Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (16)

Συνέχεια από Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 16
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.


ΤΜΗΜΑ V
Η ΤΡΙΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ: Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ

Η Ψυχή είναι, λοιπόν, ένα-και-πολλά, δηλαδή ενότητα-και-πολλαπλότητα, ενώ η Πρώτη Αρχή είναι αποκλειστικά Ένα, ο Νους είναι ένα-πολλά, και τα σώματα είναι αποκλειστικά πολλά.

ΙΙ. ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ιεραρχική δομή της Ψυχής
Το ζήτημα της ενότητας και της πολλαπλότητας που ανήκουν στην Ψυχή, για το οποίο μιλήσαμε, αποδεικνύεται στην πραγματικότητα ακόμη πιο σύνθετο, αν το προσεγγίσουμε από μια άλλη οπτική γωνία. Ο Πλωτίνος, πράγματι, μιλά για μια πολλαπλότητα της Ψυχής όχι μόνο σε, τρόπον τινά, «οριζόντια» έννοια, αλλά και σε «κάθετη» έννοια, δηλαδή με ιεραρχική σημασία.
Ο φιλόσοφός μας παραδέχεται, εν ολίγοις, μια πραγματική ιεραρχική βαθμίδωση μέσα στο πεδίο της Ψυχής (Psyché). Το χαρακτηριστικό του ένα-πολλά που είδαμε ότι ανήκει στον Νου διαφέρει, επομένως, και από αυτή την άποψη από το χαρακτηριστικό του ένα-και-πολλά που ανήκει στην Ψυχή. Στον Νου κάθε Ιδέα είναι όλος ο Νους (και αντιστρόφως), διότι, αν δεν συνέβαινε αυτό, ο Νους θα εμφανιζόταν μειωμένος ή αποδυναμωμένος μέσα στις επιμέρους Ιδέες.
Γι’ αυτό στον κόσμο του Νου και του Είναι δεν υπάρχει ιεραρχία, ενώ στη σφαίρα της Ψυχής εμφανίζεται και αυτή η ιεραρχική πολλαπλότητα.


Οι τρεις μεγάλες μορφές που λαμβάνει η Ψυχή
Οι μελετητές διαφωνούν αρκετά ως προς τον προσδιορισμό αυτής της ιεραρχίας των ψυχών, λόγω της εξαιρετικής κινητικότητας και ποικιλίας της πλωτινικής γλώσσας στο θέμα αυτό. Ωστόσο —παρά την πολυσημία της γλώσσας των Εννεάδων γύρω από την Ψυχή, που μερικές φορές φτάνει μέχρι την αμφισημία— φαίνεται ότι η ιεραρχία των ψυχών, ή καλύτερα μέσα στο πεδίο της Ψυχής στο οποίο αναφέρεται ο Πλωτίνος, είναι η εξής:
α) Πρώτα απ’ όλα υπάρχει η «ανώτατη Ψυχή», η «καθολική Ψυχή», δηλαδή η Ψυχή στην ολότητά της και στην καθαρότητά της: πρόκειται για την Ψυχή ως καθαρή υπόσταση του νοητού κόσμου, σε στενή ένωση με τον Νου από τον οποίο προέρχεται και έξω από κάθε σχέση με τον αισθητό κόσμο.
β) Υπάρχει, έπειτα, η «Ψυχή του Όλου», που είναι η «Ψυχή του αισθητού κόσμου», δηλαδή η «ψυχή του αισθητού σύμπαντος», η οποία θέτει, συγκρατεί και κυβερνά το ίδιο το σύμπαν. Η Ψυχή του σύμπαντος έχει έτσι μια συγκεκριμένη σχέση με το σωματικό, αλλά δεν «κατεβαίνει» μέσα στο σωματικό. Ενδύεται το σωματικό παραμένοντας «εκεί ψηλά», λέει ο Πλωτίνος· ή, καλύτερα, είναι το σώμα που προσκολλάται σε αυτήν, καθώς προέρχεται από την ακτινοβολία της, ενώ εκείνη παραμένει εκεί ψηλά, χωρίς να αποδυναμώνεται καθόλου από το σώμα που προέρχεται από αυτήν.
γ) Υπάρχουν, τέλος, οι «επιμέρους ψυχές», εκείνες που δεν δημιουργούν αλλά εμψυχώνουν και κυβερνούν τα επιμέρους σώματα, δηλαδή οι ψυχές των άστρων και οι ψυχές των ανθρώπων και των επιμέρους έμβιων όντων. Αυτές οι ψυχές —ιδίως των ανθρώπων και των γήινων όντων— «κατεβαίνουν» μέσα στα σώματα και, επομένως, έχουν στενότερες σχέσεις με τα σώματα από ό,τι η Ψυχή του σύμπαντος.

Πώς πραγματοποιείται η διαφοροποίηση των διαφόρων ψυχών
Επομένως, από την πρώτη Ψυχή προέρχονται οι άλλες ψυχές, τόσο εκείνη του σύμπαντος όσο και οι επιμέρους. Αυτές οι τελευταίες είναι, συνεπώς, της ίδιας φύσεως με εκείνη και διαφοροποιούνται, όπως είπαμε, από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εγγύτητα προς τα σώματα ή, για να το πούμε με όρους που θα εξηγήσουμε πληρέστερα αργότερα, από τον μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό θεωρίας ή προσκόλλησης στο σώμα. Ειδικότερα, η «κάθοδος» της Ψυχής στο σώμα γίνεται τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο εξασθενεί η θεωρία του Νου.

Ακολουθεί ένα ιδιαίτερα εύγλωττο συνοπτικό κείμενο:

Συνοπτικά, αυτά είναι όσα υποστηρίχθηκαν. Στην αρχή υπάρχει μία μόνο Ψυχή, και από αυτήν προέρχονται οι πολλαπλές ψυχές […]. Γιατί, λοιπόν, ήταν η Ψυχή του Όλου εκείνη που δημιούργησε τον κόσμο και όχι η ατομική ψυχή, δεδομένου ότι είναι ομογενείς μεταξύ τους και ότι η Ψυχή του Όλου περιέχει μέσα της κάθε πραγματικότητα;
Έχουμε ήδη διευκρινίσει ότι η Ψυχή έχει τη δυνατότητα να βρίσκεται ταυτόχρονα σε πολλά σώματα, και ότι πράγματι αυτό συμβαίνει. Τώρα, όμως, πρέπει να εξηγήσουμε τον τρόπο και τον λόγο για τον οποίο δημιούργησε τον κόσμο, ενώ οι επιμέρους ψυχές περιορίζονται στο να επιβλέπουν μέρη του.
[…] Βεβαίως, δεν είναι παράξενο ότι μεταξύ υποκειμένων που διαθέτουν την ίδια γνώση, άλλα ασκούν ευρύτερη εξουσία και άλλα πιο περιορισμένη· αυτό, όμως, δεν μας απαλλάσσει από το να αναζητήσουμε την αιτία.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι και μεταξύ των ψυχών υπάρχει διαφορά, ιδίως όταν μία από αυτές δεν έχει αποσπασθεί από το σύνολο της Ψυχής και «ενδύθηκε» το σώμα ενώ παρέμενε εκεί ψηλά, ενώ οι υπόλοιπες ψυχές έλαβαν ως μερίδιο το ήδη υπάρχον σώμα, το οποίο, τρόπον τινά, η «αδελφή» Ψυχή είχε ετοιμάσει γι’ αυτές, σαν να τους είχε κατασκευάσει κατοικίες.
Και ενώ εκείνη η Ψυχή θεωρεί τη Νοητική Αρχή (Νου) στην ολότητά της, οι άλλες στρέφονται μάλλον προς τις δικές τους επιμέρους νοήσεις, που είναι μερικές.
Ίσως, βέβαια, και αυτές οι ψυχές θα μπορούσαν να είναι δημιουργικές, αλλά δεν τους δόθηκε η δυνατότητα, επειδή η καθολική Ψυχή είχε αρχίσει πρώτη. Αν και η απορία αυτή θα υφίστατο όποια κι αν ήταν η Ψυχή που θα εμφανιζόταν πρώτη, είναι προτιμότερο να αποδώσουμε την πρωτοκαθεδρία σε εκείνη που είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τις ανώτερες πραγματικότητες.
Πράγματι, τα όντα που τείνουν προς αυτές τις πραγματικότητες φανερώνουν μεγαλύτερη δύναμη και, παραμένοντας σε ασφαλείς θέσεις, δείχνουν μεγάλη ευχέρεια στη δημιουργία, διότι η δύναμη είναι ισχυρότερη όταν δεν υφίστανται τα πάθη που ενυπάρχουν στα δημιουργήματά τους.
Με λίγα λόγια, η δύναμη εξαρτάται από την ικανότητα να παραμένει κανείς «επάνω». Έτσι, η καθολική Ψυχή δημιουργεί παραμένοντας στον εαυτό της, ενώ οι ψυχές που πλησιάζουν τα πράγματα κατευθύνονται προς αυτά και, πράττοντας έτσι, χάνονται στο βάθος. Ή, αλλιώς, η πλειονότητα αυτών, παρασυρόμενη προς τα κάτω, συμπαρέσυρε στην πτώση και εκείνες που είχαν τον νου τους στραμμένο σε χαμηλές σκέψεις.


4. Όλες οι ψυχές περιλαμβάνονται στην καθολική Ψυχή

Είναι σχεδόν περιττό να επισημανθεί ότι, ακόμη και όταν θεωρείται με αυτή την ιεραρχική έννοια, η «πολλαπλότητα» των ψυχών δεν αντιφάσκει προς την «ενότητά» τους, και αντιστρόφως.
Πρώτον, όπως είδαμε, η Ψυχή είναι «μία-και-πολλές», «αδιαίρετη-και-διαιρετή», με την έννοια ότι είναι παρούσα στα διάφορα σώματα και στα μέρη τους, επειδή μπορεί να είναι «ολόκληρη παντού», αλλά και με την έννοια ότι οι πολλές «επιμέρους ψυχές» (τόσο εκείνη του σύμπαντος όσο και εκείνες των επιμέρους όντων) είναι παρούσες μέσα στη μία καθολική Ψυχή εν ενεργεία, διακριτές χωρίς όμως να είναι χωρισμένες.

Ιδού το πιο σαφές χωρίο:

Η μία Ψυχή δεν εμποδίζει την ύπαρξη των πολλών ψυχών, όπως και το ένα Είναι δεν αναιρεί την πολλαπλότητα των όντων. Επιπλέον, στον υπερβατικό κόσμο η πολλαπλότητα δεν αντιτίθεται στην ενότητα, ούτε πρέπει να γεμίζονται τα σώματα με πλήθος αρχών ζωής· ούτε πρέπει να αποδίδεται στο μέγεθος του σώματος η ανάγκη για πολλές ψυχές, διότι η μία Ψυχή και οι πολλές υπήρχαν ήδη πριν από τα σώματα· και αυτές υπήρχαν μέσα στο σύμπαν όχι εν δυνάμει αλλά, καθεμία, εν ενεργεία.
Τίποτε δεν εμποδίζει ώστε η μία Ψυχή στο σύνολό της να περιλαμβάνει τις πολλές ψυχές, ούτε, αντιστρόφως, αυτές να αποκλείουν εκείνη. Είναι διακριτές αλλά όχι χωρισμένες, παρούσες η μία στην άλλη και όμως όχι ξένες μεταξύ τους· και αυτό είναι δυνατό διότι δεν έχουν όρια διαχωρισμού, όπως δεν έχουν και οι πολλές επιστήμες μέσα στη μία Ψυχή, η οποία ακριβώς χάρη στην ενότητά της έχει τη δυνατότητα να τις περιέχει όλες.
Με αυτήν ακριβώς την έννοια, μια τέτοια φύση είναι άπειρη.

ΙΙΙ. ΨΥΧΗ, «ΦΥΣΙΣ» ΚΑΙ «ΛΟΓΟΣ»

1. Η νέα έννοια της «φύσεως»

Σε ορισμένα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την Ψυχή του Σύμπαντος και τις επιμέρους ψυχές θα επανέλθουμε αργότερα, όταν εξετάσουμε τα κοσμολογικά και ανθρωπολογικά προβλήματα. Ωστόσο, για να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση περί της Ψυχής ως «υπόστασης», απομένουν δύο έννοιες που πρέπει να διευκρινιστούν: η «φύσις» και ο «λόγος», τις οποίες ο Πλωτίνος συνδέει με έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο με την έννοια της Ψυχής.

Είδαμε ότι η δραστηριότητα της Ψυχής εκτείνεται, τρόπον τινά, σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: αφενός προς τη θεωρία (θεώρηση) του Νου (Nous),
και αφετέρου προς την παραγωγή του άλλου από αυτήν, δηλαδή προς τη δημιουργία του αισθητού κόσμου.


Είδαμε επίσης ότι από τις τρεις μορφές της Ψυχής, εκείνη που κατεξοχήν παράγει τον αισθητό κόσμο είναι η Ψυχή του σύμπαντος. Η ανώτατη Ψυχή (η καθολική Ψυχή), που περιέχει όλες τις ψυχές, παραμένει πάντοτε στον νοητό κόσμο, δίπλα στον Νου, ενώ οι επιμέρους ψυχές βρίσκουν τα σώματα ήδη δημιουργημένα και περιορίζονται στο να τα ζωοποιούν και να τα κυβερνούν.

Επομένως, η διπλή αυτή δραστηριότητα χαρακτηρίζει κυρίως την Ψυχή του σύμπαντος.

Και ακριβώς το κατώτερο μέρος, το «άκρο» ή το «έσχατο όριο» αυτής της Ψυχής —κατά τις εικόνες του Πλωτίνου— δηλαδή η πλευρά της μέσω της οποίας παράγεται ο φυσικός κόσμος, αποτελεί τη φύση (physis).

Η «φύση», κατά τον Πλωτίνο, είναι το έσχατο όριο του ασώματου κόσμου και το σημείο όπου το νοητό αντανακλάται μέσα στην ύλη. Είναι, δηλαδή, το τελευταίο όριο όπου φθάνουν τα όντως όντα.

Το χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτή τη σοφία και σε αυτό που ονομάζουμε φύση; Ίσως ότι η σοφία είναι πρώτη, ενώ η φύση τελευταία. Η φύση είναι εικόνα της σοφίας και, καταλαμβάνοντας το έσχατο όριο της Ψυχής, διατηρεί τα τελευταία ίχνη του λόγου που λάμπει μέσα στην Ψυχή.
Είναι σαν μια μορφή που αποτυπώνεται σε παχύ στρώμα κεριού: η επάνω αποτύπωση είναι καθαρή, η κάτω αμυδρή.
Γι’ αυτό η φύση δεν γνωρίζει, αλλά απλώς δημιουργεί. Δίνει αυτό που έχει σε ό,τι είναι κοντά της, χωρίς επιλογή, σαν δωρεά προς την υλική πραγματικότητα.
Όπως ένα θερμό σώμα μεταδίδει τη θερμότητά του σε άλλο σώμα με το οποίο έρχεται σε επαφή.
[…]
Η Ψυχή του παντός δέχεται αδιάκοπα, και αυτό αποτελεί τη ζωή της: το να κατανοεί κάθε φορά αυτό που της εμφανίζεται.
Το μέρος της που προβάλλεται στην ύλη αποτελεί τη φύση· και στη φύση βρίσκονται τα όντα ως τα έσχατα όρια του νοητού. Από εκεί και πέρα υπάρχουν μόνο μιμήσεις.

2. Η έννοια του «λόγου» στον Πλωτίνο


Η φύση, όπως την κατανοεί ο Πλωτίνος, δεν είναι μια άλογη παραγωγική δύναμη, αλλά παραγωγή εμποτισμένη με λόγο — και μάλιστα προερχόμενη από λόγο.
Ήδη ο Αριστοτέλης είχε συνδέσει τη φύση με την «μορφή» (εἶδος) και τον «λόγο». Ο Πλωτίνος προχωρά ακόμη πιο πέρα:
η φύση είναι λόγος και μορφή — και μάλιστα λόγος που παράγει άλλον λόγο.


Αντίθετα, η μορφή που εισέρχεται στην ύλη είναι πλέον «νεκρή», χωρίς ζωτική δύναμη.

Η φύση, λοιπόν, είναι λόγος που παρέχει μορφές στην ύλη:
Η φύση είναι μορφή […] είναι λόγος που παράγει άλλους λόγους, μεταδίδοντας κάτι από τον εαυτό της ως αρχή γενέσεως, χωρίς να χάνει την ταυτότητά της.
Ο λόγος που εμφανίζεται στη μορφή είναι κατώτερος και άψυχος, ενώ ο ζωντανός λόγος είναι συγγενής του δημιουργικού λόγου και συμμετέχει στη δύναμή του.


3. Λόγος, φύση και θεωρία (θεωρία)

Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται κατανοητό γιατί ο Πλωτίνος αποδίδει και στη φύση μια μορφή «θεωρίας».
Η φύση προέρχεται από τη θεωρία της Ψυχής — αλλά είναι και η ίδια θεωρία.
Διότι, ως ζωντανός λόγος και μορφή, η φύση δημιουργεί ακριβώς επειδή θεωρεί.
Δηλαδή:
ως θέαση μορφών → γίνεται παραγωγή μορφών.
Όπως όλα τα νοητά όντα, έτσι και η φύση δημιουργεί μέσω της θεωρίας.
Το χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Αυτό που ονομάζεται φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά Ψυχή, θυγατέρα μιας ανώτερης Ψυχής που έχει εντονότερη ζωή.
Αυτή παραμένει ήρεμη, δεν στρέφεται ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω, αλλά μένει στον εαυτό της, στην αυτοαντίληψή της.
Μέσα από αυτή τη συνείδηση, παράγει αυτό που ακολουθεί, χωρίς να ζητεί κάτι άλλο· της αρκεί το έργο της θεωρίας της.


IV. Η «εκπόρευση» του αισθητού κόσμου και της ύλης από το νοητό

Δεν υπάρχουν σχόλια: