιπόν μέ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας δέν παραξενεύεται κανείς, ἀλλά οὔτε πρέπει να παρα σύρεται, ἔτσι καί μέ τοῦτο ἐδῶ δέν πρέπει να πα-ραξενεύεται, γιά νά μή δημιουργοῦνται ὅλα ἐκεῖνα τα κόμπλεξ πού δημιουργοῦνται οὔτε ἐπίσης πρέπει να παρεκκλίνει οὔτε, τρόπον τινά, ὀφείλει να πα-ρεκκλίνει, ἀλλά πρέπει νὰ ἀγωνίζεται γενναία. Τίποτε δέν γίνεται στη ζωή χωρίς ἀγώνα. Ἐσεῖς ξέρετε καλύτερα τί ἀγώνα χρειάζεται να κάνει κανείς πρῶτα γιὰ νὰ μπεῖ στο πανεπιστήμιο –ὅσοι μπαίνουν- τί ἀγώνα χρειάζεται να κάνει ἔπειτα για να περάσει ἕνα μάθημα, γιά νά περάσει ἕνα ἔτος. Νά ἀφήσουμε τί ἀγῶνες χρειάζονται ὕστερα γιά νά διο-ρισθεῖ κανείς, γιά νά βρεῖ δουλειά, νά φτιάξει καριέρα. Καί σ' αὐτά πού συζητᾶμε χρειάζεται ἀγώνας.
Χρειάζεται λοιπόν νὰ ἀγωνισθεῖ κανείς καί νά πάρει τόν σωστό δρόμο μέ τήν ἀπόλυτη πεποίθηση ὅτι ἔχει βοηθό τόν Δημιουργό. Ὁ Δημιουργός, πού τὰ ἔφτιαξε ἔτσι, εἶναι δυνατό νά μή βοηθήσει τόν ἄνθρωπο να πάρει τόν δρόμο πού πρέπει να πάρει και να παραμείνει στον δρόμο αὐτόν καὶ νὰ τὸν πορευθεῖ, στόν ὁποῖο δρόμο ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός τὸν ἔβαλε; Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Ὁπωσδήποτε, ὁ Δημιουργός ἔρχεται ἀρωγός· χρειάζεται ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνοίγεται στη βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, πλημμυρίζει ἀπό αὐτή τή βοήθεια καί ξεπερνάει ἐμπόδια, ξεπερνάει δυσκο-λίες καί φθάνει ἐκεῖ πού πρέπει να φθάσει.
Ἡ τριανταφυλλιά πού βγάζει μπουμπούκια
Ἐξ ἀφορμῆς κυρίως τῆς βιολογικῆς πλευρᾶς θά ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα, γιά νά βοηθηθεῖτε καί να καταλάβετε καλύτερα αὐτό τό θέμα, ἀλλά καί νά τό ἀντιμετωπίσετε ὅπως πρέπει.
Το ἕνα παράδειγμα εἶναι ἡ τριανταφυλλιά πού βγάζει μπουμπούκια. Οἱ πάντες ξέρουμε ὅτι ἕνα μπουμπούκι, χωρίς καμιά ἐξαίρεση καί χωρίς καμιά ἀμφιβολία, θα γίνει τριαντάφυλλο, ἀλλά δέν εἶναι ἀκόμη τριαντάφυλλο. Ὁ νέος που μπαίνει στήν ἐφηβική ἡλικία, μὲ αὐτά πού ἐμφανίζονται στην ὅλη ὕπαρξή του, καταλαβαίνει, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι καταλαβαίνουν, ὅτι θα γίνει ἄνδρας. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ νέα ὅτι θὰ γίνει γυναίκα. Δέν εἶναι ὅμως ἀκόμη μὲ τὴν τέλεια ἔννοια οὔτε ὁ ἕνας ἄνδρας οὔτε ἡ ἄλλη γυναίκα.
Στην περίπτωση τοῦ τριαντάφυλλου, ἐνῶ πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία ὅλοι ξέρουμε ὅτι μέσα σε ἕνα μπουμπούκι εἶναι ἤδη ἕτοιμα τὰ πέταλα τοῦ τριαν-τάφυλλου ποὺ θὰ ἀνθίσει τίς ἑπόμενες ἡμέρες, ὅμως οὐδείς ἐχέφρων, ἐπειδή βιάζεται νὰ δεῖ κόκ-κινο τριαντάφυλλο, θα πήγαινε νά ἀνοίξει το μπου-μπούκι μια ὥρα γρηγορότερα, για να χαρεῖ τὸ τριαντάφυλλο. Ἄν τό ἀνοίξει, θὰ βρεῖ βέβαια τριαν-τάφυλλο μέσα, θά βρεῖ ὅλα αὐτά πού ἔχει τό ἄνθος, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι μόλις στο ξεκίνημά τους. Επαναλαμβάνω, οὐδείς ἐχέφρων, οὐδείς ἄνθρωπος σκεπτόμενος σωστά θά ἀνοίξει αὐτό τό μπουμπούκι, διότι μόλις τό ἀνοίξει, ξέρει ὅτι θά τό χαλάσει. Δέν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ οὔτε νὰ τὸ μυρίσει ἢ νὰ τὸ βάλει στο ἀνθοδοχεῖο.
Ἔτσι, ὁ νέος –καί ἡ νέα-, καθώς προχωρεῖ πρὸς τὴν ἐνηλικίωση, καθώς προχωρεῖ πρός τήν τελειότητα, δέν πρέπει να παραξενευτεῖ γιὰ ὅ,τι τυχόν θὰ ἀρχίσει, κυρίως ἀπό βιολογικῆς ἀπόψεως, νὰ ἐμφανίζεται στην ἡλικία αὐτή, ὅπως δέν παρα-ξενεύεται κανείς, ὅταν βλέπει ἕνα μπουμπούκι στην τριανταφυλλιά. Προχωρεῖ ἀκριβῶς γιὰ τὸ ἔσχατο ἐκεῖνο σημεῖο, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ἐν τῷ γίγνεσθαι. Πολύ περισσότερο, δέν πρέπει να τρομάξει, διότι τότε, κατά τα λεγόμενα τῆς σύγχρονης ψυχολογίας -καί εἶναι ἀληθινό αὐτό- ὁπωσδήποτε ὁ νέος δέν θα πάρει σωστή στάση ἀπέναντι στη νέα αὐτή πραγματικότητα πού ἐμφανίζεται μέσα του, καί θά δημιουργηθούν πολλές ἀπωθήσεις, καί ποῦ νὰ βρεῖ ἄκρη κανείς ἀπό ἐκεῖ καί πέρα. Οὔτε ὅμως πρέπει νὰ σπεύσει, νὰ πῶ ἔτσι, νὰ ἀνοίξει πρίν ἀπὸ τὴν ὥρα του το τριαντάφυλλο. Ὅλα αὐτά πού ἐμφανίζονται στὴν ὕπαρξή του πρέπει να ωριμάσουν.
Δέν πρέπει λοιπόν να παραξενευτεῖ ὁ νέος οὔτε ἐπίσης να σπεύσει νὰ ἐκβιάσει τά πράγματα ἢ νὰ τὰ συντομεύσει, ἀλλά, μέσα στο πνεῦμα τῆς δημι-ουργίας τοῦ Θεοῦ, μέσα, θα λέγαμε, στο πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, νά τά ἀφήσει ὅλα νά ὡριμάσουν, χωρίς να παραξενευτεῖ ἤ νά τρομάξει καί χωρίς να παρασυρθεῖ, ἀλλά νά λάβει τά μέτρα του. Ἐπειδή εἶναι πολύ προκλητική ἡ κοινωνία σήμερα, καί πολλά στόματα εἶναι ἀνοιχτά, πρέπει νά λάβει κανείς τά μέτρα του, ὥστε ἡ πορεία καί ἡ τελειοποίηση αὐτή νὰ εἶναι, ὅσο το δυνατόν, ὁμαλή καί σωστή.
Ἔχω την ταπεινή γνώμη, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὅτι οἱ ἔφηβοι ὁπωσδήποτε ἔχουν ἀνάγκη σ' αὐτά τά θέματα ἀπό βοηθό. Γιατί, ὅπως ἔχουν τα πράγματα στη σημερινή κοινωνία, στόν σημερινό κόσμο, εἶναι πάρα πολύ δύσκολο νά μήν πέσει κανείς εἴτε στη μιά εἴτε στήν ἄλλη παγίδα. Δηλαδή, εἶναι ἀρκετά δύσκολο στον νέο νά μήν τρομοκρατηθεί, καὶ νὰ μὴν ἀρχίσουν να δημιουργοῦνται οἱ ἀπωθήσεις καί οἱ διάφορες μή καλές ψυχολογικές κατα-στάσεις, ὅπως ἐπίσης, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, εἶναι ἀρκετά δύσκολο να μήν παρασυρθεῖ στήν ἁμαρτία.
Παραλληλισμός τοῦ αἰσθήματος τῆς πείνας μὲ τὸ γενετήσιο ἔνστικτο
Το δεύτερο παράδειγμα εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς πείνας. Τα παραδείγματα βέβαια δὲν ἐφαρμόζονται πλήρως, ἀλλὰ ἁπλῶς παίρνει κανείς μια ἰδέα· δὲν μπορεῖ κανείς σε ὅλες τίς λεπτομέρειες να τα ἐφαρμόσει στο θέμα που συζητάμε.
Τώρα πλησιάζει ὀκτώ ἡ ὥρα. Ὅσοι τυχόν τρώμε για βραδινό στίς ὀκτώ ἤ στις ὀκτώμισι ἤ καὶ στις ἐννιά, ἀρχίζουμε σιγά-σιγά να πεινοῦμε. Κατ' ἀρχὴν δὲν παραξενεύεται κανείς πού πεινάει.
Καθόλου. Ἁπλῶς διαπιστώνει κάτι που συμβαίνει μέσα του. Οὔτε ἐπίσης ντρέπεται γι' αὐτό. Ἔφαγα, σκέπτεται, λίγο το μεσημέρι ἤ πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, καὶ γι' αὐτό ἀρχίζω να πεινῶ. Οὔτε παίρ-νει μιὰ ἐχθρική στάση ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πραγ-ματικότητος, πού παρουσιάζεται μέσα του. Ἀπό τό ἄλλο μέρος ὅμως, κανένας ἀπό ὅσους βρίσκονται ἐδῶ -ἤ ἄν βρισκόταν σε μια αἴθουσα τοῦ πανεπιστημίου, ὅπου ἔχει μάθημα- δέν θα βγάλει αὐτή τὴν ὥρα τό κουλούρι ἤ το κέικ ἀπό τήν τσάντα, ἀπό τήν τσέπη του, καί θά ἀρχίσει να τρώει. «Πεινῶ, ἀλλά δέν εἶναι ὥρα για φαγητό», θὰ πεῖ, καὶ θὰ ἀγωνισθεῖ νὰ κάνει ὑπομονή καί θά περιμένει νὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ δείπνου. Ἔτσι ἀπλά ἀντιμετωπίζει το θέμα, με τη σκέψη ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ ὥρα για το φαγητό. Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ θὰ πάει στο σπίτι, θα καθίσει να φάει. "Ἕνας ἄνθρωπος προσεκτικός, νοικοκυρεμένος, καί ὅταν θά πάει στο σπίτι του, ἐφόσον στρώνεται το τραπέζι, δέν θά δείξει ἀνυπομονησία καί δὲν θὰ ἀρχίσει, ὅσο κι ἄν πεινάει, να τσιμπάει ἀπό δῶ καὶ ἀπό κεῖ. «Ἔκανα –θά πεῖ- πού ἔκανα ὑπομονή λίγο ἀκόμη καί θά καθίσουμε νά φᾶμε».
Ὅταν λοιπόν παρουσιάζεται ή πείνα, δέν πα-ραξενευόμαστε γι' αὐτό τό θεωροῦμε κάτι ἀναμε-νόμενο. Ἀλλά οὔτε, μόλις πεινάσουμε, ἀρχίζουμε να τρῶμε. Κατά κανόνα περιμένουμε την κατάλληλη ὥρα, περιμένουμε τήν ὁρισμένη ὥρα πού θά φᾶμε. Ἔτσι λοιπόν καί στο θέμα πού συζητάμε δέν πρέπει να παραξενευτεῖ ὁ ἔφηβος οὔτε ἐπίσης να πα-ρασυρθεῖ ἀπό τή μιά ἤ τήν ἄλλη παρόρμηση, ἀπό τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἕλξη, ἀπό τή μιά ἢ τὴν ἄλλη δύ-ναμη, πού ἐνεργοῦν μέσα του.
Ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ἐδῶ ὅτι θά ἦταν πάρα πολλοί οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχαν καταργήσει τό φαγητό, ὅση δυσκολία κι ἄν προκαλεῖ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας, ἐάν τὸ ὅλο πρόβλημα, τό ὅλο θέμα ἦταν ἡ πείνα. Δέν εἶναι μόνο ἡ πείνα· εἶναι καί τό ὅτι, ἄν δέν φᾶς, θα πεθάνεις. Εάν ὑποθέσουμε ὅτι ἁπλῶς μόνο εἴχαμε να νικήσουμε τὸ αἴσθημα τῆς πείνας, να ξεπεράσουμε δηλαδή την πείνα, πάρα πολλοί θά ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν θά ἔτρωγαν καί θά ζοῦσαν χωρίς πολλές φρον-τίδες. Ὁ Θεός ὅμως ἔφτιαξε ἔτσι τα πράγματα, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος, ὁ πιό αὐστηρός ἀναχωρητής, να χρειάζεται καί αὐτός να φάει λίγο, για να ζήσει. Ἀλλά λέμε ὅτι, ἐάν ὑποθέσουμε πώς δέν ὑπῆρχε θέμα ἐπιβιώσεως, πολλοί θὰ εἶχαν ξε περάσει τὸ αἴσθημα τῆς πείνας· κάτι πού γίνεται μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου.
Ἐκτός ἀπό αὐτούς πού κάνουν ἀπεργία πείνας, καί πολλοί ἄλλοι –ἀσκητές, ἐρημίτες, ἁπλοί χριστια-νοί- ἐφόσον ξέρουν ὅτι δέν θά πάθει τίποτε ὁ όργα-νισμός τους μὲ τὸ νά μή φᾶνε, νηστεύουν μία μέρα, δύο, τρεῖς μέρες, μολονότι δυσκολεύονται ἀπό τήν πείνα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού νηστεύουν καί μία ἑβδομάδα. Τήν Καθαρά Ἑβδομάδα, π.χ., ὁρισμένοι ἀσκητές το κάνουν αὐτό. Μέχρι λοιπόν ἑνός ὁρισμέ-νου σημείου, πού δέν κινδυνεύει ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, κάποιοι ξεπερνοῦν τὸ αἴσθημα τῆς πείνας.
Τὸ ἔνστικτο ὅμως το βιολογικό εἶναι πιὸ ἰσχυρό, πιό δυνατό ἀπό τήν πείνα· σ' αὐτό δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία. Ἄν καί τήν πείνα ἴσως δέν τή δοκιμάσαμε, καί γι' αὐτό νομίζουμε ὅτι εἶναι πιό δυνατό το βιολογικό ἔνστικτο. Εἶναι λοιπόν πιό ἰσχυρό, πιο δυνατό το βιολογικό ἔνστικτο, το γενε τήσιο δηλαδή ἔνστικτο, ἀλλά δέν παίζει κανένα ρόλο στη διατήρηση τῆς ζωῆς. Ἄν παίζει ρόλο, παίζει ἀπό ψυχολογικῆς ἀπόψεως, γιατί τα μπερδεύει ὁ ἄνθρωπος. Βιολογικά δέν παίζει κανένα ρόλο στη διατήρηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ξεπερνοῦν μιά για πάντα, ἀκριβῶς διότι δέν πρόκειται να πάθει τίποτε ὁ ὀργανισμός τους, ἐνῶ, ἄν δὲν φᾶνε, ὁπωσδήποτε θα πεθάνουν. Το βιολογικό λοιπόν ἔνστικτο ξεπερνιέται, ἐνῶ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας δέν ξεπερνιέται.
Ὅπως λοιπόν μέ τὸ αἴσθημα τῆς πείνας δέν παραξενεύεται κανείς, ἀλλά οὔτε πρέπει να παρα σύρεται, ἔτσι καί μέ τοῦτο ἐδῶ δέν πρέπει να πα-ραξενεύεται, γιά νά μή δημιουργοῦνται ὅλα ἐκεῖνα τα κόμπλεξ πού δημιουργοῦνται οὔτε ἐπίσης πρέπει να παρεκκλίνει οὔτε, τρόπον τινά, ὀφείλει να πα-ρεκκλίνει, ἀλλά πρέπει νὰ ἀγωνίζεται γενναία. Τίποτε δέν γίνεται στη ζωή χωρίς ἀγώνα. Ἐσεῖς ξέρετε καλύτερα τί ἀγώνα χρειάζεται να κάνει κανείς πρῶτα γιὰ νὰ μπεῖ στο πανεπιστήμιο –ὅσοι μπαίνουν- τί ἀγώνα χρειάζεται να κάνει ἔπειτα για να περάσει ἕνα μάθημα, γιά νά περάσει ἕνα ἔτος. Νά ἀφήσουμε τί ἀγῶνες χρειάζονται ὕστερα γιά νά διο-ρισθεῖ κανείς, γιά νά βρεῖ δουλειά, νά φτιάξει καριέρα. Καί σ' αὐτά πού συζητᾶμε χρειάζεται ἀγώνας.
Χρειάζεται λοιπόν νὰ ἀγωνισθεῖ κανείς καί νά πάρει τόν σωστό δρόμο μέ τήν ἀπόλυτη πεποίθηση ὅτι ἔχει βοηθό τόν Δημιουργό. Ὁ Δημιουργός, πού τὰ ἔφτιαξε ἔτσι, εἶναι δυνατό νά μή βοηθήσει τόν ἄνθρωπο να πάρει τόν δρόμο πού πρέπει να πάρει και να παραμείνει στον δρόμο αὐτόν καὶ νὰ τὸν πορευθεῖ, στόν ὁποῖο δρόμο ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός τὸν ἔβαλε; Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Ὁπωσδήποτε, ὁ Δημιουργός ἔρχεται ἀρωγός· χρειάζεται ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνοίγεται στη βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, πλημμυρίζει ἀπό αὐτή τή βοήθεια καί ξεπερνάει ἐμπόδια, ξεπερνάει δυσκο-λίες καί φθάνει ἐκεῖ πού πρέπει να φθάσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου