Συνέχεια από: Σάββατο 25. Απριλίου 2026
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (244)
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (7η συνέχεια)
Εκτός από τους ήρωες εμφανίζονται τώρα και οι εκπρόσωποι των κοινωνικών τάξεων, οι ειδικοί άνθρωποι. Αυτοί αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, μια εξαίρεση και ένα κενό μέσα στον ιδεώδη κόσμο, είναι όμως ήδη απαραίτητοι για την κίνηση του μύθου. Εδώ θα μπορούσε, για παράδειγμα, να γίνει λόγος για τον γιατρό· αλλά ο ομηρικός Μαχάων δεν είναι ένας συνηθισμένος αρχίατρος του στρατού, αλλά ένας ηγεμόνας και άρχοντας, ο οποίος διακρίνεται επιπλέον ιδιαίτερα για την ιατρική του τέχνη. Για τον παιδαγωγό παραπέμπουμε σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τον Χείρωνα¹⁰¹ και για τον μάντη στην ανάπτυξή μας στο τέταρτο μέρος¹⁰²· αντίθετα, ας γίνει τώρα λόγος, πάνω απ’ όλα, για τον αοιδό.
Αυτός φροντίζει άφθονα στον Όμηρο ώστε να μην τον ξεχάσει κανείς. Η τέχνη του τιμάται τόσο πολύ, ώστε ο ίδιος ο Αχιλλέας είναι αοιδός¹⁰³· πράγματι, ολόκληρος ο ηρωικός κόσμος και ο μύθος του υπάρχουν, στην ουσία, μόνο χάριν του αοιδού. Όταν ο Αλκίνοος, κατά το τραγούδι του Δημόδοκου για την άλωση του Ιλίου, παρατηρεί τα δάκρυα του Οδυσσέα, τον ρωτά για την αιτία αυτής της συγκίνησης και προσθέτει ότι οι θεοί είχαν ετοιμάσει αυτή τη μοίρα και είχαν ορίσει την καταστροφή, ώστε και οι μελλοντικοί άνθρωποι να έχουν από αυτήν υλικό για τραγούδι¹⁰⁴.
Επιπλέον, ο αοιδός είναι ο ενάρετος και αξιόπιστος άνθρωπος κατ’ εξοχήν. Ο Αγαμέμνων, όταν αναχώρησε για την Τροία, είχε ορίσει έναν τέτοιον για να προστατεύει και να φυλάει τη σύζυγό του. Αυτόν ο Αίγισθος τον έσυρε σε ένα έρημο νησί, τον σκότωσε εκεί και τον άφησε βορά στα πουλιά. Η Κλυταιμνήστρα όμως έπεσε στα χέρια του διαφθορέα μόνο όταν είχε εγκαταλειφθεί από αυτήν την ανώτερη ηθική δύναμη¹⁰⁵.
Στο όγδοο βιβλίο της Οδύσσειας, λοιπόν, ο Δημόδοκος, αφού πρώτα παρουσιάζεται λαμπρά (στ. 61 κ.ε.), εμφανίζεται όχι λιγότερο από τρεις φορές: με το τραγούδι για τη φιλονικία του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, με εκείνο για τον Άρη και την Αφροδίτη, και με το προαναφερθέν για τον δούρειο ίππο. Τη ροή της αφήγησης (οἴμη) του την έχει διδάξει η ίδια η Μούσα (στ. 480 κ.ε.), και η έμπνευση του έρχεται (στ. 499) από μια θεότητα. Στην Ιθάκη, πάλι, ο Τηλέμαχος υπερασπίζεται φωναχτά τον αοιδό Φήμιο, όταν η μητέρα του θέλει να του απαγορεύσει να τραγουδά τις επιστροφές των ηρώων. Ο Ζευς είναι που εμπνέει στους ευρηματικούς αοιδούς το τραγούδι τους· και δεν πρέπει κανείς να θυμώνει με τον αοιδό, αν τραγουδά ακριβώς αυτό το τραγούδι, διότι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερο το πιο πρόσφατο θέμα¹⁰⁶.
Σε αυτή την εποχή ο αοιδός, ως αφηγητής μύθων, εξακολουθεί να τέρπει το ευγενές συμπόσιο, ενώ στην επόμενη εποχή το ευγενές συμπόσιο θα δημιουργήσει την ελεγεία.
Ο ύμνος του ίδιου του άσματος
Τώρα το άσμα μπορεί και το ίδιο να καυχάται αρκετά μεγαλόφωνα για τον εαυτό του. Ο Εύμαιος συγκρίνει (Οδύσσεια XVII, 518 κ.ε.) την αφήγηση του Οδυσσέα, ο οποίος του μιλούσε επί τρεις ημέρες, με τη μαγεία ενός αοιδού που έχει μάθει από τους θεούς γλυκύτατα λόγια, και τον οποίο, όταν τραγουδά, επιθυμεί κανείς να τον ακούει αδιάκοπα. Και ο Αλκίνοος επίσης δηλώνει (XI, 368) ότι ο ίδιος αφηγείται τόσο καλά όσο ένας αοιδός.
Ο έπαινος του ποιητή μέσα από τον ήρωα
Κατά βάθος, κάθε ενθουσιασμός που προκαλούν οι λόγοι του ήρωα είναι ταυτόχρονα και ένας έπαινος του ποιητή προς τον ίδιο τον εαυτό του· όπως, για παράδειγμα, όταν αφήνει τους ακροατές να σιωπούν και να παραμένουν δεμένοι από τη γοητεία μιας μαγείας μέσα στα σκιερά δώματα.
Με θαυμαστό τρόπο, λοιπόν, στο τέλος (Οδύσσεια XXII, 344 κ.ε.), ο Φήμιος, ικετεύοντας τον Οδυσσέα για τη ζωή του, μπορεί να μιλήσει για την αξία του αοιδικού λειτουργήματος: «Για σένα τον ίδιο θα είναι πόνος, αν σκοτώσεις τον αοιδό, εμένα, που τραγουδώ για τους θεούς και για τους ανθρώπους. Δεν διδάχθηκα από άλλους, αλλά ένας θεός φύτεψε μέσα μου τραγούδια κάθε είδους, και μου φαίνεται πως μπροστά σου τραγουδώ ακόμη σαν μπροστά σε θεό».
Ότι όμως ο αοιδός δεν βρίσκεται παρών μόνο σε χαρμόσυνες περιστάσεις, αλλά και σε οδυνηρές, το δείχνει η παρουσία του κοντά στο σώμα του Έκτορα στο παλάτι του Πριάμου¹⁰⁷. Και στην εξύμνησή του από τον Ησίοδο¹⁰⁸ αναπτύσσεται επίσης ποια παρηγοριά προσφέρει στον θλιμμένο.
Με το όνομα του ήρωα τιμάται και ο κήρυκας, ακόμη κι όταν είναι υπηρέτης ενός μεμονωμένου προσώπου· για παράδειγμα ο Μούλιος, ο Δουλιχιώτης κήρυκας, ο οποίος αναμειγνύει και μοιράζει το κρασί στους μνηστήρες και ονομάζεται υπηρέτης του Αμφίνομου¹⁰⁹. Αλλά ο αοιδός και ο κήρυκας σε αυτές τις αυλές θα πρέπει να γνωρίζονταν αρκετά καλά μεταξύ τους, και κατά τόπους ίσως λειτουργούσαν και οι δύο ως διασκεδαστές.
Ο Μέδων και η κωμική υποβάθμιση του κήρυκα
Κατά τη μνηστηροφονία, όπου με τη μεσολάβηση του Τηλέμαχου χαρίζεται η ζωή όχι μόνο στον αοιδό αλλά και στον κήρυκα Μέδοντα¹¹⁰, ο Όμηρος προσδίδει στον τελευταίο, με κάποια χαιρεκακία, έναν ευδιάκριτο κωμικό τόνο. Εκείνος βγαίνει έρποντας κάτω από ένα κάθισμα από βοδινό δέρμα, αγκαλιάζει τα γόνατα του Τηλέμαχου και λαμβάνει χάρη από τον «χαμογελαστό» Οδυσσέα. Ο ποιητής θέλει σαφώς να δείξει ότι ανάμεσα στους αοιδούς και στους απλούς κήρυκες υπάρχει, πάντως, κάποια διαφορά¹¹¹.
Οι μεταθανάτιες τιμές των κηρύκων
Κατά τα άλλα, ο κήρυκας —όπως, παρεμπιπτόντως, και ο μάντης και ο ηνίοχος¹¹²— απολαμβάνει και στη μεταγενέστερη εποχή ηρωικές τιμές. Του Ταλθύβιου έδειχναν δύο τάφους¹¹³, έναν στη Σπάρτη και έναν στην αγορά του Αιγίου στην Αχαΐα· και στους δύο τόπους του πρόσφεραν νεκρικές θυσίες¹¹⁴. Η οργή του εκδηλώθηκε τόσο εναντίον της Σπάρτης όσο και εναντίον της Αθήνας, όταν θανατώθηκαν οι κήρυκες του Δαρείου που ζητούσαν γη και ύδωρ.
Ο ζητιάνος ως σταθερή μορφή της ηρωικής εποχής
Ενώ ο μάντης, ο γιατρός, ο οικοδόμος-τεχνίτης και ο αοιδός καλούνται, ο ζητιάνος εμφανίζεται απρόσκλητος¹¹⁵. Είναι προφανώς και αυτός μια σταθερή μορφή της ηρωικής εποχής· αλλιώς δεν θα μπορούσαν οι αντιθέσεις του κακού και πονηρού ζητιάνου και του καλού ζητιάνου, στον Ίρο και στον Οδυσσέα, να αποδοθούν τόσο απόλυτα αληθινά και αυτονόητα. Ο ποιητής πιθανότατα συμπαθεί τον καλό ζητιάνο, επειδή η δική του κοινωνική τάξη συχνά γειτόνευε με εκείνη του ζητιάνου. Γι’ αυτό και ζωγραφίζει τον Οδυσσέα κάτω από αυτή τη μεταμφίεση με μεγάλη προτίμηση και με εξαιρετική επιτυχία.
Ο Οδυσσέας ως ζητιάνος
Ας προσέξει κανείς, για παράδειγμα, με ποια λόγια ο Οδυσσέας (Οδύσσεια XVII, 281 κ.ε.) εκφράζει την παραίτησή του μπροστά στην επικείμενη κακομεταχείριση· πώς δέχεται το φαγητό (352 κ.ε.)· πώς διατυπώνει την αρχή ότι ένας ζητιάνος δεν πρέπει να ντρέπεται (578)· και πώς, αφού ο Αντίνοος τού πετά το σκαμνί «εξαιτίας της πείνας του», έχει έτοιμη μια κατάρα ζητιάνου, που θα έπρεπε να χτυπήσει εκείνον, αν υπάρχουν κάπου και Ερινύες για την προστασία των ζητιάνων (470 κ.ε.).
Οι ύβρεις κατά των ζητιάνων και η μονομαχία του Ίρου
Εξαιρετικά ρεαλιστικές είναι, αντίθετα, και οι βρισιές του Μελάνθιου για τη ζητιανιά (217 κ.ε.), όπως επίσης και οι απειλές που ανταλλάσσονται στην αρχή του δέκατου όγδοου βιβλίου ανάμεσα στους δύο ζητιάνους. Αυτές θα οδηγούσαν σε συμπλοκή, αν, με τη μεσολάβηση των μνηστήρων, δεν προέκυπτε η μόνη μονομαχία που αρμόζει σε ζητιάνους: η πυγμαχία, η οποία τελειώνει με εκείνο το φοβερό τελικό μάθημα προς τον Ίρο (105 κ.ε.).
Η φιλοξενία προς ξένους και ζητιάνους
Φιλικά μεταχειρίζεται αυτούς τους ανθρώπους η Ναυσικά, η οποία (Οδύσσεια VI, 207 κ.ε.) διατυπώνει την αρχή ότι οι ξένοι και οι ζητιάνοι στέλνονται από τον Δία και ότι ακόμη και ένα μικρό δώρο είναι αγαπητό σε αυτούς. Φιλική διάθεση απέναντί τους εκφράζει και το όμορφο τραγούδι που ονομάζεται Ειρεσιώνη¹¹⁶, όπου ένας ζητιάνος εκμεταλλεύεται έναν αρραβώνα για να αποσπάσει κάτι για τον εαυτό του.
Ο Ησίοδος, αντίθετα, δεν τρέφει πλέον τόση συμπάθεια γι’ αυτούς· διαπιστώνει ανάμεσά τους τον ίδιο αμοιβαίο φθόνο που υπάρχει και στις άλλες κοινωνικές τάξεις¹¹⁷.
Οι μυθικές γυναίκες στον Όμηρο
Θαυμαστές παρουσιάζονται οι μυθικές γυναίκες στον Όμηρο: η Ναυσικά, η Πηνελόπη και, σε δεύτερη βαθμίδα, η Αρήτη, η Αντίκλεια και η Ευρύκλεια· πολύ ευγενέστερες από τις θεές του. Πόσο ολοκληρωτικά έχασαν οι μεταγενέστεροι Έλληνες τέτοιες μορφές, εκτός από εκείνες που, όπως η Αντιγόνη και η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, πρέπει να θεωρηθούν δώρα του μύθου!
Η Ναυσικά, όπως μας παρουσιάζεται στο έκτο βιβλίο της Οδύσσειας, είναι το ύψιστο που μπορεί να φανταστεί κανείς σε χάρη και ελεύθερη αφέλεια, με μια ανείπωτη γλυκύτητα. Ο ίδιος ο Όμηρος προφανώς δεν αντιλαμβάνεται καν πόσο όμορφα επιδρά στον ακροατή, όταν εκείνη θαυμάζει άφοβα τον μεταμορφωμένο Οδυσσέα και επιθυμεί να αποκτήσει έναν τέτοιο σύζυγο (στ. 239 κ.ε.), και όταν, στο τέλος, τον διδάσκει με ποιον τρόπο πρέπει να ενεργήσει ώστε να μη δημιουργηθεί κουτσομπολιό και να κερδίσει με το μέρος του τη μητέρα της, την Αρήτη (στ. 255 κ.ε.)¹¹⁸.
Και δίπλα της στέκει τώρα αυτή η μητέρα, ισάξια σε αξιοπρέπεια και σημασία με τον σύζυγό της Αλκίνοο, έτσι ώστε ο ικέτης πρέπει πρώτα σε εκείνη να απευθυνθεί· μια βασίλισσα που συμφιλιώνει και κρίνει.
Η ένωση χάρης και σταθερότητας φτάνει έπειτα στο ύψιστο σημείο της στην Πηνελόπη. Παρ’ όλα αυτά, ο ποιητής δεν της στερεί ορισμένα αυστηρά λόγια του γιου της. Ήδη στην αρχή (Οδύσσεια I, 356 κ.ε.), ο Τηλέμαχος διεκδικεί πολύ κατηγορηματικά το προνόμιο του λόγου για τους άνδρες και ιδίως για τον εαυτό του, ως κύριο του οίκου. Εκείνη θαυμάζει, το κρατά μέσα της και αποχωρεί· επάνω όμως κλαίει, ώσπου η Αθηνά τη βυθίζει στον ύπνο.
Το ίδιο επαναλαμβάνεται (Οδύσσεια XXI, 344 κ.ε.), όταν η Πηνελόπη διατάζει να επιτραπεί στον Οδυσσέα να δοκιμάσει το τόξο. Και για το τόξο ο Τηλέμαχος θέλει να αποφασίσει μόνος του και τη στέλνει με τα ίδια λόγια στο πάνω δωμάτιο, κοντά στις δούλες· και τώρα εκείνη υπακούει με θαυμασμό και επάνω κλαίει πάλι.
Δίπλα στις υπόλοιπες γυναίκες βρίσκεται έπειτα η θαυμάσια μελαγχολική σκιασμένη μορφή της μητέρας του Οδυσσέα, της Αντίκλειας, και τέλος το αρχέτυπο της πιστής υπηρέτριας, η σεβάσμια Ευρύκλεια¹¹⁹.
Συνεχίζεται
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (7η συνέχεια)
Εκτός από τους ήρωες εμφανίζονται τώρα και οι εκπρόσωποι των κοινωνικών τάξεων, οι ειδικοί άνθρωποι. Αυτοί αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, μια εξαίρεση και ένα κενό μέσα στον ιδεώδη κόσμο, είναι όμως ήδη απαραίτητοι για την κίνηση του μύθου. Εδώ θα μπορούσε, για παράδειγμα, να γίνει λόγος για τον γιατρό· αλλά ο ομηρικός Μαχάων δεν είναι ένας συνηθισμένος αρχίατρος του στρατού, αλλά ένας ηγεμόνας και άρχοντας, ο οποίος διακρίνεται επιπλέον ιδιαίτερα για την ιατρική του τέχνη. Για τον παιδαγωγό παραπέμπουμε σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τον Χείρωνα¹⁰¹ και για τον μάντη στην ανάπτυξή μας στο τέταρτο μέρος¹⁰²· αντίθετα, ας γίνει τώρα λόγος, πάνω απ’ όλα, για τον αοιδό.
Αυτός φροντίζει άφθονα στον Όμηρο ώστε να μην τον ξεχάσει κανείς. Η τέχνη του τιμάται τόσο πολύ, ώστε ο ίδιος ο Αχιλλέας είναι αοιδός¹⁰³· πράγματι, ολόκληρος ο ηρωικός κόσμος και ο μύθος του υπάρχουν, στην ουσία, μόνο χάριν του αοιδού. Όταν ο Αλκίνοος, κατά το τραγούδι του Δημόδοκου για την άλωση του Ιλίου, παρατηρεί τα δάκρυα του Οδυσσέα, τον ρωτά για την αιτία αυτής της συγκίνησης και προσθέτει ότι οι θεοί είχαν ετοιμάσει αυτή τη μοίρα και είχαν ορίσει την καταστροφή, ώστε και οι μελλοντικοί άνθρωποι να έχουν από αυτήν υλικό για τραγούδι¹⁰⁴.
Επιπλέον, ο αοιδός είναι ο ενάρετος και αξιόπιστος άνθρωπος κατ’ εξοχήν. Ο Αγαμέμνων, όταν αναχώρησε για την Τροία, είχε ορίσει έναν τέτοιον για να προστατεύει και να φυλάει τη σύζυγό του. Αυτόν ο Αίγισθος τον έσυρε σε ένα έρημο νησί, τον σκότωσε εκεί και τον άφησε βορά στα πουλιά. Η Κλυταιμνήστρα όμως έπεσε στα χέρια του διαφθορέα μόνο όταν είχε εγκαταλειφθεί από αυτήν την ανώτερη ηθική δύναμη¹⁰⁵.
Στο όγδοο βιβλίο της Οδύσσειας, λοιπόν, ο Δημόδοκος, αφού πρώτα παρουσιάζεται λαμπρά (στ. 61 κ.ε.), εμφανίζεται όχι λιγότερο από τρεις φορές: με το τραγούδι για τη φιλονικία του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, με εκείνο για τον Άρη και την Αφροδίτη, και με το προαναφερθέν για τον δούρειο ίππο. Τη ροή της αφήγησης (οἴμη) του την έχει διδάξει η ίδια η Μούσα (στ. 480 κ.ε.), και η έμπνευση του έρχεται (στ. 499) από μια θεότητα. Στην Ιθάκη, πάλι, ο Τηλέμαχος υπερασπίζεται φωναχτά τον αοιδό Φήμιο, όταν η μητέρα του θέλει να του απαγορεύσει να τραγουδά τις επιστροφές των ηρώων. Ο Ζευς είναι που εμπνέει στους ευρηματικούς αοιδούς το τραγούδι τους· και δεν πρέπει κανείς να θυμώνει με τον αοιδό, αν τραγουδά ακριβώς αυτό το τραγούδι, διότι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερο το πιο πρόσφατο θέμα¹⁰⁶.
Σε αυτή την εποχή ο αοιδός, ως αφηγητής μύθων, εξακολουθεί να τέρπει το ευγενές συμπόσιο, ενώ στην επόμενη εποχή το ευγενές συμπόσιο θα δημιουργήσει την ελεγεία.
Ο ύμνος του ίδιου του άσματος
Τώρα το άσμα μπορεί και το ίδιο να καυχάται αρκετά μεγαλόφωνα για τον εαυτό του. Ο Εύμαιος συγκρίνει (Οδύσσεια XVII, 518 κ.ε.) την αφήγηση του Οδυσσέα, ο οποίος του μιλούσε επί τρεις ημέρες, με τη μαγεία ενός αοιδού που έχει μάθει από τους θεούς γλυκύτατα λόγια, και τον οποίο, όταν τραγουδά, επιθυμεί κανείς να τον ακούει αδιάκοπα. Και ο Αλκίνοος επίσης δηλώνει (XI, 368) ότι ο ίδιος αφηγείται τόσο καλά όσο ένας αοιδός.
Ο έπαινος του ποιητή μέσα από τον ήρωα
Κατά βάθος, κάθε ενθουσιασμός που προκαλούν οι λόγοι του ήρωα είναι ταυτόχρονα και ένας έπαινος του ποιητή προς τον ίδιο τον εαυτό του· όπως, για παράδειγμα, όταν αφήνει τους ακροατές να σιωπούν και να παραμένουν δεμένοι από τη γοητεία μιας μαγείας μέσα στα σκιερά δώματα.
Με θαυμαστό τρόπο, λοιπόν, στο τέλος (Οδύσσεια XXII, 344 κ.ε.), ο Φήμιος, ικετεύοντας τον Οδυσσέα για τη ζωή του, μπορεί να μιλήσει για την αξία του αοιδικού λειτουργήματος: «Για σένα τον ίδιο θα είναι πόνος, αν σκοτώσεις τον αοιδό, εμένα, που τραγουδώ για τους θεούς και για τους ανθρώπους. Δεν διδάχθηκα από άλλους, αλλά ένας θεός φύτεψε μέσα μου τραγούδια κάθε είδους, και μου φαίνεται πως μπροστά σου τραγουδώ ακόμη σαν μπροστά σε θεό».
Ότι όμως ο αοιδός δεν βρίσκεται παρών μόνο σε χαρμόσυνες περιστάσεις, αλλά και σε οδυνηρές, το δείχνει η παρουσία του κοντά στο σώμα του Έκτορα στο παλάτι του Πριάμου¹⁰⁷. Και στην εξύμνησή του από τον Ησίοδο¹⁰⁸ αναπτύσσεται επίσης ποια παρηγοριά προσφέρει στον θλιμμένο.
Με το όνομα του ήρωα τιμάται και ο κήρυκας, ακόμη κι όταν είναι υπηρέτης ενός μεμονωμένου προσώπου· για παράδειγμα ο Μούλιος, ο Δουλιχιώτης κήρυκας, ο οποίος αναμειγνύει και μοιράζει το κρασί στους μνηστήρες και ονομάζεται υπηρέτης του Αμφίνομου¹⁰⁹. Αλλά ο αοιδός και ο κήρυκας σε αυτές τις αυλές θα πρέπει να γνωρίζονταν αρκετά καλά μεταξύ τους, και κατά τόπους ίσως λειτουργούσαν και οι δύο ως διασκεδαστές.
Ο Μέδων και η κωμική υποβάθμιση του κήρυκα
Κατά τη μνηστηροφονία, όπου με τη μεσολάβηση του Τηλέμαχου χαρίζεται η ζωή όχι μόνο στον αοιδό αλλά και στον κήρυκα Μέδοντα¹¹⁰, ο Όμηρος προσδίδει στον τελευταίο, με κάποια χαιρεκακία, έναν ευδιάκριτο κωμικό τόνο. Εκείνος βγαίνει έρποντας κάτω από ένα κάθισμα από βοδινό δέρμα, αγκαλιάζει τα γόνατα του Τηλέμαχου και λαμβάνει χάρη από τον «χαμογελαστό» Οδυσσέα. Ο ποιητής θέλει σαφώς να δείξει ότι ανάμεσα στους αοιδούς και στους απλούς κήρυκες υπάρχει, πάντως, κάποια διαφορά¹¹¹.
Οι μεταθανάτιες τιμές των κηρύκων
Κατά τα άλλα, ο κήρυκας —όπως, παρεμπιπτόντως, και ο μάντης και ο ηνίοχος¹¹²— απολαμβάνει και στη μεταγενέστερη εποχή ηρωικές τιμές. Του Ταλθύβιου έδειχναν δύο τάφους¹¹³, έναν στη Σπάρτη και έναν στην αγορά του Αιγίου στην Αχαΐα· και στους δύο τόπους του πρόσφεραν νεκρικές θυσίες¹¹⁴. Η οργή του εκδηλώθηκε τόσο εναντίον της Σπάρτης όσο και εναντίον της Αθήνας, όταν θανατώθηκαν οι κήρυκες του Δαρείου που ζητούσαν γη και ύδωρ.
Ο ζητιάνος ως σταθερή μορφή της ηρωικής εποχής
Ενώ ο μάντης, ο γιατρός, ο οικοδόμος-τεχνίτης και ο αοιδός καλούνται, ο ζητιάνος εμφανίζεται απρόσκλητος¹¹⁵. Είναι προφανώς και αυτός μια σταθερή μορφή της ηρωικής εποχής· αλλιώς δεν θα μπορούσαν οι αντιθέσεις του κακού και πονηρού ζητιάνου και του καλού ζητιάνου, στον Ίρο και στον Οδυσσέα, να αποδοθούν τόσο απόλυτα αληθινά και αυτονόητα. Ο ποιητής πιθανότατα συμπαθεί τον καλό ζητιάνο, επειδή η δική του κοινωνική τάξη συχνά γειτόνευε με εκείνη του ζητιάνου. Γι’ αυτό και ζωγραφίζει τον Οδυσσέα κάτω από αυτή τη μεταμφίεση με μεγάλη προτίμηση και με εξαιρετική επιτυχία.
Ο Οδυσσέας ως ζητιάνος
Ας προσέξει κανείς, για παράδειγμα, με ποια λόγια ο Οδυσσέας (Οδύσσεια XVII, 281 κ.ε.) εκφράζει την παραίτησή του μπροστά στην επικείμενη κακομεταχείριση· πώς δέχεται το φαγητό (352 κ.ε.)· πώς διατυπώνει την αρχή ότι ένας ζητιάνος δεν πρέπει να ντρέπεται (578)· και πώς, αφού ο Αντίνοος τού πετά το σκαμνί «εξαιτίας της πείνας του», έχει έτοιμη μια κατάρα ζητιάνου, που θα έπρεπε να χτυπήσει εκείνον, αν υπάρχουν κάπου και Ερινύες για την προστασία των ζητιάνων (470 κ.ε.).
Οι ύβρεις κατά των ζητιάνων και η μονομαχία του Ίρου
Εξαιρετικά ρεαλιστικές είναι, αντίθετα, και οι βρισιές του Μελάνθιου για τη ζητιανιά (217 κ.ε.), όπως επίσης και οι απειλές που ανταλλάσσονται στην αρχή του δέκατου όγδοου βιβλίου ανάμεσα στους δύο ζητιάνους. Αυτές θα οδηγούσαν σε συμπλοκή, αν, με τη μεσολάβηση των μνηστήρων, δεν προέκυπτε η μόνη μονομαχία που αρμόζει σε ζητιάνους: η πυγμαχία, η οποία τελειώνει με εκείνο το φοβερό τελικό μάθημα προς τον Ίρο (105 κ.ε.).
Η φιλοξενία προς ξένους και ζητιάνους
Φιλικά μεταχειρίζεται αυτούς τους ανθρώπους η Ναυσικά, η οποία (Οδύσσεια VI, 207 κ.ε.) διατυπώνει την αρχή ότι οι ξένοι και οι ζητιάνοι στέλνονται από τον Δία και ότι ακόμη και ένα μικρό δώρο είναι αγαπητό σε αυτούς. Φιλική διάθεση απέναντί τους εκφράζει και το όμορφο τραγούδι που ονομάζεται Ειρεσιώνη¹¹⁶, όπου ένας ζητιάνος εκμεταλλεύεται έναν αρραβώνα για να αποσπάσει κάτι για τον εαυτό του.
Ο Ησίοδος, αντίθετα, δεν τρέφει πλέον τόση συμπάθεια γι’ αυτούς· διαπιστώνει ανάμεσά τους τον ίδιο αμοιβαίο φθόνο που υπάρχει και στις άλλες κοινωνικές τάξεις¹¹⁷.
Οι μυθικές γυναίκες στον Όμηρο
Θαυμαστές παρουσιάζονται οι μυθικές γυναίκες στον Όμηρο: η Ναυσικά, η Πηνελόπη και, σε δεύτερη βαθμίδα, η Αρήτη, η Αντίκλεια και η Ευρύκλεια· πολύ ευγενέστερες από τις θεές του. Πόσο ολοκληρωτικά έχασαν οι μεταγενέστεροι Έλληνες τέτοιες μορφές, εκτός από εκείνες που, όπως η Αντιγόνη και η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, πρέπει να θεωρηθούν δώρα του μύθου!
Η Ναυσικά, όπως μας παρουσιάζεται στο έκτο βιβλίο της Οδύσσειας, είναι το ύψιστο που μπορεί να φανταστεί κανείς σε χάρη και ελεύθερη αφέλεια, με μια ανείπωτη γλυκύτητα. Ο ίδιος ο Όμηρος προφανώς δεν αντιλαμβάνεται καν πόσο όμορφα επιδρά στον ακροατή, όταν εκείνη θαυμάζει άφοβα τον μεταμορφωμένο Οδυσσέα και επιθυμεί να αποκτήσει έναν τέτοιο σύζυγο (στ. 239 κ.ε.), και όταν, στο τέλος, τον διδάσκει με ποιον τρόπο πρέπει να ενεργήσει ώστε να μη δημιουργηθεί κουτσομπολιό και να κερδίσει με το μέρος του τη μητέρα της, την Αρήτη (στ. 255 κ.ε.)¹¹⁸.
Και δίπλα της στέκει τώρα αυτή η μητέρα, ισάξια σε αξιοπρέπεια και σημασία με τον σύζυγό της Αλκίνοο, έτσι ώστε ο ικέτης πρέπει πρώτα σε εκείνη να απευθυνθεί· μια βασίλισσα που συμφιλιώνει και κρίνει.
Η ένωση χάρης και σταθερότητας φτάνει έπειτα στο ύψιστο σημείο της στην Πηνελόπη. Παρ’ όλα αυτά, ο ποιητής δεν της στερεί ορισμένα αυστηρά λόγια του γιου της. Ήδη στην αρχή (Οδύσσεια I, 356 κ.ε.), ο Τηλέμαχος διεκδικεί πολύ κατηγορηματικά το προνόμιο του λόγου για τους άνδρες και ιδίως για τον εαυτό του, ως κύριο του οίκου. Εκείνη θαυμάζει, το κρατά μέσα της και αποχωρεί· επάνω όμως κλαίει, ώσπου η Αθηνά τη βυθίζει στον ύπνο.
Το ίδιο επαναλαμβάνεται (Οδύσσεια XXI, 344 κ.ε.), όταν η Πηνελόπη διατάζει να επιτραπεί στον Οδυσσέα να δοκιμάσει το τόξο. Και για το τόξο ο Τηλέμαχος θέλει να αποφασίσει μόνος του και τη στέλνει με τα ίδια λόγια στο πάνω δωμάτιο, κοντά στις δούλες· και τώρα εκείνη υπακούει με θαυμασμό και επάνω κλαίει πάλι.
Δίπλα στις υπόλοιπες γυναίκες βρίσκεται έπειτα η θαυμάσια μελαγχολική σκιασμένη μορφή της μητέρας του Οδυσσέα, της Αντίκλειας, και τέλος το αρχέτυπο της πιστής υπηρέτριας, η σεβάσμια Ευρύκλεια¹¹⁹.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου