Συνέχεια από: Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΟΥΔΕΝ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΠΟΥ ΔΙΕΔΡΑΜΑΤΙΣΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟ-ΜΙΜΗΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ: ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΚΤΥΛΙΧΘΗΚΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
Συσχετισμοί μεταξὺ τῆς διανόησεως τῶν Προσωκρατικών καὶ τῆς σωκρατικῆς διαλεκτικῆς· συμπεράσματα ὡς πρὸς τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης οὐδὲν συνέγραψε
Οἱ καινοτομίες ποὺ ἔφεραν οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι στὸν ελληνικό πολιτισμό ἐξαρτῶνται ὄχι μόνον – καὶ ὄχι τόσον – ἀπὸ τὰ λεγόμενά τους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὰ διατύπωσαν. Μὲ ἄλλα λόγια, ή συμβολή τῶν Προσωκρατικῶν ὑπῆρξε καθοριστική ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰ εἶδη τῶν προβλημάτων ποὺ ἤγειραν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴ μεθόδευση καὶ τοὺς τρόπους ποὺ ἀκολούθησαν γιὰ τὴν ἐπίλυσή τους. Ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο προσωκρατικό φιλόσοφο, τὸν Θαλῆ τὸν Μιλήσιο, τὰ προβλήματα μεθοδεύονται καὶ ἐπιλύονται, σὲ συνάρτηση ὄχι μὲ τὶς εἰκόνες καὶ τὸν μύθο, ἀλλὰ μὲ τὸν λόγο.
Ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο τοῦ ἔργου του Μετὰ τὰ Φυσικά εὔστοχα διαπιστώνει ὅτι ἡ θέση τοῦ Θαλῆ, κατὰ τὴν ὁποία τὸ νερὸ εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν πραγμάτων, δὲν συνέπιπτε (όπως θεωροῦσαν ὁρισμένοι) μὲ τοὺς ἰσχυρισμούς τῶν ἀρχαίων σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους τὰ πράγματα δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν θεὸ Ὠκεανό καὶ τὴ Θέτιδα, θεότητα τῆς θάλασσας, καὶ οἱ θεοὶ ὠρκίζονταν εἰς τὸ ὄνομα τῆς Στυγός, δηλαδή στο νερό, τὸ ὁποῖο ἐθεωρεῖτο ὅ,τι πιὸ ἀξιοσέβαστο. Πράγματι, ὁ Θαλῆς δὲν ἔπλαθε μύθους, ἀντίθετα συλλογιζόταν σε συνάρτηση μὲ τὸν «λόγο», δηλαδή σε συνάρτηση μὲ τὴν ὀρθολογιστική θεωρία ἐκείνου ποὺ θὰ ὀνομαζόταν «ἀρχή», ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦνται, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχονται καὶ στὸ ὁποῖο θὰ καταλήξουν ὅλα τὰ ὄντα.
Ἐπρόκειτο για μία ρητὴ καὶ μείζονος σημασίας ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὸν τρόπο διανόησης μέσω εἰκόνων, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήριζε τὴν ποιητική-μιμητική παράδοση τοῦ κοινοῦ προφορικού λόγου. Ὁ Θαλῆς καὶ αὐτὸς ἐπίσης δὲν ἄφησε γραπτά, ἀξίζει νὰ τὸ ἀναφέρουμε, κείμενα καὶ ἔδρασε in toto στο πλαίσιο τοῦ προφορικού λόγου.
Πρέπει, ἐπίσης, νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ πρῶτοι Πυθαγόρειοι ὁποῖοι μάλιστα ἀσχολήθηκαν καὶ με μαθηματικά προβλήματα, έδρασαν στο πλαίσιο του προφορικού λόγου.
Ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης καὶ ὁ Ἐμπεδοκλής ἐχρησιμοποίησαν τὴ γραφή υπό ποιητική μορφή, καθ' ὅσον ὁ πεζός λόγος, ευρισκόμενος ακόμη στα πρώτα του βήματα, δὲν εἶχε ἐπιβληθεῖ ὁριστικῶς· συνεπώς ἡ ποίηση παρέμενε το βασικό μέσον ἐπικοινωνίας, καθώς διευκόλυνε τὴν ἀπομνημόνευση. Οἱ φιλόσοφοι αὐτοὶ ὅμως, ἀκριβῶς μέσω των ποιητικών στίχων, κατέστρεφαν τὰ στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε τραφεί ἡ ποίηση καί, συνακόλουθα, τὸν ἴδιο τὸν λόγο ὑπαρξής της ὡς μοναδικοῦ μέσου ἐπικοινωνίας.
Ο Ηράκλειτος, ὁ Ζήνων καὶ ὁ Μέλισσος συνέγραψαν σε πεζό λόγο, τὸ ἔκαναν ὅμως – ιδίως ὁ Ἡράκλειτος – ὑπὸ μορφήν ἀφορισμῶν, πράγμα τὸ ὁποῖο πιστοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα του Μελίσσου18. Ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς στίχους, οἱ ἀφορισμοί, ἂν καὶ μὲ διαφορετικό τρόπο, προσφέρονταν ἐπίσης πρὸς ἀπομνημόνευση.
Ο Αναξαγόρας συνέγραψε σὲ πεζό λόγο· ὁ Πλάτων μάλιστα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι στὴν ἀγορὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀγοράσει κάποιο βιβλίο του σε χαμηλή τιμή19. Οἱ πιο πρόσφατες μελέτες, ἐν τούτοις, ἐπισημαίνουν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο για βιβλία μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοια, ἀλλά γιὰ δυὸ ἢ τρία φύλλα παπύρου που περιείχαν ὁρισμένα περιληπτικά ἀποσπάσματα20.
Οἱ φιλόσοφοι αὐτοὶ χρησιμοποιοῦσαν πλέον τὴ γραφή, οἱ καινοτομίες τους ὅμως δὲν ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὴ γραφή καθ' ἑαυτὴ ἢ, ἐν πάση περιπτώσει, ἐξηρτῶντο ἀπὸ αὐτὴν μόνον ἐν μέρει.
Στην πραγματικότητα, τὰ κείμενα τῶν ἐν λόγῳ φιλοσόφων ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς ἐργαλεῖα ἀπὸ μία ὁμάδα ατόμων στο πλαίσιο τοῦ σχολείου καὶ σε στενή πάντοτε συνάρτηση πρὸς τὸν προφορικό λόγο.
Ὀφείλουμε, ἐπιπροσθέτως, νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἐνίοτε ἀκόμη καὶ οἱ ποιητὲς ἔχρησιμοποιοῦσαν τὴ γραφή, ὡς ὑποστήριγμα ὅμως τοῦ προφορικού λόγου. Ὁμοίως καὶ οἱ πρῶτοι φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνώριζαν στη γραφὴ τὸ ἔρεισμα μίας νέας μορφῆς προφορικού λόγου, πολύ διαφορετικοῦ ἀπὸ τὸν ποιητικό, που χρειαζόταν περισσότερο το νέο τοῦτο στήριγμα.
Υπενθυμίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἴδια ἡ «δημοσίευση» ἑνὸς νέου ἔργου ἐλάμβανε χώρα στο πλαίσιο τοῦ προφορικού λόγου. Ὁ συγγραφεύς ἐδιάβαζε τὸ κείμενο κατόπιν ξεκινούσε ή συζήτηση, μὲ διευκρινίσεις καὶ κατάλληλες ἐμβαθύνσεις, καὶ συνέχιζε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἕως τὸ τέλος. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα ποὺ ἀναφέρει ὁ Πλάτων στὸν Παρμενίδη σχετικῶς μὲ τὸ κείμενο του Ζήνωνος21.
Οἱ Σοφιστές, σύγχρονοι τοῦ Σωκράτους, ὑπῆρξαν, ὅπως προείπαμε, θερμοί ὑπερασπιστὲς καὶ ὑπέρμαχοι τῆς διάδοσης τῆς γραφῆς.
Ὁ Δημόκριτος ἄφησε μεγάλο συγγραφικό ἔργο, ἦταν ὅμως κατά δέκα χρόνια νεώτερος τοῦ Σωκράτους καὶ συνεπῶς δὲν σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ πρόβλημα ποὺ ἐξετάζουμε.
Συνοψίζοντας, θὰ λέγαμε ὅτι οἱ φυσιοκρατικοί φιλόσοφοι που προηγήθηκαν τοῦ Σωκράτους ἐπυροδότησαν καὶ συνέβαλαν στὴν ἐξέλιξη μίας πολιτισμικῆς ἐπαναστάσεως ἐντὸς τοῦ ἰδίου τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προφορικού λόγου (παρ' ὅτι οἱ ἴδιοι ἐπωφελήθηκαν τῆς γραφῆς)· τὴν ἐπανάσταση αὐτήν, ὅμως, μὲ ριζικό τρόπο καὶ στὴ διάσταση ἀκριβῶς τῆς διαλεκτικῆς του προφορικοῦ λόγου, ἔφερε εἰς πέρας ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης.
Ὁ Havelock, ὁ ὁποῖος ἐκλαμβάνει τὴ γραφὴ ὡς αἰτία αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐπανάστασης, προβαίνει σε μερικοὺς πολὺ εὔγλωττους ἰσχυρισμούς, μολονότι στη συνέχεια προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἀναιρέσει. Ἐπὶ παραδείγματι, ἀφ' ἑνὸς ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ Προσωκρατικοὶ ὑπῆρξαν «στοχαστές τοῦ προφορικού λόγου»22· ἀφ' ἑτέρου, ὅμως, ἀναιρεῖ ὅσα λέγει, γράφοντας ὅτι ἡ τεχνικὴ ἡ ὁποία εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς Προσωκρατικούς, καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Σωκράτη, «εἶχε ὁδηγηθεῖ στὰ ὅρια τοῦ δυνατοῦ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη καὶ μόνον τοῦ γραπτοῦ λόγου»23.
Ἐμεῖς, ὅπως ἐπεσημάναμε πιὸ πάνω, ἔχουμε ἀντίθετη άποψη: Ὁ γραπτός λόγος ἐπεβλήθη κάποια στιγμὴ ὡς ἀναγκαῖος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθεῖ καὶ ἀναπτυχθεῖ πλάι στον ποιητικό-μιμητικό λόγο, τουτέστιν ἕναν διαλεκτικό προφορικό λόγο ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς στὸ ἐπίπεδο στο ὁποῖο τὸν ὁδήγησε ὁ Σωκράτης μποροῦσε νὰ μεταδοθεῖ μὲ τὸν καλύτερο δυνατό τρόπο στη διάσταση τοῦ προφορικού λόγου, δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο ἀπομνημόνευσης καὶ ἔτσι νὰ διατηρηθεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἐκ νέου παρὰ μόνον μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς γραφῆς.
Οφείλουμε, ἐν τούτοις, νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ ἔντονη επιστημονική ιδιοσυγκρασία του ὁδηγεῖ τὸν Havelock σε μία σειρά ἀπὸ ισχυρισμούς οἱ ὁποῖοι, παρ' ότι κινούνται στὰ ὅρια τῆς ἀντίφασης που προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν, τελικά τείνουν πρὸς τὰ ίδια συμπεράσματα στὰ ὁποῖα καταλήγουμε κι ἐμεῖς. Γι' αὐτὸ καὶ θεωρούμε σκόπιμο να τα ἐκθέσουμε αμέσως παρακάτω.
Ἀφοῦ ἐπεσήμανε ὅτι ὁ φιλόσοφος βαθμιαίως ἐγκατέλειψε την ποιητική ορολογία καὶ σύνταξη, προτείνοντας έναν λόγο ὁ ὁποῖος στεροῦσε ἀπὸ τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ τὴν ἀμεσότητά τους τὰ μεμονωμένα άτομα, τις πράξεις τους καὶ τὰ διάφορα γεγονότα, γιὰ νὰ τὰ ταξινομήσει ἐκ νέου σε κατηγορίες καὶ ἀφηρημένες ἰδέες· ἀφοῦ παρατήρησε ὅτι κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ λογικὴ ἀνάλυση ἀντικαθιστούσε τὴν ἄμεση διαίσθηση, πράγμα τὸ ὁποῖο συντελούσε στη διάδοση νέων μορφῶν στο πλαίσιο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὁ Havelock γράφει: «Το νέο λεξιλόγιο ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν προσωπικὴ ἐνασχόληση ποὺ αὐτὸ προϋποθέτει στὸν βαθμὸ ποὺ αὐτὰ ἀποσυνέθεταν τὴν ποιητική ἐμπειρία – γίνονταν ἀντιληπτὰ ὡς σοβαρή προσβολή πρὸς τὴν παράδοση. Επειδή προσείλκυαν τοὺς μέν, φαίνονταν ὕποπτα στοὺς δὲ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλαίσιο ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ βίος καὶ ἡ διαλεκτική τοῦ Σωκράτους ἀποκτοῦν τὸ ἱστορικὸ νόημά τους»24.
Ἰδοὺ μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου στὸ ὁποῖο – παρ' ὅτι στὸ πλαίσιο τῆς σχετικῆς ἀντίφασης ποὺ ἀναφέραμε – ἐντοπίζουμε μία ἀξιόλογη ἐπιβεβαίωση τῆς θέσης μας: «Η πεποίθηση ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτους ἀντιπροσωπεύει μία ἀνατροπὴ τῶν προγενεστέρων τάσεων δὲν εὐσταθεῖ, μολονότι ἐνθαρρύνεται ἀπὸ τὴν ᾿Απολογία τοῦ Πλάτωνος. Οἱ Προσωκρατικοί, ἂν καὶ εἶχαν διερευνήσει τη σύνταξη καὶ τὸ λεξιλόγιο ποὺ ἦσαν ἀπαραίτητα, ἂν καὶ εἶχαν ἐπίγνωση τῶν πνευματικῶν ἱκανοτήτων ποὺ ἀπαιτοῦντο γιὰ τὸν σκοπό αὐτό, ἐν τούτοις δὲν ἤξεραν πάντοτε τί ἔκαναν. Ἡ εὐφυΐα τοῦ Σωκράτους ἦταν αὐτὴ ποὺ ἀποκάλυψε τί συνέβαινε καὶ ὥρισε τὰ ψυχολογικά καὶ γλωσσολογικὰ ἐπακόλουθα. Ο Σωκράτης προτείνει τὴν ἀφαιρετική μέθοδο· ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, τὸ πρόβλημα ἀναγνωρίζεται ὡς γλωσσικό (τοῦ λόγου) καὶ ταυτόχρονα ὡς ψυχολογικό. Ἡ ἀφαίρεση ὀρθῶς διατυπώνεται ὡς πράξη ἀποχωρισμοῦ τοῦ πυρήνα, ὡς πράξη ποὺ διαχωρίζει το “πράγμα κάθ' ἑαυτό” ἀπὸ τὰ ἀφηγηματικά συμφραζόμενα καὶ εἴτε περιορίζεται στὸ νὰ μᾶς λέει κάτι σχετικῶς μὲ αὐτὸ τὸ "πράγμα κάθ' εαυτό" εἴτε τὸ ἀπεικονίζει ἢ τὸ προσωποποιεί. Μεγάλο μέρος της σωκρατικῆς ἐνέργειας πιθανώς διοχετεύθηκε για να ορισθεί το σκεπτόμενο υποκείμενο (ψυχή), τὸ ὁποῖο τότε διακρινόταν με κριτικό τρόπο ἀπὸ τὴν ποιητική μήτρα ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐμπειρία ἐν γένει ἀναπαρίστατο ὑπὸ μορφὴν ἀλληλουχίας εἰκόνων. Κατά τη διάρκεια τῆς διάκρισής του ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ μήτρα, τὸ ὑποκείμενο πραγματοποιεῖ “διανοήσεις” ἢ ἀφαιρέσεις, οἱ ὁποῖες πλέον συνιστοῦν τὸ νέο περιεχόμενο τῆς ἐμπειρίας του. [...] Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης αντιπροσωπεύει μία παράδοξη μορφὴ στὴν ἐξέλιξη τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, μορφὴ ἡ ὁποία δὲν εἶναι λιγότερο ἀντιφατικὴ ἀπ' ὅτι ἐκείνη τῶν προκατόχων του. Παραδείγματος χάριν, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Παρμενίδης, ὁ ὁποῖος παρέμεινε ἕνας ἀοιδὸς ἐνταγμένος στην προφορική παράδοση, ἀγωνίζεται μὲ θάρρος νὰ κατακτήσει μία σειρὰ ἀπὸ συντακτικές σχέσεις καὶ ἕνα λεξιλόγιο ποὺ νὰ μὴν εἶναι ποιητικού χαρακτήρος, ἔτσι καὶ ὁ Σωκράτης παραμένει σταθερά προσκολλημένος στην προφορική μεθοδολογία, χωρίς ποτέ νὰ γράψει – ἐξ ὅσων γνωρίζουμε – οὔτε μία λέξη. Ὁ Σωκράτης ἦταν ἀφιερωμένος στὴν ἀμοιβαία ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν ὅπως αὐτὴ ἐλάμβανε χώρα στὴν πλατεία τῆς ἀγορᾶς, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ παύει νὰ εἶναι προσηλωμένος σε μία τεχνικὴ ἡ ὁποία, ἐν ἀγνοίᾳ του, μποροῦσε νὰ λάβει πλήρη μορφή μόνον διά μέσου τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ ἡ ὁποία μάλιστα ὁδηγήθηκε στὰ ὅρια τοῦ δυνατοῦ μόνον χάριν στὴν ὕπαρξη τοῦ γραπτού λόγου»25.
Το πρόβλημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκινήσαμε – δηλαδὴ οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης, βάσει τῶν ὅσων προείπαμε, δὲν συνέγραψε τίποτε – μπορεῖ κατὰ τὴν ἄποψή μας νὰ θεωρηθεῖ ἀπολύτως λελυμένο: Ὁ Σωκράτης εἶναι ὁ τελευταῖος σπουδαῖος ἐκπρόσωπος τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προφορικού λόγου, ὁ ὁποῖος κυριαρχοῦσε μέχρι τον 5ο αἰώνα π.Χ. καὶ τὸν ὁποῖο αὐτός, μέσω τῆς διαλεκτικῆς, ἀπήλλαξε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ποιητικό-μιμητικό περιεχόμενό του καὶ τις μεθόδους ποὺ συνυφαίνονταν μὲ αὐτό. Ταυτοχρόνως, ὅμως, ὁ Σωκράτης κατέστησε μὲ ὁριστικό τρόπο ἀναγκαία τὴ γραφή πρὸς συντήρηση καὶ ἀξιοποίηση ὅσων εἶχε πεῖ καὶ διδάξει, σε τέτοιο βαθμό ὥστε, καθὼς θὰ διαπιστώσουμε ἀμέσως μετά, ἡ διδασκαλία του διὰ μέσου τῆς διαλεκτικῆς τοῦ προφορικού λόγου ὁδήγησε στὴν ὑπερίσχυση ἑνὸς νέου λογοτεχνικοῦ εἶδους, τοῦ διαλόγου, τὸ ὁποῖο ἐμπνεόταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοὺς «σωκρατικούς λόγους».
Ἐν κατακλείδι, ὀφείλουμε νὰ λάβουμε υπ' όψη μας τὸ γεγονός ότι τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιλυθεῖ παρά μόνον ἀπὸ τὴν προϋπόθεση ότι θὰ διεισδύσουμε σὲ ἐκεῖνον τὸν ἐρμηνευτικό κύκλο που καθιστά κατανοητή τὴν ἐποχή του πολιτισμού του προφορικού λόγου τόσον ὡς πρὸς τῆς ἀρχικές μιμητικο-ποιητικές μορφές του, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τις καινοτομίες οἱ ὁποῖες εἰσήχθησαν σταδιακῶς καὶ ἀνεπτύχθησαν μέσω τῆς διαλεκτικῆς του προφορικού λόγου καὶ ἀργότερα μέσω τῆς γραφῆς, μέχρι καὶ τὴν τελικὴ ἐξάντλησή του. Παράλληλα, όμως, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ γεγονός ότι μόνον ἡ ἐξέλιξη τῶν σπουδῶν τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας, όπως αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὸν ἀρχαῖο κόσμο, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ διατυπώσουμε καὶ νὰ ἐπιλύσουμε τὸ ζήτημα μὲ τὸν σωστό τρόπο.
Ἡ ἐπίλυση τοῦ προβλήματος που πραγματευθήκαμε στο κεφάλαιο τοῦτο μᾶς ἐπιτρέπει τώρα νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα ἄλλο ζήτημα το ὁποῖο εἶναι ἐξ ἴσου σημαντικό, δηλαδὴ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει να χρησιμοποιοῦνται οἱ πηγές ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλοῦμε ἔμμεσες πληροφορίες σχετικώς πρὸς τὴ διανόηση τοῦ Σωκράτους.
Ἡ ἐκρηκτικὴ ἀπήχηση τῆς διανόησης τοῦ Σωκράτους, παραλλήλως πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ἀδύνατον νὰ διατηρηθοῦν τὰ μηνύματα ποὺ μεταδίδονταν μέσῳ τῆς σύνθετης ἐκείνης μεθόδου, δηλαδὴ τῆς διαλεκτικής του προφορικού λόγου, ἐδημιούργησαν τὸ νέο λογοτεχνικὸ εἶδος τῶν «σωκρατικών διαλόγων». Η μέθοδος αὐτή, ἡ ὁποία ἐφαρμόσθηκε ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν μαθητῶν τοῦ Σωκράτους, μὲ ἀρχηγέτη τὸν Πλάτωνα, εἶχε μία σειρὰ ἐπιπτώσεων καὶ συνεπειών στις ὁποῖες πρέπει τώρα νὰ ἀναφερθοῦμε.
19. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 26 d-e.
20. Πβ. E.G. TURNER, I libri nell'Atene del V e del IV secolo a.C. (Τα βιβλία στην Αθήνα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ.), τὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται στο G. CAVALLO, Libri, editori e pubblico nel mondo antico. Guida storica e critica (Βιβλία, εκδότες και κοινό στον αρχαίο κόσμο. Ιστορικός και κριτικός οδηγός), Roma-Bari, Laterza, 1975.
21. Πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Παρμενίδης, 127 d-e.
22. E.A. HAVELOCK, Cultura orale e civiltà della scrittura, σ. 6.
23. Αὐτόθι, σ. 250.
24. Αὐτόθι, σ. 232.
25. Αὐτόθι, σ. 249.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου