Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (15)

Συνέχεια από28. Μαρτίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 15
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3

ΤΜΗΜΑ V
Η ΤΡΙΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ: Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ

I. Η ΠΡΟΟΔΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΥ


1. Ο τρόπος με τον οποίο η Ψυχή προέρχεται από τον «νου» – Ο νους είναι «άπειρη δύναμη», δηλαδή ανεξάντλητη, και ακριβώς επειδή είναι τέτοια «υπερχειλίζει» και γεννά μια άλλη πραγματικότητα, ιεραρχικά κατώτερη, που είναι η Ψυχή.

Πώς πραγματοποιείται η «πρόοδος της Ψυχής από τον νού»;

Ο Πλωτίνος ανατρέχει στα ίδια σχήματα που χρησιμοποίησε για να εξηγήσει την πρόοδο του νουύ από το Ένα.

Διακρίνει, πράγματι, κατά τρόπο ανάλογο με όσα είδαμε σχετικά με το Ένα:
a) μια δραστηριότητα «του» νού, δηλαδή μια δραστηριότητα που ο νους κατευθύνει προς τον εαυτό του,
b) μια δραστηριότητα «από τον» νού, δηλαδή μια δραστηριότητα που προέρχεται από τον νού και εξέρχεται από Αυτόν.

Η δεύτερη δραστηριότητα προέρχεται από την πρώτη και αποτελεί συνέπειά της, εφόσον χάρη ακριβώς στη στροφή του προς τον εαυτό του ο νους παράγει κάτι άλλο από τον εαυτό του.

Να ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα σχετικά με αυτό:

Υποστηρίζουμε ότι τα όντα, ως όντα, το καθένα μέσα στην ατομικότητά του και στο αληθινό του είναι, βρίσκονται στον νοητό τόπο, όχι μόνο επειδή παραμένουν αμετάβλητα στην ουσία τους, ενώ όλα όσα είναι αισθητά ρέουν και δεν παραμένουν — έστω κι αν δεν αποκλείεται και στο αισθητό να υπάρχουν σταθερές πραγματικότητες — αλλά κυρίως επειδή κατέχουν την τελειότητα του είναι. Η ουσία, με την πρωταρχική της έννοια, δεν μπορεί να περιοριστεί στη σκιά του είναι, αλλά πρέπει να κατέχει την πληρότητά του· και αυτή υπάρχει μόνο όπου υπάρχει η μορφή της σκέψης και της ζωής, ώστε το νοεῖν και το ζῆν να συνυπάρχουν μέσα στο Είναι. Έτσι, αν υπάρχει το Είναι υπάρχει και η Νόηση, και αν υπάρχει η Νόηση υπάρχει και το Είναι, και το νοεῖν συνυπάρχει με το Είναι.

Να και ένα δεύτερο, εξίσου εύγλωττο κείμενο:

Η Ψυχή […] είναι σαν μια δραστηριότητα που προέρχεται από την Νοῦν. Πράγματι, όταν αυτή αναπτύσσει τη δραστηριότητά της στο εσωτερικό της, το αποτέλεσμα της ενέργειάς της αντιστοιχεί σε άλλες νοήσεις· όταν όμως ενεργεί από μέσα προς τα έξω, το αποτέλεσμα είναι η Ψυχή.

Όμως όλα αυτά δεν αρκούν ακόμη. Το αποτέλεσμα της δραστηριότητας που προέρχεται από τον νού δεν είναι αμέσως — δηλαδή αυτομάτως — Ψυχή. Απαιτείται, όπως ήδη είδαμε σχετικά με τον νού σε σχέση με το Ένα, και το προϊόν της δραστηριότητας που προέρχεται από τον νού να στραφεί ώστε να βλέπει και να θεωρεί τον ίδιο τον νού.

2. Η θεωρητική στροφή της Ψυχής προς τον «νού» ως οντολογικά καθοριστική στιγμή – Η Ψυχή, πράγματι, ως προϊόν της δραστηριότητας του νού, είναι, σε σχέση με τον νού προς τον οποίο στρέφεται με τη «θεωρία», όπως η «ύλη» σε σχέση με τη μορφή, ή, όπως επίσης λέει ο Πλωτίνος, όπως το «απροσδιόριστο» σε σχέση με τον «μορφικό προσδιορισμό».

Να μερικά πολύ σημαντικά κείμενα σχετικά με αυτό:

Η Ψυχή […] είναι μια σκέψη τού Νοῦ, είναι η πλήρης δραστηριότητά του και εκείνη η ζωή που προχωρεί προς τη σύσταση ενός άλλου όντος: σε αυτό μοιάζει με τη φωτιά που είναι θερμότητα καθεαυτή και θερμότητα που διαχέεται. Αλλά εκείνη η πρώτη θερμότητα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως εκπομπή, αλλά ως κάτι που παραμένει μέσα στη φωτιά· ενώ η άλλη θερμότητα έρχεται ως συνέπεια. Έτσι, η Ψυχή, προερχόμενη από τόν Νοῦ, είναι νοητική και η νόησή της εκφράζεται στους συλλογισμούς, και η τελειότητά της προέρχεται πάλι από τόν Νοῦ, σαν να ήταν ένας πατέρας που επιμελείται να αναθρέψει το παιδί που γέννησε λιγότερο τέλειο από τον εαυτό του. Η Ψυχή, λοιπόν, έχει την πραγματικότητά της από τόν Νοῦ και η σκέψη γι’ αυτήν πραγματοποιείται μέσα στη θεωρία τού Νοῦ, γιατί κοιτάζοντας προς τόν Νοῦ αντλεί από τον εαυτό της κάτι που δεν της είναι ξένο. Πράγματι, μόνο αυτά αξίζουν το όνομα πράξεις της Ψυχής, επειδή έχουν τα χαρακτηριστικά τού Νοῦ και προέρχονται από την ίδια την Ψυχή· ενώ οι δραστηριότητες κατώτερου επιπέδου της προέρχονται από κάτι άλλο και είναι παθήματα μιας αντίστοιχης Ψυχής. Ο Νοῦς, λοιπόν, ενισχύει όλο και περισσότερο τη θεϊκότητα της Ψυχής, τόσο επειδή τής είναι πατέρας όσο και επειδή είναι παρούσα μέσα της: δεν υπάρχει τίποτε που να παρεμβάλλεται ανάμεσά τους παρά μόνο το ότι είναι διακριτές πραγματικότητες· η μία ως επακόλουθο και ως δεκτικό, η άλλη ως μορφή. Αλλά η ύλη τού Νοῦ είναι ωραία, επειδή αναπαράγει τη μορφή του και είναι απλή.

Και η Ψυχή είναι φυσικά προδιατεθειμένη να «πλαστεί», δηλαδή να «μορφοποιηθεί» από τό Νοῦ και τον Λόγο και να ανυψωθεί σε ένα ευγενέστερο γένος.

Και όπως η Ψυχή είναι μια σκέψη τού Νοῦ και μια δραστηριότητά του, το ίδιο ισχύει για τό Νοῦ σε σχέση με Εκείνον. Μόνο που η σκέψη της Ψυχής δεν είναι καθόλου καθαρή· η Ψυχή είναι, πράγματι, μόνο μια εικόνα τού Νοῦ, γι’ αυτό και πρέπει να στρέφεται προς τό Νοῦ: και αυτός με τη σειρά του, για να παραμείνει ο εαυτός του, πρέπει να στρέφεται προς Εκείνο που βρίσκεται επάνω. Όμως το βλέπει όχι ως χωριστό ον, αλλά σαν να μην υπάρχει τίποτε μετά από Αυτό που να παρεμβάλλεται μεταξύ τους· άλλωστε ούτε ανάμεσα στην Ψυχή και τό Νοῦ υπάρχει κάτι που να παρεμβάλλεται.

3. Μέσω του «νού» η Ψυχή επανενώνεται με το Αγαθό και γίνεται «ἀγαθοειδής» – Αλλά υπάρχει ακόμη κάτι περισσότερο. Στρεφόμενη προς τον νού και «θεωρώντας» τον, η Ψυχή — ακριβώς «μέσω του νού» — «βλέπει το Αγαθό», δηλαδή το Ένα, γίνεται «ἀγαθοειδής», δηλαδή «όμοια με το Αγαθό», και εισέρχεται «στην κατοχή του Αγαθού» αυτού καθαυτού. Τελικά, ακριβώς σε αυτή τη σύνδεση με το Ένα, μέσω του νού, βρίσκεται το ύψιστο θεμέλιο της πραγματικότητας τής Ψυχής. Γράφει ο Πλωτίνος:

Εφόσον κάθε ον γίνεται ωραίο από εκείνο που προηγείται και από το οποίο δέχεται το φως, ο Νοῦς έλαβε το φως της νοητικής δραστηριότητας με το οποίο φώτισε τη φύση του· ενώ η Ψυχή έλαβε τη δύναμη να ζει, επειδή κατακλύστηκε από μια υπερχειλίζουσα ζωή.

Αυτή η σύνδεση της Ψυχής με το Ένα, όπως θα δούμε, αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες ολόκληρου του συστήματος του Πλωτίνου, δηλαδή το θεμέλιο όχι μόνο της δημιουργικής δραστηριότητας της Ψυχής, αλλά και της δυνατότητας της «επιστροφής στο Ένα».

4. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και ο θεμελιώδης ρόλος της Ψυχής στο σύστημα του Πλωτίνου – Αλλά ποιο είναι το ειδικό χαρακτηριστικό της Ψυχής και ο λόγος ύπαρξής της, και σε τι διαφέρει από τον νους, του οποίου, ωστόσο, είναι «εικόνα» και «ομοίωμα»;

Η ουσιώδης ιδιότητα του νού και η διαφορά τής Ψυχής

Η ουσιώδης ιδιότητα του νού συνίσταται στο νοεῖν (και γι’ αυτό —ας το θυμηθούμε— ο Πλωτίνος επέλεξε τον όρο νους, που σημαίνει ακριβώς Νόηση και Σκέψη), από όπου προκύπτει η «δυαδικότητά» του (εφόσον η σκέψη είναι πάντοτε «σκέψη του Είναι») και ακόμη η πολλαπλότητά του (εφόσον το Είναι είναι μια πολλαπλότητα Ιδεών).

Πρόκειται για μια «δυαδικότητα» και «πολλαπλότητα» που, ωστόσο —για τους λόγους που ήδη είδαμε— συμπίπτουν με την ενότητα, αφού ο νους είναι κατ’ ουσίαν Ένα-πολλά.

Το Ένα, λέει ο Πλωτίνος, αν θέλει να σκεφθεί πρέπει να γίνει νους, επειδή το Ένα ως τέτοιο —για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραπάνω— δεν μπορεί να σκέφτεται.

Τώρα, και η Ψυχή σκέφτεται, τουλάχιστον στον βαθμό που στρέφεται και θεωρεί την αρχή που τη γέννησε, δηλαδή τον νού. Αλλά η ουσία της δεν συνίσταται στο να σκέφτεται (αλλιώς δεν θα διέφερε από τον νοού), αλλά στο να παράγει και να δίνει ζωή σε όλα τα άλλα όντα που υπάρχουν (δηλαδή σε όλα τα αισθητά πράγματα), να τα διατάσσει και να τα κυβερνά.

Να ένα πρώτο πολύ σαφές κείμενο:

Το έργο της λογικής Ψυχής είναι να σκέφτεται, αλλά όχι μόνο αυτό· διαφορετικά σε τι θα διέφερε από τό Νοῦ; Πρέπει λοιπόν να προστεθεί στο ότι η Ψυχή είναι σκέψη και ένας άλλος χαρακτήρας, χάρη στον οποίο δεν μπορεί πια να παραμείνει Νοῦς, αλλά πρέπει και αυτή να αναλάβει μια δική της λειτουργία, αν και αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ξένη προς τα νοητά. Έτσι, στον βαθμό που στρέφεται προς τις ανώτερες πραγματικότητες, η Ψυχή σκέφτεται· ενώ στον βαθμό που στρέφεται προς τον εαυτό της, οργανώνει τα όντα που την ακολουθούν, τα κατευθύνει και ασκεί πάνω τους την κυριαρχία της. Διότι όλη η πραγματικότητα δεν μπορούσε να παραμείνει αδρανής μέσα στη σφαίρα του νοητού, μόλις δόθηκε η δυνατότητα να ακολουθήσει κάτι άλλο, έστω και κατώτερης φύσης· και αυτό ήταν αναγκαίο, εφόσον υπήρχε ένα προηγούμενο ον.¹⁰

Πρέπει τώρα να σημειωθεί ότι αυτό το «βλέπειν» της Ψυχής προς τα όντα που βρίσκονται μετά από αυτήν, αυτό το «διατάσσειν», «κυβερνᾶν» και «άρχειν», συμπίπτουν με το παράγειν, γεννᾶν και ζωοποιεῖν τα ίδια αυτά όντα.

Η Ψυχή —όπως ήδη υπαινιχθήκαμε— είναι η πρώτη παραγωγική αιτία, η δημιουργική και ζωοποιός αρχή όλων των αισθητών πραγμάτων.¹⁰

Να δύο από τις πολλές διατυπώσεις του Πλωτίνου σχετικά με αυτό:

Η Ψυχή δημιουργεί τα πάντα επειδή κατέχει τον μορφικό λόγο της αρχής.¹¹


Κάθε Ψυχή ας κάνει πρώτα αυτή τη σκέψη: ότι αυτή ενέπνευσε στα όντα τη ζωή και είναι γεννήτρια όλων των ζώντων, όσων τρέφει η γη και η θάλασσα και όσων βρίσκονται στον αέρα και στον ουρανό, δηλαδή τα θεία άστρα. Σε αυτήν οφείλεται επίσης ο ήλιος και αυτός ο μεγάλος ουρανός, στον οποίο δίνει ομορφιά και κανονική περιστροφή· και όμως η φύση της είναι διαφορετική από εκείνη των πραγμάτων που διατάσσει, από εκείνα που κινεί και διατηρεί στη ζωή. Αναγκαία η Ψυχή έχει μεγαλύτερη αξία από τα πράγματα που γεννιούνται και φθείρονται, εφόσον αυτή τους δίνει ή τους αφαιρεί τη ζωή, ενώ η ίδια δεν παύει ποτέ να υπάρχει, γιατί δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον εαυτό της.¹²

5. Η Ψυχή ως «κοσμογονική υπόσταση»

Η Ψυχή είναι λοιπόν όχι μόνο «αρχή κινήσεως», αλλά η ίδια κίνηση:

Και αυτό που προέρχεται από το Είναι είναι δραστηριότητα της Ψυχής, η οποία έτσι γεννάται, ενώ ο Νοῦς παραμένει ακίνητος. Εξάλλου και ο Νοῦς γεννήθηκε, ενώ εκείνο που ήταν πριν από αυτόν παρέμενε ακίνητο. Αλλά η Ψυχή, με τη σειρά της, δεν παράγει μέσα στην ακινησία· παράγει μια εικόνα που τίθεται σε κίνηση. Κοιτάζοντας προς τα εκεί από όπου προήλθε γονιμοποιείται, αλλά έπειτα, κινούμενη με μια διαφορετική κίνηση, μάλιστα αντίθετης κατεύθυνσης, γεννά ως δική της εικόνα την αισθητική δύναμη και τη φύση που υπάρχει στα φυτά.¹³

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όπως το Ένα έπρεπε να γίνει νους για να σκεφθεί, έτσι έπρεπε να γίνει Ψυχή για να γεννήσει όλα τα πράγματα του ορατού κόσμου.

Η Ψυχή αποτελεί την τελευταία στιγμή της διαδικασίας εκπόρευσης της άπειρης δύναμης του Ενός.

Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η Ψυχή είναι η «κοσμογονική υπόσταση», που συμπίπτει με τη στιγμή κατά την οποία —ως το τελευταίο δώρο του εαυτού του— το ασώματο γεννά το σωματικό, φανερούμενο στη διάσταση του αισθητού.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι υποστάσεις που έπονται του Ενός, από τη μια πλευρά είναι κατά κάποιο τρόπο το ίδιο το Ένα, στον βαθμό που αυτό είναι η πηγή και η δύναμη των πάντων, και από την άλλη δεν είναι το Ένα, αλλά διαφοροποιήσεις όχι του ίδιου του Ενός, αλλά της «δύναμης μέσα στο Ένα», όπου το νέο που αναδύεται δεν μειώνει την Αρχή, αλλά πηγάζει ακριβώς από την παραμονή της Αρχής.

Γράφει ο Πλωτίνος:

Όλες αυτές οι βαθμίδες (νους και Ψυχή) είναι Αυτός και δεν είναι Αυτός: είναι Αυτός, επειδή προέρχονται από Αυτόν· αλλά δεν είναι Αυτός, επειδή Εκείνος, μένοντας ακίνητος στον εαυτό του, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να δώσει. Συμπερασματικά, είναι σαν μια αργή ροή ζωής που εκτείνεται σε μήκος: κάθε επόμενο τμήμα είναι διαφορετικό, αλλά το όλο παραμένει συμπαγές μέσα στον εαυτό του· και αν, λόγω διαφορών, κάθε πράγμα γεννιέται διαρκώς νέο, το παλαιό δεν χάνεται μέσα στο νέο.¹⁴

6. Η Ψυχή και η «ενδιάμεση» θέση της

Από όσα ειπώθηκαν παραπάνω γίνεται σαφής η σημασία της «ενδιάμεσης θέσης» που αποδίδει ο Πλωτίνος στην Ψυχή.

Η Ψυχή είναι **«ο τελευταίος θεός»**¹⁵, δηλαδή η τελευταία από τις νοητές πραγματικότητες, και συνεπώς η πραγματικότητα που συνορεύει με το αισθητό και μάλιστα η ίδια η αιτία που παράγει το αισθητό.

Αν λοιπόν το ον στρέφεται σε δύο κατευθύνσεις, η μία πνευματική και η άλλη αισθητή, για την Ψυχή είναι καλύτερο να παραμένει μέσα στον νού· ωστόσο πρέπει αναγκαστικά να μετέχει και στο αισθητό, αφού η φύση της είναι όπως την περιγράψαμε. Δεν πρέπει όμως να αγανακτεί με τον εαυτό της επειδή δεν είναι εξ ολοκλήρου κάτι ανώτερο· στην πραγματικότητα κατέχει μια ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στα όντα, διότι, ενώ ανήκει στην θεία κοινωνία, βρίσκεται όμως στο τελευταίο σκαλοπάτι του βασιλείου τού νου· και, καθώς συνορεύει με το αισθητό ον, δίνει στον κόσμο μας κάτι από τον εαυτό της και λαμβάνει κάτι σε αντάλλαγμα.¹⁶

Η Ψυχή έχει, τρόπον τινά, **«δύο πρόσωπα»**¹⁷ στραμμένα προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η φύση της Ψυχής είναι κάποιο μείγμα ασώματου και σωματικού. Ο Πλωτίνος καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να απορρίψει οποιαδήποτε αντίληψη που συνδέει τη φύση της Ψυχής με τη φύση του σώματος. Απορρίπτει όχι μόνο την ακραία αντίληψη της Στοάς, αλλά και την πυθαγόρεια αντίληψη της Ψυχής ως αρμονίας, ακόμη και την αριστοτελική αντίληψη της Ψυχής ως ἐντελέχεια.

Επιβεβαιώνει έτσι τον καθαρά άυλο, πνευματικό, εἰδητικό και συνεπώς υπερβατικό χαρακτήρα της ύπαρξης της Ψυχής.

Η Ψυχή έχει «ενδιάμεση» θέση και συνεπώς —όπως είπαμε— «δύο πρόσωπα», επειδή, ενώ γεννά το σωματικό και παραμένει ασώματη πραγματικότητα απολαμβάνοντας όλες τις ιδιότητες του ασώματου, της συμβαίνει να έρχεται σε σχέση με το σωματικό που η ίδια παρήγαγε· και συνεπώς της συμβαίνει να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά του σωματικού, αλλά όχι με τον τρόπο που αυτά ανήκουν στο ίδιο το σώμα.

7. Με ποια έννοια η Ψυχή είναι καθαυτή «διαιρετή-και-αδιαίρετη», «μία-και-πολλές»

Ας εξηγήσουμε καλύτερα αυτό το σημείο, που είναι πολύ σημαντικό.

Η Ψυχή, παράγοντας το αισθητό και ερχόμενη σε σχέση με το αισθητό (θα δούμε αργότερα με ποιον τρόπο πρέπει να κατανοηθεί αυτό), αν και δεν είναι αρχικά και πρωτίστως διαιρετή, «γίνεται διαιρετή μέσα στα σώματα».
Αυτό σημαίνει ότι, όταν τα σώματα διαιρούνται, συμβαίνει να διαιρείται και η Ψυχή που βρίσκεται μέσα σε αυτά· όχι όμως με τον τρόπο που διαιρούνται τα σώματα, αλλά κατά συμβεβηκός, παραμένοντας ολόκληρη σε κάθε ένα από τα μέρη, δηλαδή χωρίς να παρεκκλίνει από την ενότητα της ύπαρξής της.¹⁸
Το «γίνεται διαιρετή» της Ψυχής δεν σημαίνει λοιπόν ότι θρυμματίζεται σε διαδοχικά αποσπασμένα μέρη, όπως συμβαίνει με τα σώματα, αλλά ότι εισέρχεται ολόκληρη σε όλα τα μέρη του διαιρεμένου σώματος, επειδή δεν έχει μέγεθος· έτσι, τελικά, η διαιρετότητα παραμένει ιδιότητα των σωμάτων, ενώ της Ψυχής παραμένει η ικανότητα να εισέρχεται αδιαίρετη ολόκληρη σε όλα τα μέρη.

Γράφει ο Πλωτίνος:

Όποιος μπόρεσε να δει αυτό το μέγεθος της Ψυχής συλλαμβάνοντας όλη τη δύναμή της, ασφαλώς δεν θα αγνοήσει τον θαυμαστό και θεϊκό χαρακτήρα της και την υπεροχή της απέναντι στις φυσικές πραγματικότητες. Βέβαια, η Ψυχή δεν έχει μέγεθος· και όμως είναι παρούσα σε κάθε μέγεθος, άλλοτε με τον έναν και άλλοτε με τον άλλο τρόπο, χωρίς ποτέ να ανήκει σε κάτι άλλο, αλλά πάντοτε στον εαυτό της. Υπό αυτή την έννοια, η Ψυχή είναι και δεν είναι διαιρετή· ή καλύτερα, η ίδια δεν διαιρείται ούτε υφίσταται διαίρεση· παραμένει ακέραιη στον εαυτό της, αλλά διαιρείται όταν βρίσκεται κοντά στα σώματα, επειδή αυτά δεν μπορούν να τη δεχθούν με την αδιαιρετότητά της, αλλά μόνο μεταδίδοντάς της τη δική τους ιδιάζουσα διαιρετότητα. Η διαίρεση, λοιπόν, είναι χαρακτηριστικό των σωμάτων και όχι της Ψυχής.¹⁹

Με αυτή την έννοια μπορεί να λεχθεί ότι η Ψυχή είναι διαιρετή-και-αδιαίρετη, μία-και-πολλές, επειδή είναι η αρχή που παράγει, κυβερνά και διοικεί τον αισθητό κόσμο: με την πολλαπλή και διαιρετή ενότητά της χαρίζει τη ζωή σε όλα τα πράγματα, και με την αδιαίρετη ενότητά της τα συνενώνει και τα κυβερνά.

Η Ψυχή είναι «ολόκληρη παντού» και «παντού η ίδια».

Δεν υπάρχουν σχόλια: