Hannah Arendt
Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:
Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)
Η Arendt πέθανε το 1975 πριν προλάβει να το συγγράψει· έτσι το Judging ανασυντέθηκε μεταθανάτια από διαλέξεις, σημειώσεις και σεμινάρια (ιδίως πάνω στον Kant).
Πρόλογος
Η Hannah Arendt δεν έζησε αρκετά ώστε να γράψει το «Judging» («Το Κρίνειν»), το τρίτο και τελευταίο μέρος του έργου της The Life of the Mind (Vom Leben des Geistes – Η Ζωή του Πνεύματος). Για όσους, βεβαίως, έχουν μελετήσει σε βάθος τη σκέψη της, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουν ότι το «Judging» θα είχε επισφραγίσει το έργο της ζωής της. Γι’ αυτό τα ουσιώδη κείμενα της Arendt που σχετίζονται με αυτό το σημαντικό θέμα έχουν συγκεντρωθεί στον παρόντα τόμο.
Φυσικά, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το έργο που δεν γράφτηκε. Νομίζω, ωστόσο, ότι — ιδίως όταν εξεταστούν στο πλαίσιο του συνολικού της έργου — μπορούν να υποδείξουν την κατεύθυνση που πιθανότατα θα είχε λάβει η σκέψη της Hannah Arendt στο πεδίο αυτό. Επιπλέον, ελπίζω, με το ερμηνευτικό μου δοκίμιο, να δείξω ότι από αυτά τα κείμενα μπορεί πράγματι να αναδειχθεί μια συνεκτική γραμμή σκέψης και να συμβάλω στο να αποκτήσει ο αναγνώστης μια αίσθηση της σημασίας τους. Αυτό — και τίποτε περισσότερο — είναι ο στόχος της δικής μου υποθετικής ανασύνθεσης.
Το πρώτο κείμενο είναι το Υστερόγραφο που η Hannah Arendt προσέθεσε στον τόμο Das Denken («Το Σκέπτεσθαι») του έργου της Vom Leben des Geistes («Η Ζωή του Πνεύματος»). Εκεί αναγγέλλει ότι «Το Θέλειν» (Das Wollen) και «Το Κρίνειν» (Das Urteilen) θα αποτελέσουν τα επόμενα κύρια θέματα. Το Υστερόγραφο λειτουργεί, επομένως, ως μετάβαση προς τον δεύτερο τόμο με τίτλο Das Wollen («Το Θέλειν»). Μπορεί, επιπλέον, να διαβαστεί ως πρόλογος στο «Το Κρίνειν», καθώς προσφέρει και ένα περίγραμμα του σχεδιαζόμενου αυτού έργου, αναφέροντας τα βασικά του θέματα και υποδεικνύοντας τη συνολική του στόχευση.
Η διάλεξη Über Kants Politische Philosophie («Περί της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Kant»), που αποτελεί τον πυρήνα του παρόντος βιβλίου, είναι μια παρουσίαση των αισθητικών και πολιτικών γραπτών του Kant, η οποία αποσκοπεί να δείξει ότι η Kritik der Urteilskraft (Κριτική της Κριτικής Δύναμης) περιέχει τα περιγράμματα μιας μεγάλης και σημαντικής Πολιτικής Φιλοσοφίας — μιας φιλοσοφίας που ο Kant ο ίδιος δεν ανέπτυξε ρητώς (και ίσως δεν είχε καν πλήρη επίγνωση της εμβέλειάς της), η οποία όμως ενδέχεται να αποτελεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη του προς τους πολιτικούς φιλοσόφους.
Η Hannah Arendt παρέδωσε αυτή τη διάλεξη για τον Kant κατά το χειμερινό εξάμηνο του 1970 στη New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Μια προγενέστερη μορφή της είχε παρουσιάσει το 1964 στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ενώ υλικό σχετικό με το θέμα «Κρίνειν» μπορεί να αντληθεί και από τις διαλέξεις περί ηθικής φιλοσοφίας που παρέδωσε το 1965 και 1966 στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και στη New School.
Για το εαρινό εξάμηνο του 1976 η Arendt είχε εκ νέου αναγγείλει στη New School διάλεξη για την Κριτική της Κριτικής Δύναμης. Αυτό όμως δεν πραγματοποιήθηκε· απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 1975.
Οι σημειώσεις με θέμα Η Φαντασία προέρχονται από ένα σεμινάριο πάνω στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης, το οποίο η Arendt παρέδωσε το 1970 στη New School for Social Research, κατά το ίδιο εξάμηνο με τη διάλεξη για τον Kant. (Συνήθιζε να διοργανώνει, παράλληλα με τις διαλέξεις, σεμινάρια πάνω σε συγγενή θέματα, ώστε να μπορεί να εμβαθύνει σε ορισμένες ιδέες.) Οι σημειώσεις αυτού του σεμιναρίου, που δημοσιεύονται εδώ, βοηθούν στην ερμηνεία της διάλεξης για τον Kant. Δείχνουν ότι η έννοια της παραδειγματικής εγκυρότητας, που εμφανίζεται στην τρίτη Κριτική του Kant, και η διδασκαλία του σχηματισμού (Schematismus) στην πρώτη Κριτική συνδέονται μέσω του ρόλου της φαντασίας· διότι αυτή είναι θεμελιώδης και για τα δύο, στο μέτρο που παρέχει σχήματα για τη γνώση όσο και παραδείγματα για την κρίση.
Σκοπός μου είναι να προσφέρω στον αναγνώστη μια επιλογή κειμένων αρκετά πλήρη, ώστε να μεταδίδει μια κατά προσέγγιση εικόνα των στοχασμών της Hannah Arendt για το κρίνειν. Άλλο διαθέσιμο διδακτικό υλικό διαλέξεων δεν συμπεριλήφθηκε, επειδή η ένταξή του θα οδηγούσε είτε σε επαναλήψεις, εκεί όπου οι απόψεις της Arendt δεν είχαν μεταβληθεί, είτε σε ασυνέπειες, εκεί όπου είχαν εξελιχθεί πέρα από παλαιότερες διατυπώσεις. Ωστόσο, χρησιμοποίησα αυτό το υλικό στο σχόλιό μου, όπου ήταν σχετικό.
Τα έργα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο είναι κατά κύριο λόγο απομαγνητοφωνήσεις ή γραπτές καταγραφές διαλέξεων που δεν προορίζονταν ποτέ για δημοσίευση. Κατά την επεξεργασία για τη μεταθανάτια έκδοση έγιναν ορισμένες αλλαγές σε σημεία όπου η σύνταξη ή η στίξη δεν ήταν γραμματικά ορθή ή δεν ήταν επαρκώς σαφής· η ουσία όμως παρέμεινε ανέπαφη και η αρχική μορφή διατηρήθηκε. Τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ δεν πρέπει, επομένως, σε καμία περίπτωση να παρερμηνευθούν ως ολοκληρωμένες πραγματείες.
Ο λόγος που καθίστανται διαθέσιμα είναι απλώς η επιθυμία να ανοίξει η πρόσβαση σε ιδέες με καίρια σημασία — σε ιδέες που η ίδια η Arendt δεν μπόρεσε πλέον να αναπτύξει με τον τρόπο που είχε προγραμματίσει.
Ο τρόπος παραπομπών της Arendt στις σημειώσεις διαλέξεων και σεμιναρίων ήταν συχνά αρκετά πρόχειρος και μερικές φορές απλώς ανακριβής. Για τον λόγο αυτό επεξεργάστηκα τις σημειώσεις και φέρω αποκλειστικά την ευθύνη γι’ αυτό.
Οφείλω βαθιά ευγνωμοσύνη στη Mary McCarthy για τη διαρκή βοήθεια και την ανεξάντλητη καλοσύνη της, χωρίς τις οποίες ο παρών τόμος δεν θα ήταν δυνατός. Ευχαριστώ επίσης το προσωπικό του Τμήματος Χειρογράφων (Manuscript Division) της Library of Congress για τη συνεργασία τους.
Ronald Beiner
Υστερόγραφο
Μεταγενέστερη προσθήκη στον πρώτο τόμο του έργου The Life of the Mind (1977/78)¹
Στον δεύτερο τόμο αυτού του έργου (Vom Leben des Geistes – Η Ζωή του Πνεύματος) θα ασχοληθώ με τις δύο άλλες πνευματικές δραστηριότητες, το Θέλειν και το Κρίνειν. Υπό το πρίσμα των προηγούμενων στοχασμών για τον χρόνο (πρβλ. κεφ. 20 του Das Denken – Το Σκέπτεσθαι), αυτές αναφέρονται σε υποθέσεις που είναι απόντες — σε πράγματα που είτε δεν είναι ακόμη είτε δεν είναι πια.
Σε αντίθεση με τη δραστηριότητα της σκέψης, η οποία ασχολείται με το αόρατο μέσα στην εμπειρία και τείνει πάντοτε προς τη γενίκευση, το Θέλειν και το Κρίνειν αφορούν το επιμέρους και, υπό αυτή την έννοια, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στον κόσμο των φαινομένων.
Αν θελήσουμε να καθησυχάσουμε τον κοινό μας νου — στον οποίο η ανάγκη της λογικής για άσκοπη αναζήτηση νοήματος είναι τόσο απεχθής — είναι δελεαστικό να δικαιολογήσουμε αυτή την ανάγκη απλώς με τον ισχυρισμό ότι η σκέψη είναι απαραίτητη ως προετοιμασία για την απόφαση σχετικά με το τι πρέπει να είναι, καθώς και για την αποτίμηση εκείνου που δεν είναι πλέον. Εφόσον το παρελθόν, όταν παρέλθει, εξαρτάται από την κρίση μας, η κρίση θα ήταν συνεπώς απλώς μια προετοιμασία για το θέλειν. Αυτή είναι αναμφίβολα — εν μέρει και θεμιτά — η οπτική του ανθρώπου καθόσον είναι δρών ον.
Ωστόσο, κάτι δεν λειτουργεί σωστά σε αυτή την προσπάθεια υπεράσπισης της δραστηριότητας της σκέψης απέναντι στην κατηγορία ότι είναι απρακτική και άχρηστη. Η απόφαση στην οποία καταλήγει η βούληση δεν μπορεί ποτέ να συναχθεί από τους μηχανισμούς της επιθυμίας ή από τις διανοητικές προσπάθειες που ενδέχεται να την προηγούνται. Η βούληση είναι είτε όργανο ελεύθερης αυθορμησίας, που διακόπτει όλες τις αιτιακές αλυσίδες κινήτρων που ενδέχεται να τη δεσμεύουν, είτε δεν είναι παρά ψευδαίσθηση.
Σε σχέση με την επιθυμία αφενός και τη λογική αφετέρου, η βούληση ενεργεί «σαν πραξικόπημα», όπως είπε κάποτε ο Bergson — πράγμα που συνεπάγεται βεβαίως ότι «οι ελεύθερες πράξεις είναι σπάνιες». Και ο Bergson συνεχίζει: «ότι, αν είμαστε ελεύθεροι κάθε φορά που θέλουμε να επιστρέψουμε στον εαυτό μας, ωστόσο σπάνια συμβαίνει να το θέλουμε».¹
Με άλλα λόγια: είναι αδύνατο να πραγματευθεί κανείς τη δραστηριότητα του Θέλειν χωρίς να θίξει το πρόβλημα της ελευθερίας.
(Τρεις παράγραφοι του πρωτοτύπου, που αναφέρονται στην παρουσίαση του Θέλειν στον δεύτερο τόμο της Ζωής του Πνεύματος*, παραλείφθηκαν εδώ. — Εκδ.)*
Θα ολοκληρώσω τον δεύτερο τόμο με μια ανάλυση της δύναμης της κριτικής ικανότητας. Η κύρια δυσκολία θα έγκειται στο ότι, παραδόξως, οι πηγές με αυθεντικές διατυπώσεις πάνω στο ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Μόνον με την Κριτική της Κριτικής Δύναμης του Kant κατέστη αυτή η ικανότητα σημαντικό θέμα για έναν μεγάλο στοχαστή.
Θα δείξω ότι η βασική μου υπόθεση για την ανάδειξη της κριτικής δύναμης ως μιας ικανότητας του πνεύματός μας σαφώς διακριτής από τις άλλες έγκειται στο ότι οι κρίσεις δεν προκύπτουν ούτε μέσω παραγωγής (deductio) ούτε μέσω επαγωγής. Με λίγα λόγια, δεν έχουν τίποτε κοινό με λογικές πράξεις — όπως, για παράδειγμα, του εξής τύπου: «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί· ο Σωκράτης είναι άνθρωπος· άρα ο Σωκράτης είναι θνητός».
Θα αναζητήσουμε τον «σιωπηλό νόημα», που — αν ποτέ αντιμετωπίστηκε — πάντοτε, ακόμη και στον Kant, νοήθηκε ως «γεύση» (Geschmack) και συνεπώς ως ανήκον στην Αισθητική. Στις πρακτικές και ηθικές υποθέσεις ονομαζόταν «συνείδηση», και η συνείδηση δεν έκρινε· ως ουράνια φωνή είτε του Θεού είτε του Λόγου έλεγε στον άνθρωπο τι να πράξει, τι να μην πράξει και για τι να μετανοήσει. Όποια όμως κι αν είναι η φωνή της συνείδησης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «σιωπηλή», και η ισχύς της εξαρτάται πλήρως από μια αυθεντία που βρίσκεται υπεράνω και πέρα από κάθε καθαρά ανθρώπινο νόμο και κανόνα.
Στον Kant, η κριτική δύναμη εμφανίζεται ως «ένα ιδιαίτερο ταλέντο», «που δεν διδάσκεται καθόλου, αλλά μόνον ασκείται». Η κριτική δύναμη έχει να κάνει με το επιμέρους. Όταν το σκεπτόμενο Εγώ, που κινείται μέσα στο καθολικό, εξέρχεται από την απόσυρσή του και εισέρχεται στον κόσμο των επιμέρους φαινομένων, αποδεικνύεται ότι το πνεύμα έχει ανάγκη από μια νέα «δωρεά» για να τα διαχειριστεί.
«Ένα αμβλύ ή περιορισμένο κεφάλι», λέγει ο Kant, «μπορεί πολύ καλά, μέσω μάθησης, να εξοπλιστεί, ακόμη και μέχρι λογιοσύνης. Επειδή όμως τότε συνήθως λείπει … [η κριτική δύναμη], δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο να συναντά κανείς πολύ λόγιους άνδρες που, στη χρήση της επιστήμης, αφήνουν συχνά να διαφανεί αυτή η ανίατη έλλειψη».²
Στον Kant είναι ο Λόγος, με τις «ρυθμιστικές Ιδέες» του, που έρχεται σε βοήθεια της κριτικής δύναμης. Αν όμως η δύναμη της κρίσης είναι διακριτή από τις άλλες δυνάμεις του πνεύματος, τότε θα πρέπει να της αποδώσουμε τον δικό της modus operandi, τον δικό της τρόπο λειτουργίας.
Αυτό έχει κάποια σημασία για μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων με τα οποία παλεύει η νεότερη σκέψη, ιδίως για το πρόβλημα της σχέσης θεωρίας και πράξης και για όλες τις προσπάθειες διαμόρφωσης μιας κατά το δυνατόν εύλογης θεωρίας της ηθικής. Από τον Hegel και τον Marx και εξής, τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν από την οπτική της ιστορίας και υπό την παραδοχή ότι υπάρχει κάτι όπως η πρόοδος του ανθρώπινου γένους.
Τελικά θα βρεθούμε ενώπιον της μόνης εναλλακτικής που υπάρχει σε αυτά τα ζητήματα: μπορούμε είτε να πούμε με τον Hegel «Η παγκόσμια ιστορία είναι το παγκόσμιο δικαστήριο» και να αφήσουμε την τελική κρίση στην επιτυχία· είτε να επιμείνουμε, με τον Kant, στην αυτονομία των πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου και στη δυνατότητα ανεξαρτησίας τους από τα πράγματα όπως είναι και όπως έχουν καταστεί.
Δεν θα είναι η πρώτη φορά³ που, στο πλαίσιο αυτό, θα ασχοληθούμε με την έννοια της ιστορίας· ενδέχεται όμως να είμαστε σε θέση να στοχαστούμε πάνω στην αρχαιότερη σημασία της. Όπως τόσες άλλες έννοιες της πολιτικής και φιλοσοφικής μας γλώσσας, η «ιστορία» είναι ελληνικής προέλευσης και ανάγεται στο «ἱστορεῖν». «Να ερευνάς για να αφηγηθείς πώς ήταν» — «λέγειν τὰ ἐόντα», λέει ο Ἡρόδοτος.
Αν όμως προχωρήσουμε γενεαλογικά, η προέλευση του ρήματος βρίσκεται ήδη στον Ὅμηρο (Ιλιάς, XVIII), όπου απαντά το ουσιαστικό «ἵστωρ» (κάτι σαν «ιστορικός»). Και αυτός ο «ιστορικός» του Ὁμήρου είναι ο δικαστής. Αν η κριτική δύναμη είναι η ικανότητά μας που ασχολείται με το παρελθόν, τότε ο ιστορικός είναι ο άνθρωπος που το ερευνά και, αφηγούμενός το, το κρίνει.
Αν αυτό ισχύει, τότε μπορούμε να ανακτήσουμε, να επαναδιεκδικήσουμε, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας από την ψευδοθεότητα της νεωτερικότητας που ονομάζεται Ιστορία. Δεν αρνούμαστε τη σημασία της ιστορίας, αλλά της αρνούμαστε το δικαίωμα να είναι ο έσχατος κριτής.
Ο πρεσβύτερος Κάτων — με το απόφθεγμα του οποίου άρχισα αυτές τις σκέψεις: «Ποτέ δεν είμαι λιγότερο μόνος από όταν είμαι μόνος με τον εαυτό μου, και ποτέ δεν είμαι δραστικότερος από όταν δεν κάνω τίποτε» — μας άφησε μια παράξενη φράση, στην οποία η πολιτική αρχή που εμπεριέχεται στο εγχείρημα της επαναδιεκδίκησης διατυπώνεται με σοφά λόγια. Είπε:
«Victrix causa deis placuit, sed victa Catoni»
(Η νικηφόρα υπόθεση άρεσε στους θεούς, αλλά η ηττημένη άρεσε στον Κάτωνα.)
Μέρος Πρώτο
Περὶ τῆς Πολιτικῆς Φιλοσοφίας τοῦ Kant
Διάλεξη δεκατριών ωρών, δοσμένη στη New School for Social Research, Νέα Υόρκη, χειμερινό εξάμηνο 1970
Πρώτη Ώρα
Το να μιλήσει κανείς για την Πολιτική Φιλοσοφία του Kant και να την ερευνήσει έχει τις δυσκολίες του. Σε αντίθεση με τόσους φιλοσόφους — Πλάτων, Αριστοτέλης, Αυγουστίνος, Θωμάς, Spinoza, Hegel και άλλοι — ο Kant δεν έγραψε ποτέ μια Πολιτική Φιλοσοφία.
Η βιβλιογραφία για τον Kant είναι τεράστια, αλλά υπάρχουν πολύ λίγα βιβλία για την Πολιτική του Φιλοσοφία και, ανάμεσά τους, μόνο ένα αξίζει πραγματικά να διαβαστεί: το έργο του Hans Saner Kants Weg vom Krieg zum Frieden¹. Στη Γαλλία εκδόθηκε πρόσφατα μια συλλογή δοκιμίων² αφιερωμένη στην Πολιτική Φιλοσοφία του Kant. Ορισμένες συμβολές είναι ενδιαφέρουσες, αλλά και εδώ σύντομα θα διαπιστώσετε ότι, όσον αφορά τον ίδιο τον Kant, το ζήτημα αντιμετωπίζεται μάλλον ως περιφερειακό θέμα.
Ανάμεσα σε όλα τα έργα που παρουσιάζουν συνολικά τη φιλοσοφία του Kant, μόνο εκείνο του Jaspers αφιερώνει τουλάχιστον το ένα τέταρτο της έκτασής του στο συγκεκριμένο αυτό αντικείμενο. (Ο Jaspers, ο μόνος μαθητής που είχε ποτέ ο Kant — και ο Saner ο μόνος που είχε ο Jaspers.)
Οι πραγματείες που περιέχονται στον τόμο On History³ ή στη νεότερη συλλογή Kant’s Political Writings⁴ δεν συγκρίνονται, ως προς την ποιότητα και το βάθος, με τα άλλα έργα του Kant. Ούτε βεβαίως συνιστούν μια «τέταρτη Κριτική», όπως ισχυρίστηκε ένας συγγραφέας⁵ που τους απέδωσε αυτό το κύρος, επειδή έτυχε να αποτελούν το θέμα του. Ο ίδιος ο Kant αποκάλεσε ορισμένες από αυτές τις πραγματείες «παιχνίδι ιδεών» ή «απλή εκδρομή ευχαρίστησης»⁶. Και ο ειρωνικός τόνος στο Zum ewigen Frieden (Προς την αιώνια ειρήνη), που είναι μακράν το σημαντικότερο από αυτά τα έργα, δείχνει καθαρά ότι ο ίδιος ο Kant δεν τα έπαιρνε υπερβολικά στα σοβαρά. Σε επιστολή του προς τον Kiesewetter (15 Οκτωβρίου 1795) μιλά για τις «ονειροπολήσεις μου “προς την αιώνια ειρήνη”» — σαν να σκεφτόταν τις πρώιμες ασχολίες του με τον Swedenborg, τα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων, ερμηνευμένα από τα όνειρα της μεταφυσικής (1766).
Όσον αφορά τη Διδασκαλία του Δικαίου (ή Διδασκαλία των Νόμων) — το πρώτο μέρος της Μεταφυσικής των Ηθών — που θα βρείτε μόνο στον τόμο που επιμελήθηκε ο Reiss και που, αν τη διαβάσετε, πιθανότατα θα τη βρείτε αρκετά ανιαρή και σχολαστική — είναι δύσκολο να μη συμφωνήσει κανείς με τον Schopenhauer, ο οποίος είπε γι’ αυτήν: «Είναι σαν να μην είναι έργο αυτού του μεγάλου άνδρα, αλλά προϊόν ενός συνηθισμένου γήινου ανθρώπου».
Η έννοια του νόμου έχει μεγάλη σημασία στην πρακτική φιλοσοφία του Kant, όπου ο άνθρωπος νοείται ως νομοθετικό ον. Αν όμως θέλουμε να μελετήσουμε γενικά τη φιλοσοφία του δικαίου, δεν θα στραφούμε ασφαλώς στον Kant, αλλά στον Pufendorf ή στον Grotius ή στον Montesquieu.
Αν, τέλος, εξετάσετε τις άλλες πραγματείες στον τόμο του Reiss ή στη συλλογή On History, θα διαπιστώσετε ότι πολλές από αυτές αφορούν την ιστορία, ώστε αρχικά φαίνεται σχεδόν σαν ο Kant, όπως τόσοι μετά από αυτόν, να αντικατέστησε την Πολιτική Φιλοσοφία με μια Φιλοσοφία της Ιστορίας. Όμως, αν δούμε προσεκτικότερα, η έννοια της ιστορίας στον Kant, όσο σημαντική κι αν είναι καθ’ εαυτήν, δεν βρίσκεται στο κέντρο της φιλοσοφίας του.
Θα στραφούμε μάλλον στον Vico ή στον Hegel και τον Marx, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι για την ιστορία. Στον Kant, η ιστορία αποτελεί μέρος της φύσης· το ιστορικό υποκείμενο είναι το ανθρώπινο γένος, νοούμενο ως μέρος της δημιουργίας, αλλά ταυτόχρονα και ως τελικός της σκοπός, ως στέμμα της δημιουργίας, θα λέγαμε.
Αυτό που έχει σημασία στην ιστορία — της οποίας την τυχαία, ενδεχομενική μελαγχολία ο Kant δεν λησμόνησε ποτέ — δεν είναι οι αφηγήσεις, ούτε τα ιστορικά άτομα, ούτε όσα οι άνθρωποι έπραξαν καλό ή κακό. Εκείνο που έχει σημασία είναι μάλλον η κρυφή πανουργία της φύσης, που κατέστησε δυνατή την πρόοδο του γένους και την ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του στη διαδοχή των γενεών.
Η διάρκεια ζωής του ανθρώπου ως ατόμου είναι πολύ σύντομη για να αναπτύξει όλες τις ανθρώπινες ικανότητες και δυνατότητες· η ιστορία του ανθρώπινου γένους είναι, συνεπώς, η διαδικασία μέσα στην οποία «όλα τα σπέρματα που η φύση έθεσε σε αυτό μπορούν πλήρως να αναπτυχθούν και ο προορισμός του εδώ στη γη να εκπληρωθεί»⁷.
Αυτή είναι η «παγκόσμια ιστορία», ιδωμένη κατ’ αναλογία προς την οργανική ανάπτυξη του ατόμου: παιδική ηλικία, νεότητα, ωριμότητα.
Ο Kant δεν ενδιαφέρεται ποτέ για το παρελθόν· εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι το μέλλον του γένους. Ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο όχι εξαιτίας της αμαρτίας και όχι από έναν εκδικητικό Θεό, αλλά από τη φύση, που τον απελευθέρωσε από τη μητρική της μήτρα και τον έδιωξε από τον Κήπο της Εδέμ, «από την αθώα και ασφαλή κατάσταση της παιδικής φροντίδας»⁸.
Αυτό είναι η αρχή της ιστορίας· η πορεία της είναι η πρόοδος, και το προϊόν αυτής της διαδικασίας ονομάζεται άλλοτε «πολιτισμός»⁹, άλλοτε «ελευθερία» («έξοδος από την κηδεμονία της φύσης στην κατάσταση της ελευθερίας»¹⁰)· και μόνο μία φορά, σχεδόν παρεμπιπτόντως, ισχυρίζεται ο Kant ότι πρόκειται για την παραγωγή «του μέγιστου σκοπού του ανθρώπινου προορισμού», δηλαδή της «κοινωνικότητας»¹¹. (Θα δούμε αργότερα ποια σημασία έχει η κοινωνικότητα.)
Η ίδια η πρόοδος, η κατεξοχήν έννοια του 18ου αιώνα, αντιμετωπίζεται από τον Kant μάλλον με μελαγχολία. Τονίζει επανειλημμένα τη θλιβερή σημασία της για τη ζωή του ατόμου:
«Ακόμη κι αν δεχθούμε την ηθικο-φυσική κατάσταση του ανθρώπου σε αυτή τη ζωή στην καλύτερη δυνατή της μορφή, δηλαδή ως συνεχή πρόοδο και προσέγγιση προς το ύψιστο αγαθό (που του έχει τεθεί ως σκοπός), δεν μπορεί ωστόσο… να συνδέσει με αυτήν την ικανοποίηση, ενόψει μιας αιώνιας μεταβολής της κατάστασής του… Διότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα παραμένει πάντοτε κακό, συγκριτικά με την καλύτερη στην οποία πρόκειται να εισέλθει· και η παράσταση μιας άπειρης προόδου προς τον τελικό σκοπό είναι συγχρόνως η προοπτική μιας άπειρης σειράς κακών, που… δεν επιτρέπουν να υπάρξει ικανοποίηση…»¹²
Συνεχίζεται
Περὶ τῆς Πολιτικῆς Φιλοσοφίας τοῦ Kant
Διάλεξη δεκατριών ωρών, δοσμένη στη New School for Social Research, Νέα Υόρκη, χειμερινό εξάμηνο 1970
Πρώτη Ώρα
Το να μιλήσει κανείς για την Πολιτική Φιλοσοφία του Kant και να την ερευνήσει έχει τις δυσκολίες του. Σε αντίθεση με τόσους φιλοσόφους — Πλάτων, Αριστοτέλης, Αυγουστίνος, Θωμάς, Spinoza, Hegel και άλλοι — ο Kant δεν έγραψε ποτέ μια Πολιτική Φιλοσοφία.
Η βιβλιογραφία για τον Kant είναι τεράστια, αλλά υπάρχουν πολύ λίγα βιβλία για την Πολιτική του Φιλοσοφία και, ανάμεσά τους, μόνο ένα αξίζει πραγματικά να διαβαστεί: το έργο του Hans Saner Kants Weg vom Krieg zum Frieden¹. Στη Γαλλία εκδόθηκε πρόσφατα μια συλλογή δοκιμίων² αφιερωμένη στην Πολιτική Φιλοσοφία του Kant. Ορισμένες συμβολές είναι ενδιαφέρουσες, αλλά και εδώ σύντομα θα διαπιστώσετε ότι, όσον αφορά τον ίδιο τον Kant, το ζήτημα αντιμετωπίζεται μάλλον ως περιφερειακό θέμα.
Ανάμεσα σε όλα τα έργα που παρουσιάζουν συνολικά τη φιλοσοφία του Kant, μόνο εκείνο του Jaspers αφιερώνει τουλάχιστον το ένα τέταρτο της έκτασής του στο συγκεκριμένο αυτό αντικείμενο. (Ο Jaspers, ο μόνος μαθητής που είχε ποτέ ο Kant — και ο Saner ο μόνος που είχε ο Jaspers.)
Οι πραγματείες που περιέχονται στον τόμο On History³ ή στη νεότερη συλλογή Kant’s Political Writings⁴ δεν συγκρίνονται, ως προς την ποιότητα και το βάθος, με τα άλλα έργα του Kant. Ούτε βεβαίως συνιστούν μια «τέταρτη Κριτική», όπως ισχυρίστηκε ένας συγγραφέας⁵ που τους απέδωσε αυτό το κύρος, επειδή έτυχε να αποτελούν το θέμα του. Ο ίδιος ο Kant αποκάλεσε ορισμένες από αυτές τις πραγματείες «παιχνίδι ιδεών» ή «απλή εκδρομή ευχαρίστησης»⁶. Και ο ειρωνικός τόνος στο Zum ewigen Frieden (Προς την αιώνια ειρήνη), που είναι μακράν το σημαντικότερο από αυτά τα έργα, δείχνει καθαρά ότι ο ίδιος ο Kant δεν τα έπαιρνε υπερβολικά στα σοβαρά. Σε επιστολή του προς τον Kiesewetter (15 Οκτωβρίου 1795) μιλά για τις «ονειροπολήσεις μου “προς την αιώνια ειρήνη”» — σαν να σκεφτόταν τις πρώιμες ασχολίες του με τον Swedenborg, τα Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων, ερμηνευμένα από τα όνειρα της μεταφυσικής (1766).
Όσον αφορά τη Διδασκαλία του Δικαίου (ή Διδασκαλία των Νόμων) — το πρώτο μέρος της Μεταφυσικής των Ηθών — που θα βρείτε μόνο στον τόμο που επιμελήθηκε ο Reiss και που, αν τη διαβάσετε, πιθανότατα θα τη βρείτε αρκετά ανιαρή και σχολαστική — είναι δύσκολο να μη συμφωνήσει κανείς με τον Schopenhauer, ο οποίος είπε γι’ αυτήν: «Είναι σαν να μην είναι έργο αυτού του μεγάλου άνδρα, αλλά προϊόν ενός συνηθισμένου γήινου ανθρώπου».
Η έννοια του νόμου έχει μεγάλη σημασία στην πρακτική φιλοσοφία του Kant, όπου ο άνθρωπος νοείται ως νομοθετικό ον. Αν όμως θέλουμε να μελετήσουμε γενικά τη φιλοσοφία του δικαίου, δεν θα στραφούμε ασφαλώς στον Kant, αλλά στον Pufendorf ή στον Grotius ή στον Montesquieu.
Αν, τέλος, εξετάσετε τις άλλες πραγματείες στον τόμο του Reiss ή στη συλλογή On History, θα διαπιστώσετε ότι πολλές από αυτές αφορούν την ιστορία, ώστε αρχικά φαίνεται σχεδόν σαν ο Kant, όπως τόσοι μετά από αυτόν, να αντικατέστησε την Πολιτική Φιλοσοφία με μια Φιλοσοφία της Ιστορίας. Όμως, αν δούμε προσεκτικότερα, η έννοια της ιστορίας στον Kant, όσο σημαντική κι αν είναι καθ’ εαυτήν, δεν βρίσκεται στο κέντρο της φιλοσοφίας του.
Θα στραφούμε μάλλον στον Vico ή στον Hegel και τον Marx, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι για την ιστορία. Στον Kant, η ιστορία αποτελεί μέρος της φύσης· το ιστορικό υποκείμενο είναι το ανθρώπινο γένος, νοούμενο ως μέρος της δημιουργίας, αλλά ταυτόχρονα και ως τελικός της σκοπός, ως στέμμα της δημιουργίας, θα λέγαμε.
Αυτό που έχει σημασία στην ιστορία — της οποίας την τυχαία, ενδεχομενική μελαγχολία ο Kant δεν λησμόνησε ποτέ — δεν είναι οι αφηγήσεις, ούτε τα ιστορικά άτομα, ούτε όσα οι άνθρωποι έπραξαν καλό ή κακό. Εκείνο που έχει σημασία είναι μάλλον η κρυφή πανουργία της φύσης, που κατέστησε δυνατή την πρόοδο του γένους και την ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του στη διαδοχή των γενεών.
Η διάρκεια ζωής του ανθρώπου ως ατόμου είναι πολύ σύντομη για να αναπτύξει όλες τις ανθρώπινες ικανότητες και δυνατότητες· η ιστορία του ανθρώπινου γένους είναι, συνεπώς, η διαδικασία μέσα στην οποία «όλα τα σπέρματα που η φύση έθεσε σε αυτό μπορούν πλήρως να αναπτυχθούν και ο προορισμός του εδώ στη γη να εκπληρωθεί»⁷.
Αυτή είναι η «παγκόσμια ιστορία», ιδωμένη κατ’ αναλογία προς την οργανική ανάπτυξη του ατόμου: παιδική ηλικία, νεότητα, ωριμότητα.
Ο Kant δεν ενδιαφέρεται ποτέ για το παρελθόν· εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι το μέλλον του γένους. Ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο όχι εξαιτίας της αμαρτίας και όχι από έναν εκδικητικό Θεό, αλλά από τη φύση, που τον απελευθέρωσε από τη μητρική της μήτρα και τον έδιωξε από τον Κήπο της Εδέμ, «από την αθώα και ασφαλή κατάσταση της παιδικής φροντίδας»⁸.
Αυτό είναι η αρχή της ιστορίας· η πορεία της είναι η πρόοδος, και το προϊόν αυτής της διαδικασίας ονομάζεται άλλοτε «πολιτισμός»⁹, άλλοτε «ελευθερία» («έξοδος από την κηδεμονία της φύσης στην κατάσταση της ελευθερίας»¹⁰)· και μόνο μία φορά, σχεδόν παρεμπιπτόντως, ισχυρίζεται ο Kant ότι πρόκειται για την παραγωγή «του μέγιστου σκοπού του ανθρώπινου προορισμού», δηλαδή της «κοινωνικότητας»¹¹. (Θα δούμε αργότερα ποια σημασία έχει η κοινωνικότητα.)
Η ίδια η πρόοδος, η κατεξοχήν έννοια του 18ου αιώνα, αντιμετωπίζεται από τον Kant μάλλον με μελαγχολία. Τονίζει επανειλημμένα τη θλιβερή σημασία της για τη ζωή του ατόμου:
«Ακόμη κι αν δεχθούμε την ηθικο-φυσική κατάσταση του ανθρώπου σε αυτή τη ζωή στην καλύτερη δυνατή της μορφή, δηλαδή ως συνεχή πρόοδο και προσέγγιση προς το ύψιστο αγαθό (που του έχει τεθεί ως σκοπός), δεν μπορεί ωστόσο… να συνδέσει με αυτήν την ικανοποίηση, ενόψει μιας αιώνιας μεταβολής της κατάστασής του… Διότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα παραμένει πάντοτε κακό, συγκριτικά με την καλύτερη στην οποία πρόκειται να εισέλθει· και η παράσταση μιας άπειρης προόδου προς τον τελικό σκοπό είναι συγχρόνως η προοπτική μιας άπειρης σειράς κακών, που… δεν επιτρέπουν να υπάρξει ικανοποίηση…»¹²
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου