Συνέχεια από Παρασκευή 27. Φεβρουαρίου 2026
Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 8
Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας [Υποκειμενικής]
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας [Υποκειμενικής]
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 11. Η καθαρή έννοια του νου (Notion)
Το άλλο στοιχείο της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης είναι η σκέψη, η οποία ως καθοριστική παράσταση αποβλέπει σε αυτό που δίδεται στην εποπτεία και έτσι υπηρετεί αποκλειστικά την εποπτεία. Το αντικείμενο μιας εποπτείας, που είναι πάντοτε κάτι επιμέρους, καθορίζεται όμως ως «αυτό και αυτό» μέσα σε μια «γενική παράσταση», δηλαδή στην έννοια. Η περατότητα της σκεπτόμενης εποπτείας είναι, επομένως, γνώση μέσω εννοιών· η καθαρή γνώση είναι καθαρή εποπτεία μέσω καθαρών εννοιών. Αυτές πρέπει να καταδειχθούν, εάν πρόκειται να εξασφαλιστεί γενικά το πλήρες ουσιαστικό περιεχόμενο μιας καθαρής γνώσης. Για να μπορέσουμε όμως να βρούμε τέτοιες καθαρές έννοιες, χρειάζεται πρώτα να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς αναζητείται υπό αυτόν τον τίτλο.
Στην παράσταση, π.χ. μιας φλαμουριάς, μιας οξιάς, ενός έλατου ως «δέντρου», το εκάστοτε επιμέρους που γίνεται αντικείμενο εποπτείας καθορίζεται ως «αυτό και αυτό» από την άποψη εκείνου που «ισχύει για πολλά». Αυτή η ισχύς για πολλά χαρακτηρίζει μεν μια παράσταση ως έννοια, αλλά δεν αγγίζει ακόμη την πρωταρχική της ουσία. Διότι αυτή η γενικότητα θεμελιώνεται η ίδια, ως παράγωγος χαρακτήρας, στο ότι στην έννοια παρουσιάζεται πάντοτε το Ένα, μέσα στο οποίο συμφωνούν περισσότερα αντικείμενα. Η εννοιολογική παράσταση είναι η σύμπτωση πολλών μέσα σε αυτό το Ένα. Η ενότητα αυτού του Ενός πρέπει, επομένως, να προϊδεάζεται στην εννοιολογική παράσταση και να τίθεται εκ των προτέρων ως βάση για κάθε προσδιοριστική κρίση σχετικά με τα πολλά. Αυτή η προγενέστερη σύλληψη του Ενός, μέσα στο οποίο μπορούν να συμφωνούν πολλά, είναι η βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας. Ο Immanuel Kant την ονομάζει «αναστοχασμό» (Reflexion). Είναι «η εξέταση του πώς διάφορες παραστάσεις μπορούν να περιληφθούν σε μία συνείδηση»⁶⁹.
Μια τέτοια εξέταση φέρνει ενώπιόν μας μια ενότητα που περιλαμβάνει πολλά, έτσι ώστε σε σχέση με αυτήν τα πολλά συγκρίνονται (σύγκριση)· ταυτόχρονα παραμερίζεται ό,τι δεν συμφωνεί με αυτό το Ένα (αφαίρεση, με την καντιανή έννοια). Αυτό που παρουσιάζεται στην εννοιολογική παράσταση είναι «μια παράσταση, στο μέτρο που μπορεί να περιέχεται σε διάφορα»⁷⁰. Στην έννοια δεν παρουσιάζεται απλώς κάτι που ανήκει σε πολλά, αλλά αυτό που ανήκει, στο μέτρο που ανήκει, δηλαδή μέσα στην ενότητά του. Ως αυτή η περιεκτική ενότητα, αυτό που παρουσιάζεται είναι η έννοια· γι’ αυτό ο Καντ λέει δικαίως: «Είναι μια απλή ταυτολογία να μιλάμε για γενικές ή κοινές έννοιες»⁷¹.
Επειδή η παράσταση γίνεται έννοια μέσω της βασικής πράξης της προγενέστερης σύλληψης του γενικού Ενός, δηλαδή μέσω της αναστοχαστικής διαδικασίας, οι έννοιες ονομάζονται επίσης «αναστοχαστικές», δηλαδή παραστάσεις που προκύπτουν από τον αναστοχασμό. Ο εννοιολογικός χαρακτήρας μιας παράστασης — ότι το περιεχόμενό της έχει τη μορφή του γενικού Ενός — προκύπτει πάντοτε από τον αναστοχασμό. Ωστόσο, το τι είναι αυτό το καθοριστικό Ένα ως προς το περιεχόμενό του προκύπτει συνήθως από την εμπειρική σύγκριση και την αφαίρεση μέσω της εποπτείας. Η προέλευση του περιεχομένου τέτοιων εμπειρικών εννοιών δεν αποτελεί, επομένως, πρόβλημα.
Αντίθετα, υπό τον τίτλο «καθαρή έννοια» αναζητείται μια «αναστοχαστική» παράσταση, της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί ουσιαστικά να αντληθεί από τα φαινόμενα. Το περιεχόμενό της πρέπει, επομένως, να μπορεί να αποκτηθεί a priori. Έννοιες που δίνονται a priori και ως προς το περιεχόμενό τους ονομάζονται από τον Καντ Notionen, conceptus dati a priori⁷² (έννοιες δοσμένες εκ των προτέρων).
Υπάρχουν άραγε τέτοιες έννοιες; Υπάρχουν ήδη στον ανθρώπινο νου; Πώς μπορεί ο νους να παρέχει περιεχόμενο, αφού είναι απλώς μια κενή λειτουργία σύνδεσης που εξαρτάται από την εποπτεία; Και μπορεί άραγε να βρεθεί ένα τέτοιο περιεχόμενο μέσα στον νου, όταν αυτός απομονώνεται πλήρως από κάθε εποπτεία;
Αν ο νους πρέπει να είναι η πηγή όχι μόνο της μορφής κάθε έννοιας, αλλά και του περιεχομένου συγκεκριμένων εννοιών, τότε αυτή η πηγή μπορεί να βρίσκεται μόνο στη βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας ως τέτοιας, δηλαδή στον αναστοχασμό.
Κάθε προσδιορισμός ενός πράγματος ως κάτι (κρίση) περιέχει την «ενότητα της πράξης να ταξινομούνται διάφορες παραστάσεις κάτω από μία κοινή»⁷³. Αυτή όμως η πράξη της αναστοχαστικής ενοποίησης είναι δυνατή μόνο επειδή ήδη καθοδηγείται εκ των προτέρων από τη θέαση μιας ενότητας, μέσα στο φως της οποίας καθίσταται γενικά δυνατή η ενοποίηση. Ο ίδιος ο αναστοχασμός είναι, επομένως — ανεξάρτητα από το τι έννοιες προκύπτουν κάθε φορά από την πράξη του — η προγενέστερη παράσταση μιας ενότητας που καθοδηγεί την ενοποίηση ως τέτοια. Αν λοιπόν μέσα στον ίδιο τον αναστοχασμό βρίσκεται η παράσταση της ενότητας, αυτό σημαίνει ότι στη δομή της ουσίας της βασικής πράξης του νου ανήκει η παράσταση της ενότητας.
Η ουσία του νου είναι η πρωταρχική σύλληψη (Begreifen). Στη δομή της νοητικής πράξης ως ενοποίησης μέσω παραστάσεων, βρίσκονται ήδη προετοιμασμένες οι παραστάσεις της εκάστοτε καθοδηγητικής ενότητας. Αυτές οι παρασταθείσες ενότητες αποτελούν το περιεχόμενο των καθαρών εννοιών. Το περιεχόμενο (Wasgehalt) αυτών των εννοιών είναι κάθε φορά η ενότητα που καθιστά δυνατή την ενοποίηση.[Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ] Η παράσταση αυτών των ενοτήτων είναι, λόγω του ίδιου του περιεχομένου της, εκ των προτέρων (a priori) ήδη εννοιολογική. Η καθαρή έννοια δεν χρειάζεται πλέον να της προστεθεί μια μορφή έννοιας· είναι η ίδια αυτή η μορφή με πρωταρχική έννοια.
Οι καθαρές έννοιες δεν προκύπτουν λοιπόν εκ των υστέρων μέσω μιας πράξης αναστοχασμού· δεν είναι αναστοχαστικές έννοιες, αλλά ανήκουν εκ των προτέρων στη δομή της ουσίας του αναστοχασμού, δηλαδή είναι παραστάσεις που δρουν μέσα, μαζί και για τον αναστοχασμό, δηλαδή αναστοχαστικές έννοιες με ενεργό χαρακτήρα. «Όλες οι έννοιες γενικά, από όπου κι αν αντλούν το υλικό τους, είναι αναστοχασμένες, δηλαδή παραστάσεις που έχουν τεθεί μέσα στη λογική σχέση της γενικότητας. Υπάρχουν όμως έννοιες των οποίων όλο το νόημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ή άλλος τρόπος αναστοχασμού, στον οποίο μπορούν να υπαχθούν οι δεδομένες παραστάσεις. Αυτές μπορούν να ονομαστούν έννοιες αναστοχασμού (conceptus reflectentes)· και επειδή κάθε είδος αναστοχασμού εμφανίζεται στην κρίση, περιέχουν απολύτως μέσα τους την καθαρή πράξη του νου που εφαρμόζεται στην κρίση επί της σχέσης, ως θεμέλια της δυνατότητας της κρίσης»⁷⁴.[Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ]
Σύμφωνα με αυτά, υπάρχουν καθαρές έννοιες μέσα στον ίδιο τον νου, και η «ανάλυση της ίδιας της νοητικής ικανότητας» πρέπει να φέρει στο φως αυτές τις παραστάσεις που συν-συγκροτούν τη δομή της ουσίας του αναστοχασμού.
§ 12. Οι Notionen ως οντολογικά κατηγορήματα (Κατηγορίες)
Ο καθαρός νους παρέχει μέσα του ένα πολλαπλό, δηλαδή τις καθαρές ενότητες πιθανής ενοποίησης. Και αν ακόμη οι δυνατοί τρόποι ενοποίησης (κρίσεις) αποτελούν ένα κλειστό σύνολο, δηλαδή τη κλειστή φύση του ίδιου του νου, τότε στον καθαρό νου βρίσκεται κρυμμένο ένα συστηματικό όλο της πολλαπλότητας των καθαρών εννοιών. Αυτό το όλο είναι τότε το σύστημα εκείνων των κατηγορημάτων που λειτουργούν στην καθαρή γνώση, δηλαδή εκφέρουν λόγο για το είναι των όντων. Οι καθαρές έννοιες έχουν τον χαρακτήρα οντολογικών κατηγορημάτων, τα οποία από παλιά ονομάζονται «κατηγορίες». Ο πίνακας των κρίσεων είναι, επομένως, η πηγή των κατηγοριών και του πίνακά τους.
Αυτή η προέλευση των κατηγοριών έχει αμφισβητηθεί πολλές φορές και εξακολουθεί να αμφισβητείται. Η κύρια επιφύλαξη στρέφεται κατά της ίδιας της πηγής, δηλαδή κατά του πίνακα των κρίσεων ως τέτοιου και της επαρκούς θεμελίωσής του. Πράγματι, ο Immanuel Kant δεν αναπτύσσει την πολλαπλότητα των λειτουργιών της κρίσης από την ουσία του νου. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν ήδη έτοιμο πίνακα, διαρθρωμένο σύμφωνα με τις τέσσερις «κύριες στιγμές»: ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τροπικότητα⁷⁵. Το αν και κατά πόσο ακριβώς αυτές οι τέσσερις στιγμές θεμελιώνονται στην ουσία του νου δεν αποδεικνύεται. Μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί αν θεμελιώνονται καθαρά λογικά.
Έτσι καθίσταται αβέβαιο ποιος είναι γενικά ο χαρακτήρας αυτού του πίνακα των κρίσεων. Ο ίδιος ο Καντ ταλαντεύεται και τον ονομάζει άλλοτε «υπερβατικό πίνακα»⁷⁶, άλλοτε «λογικό πίνακα των κρίσεων»⁷⁷. Δεν επιστρέφει έτσι η κατηγορία που ο Καντ απευθύνει στον πίνακα των κατηγοριών του Aristotle στον δικό του πίνακα κρίσεων;
Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται να αποφασίσουμε αν και σε ποιο βαθμό οι πολυάριθμες κριτικές στον καντιανό πίνακα κρίσεων είναι δικαιολογημένες ούτε αν αγγίζουν το βασικό του ελάττωμα. Πρέπει μάλλον να δούμε ότι μια τέτοια κριτική του πίνακα κρίσεων ως δήθεν κριτική της πηγής των κατηγοριών αστοχεί εξαρχής στο αποφασιστικό πρόβλημα. Διότι οι κατηγορίες όχι μόνο δεν παράγονται στην πράξη από τον πίνακα κρίσεων, αλλά δεν μπορούν καθόλου να παραχθούν από αυτόν. Και αυτό επειδή, στο παρόν στάδιο της ανάλυσης των απομονωμένων στοιχείων της καθαρής γνώσης, η ουσία και η ιδέα της κατηγορίας δεν μπορούν ακόμη να καθοριστούν — ούτε καν να τεθούν ως πρόβλημα.
Αν λοιπόν το ερώτημα για την προέλευση των κατηγοριών δεν μπορεί ακόμη να τεθεί κατ’ αρχήν, τότε ο πίνακας των κρίσεων πρέπει να έχει για την προετοιμασία του ερωτήματος περί της δυνατότητας της οντολογικής γνώσης μια άλλη λειτουργία από αυτήν που αναφέρθηκε προηγουμένως.
Φαίνεται εύκολο να ανταποκριθεί κανείς στο καθήκον που θέτει το πρώτο στάδιο της θεμελίωσης. Διότι τι είναι πιο απτό από τα στοιχεία της καθαρής γνώσης — την καθαρή εποπτεία και την καθαρή έννοια — τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο; Ωστόσο, ακριβώς σε αυτή την απομόνωση δεν πρέπει να χαθεί από την αρχή το γεγονός ότι τίθεται ως πρόβλημα η πεπερασμένη καθαρή γνώση. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, ότι το δεύτερο στοιχείο, η καθαρή σκέψη, έχει ουσιωδώς χαρακτήρα υπηρεσίας προς την εποπτεία. Στην καθαρή σκέψη ανήκει επομένως ουσιωδώς — όχι τυχαία ή εκ των υστέρων — η αναφορά στην καθαρή εποπτεία. Αν η καθαρή έννοια συλληφθεί αρχικά ως Notion, τότε το δεύτερο στοιχείο της καθαρής γνώσης δεν έχει ακόμη κατανοηθεί στον στοιχειώδη χαρακτήρα του, αλλά αντίθετα έχει αποκοπεί από το καθοριστικό στοιχείο της ουσίας του, δηλαδή από την εσωτερική του σχέση προς την εποπτεία. Η καθαρή έννοια ως Notion είναι επομένως μόνο ένα τμήμα του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης.
Όσο ο καθαρός νους δεν εξετάζεται ως προς την ουσία του, δηλαδή ως προς τη σχέση του με την καθαρή εποπτεία, δεν μπορεί να αποκαλυφθεί η προέλευση των Notionen ως οντολογικών κατηγορημάτων. Ο πίνακας των κρίσεων δεν είναι, επομένως, η «πηγή των κατηγοριών», αλλά μόνο ο «οδηγός για την ανακάλυψη όλων των εννοιών του νου». Σε αυτόν πρέπει να βρίσκεται η ένδειξη για το κλειστό σύνολο των καθαρών εννοιών· δεν μπορεί όμως να αποκαλύψει την πλήρη ουσία των καθαρών εννοιών ως κατηγοριών. Το αν ο πίνακας των κρίσεων, με τον τρόπο που τον εισάγει και τον παρουσιάζει ο Immanuel Kant, μπορεί έστω να επιτελέσει αυτή την περιορισμένη λειτουργία της προδιαγραφής μιας συστηματικής ενότητας των καθαρών εννοιών του νου, παραμένει εδώ ανοιχτό.
Από όσα εκτέθηκαν γίνεται τώρα σαφές: όσο πιο ριζικά προσπαθεί κανείς να απομονώσει τα καθαρά στοιχεία μιας πεπερασμένης γνώσης, τόσο πιο έντονα προβάλλει η μη δυνατότητα μιας τέτοιας απομόνωσης, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η εξάρτηση της καθαρής σκέψης από την εποπτεία. Με αυτό αποκαλύπτεται ο τεχνητός χαρακτήρας της αρχικής προσέγγισης για τον χαρακτηρισμό της καθαρής γνώσης. Οι καθαρές έννοιες μπορούν να καθοριστούν ως οντολογικά κατηγορήματα μόνο όταν κατανοηθούν από την ενότητα της ουσίας της πεπερασμένης καθαρής γνώσης.
Το δεύτερο στάδιο της θεμελίωσης
Η ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης
Τα απομονωμένα καθαρά στοιχεία της καθαρής γνώσης είναι: ο χρόνος ως καθολική καθαρή εποπτεία και οι Notionen ως το νοούμενο μέσα στην καθαρή σκέψη. Αν όμως η απομονωτική θεώρηση δεν κατορθώνει να συλλάβει πλήρως ούτε τα ίδια τα στοιχεία ως τέτοια, τότε πολύ περισσότερο η ενότητά τους δεν μπορεί να προκύψει μέσω μιας εκ των υστέρων σύνδεσης των απομονωμένων μερών. Έτσι το πρόβλημα της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης γίνεται ακόμη πιο οξύ, εφόσον δεν πρέπει να περιοριστεί στον αρνητικό χαρακτηρισμό ότι αυτή η ενότητα δεν μπορεί να είναι απλώς ένας δεσμός που προστίθεται εκ των υστέρων μεταξύ των στοιχείων.
Η περατότητα της γνώσης φανερώνει ακριβώς μια ιδιότυπη εσωτερική εξάρτηση της σκέψης από την εποπτεία και, αντίστροφα, μια ανάγκη της εποπτείας να καθορίζεται από τη σκέψη. Η τάση των στοιχείων προς το ένα το άλλο δείχνει ότι η ενότητά τους δεν μπορεί να είναι «μεταγενέστερη» από αυτά, αλλά πρέπει να είναι «προγενέστερη», θεμελιωμένη μέσα τους και για αυτά. Αυτή η ενότητα ενοποιεί τα στοιχεία κατά τρόπο πρωταρχικό, έτσι ώστε ακριβώς μέσα στην ενοποίηση τα στοιχεία να αναδύονται ως τέτοια και μέσω αυτής να διατηρούνται στην ενότητά τους. Σε ποιο βαθμό κατορθώνει ο Καντ, ξεκινώντας από τα απομονωμένα στοιχεία, να καταστήσει ορατή αυτή την πρωταρχική ενότητα;
Ο Καντ δίνει τον πρώτο χαρακτηρισμό της πρωταρχικής ενότητας της ουσίας των καθαρών στοιχείων — που προετοιμάζει κάθε περαιτέρω διευκρίνιση — στο τρίτο τμήμα του πρώτου κύριου μέρους της «Αναλυτικής των Εννοιών», και συγκεκριμένα στο τμήμα που φέρει τον τίτλο: «Περί των καθαρών εννοιών του νου ή κατηγοριών»⁷⁸. Η κατανόηση αυτής της παραγράφου είναι το κλειδί για την κατανόηση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της μεταφυσικής.
Επειδή οι Notionen, ως ανήκουσες στην περατότητα της γνώσης, αναφέρονται ουσιωδώς στην καθαρή εποπτεία, και επειδή αυτή η σχέση καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης συγκροτεί την ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης, ο καθορισμός της ουσίας της κατηγορίας αποτελεί ταυτόχρονα και διαφώτιση της εσωτερικής δυνατότητας της ενότητας της ουσίας της οντολογικής γνώσης. Πρέπει τώρα να παρουσιαστεί η απάντηση του Καντ στο ερώτημα περί της ενότητας της καθαρής γνώσης μέσω της ερμηνείας του εν λόγω τμήματος. Πριν όμως, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί περαιτέρω το ίδιο το ερώτημα.
ΚΑΝΤΙΑΝΑ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ
Το άλλο στοιχείο της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης είναι η σκέψη, η οποία ως καθοριστική παράσταση αποβλέπει σε αυτό που δίδεται στην εποπτεία και έτσι υπηρετεί αποκλειστικά την εποπτεία. Το αντικείμενο μιας εποπτείας, που είναι πάντοτε κάτι επιμέρους, καθορίζεται όμως ως «αυτό και αυτό» μέσα σε μια «γενική παράσταση», δηλαδή στην έννοια. Η περατότητα της σκεπτόμενης εποπτείας είναι, επομένως, γνώση μέσω εννοιών· η καθαρή γνώση είναι καθαρή εποπτεία μέσω καθαρών εννοιών. Αυτές πρέπει να καταδειχθούν, εάν πρόκειται να εξασφαλιστεί γενικά το πλήρες ουσιαστικό περιεχόμενο μιας καθαρής γνώσης. Για να μπορέσουμε όμως να βρούμε τέτοιες καθαρές έννοιες, χρειάζεται πρώτα να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς αναζητείται υπό αυτόν τον τίτλο.
Στην παράσταση, π.χ. μιας φλαμουριάς, μιας οξιάς, ενός έλατου ως «δέντρου», το εκάστοτε επιμέρους που γίνεται αντικείμενο εποπτείας καθορίζεται ως «αυτό και αυτό» από την άποψη εκείνου που «ισχύει για πολλά». Αυτή η ισχύς για πολλά χαρακτηρίζει μεν μια παράσταση ως έννοια, αλλά δεν αγγίζει ακόμη την πρωταρχική της ουσία. Διότι αυτή η γενικότητα θεμελιώνεται η ίδια, ως παράγωγος χαρακτήρας, στο ότι στην έννοια παρουσιάζεται πάντοτε το Ένα, μέσα στο οποίο συμφωνούν περισσότερα αντικείμενα. Η εννοιολογική παράσταση είναι η σύμπτωση πολλών μέσα σε αυτό το Ένα. Η ενότητα αυτού του Ενός πρέπει, επομένως, να προϊδεάζεται στην εννοιολογική παράσταση και να τίθεται εκ των προτέρων ως βάση για κάθε προσδιοριστική κρίση σχετικά με τα πολλά. Αυτή η προγενέστερη σύλληψη του Ενός, μέσα στο οποίο μπορούν να συμφωνούν πολλά, είναι η βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας. Ο Immanuel Kant την ονομάζει «αναστοχασμό» (Reflexion). Είναι «η εξέταση του πώς διάφορες παραστάσεις μπορούν να περιληφθούν σε μία συνείδηση»⁶⁹.
Μια τέτοια εξέταση φέρνει ενώπιόν μας μια ενότητα που περιλαμβάνει πολλά, έτσι ώστε σε σχέση με αυτήν τα πολλά συγκρίνονται (σύγκριση)· ταυτόχρονα παραμερίζεται ό,τι δεν συμφωνεί με αυτό το Ένα (αφαίρεση, με την καντιανή έννοια). Αυτό που παρουσιάζεται στην εννοιολογική παράσταση είναι «μια παράσταση, στο μέτρο που μπορεί να περιέχεται σε διάφορα»⁷⁰. Στην έννοια δεν παρουσιάζεται απλώς κάτι που ανήκει σε πολλά, αλλά αυτό που ανήκει, στο μέτρο που ανήκει, δηλαδή μέσα στην ενότητά του. Ως αυτή η περιεκτική ενότητα, αυτό που παρουσιάζεται είναι η έννοια· γι’ αυτό ο Καντ λέει δικαίως: «Είναι μια απλή ταυτολογία να μιλάμε για γενικές ή κοινές έννοιες»⁷¹.
Επειδή η παράσταση γίνεται έννοια μέσω της βασικής πράξης της προγενέστερης σύλληψης του γενικού Ενός, δηλαδή μέσω της αναστοχαστικής διαδικασίας, οι έννοιες ονομάζονται επίσης «αναστοχαστικές», δηλαδή παραστάσεις που προκύπτουν από τον αναστοχασμό. Ο εννοιολογικός χαρακτήρας μιας παράστασης — ότι το περιεχόμενό της έχει τη μορφή του γενικού Ενός — προκύπτει πάντοτε από τον αναστοχασμό. Ωστόσο, το τι είναι αυτό το καθοριστικό Ένα ως προς το περιεχόμενό του προκύπτει συνήθως από την εμπειρική σύγκριση και την αφαίρεση μέσω της εποπτείας. Η προέλευση του περιεχομένου τέτοιων εμπειρικών εννοιών δεν αποτελεί, επομένως, πρόβλημα.
Αντίθετα, υπό τον τίτλο «καθαρή έννοια» αναζητείται μια «αναστοχαστική» παράσταση, της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί ουσιαστικά να αντληθεί από τα φαινόμενα. Το περιεχόμενό της πρέπει, επομένως, να μπορεί να αποκτηθεί a priori. Έννοιες που δίνονται a priori και ως προς το περιεχόμενό τους ονομάζονται από τον Καντ Notionen, conceptus dati a priori⁷² (έννοιες δοσμένες εκ των προτέρων).
Υπάρχουν άραγε τέτοιες έννοιες; Υπάρχουν ήδη στον ανθρώπινο νου; Πώς μπορεί ο νους να παρέχει περιεχόμενο, αφού είναι απλώς μια κενή λειτουργία σύνδεσης που εξαρτάται από την εποπτεία; Και μπορεί άραγε να βρεθεί ένα τέτοιο περιεχόμενο μέσα στον νου, όταν αυτός απομονώνεται πλήρως από κάθε εποπτεία;
Αν ο νους πρέπει να είναι η πηγή όχι μόνο της μορφής κάθε έννοιας, αλλά και του περιεχομένου συγκεκριμένων εννοιών, τότε αυτή η πηγή μπορεί να βρίσκεται μόνο στη βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας ως τέτοιας, δηλαδή στον αναστοχασμό.
Κάθε προσδιορισμός ενός πράγματος ως κάτι (κρίση) περιέχει την «ενότητα της πράξης να ταξινομούνται διάφορες παραστάσεις κάτω από μία κοινή»⁷³. Αυτή όμως η πράξη της αναστοχαστικής ενοποίησης είναι δυνατή μόνο επειδή ήδη καθοδηγείται εκ των προτέρων από τη θέαση μιας ενότητας, μέσα στο φως της οποίας καθίσταται γενικά δυνατή η ενοποίηση. Ο ίδιος ο αναστοχασμός είναι, επομένως — ανεξάρτητα από το τι έννοιες προκύπτουν κάθε φορά από την πράξη του — η προγενέστερη παράσταση μιας ενότητας που καθοδηγεί την ενοποίηση ως τέτοια. Αν λοιπόν μέσα στον ίδιο τον αναστοχασμό βρίσκεται η παράσταση της ενότητας, αυτό σημαίνει ότι στη δομή της ουσίας της βασικής πράξης του νου ανήκει η παράσταση της ενότητας.
Η ουσία του νου είναι η πρωταρχική σύλληψη (Begreifen). Στη δομή της νοητικής πράξης ως ενοποίησης μέσω παραστάσεων, βρίσκονται ήδη προετοιμασμένες οι παραστάσεις της εκάστοτε καθοδηγητικής ενότητας. Αυτές οι παρασταθείσες ενότητες αποτελούν το περιεχόμενο των καθαρών εννοιών. Το περιεχόμενο (Wasgehalt) αυτών των εννοιών είναι κάθε φορά η ενότητα που καθιστά δυνατή την ενοποίηση.[Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ] Η παράσταση αυτών των ενοτήτων είναι, λόγω του ίδιου του περιεχομένου της, εκ των προτέρων (a priori) ήδη εννοιολογική. Η καθαρή έννοια δεν χρειάζεται πλέον να της προστεθεί μια μορφή έννοιας· είναι η ίδια αυτή η μορφή με πρωταρχική έννοια.
Οι καθαρές έννοιες δεν προκύπτουν λοιπόν εκ των υστέρων μέσω μιας πράξης αναστοχασμού· δεν είναι αναστοχαστικές έννοιες, αλλά ανήκουν εκ των προτέρων στη δομή της ουσίας του αναστοχασμού, δηλαδή είναι παραστάσεις που δρουν μέσα, μαζί και για τον αναστοχασμό, δηλαδή αναστοχαστικές έννοιες με ενεργό χαρακτήρα. «Όλες οι έννοιες γενικά, από όπου κι αν αντλούν το υλικό τους, είναι αναστοχασμένες, δηλαδή παραστάσεις που έχουν τεθεί μέσα στη λογική σχέση της γενικότητας. Υπάρχουν όμως έννοιες των οποίων όλο το νόημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ή άλλος τρόπος αναστοχασμού, στον οποίο μπορούν να υπαχθούν οι δεδομένες παραστάσεις. Αυτές μπορούν να ονομαστούν έννοιες αναστοχασμού (conceptus reflectentes)· και επειδή κάθε είδος αναστοχασμού εμφανίζεται στην κρίση, περιέχουν απολύτως μέσα τους την καθαρή πράξη του νου που εφαρμόζεται στην κρίση επί της σχέσης, ως θεμέλια της δυνατότητας της κρίσης»⁷⁴.[Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ]
Σύμφωνα με αυτά, υπάρχουν καθαρές έννοιες μέσα στον ίδιο τον νου, και η «ανάλυση της ίδιας της νοητικής ικανότητας» πρέπει να φέρει στο φως αυτές τις παραστάσεις που συν-συγκροτούν τη δομή της ουσίας του αναστοχασμού.
§ 12. Οι Notionen ως οντολογικά κατηγορήματα (Κατηγορίες)
Ο καθαρός νους παρέχει μέσα του ένα πολλαπλό, δηλαδή τις καθαρές ενότητες πιθανής ενοποίησης. Και αν ακόμη οι δυνατοί τρόποι ενοποίησης (κρίσεις) αποτελούν ένα κλειστό σύνολο, δηλαδή τη κλειστή φύση του ίδιου του νου, τότε στον καθαρό νου βρίσκεται κρυμμένο ένα συστηματικό όλο της πολλαπλότητας των καθαρών εννοιών. Αυτό το όλο είναι τότε το σύστημα εκείνων των κατηγορημάτων που λειτουργούν στην καθαρή γνώση, δηλαδή εκφέρουν λόγο για το είναι των όντων. Οι καθαρές έννοιες έχουν τον χαρακτήρα οντολογικών κατηγορημάτων, τα οποία από παλιά ονομάζονται «κατηγορίες». Ο πίνακας των κρίσεων είναι, επομένως, η πηγή των κατηγοριών και του πίνακά τους.
Αυτή η προέλευση των κατηγοριών έχει αμφισβητηθεί πολλές φορές και εξακολουθεί να αμφισβητείται. Η κύρια επιφύλαξη στρέφεται κατά της ίδιας της πηγής, δηλαδή κατά του πίνακα των κρίσεων ως τέτοιου και της επαρκούς θεμελίωσής του. Πράγματι, ο Immanuel Kant δεν αναπτύσσει την πολλαπλότητα των λειτουργιών της κρίσης από την ουσία του νου. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν ήδη έτοιμο πίνακα, διαρθρωμένο σύμφωνα με τις τέσσερις «κύριες στιγμές»: ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τροπικότητα⁷⁵. Το αν και κατά πόσο ακριβώς αυτές οι τέσσερις στιγμές θεμελιώνονται στην ουσία του νου δεν αποδεικνύεται. Μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί αν θεμελιώνονται καθαρά λογικά.
Έτσι καθίσταται αβέβαιο ποιος είναι γενικά ο χαρακτήρας αυτού του πίνακα των κρίσεων. Ο ίδιος ο Καντ ταλαντεύεται και τον ονομάζει άλλοτε «υπερβατικό πίνακα»⁷⁶, άλλοτε «λογικό πίνακα των κρίσεων»⁷⁷. Δεν επιστρέφει έτσι η κατηγορία που ο Καντ απευθύνει στον πίνακα των κατηγοριών του Aristotle στον δικό του πίνακα κρίσεων;
Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται να αποφασίσουμε αν και σε ποιο βαθμό οι πολυάριθμες κριτικές στον καντιανό πίνακα κρίσεων είναι δικαιολογημένες ούτε αν αγγίζουν το βασικό του ελάττωμα. Πρέπει μάλλον να δούμε ότι μια τέτοια κριτική του πίνακα κρίσεων ως δήθεν κριτική της πηγής των κατηγοριών αστοχεί εξαρχής στο αποφασιστικό πρόβλημα. Διότι οι κατηγορίες όχι μόνο δεν παράγονται στην πράξη από τον πίνακα κρίσεων, αλλά δεν μπορούν καθόλου να παραχθούν από αυτόν. Και αυτό επειδή, στο παρόν στάδιο της ανάλυσης των απομονωμένων στοιχείων της καθαρής γνώσης, η ουσία και η ιδέα της κατηγορίας δεν μπορούν ακόμη να καθοριστούν — ούτε καν να τεθούν ως πρόβλημα.
Αν λοιπόν το ερώτημα για την προέλευση των κατηγοριών δεν μπορεί ακόμη να τεθεί κατ’ αρχήν, τότε ο πίνακας των κρίσεων πρέπει να έχει για την προετοιμασία του ερωτήματος περί της δυνατότητας της οντολογικής γνώσης μια άλλη λειτουργία από αυτήν που αναφέρθηκε προηγουμένως.
Φαίνεται εύκολο να ανταποκριθεί κανείς στο καθήκον που θέτει το πρώτο στάδιο της θεμελίωσης. Διότι τι είναι πιο απτό από τα στοιχεία της καθαρής γνώσης — την καθαρή εποπτεία και την καθαρή έννοια — τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο; Ωστόσο, ακριβώς σε αυτή την απομόνωση δεν πρέπει να χαθεί από την αρχή το γεγονός ότι τίθεται ως πρόβλημα η πεπερασμένη καθαρή γνώση. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, ότι το δεύτερο στοιχείο, η καθαρή σκέψη, έχει ουσιωδώς χαρακτήρα υπηρεσίας προς την εποπτεία. Στην καθαρή σκέψη ανήκει επομένως ουσιωδώς — όχι τυχαία ή εκ των υστέρων — η αναφορά στην καθαρή εποπτεία. Αν η καθαρή έννοια συλληφθεί αρχικά ως Notion, τότε το δεύτερο στοιχείο της καθαρής γνώσης δεν έχει ακόμη κατανοηθεί στον στοιχειώδη χαρακτήρα του, αλλά αντίθετα έχει αποκοπεί από το καθοριστικό στοιχείο της ουσίας του, δηλαδή από την εσωτερική του σχέση προς την εποπτεία. Η καθαρή έννοια ως Notion είναι επομένως μόνο ένα τμήμα του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης.
Όσο ο καθαρός νους δεν εξετάζεται ως προς την ουσία του, δηλαδή ως προς τη σχέση του με την καθαρή εποπτεία, δεν μπορεί να αποκαλυφθεί η προέλευση των Notionen ως οντολογικών κατηγορημάτων. Ο πίνακας των κρίσεων δεν είναι, επομένως, η «πηγή των κατηγοριών», αλλά μόνο ο «οδηγός για την ανακάλυψη όλων των εννοιών του νου». Σε αυτόν πρέπει να βρίσκεται η ένδειξη για το κλειστό σύνολο των καθαρών εννοιών· δεν μπορεί όμως να αποκαλύψει την πλήρη ουσία των καθαρών εννοιών ως κατηγοριών. Το αν ο πίνακας των κρίσεων, με τον τρόπο που τον εισάγει και τον παρουσιάζει ο Immanuel Kant, μπορεί έστω να επιτελέσει αυτή την περιορισμένη λειτουργία της προδιαγραφής μιας συστηματικής ενότητας των καθαρών εννοιών του νου, παραμένει εδώ ανοιχτό.
Από όσα εκτέθηκαν γίνεται τώρα σαφές: όσο πιο ριζικά προσπαθεί κανείς να απομονώσει τα καθαρά στοιχεία μιας πεπερασμένης γνώσης, τόσο πιο έντονα προβάλλει η μη δυνατότητα μιας τέτοιας απομόνωσης, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η εξάρτηση της καθαρής σκέψης από την εποπτεία. Με αυτό αποκαλύπτεται ο τεχνητός χαρακτήρας της αρχικής προσέγγισης για τον χαρακτηρισμό της καθαρής γνώσης. Οι καθαρές έννοιες μπορούν να καθοριστούν ως οντολογικά κατηγορήματα μόνο όταν κατανοηθούν από την ενότητα της ουσίας της πεπερασμένης καθαρής γνώσης.
Το δεύτερο στάδιο της θεμελίωσης
Η ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης
Τα απομονωμένα καθαρά στοιχεία της καθαρής γνώσης είναι: ο χρόνος ως καθολική καθαρή εποπτεία και οι Notionen ως το νοούμενο μέσα στην καθαρή σκέψη. Αν όμως η απομονωτική θεώρηση δεν κατορθώνει να συλλάβει πλήρως ούτε τα ίδια τα στοιχεία ως τέτοια, τότε πολύ περισσότερο η ενότητά τους δεν μπορεί να προκύψει μέσω μιας εκ των υστέρων σύνδεσης των απομονωμένων μερών. Έτσι το πρόβλημα της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης γίνεται ακόμη πιο οξύ, εφόσον δεν πρέπει να περιοριστεί στον αρνητικό χαρακτηρισμό ότι αυτή η ενότητα δεν μπορεί να είναι απλώς ένας δεσμός που προστίθεται εκ των υστέρων μεταξύ των στοιχείων.
Η περατότητα της γνώσης φανερώνει ακριβώς μια ιδιότυπη εσωτερική εξάρτηση της σκέψης από την εποπτεία και, αντίστροφα, μια ανάγκη της εποπτείας να καθορίζεται από τη σκέψη. Η τάση των στοιχείων προς το ένα το άλλο δείχνει ότι η ενότητά τους δεν μπορεί να είναι «μεταγενέστερη» από αυτά, αλλά πρέπει να είναι «προγενέστερη», θεμελιωμένη μέσα τους και για αυτά. Αυτή η ενότητα ενοποιεί τα στοιχεία κατά τρόπο πρωταρχικό, έτσι ώστε ακριβώς μέσα στην ενοποίηση τα στοιχεία να αναδύονται ως τέτοια και μέσω αυτής να διατηρούνται στην ενότητά τους. Σε ποιο βαθμό κατορθώνει ο Καντ, ξεκινώντας από τα απομονωμένα στοιχεία, να καταστήσει ορατή αυτή την πρωταρχική ενότητα;
Ο Καντ δίνει τον πρώτο χαρακτηρισμό της πρωταρχικής ενότητας της ουσίας των καθαρών στοιχείων — που προετοιμάζει κάθε περαιτέρω διευκρίνιση — στο τρίτο τμήμα του πρώτου κύριου μέρους της «Αναλυτικής των Εννοιών», και συγκεκριμένα στο τμήμα που φέρει τον τίτλο: «Περί των καθαρών εννοιών του νου ή κατηγοριών»⁷⁸. Η κατανόηση αυτής της παραγράφου είναι το κλειδί για την κατανόηση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της μεταφυσικής.
Επειδή οι Notionen, ως ανήκουσες στην περατότητα της γνώσης, αναφέρονται ουσιωδώς στην καθαρή εποπτεία, και επειδή αυτή η σχέση καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης συγκροτεί την ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης, ο καθορισμός της ουσίας της κατηγορίας αποτελεί ταυτόχρονα και διαφώτιση της εσωτερικής δυνατότητας της ενότητας της ουσίας της οντολογικής γνώσης. Πρέπει τώρα να παρουσιαστεί η απάντηση του Καντ στο ερώτημα περί της ενότητας της καθαρής γνώσης μέσω της ερμηνείας του εν λόγω τμήματος. Πριν όμως, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί περαιτέρω το ίδιο το ερώτημα.
ΚΑΝΤΙΑΝΑ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ
Σημειώσεις:
⁶⁹ Διάλεξη Λογικής (Logikvorlesung), ό.π., τόμ. VIII, § 6, σ. 402.
⁷⁰ ό.π., § 1, σημ. 1, σ. 399.
⁷¹ ό.π., σημ. 2.
⁷² ό.π., § 4, σ. 401· επίσης: A 320, B 377.
Grundakt – Vorstellen von Einheit – Sammlung: βασική πράξη – παράσταση της ενότητας – συνάθροιση.
⁷³ A 68, B 93.
⁷⁴ Erdmann, Reflexionen II, 554. Χειρόγραφα κατάλοιπα του Immanuel Kant, ό.π., τόμ. V, αρ. 5051.
⁷⁵ Διάλεξη Λογικής, § 20, σ. 408.
⁷⁶ A 73, B 98.
⁷⁷ Prolegomena § 21.
βλ. επίσης: Klaus Reich, Η πληρότητα του καντιανού πίνακα κρίσεων (Die Vollständigkeit der Kantischen Urteilstafel), 1932· καθώς και τις δικές μου διαλέξεις και ασκήσεις 1929–32.
⁷⁸ A 76–80, B 102–105· στη Β έκδοση επισημαίνεται ως § 10.
Συνεχίζεται με:
§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης
⁶⁹ Διάλεξη Λογικής (Logikvorlesung), ό.π., τόμ. VIII, § 6, σ. 402.
⁷⁰ ό.π., § 1, σημ. 1, σ. 399.
⁷¹ ό.π., σημ. 2.
⁷² ό.π., § 4, σ. 401· επίσης: A 320, B 377.
Grundakt – Vorstellen von Einheit – Sammlung: βασική πράξη – παράσταση της ενότητας – συνάθροιση.
⁷³ A 68, B 93.
⁷⁴ Erdmann, Reflexionen II, 554. Χειρόγραφα κατάλοιπα του Immanuel Kant, ό.π., τόμ. V, αρ. 5051.
⁷⁵ Διάλεξη Λογικής, § 20, σ. 408.
⁷⁶ A 73, B 98.
⁷⁷ Prolegomena § 21.
βλ. επίσης: Klaus Reich, Η πληρότητα του καντιανού πίνακα κρίσεων (Die Vollständigkeit der Kantischen Urteilstafel), 1932· καθώς και τις δικές μου διαλέξεις και ασκήσεις 1929–32.
⁷⁸ A 76–80, B 102–105· στη Β έκδοση επισημαίνεται ως § 10.
Συνεχίζεται με:
§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης
......Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.
Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.
Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.
Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.
«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]
Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:
«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]
Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]
Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)
Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].
Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].
Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.
Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.
Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).
Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:
«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]
Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.
Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.
Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.
Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.
«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]
Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:
«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]
Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]
Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)
Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].
Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].
Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.
Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.
Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).
Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:
«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]
Ο ΨΥΧΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Ο ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ ΟΥΤΕ ΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου