Συνέχεια από Σάββατο 25. Απριλίου 2026
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 5
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
§ 4. Περαιτέρω διευκρίνιση της έννοιας του πνεύματος: το πνεύμα ως είναι και ζωή (ιδέα και δύναμη)
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
§ 4. Περαιτέρω διευκρίνιση της έννοιας του πνεύματος: το πνεύμα ως είναι και ζωή (ιδέα και δύναμη)
...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ]
Όταν εξετάσαμε το πνευματικό είναι ως ελεύθερη, συνειδητή προσωπική ζωή, προσθέσαμε ήδη ότι αυτή είναι η «πρωταρχικότερη μορφή» του πνευματικού είναι. Μας είναι άλλωστε απολύτως οικείο να μιλούμε για «πνεύμα» και σε απρόσωπα μορφώματα. Ονομάζουμε ένα βιβλίο «πνευματώδες», και έχει καθιερωθεί να διαιρούμε τις επιστήμες σε φυσικές και ανθρωπιστικές. Και ως αντικείμενο των ανθρωπιστικών επιστημών θεωρούμε όχι μόνο τα πρόσωπα και την προσωπική ζωή, αλλά και όλα όσα έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί με ποια έννοια και με ποιο δικαίωμα συμβαίνει αυτό. Και πρέπει να διερευνηθεί αν ό,τι ισχύει για τα ανθρώπινα έργα μπορεί να αποδοθεί και στα έργα του δημιουργικού Πνεύματος. Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι το πνευματικό, αφενός, το διακρίναμε ως ιδιαίτερη περιοχή της πραγματικότητας από το υλικό, αφετέρου όμως το γνωρίσαμε και ως μια θεμελιώδη μορφή του είναι που επανεμφανίζεται σε διάφορες περιοχές της πραγματικότητας.
Μια μελωδία, για παράδειγμα, δεν είναι για εμάς μια απλή διαδοχή ήχων που αντιλαμβανόμαστε αισθητηριακά. Μέσα από αυτήν «τραγουδά» μια ανθρώπινη ψυχή — χαρούμενη ή θλιμμένη, τρυφερή ή οργισμένη. Κατανοούμε τη «γλώσσα» της· αγγίζει την ψυχή και την θέτει σε κίνηση. Πρόκειται για μια συνάντηση με μια ζωή συγγενή προς εμάς. Δεν σημαίνει ότι στον τραγουδιστή ή στον εκτελεστή συμβαίνει αυτό που εκφράζει το τραγούδι ή η εκτέλεση. Ούτε καν ο δημιουργός καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να εκφράζει προσωπικά βιώματα. Μπορούν να «εισέλθουν» σε κάτι που ζητεί έκφραση και να το εκφράσουν· και αυτό το «κάτι» το κατανοούμε χωρίς να χρειάζεται να προσέξουμε τον καλλιτέχνη που μας παρέχει την πρόσβαση. Όπως ακριβώς μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα ενός ποιήματος και να το απολαύσουμε χωρίς να δώσουμε προσοχή στο χειρόγραφο στο οποίο είναι γραμμένο ή στα προσωπικά στοιχεία που εκφράζονται μέσω αυτού.
Αυτό που εκφράζει η διάταξη των λέξεων του ποιήματος ή η διαδοχή των ήχων της μελωδίας (και που κατά την εκτέλεση υποστηρίζεται από «κατάλληλους» ήχους) είναι ένα ιδιαίτερο νοηματικό μόρφωμα: επιδιώκει να αποκτήσει ζωή μέσα σε μια ψυχή, και η ψυχή τόσο του καλλιτέχνη όσο και του ακροατή συμβάλλει σε αυτήν την «πραγμάτωση». Η σύντομη αυτή σκέψη δείχνει και πάλι κάτι που ήδη έγινε σαφές σε άλλο πλαίσιο: ότι τα νοηματικά μορφώματα δεν δημιουργούνται από τον άνθρωπο, αλλά μόνο αναπαράγονται. Διαθέτουν το δικό τους «ιδεατό» ή «ουσιαστικό» είναι, και αντιστοιχεί σε αυτά μια «ύλη» που μορφοποιείται από αυτά και μέσω της οποίας «πραγματώνονται».
Ωστόσο, η «ύλη» και η «πραγμάτωση» έχουν εδώ πολλαπλές σημασίες: το νόημα της μελωδίας είναι καταρχάς εκείνο που μορφοποιεί μια σειρά ήχων σε μια ενιαία «ηχητική μορφή». Οι απαραίτητοι ήχοι αποτελούν μια πρώτη «ύλη» που της αντιστοιχεί, αλλά όχι χωρική: καθένας είναι και ο ίδιος ένα νοηματικό μόρφωμα, που έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί σε μια ανώτερη νοηματική ενότητα. Η διαδοχή των ήχων μπορεί, στη συνέχεια, να πραγματωθεί ως κάτι που ηχεί στον χώρο και στον χρόνο μέσω των δονήσεων της ανθρώπινης φωνής ή των μουσικών οργάνων· αυτό αποτελεί ένταξη στη φυσική πραγματικότητα και σε μια χωρική ύλη. Η κατεξοχήν όμως πραγμάτωση είναι η ένταξη ως «περιεχόμενο» σε μια «βιωματική πραγματικότητα». Και η «ύλη» που προσφέρεται για αυτό είναι η ζωή της ψυχής: η πνευματική της ζωή.
Το πνεύμα είναι νόημα και ζωή — σε πλήρη πραγματικότητα: ζωή εμποτισμένη με νόημα. Απόλυτη ενότητα αυτών των δύο υπάρχει μόνο στον Θεό. Στα δημιουργήματα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής που διαμορφώνεται από το νόημα και στο νόημα που πραγματώνεται μέσα σε αυτή την πληρότητα της ζωής. Η «ύλη», με την έννοια της πληρότητας της ζωής, δεν είναι κάτι άπνευμα, αλλά ανήκει στο ίδιο το πνεύμα. Η αδιαμόρφωτη πληρότητα ζωής είναι δύναμη προς πνευματικό είναι (δυνατότητα), που πρέπει ακόμη να οδηγηθεί στην τελείωση του είναι. Το νόημα χωρίς πληρότητα ζωής είναι ιδέα, η οποία γίνεται πραγματική μόνο μέσα σε ένα ζωντανό ον. Ούτε το νόημα ούτε η πληρότητα ζωής που ανήκει στο πνεύμα έχουν σχέση με χωρική υλικότητα. Για αυτή τη μη χωρική «υλικότητα» θα γίνει εκτενέστερος λόγος αργότερα. Η ζωή όμως που είναι γεμάτη νόημα είναι ζωή που υπερχειλίζει και ακτινοβολεί: έχει τη μορφή του είναι που ονομάζουμε «πνευματική».
Το πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ νοήματος και δύναμης στα απρόσωπα μορφώματα που θεωρούνται πνευματικά, μπορεί να διευκρινιστεί μόνο αν εξεταστούν αυτά τα μορφώματα στη σχέση τους με τα πνευματικά πρόσωπα. Μόνο έτσι μπορεί να καταστεί κατανοητό το είναι τους, εφόσον εξαρτάται και παραπέμπει στο προσωπικό είναι ως πρωταρχικό. Ωστόσο, στον χώρο αυτού του πρωταρχικού πνευματικού είναι μας λείπει ακόμη μια σημαντική μορφή διαμόρφωσης: εκείνη των δημιουργημένων «καθαρών πνευμάτων».
§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα
1. Η δυνατότητα μιας φιλοσοφικής προσέγγισης της αγγελολογίας
Η εξέταση του πεπερασμένου είναι μάς οδήγησε στο αιώνιο Είναι ως το πρωταρχικό και θεμελιώδες, από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλο. Γνωρίσαμε αυτό το πρωταρχικό Είναι ως προσωπικό και, ξεκινώντας από αυτό, επιστρέψαμε στο ανθρώπινο είναι ως το πιο οικείο σε εμάς, στο οποίο μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το νόημα του προσωπικού είναι. Ποια σημασία μπορεί όμως να έχει, στην προσπάθεια κατανόησης του νοήματος του είναι, η ενασχόληση με τα λεγόμενα «καθαρά πνεύματα»;
Όποιος δεν θέλει να απομακρυνθεί από το έδαφος της εμπειρίας ως βάση κάθε φυσικής γνώσης, ίσως να είναι ακόμη πρόθυμος να δώσει χώρο σε σκέψεις για τον Θεό μέσα σε μια φιλοσοφική έρευνα, διότι οφείλει να παραδεχθεί ότι τα πράγματα της εμπειρίας, στην εξαρτημένη τους ύπαρξη, προϋποθέτουν ένα απόλυτο. Δεν θα είναι όμως διατεθειμένος να ασχοληθεί με αγγέλους και δαίμονες. Τέτοιες επιφυλάξεις ήταν άγνωστες στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους. Όταν επεδίωκαν να κατανοήσουν το σύνολο του όντος, δεν μπορούσαν να παραλείψουν τα αγαθά και τα κακά πνεύματα, των οποίων η ύπαρξη πιστοποιούνταν ως βέβαιη πραγματικότητα από πλήθος μαρτυριών της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και των οποίων τη στοργική βοήθεια και τις επικίνδυνες επιθέσεις θεωρούσαν ότι συναντούν σε κάθε τους βήμα.
Επειδή οι αποκαλυπτικές αλήθειες αποτελούν το σημείο εκκίνησης των στοχασμών τους για τους αγγέλους, υπάρχει η τάση να θεωρούνται όλες αυτές οι έρευνες καθαρά θεολογικές και χωρίς φιλοσοφική σημασία. Ακόμη και οι νεότεροι μελετητές της αγγελολογίας του αγίου Θωμά τονίζουν τον κυρίως θεολογικό χαρακτήρα αυτών των πραγματειών. Είναι πράγματι αυτονόητο ότι στη Summa Theologica η καθοδηγητική πρόθεση είναι θεολογική: οι άγγελοι εξετάζονται ως εκείνο το μέρος της δημιουργίας στο οποίο έχουμε μπροστά μας την καθαρότερη εικόνα του Θεού. Ωστόσο, ο Θωμάς δεν παύει ούτε εδώ να είναι φιλόσοφος, ο οποίος επιδιώκει να ερευνήσει το ον σε όλες τις μορφές του. Και υποδηλώνει ότι υπάρχει πρόσβαση σε αυτά τα δημιουργήματα —που διαφεύγουν της άμεσης εμπειρίας μας— και μέσω της καθαρά φυσικής γνώσης.
«Ήδη το γεγονός και μόνο ότι ο νους υπερέχει της αισθητηριακής αντίληψης καθιστά φανερό για τη λογική ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια ασώματα όντα, τα οποία είναι προσπελάσιμα μόνο από τον νου». Αυτό σημαίνει αρχικά μόνο ότι υπάρχει κάτι πνευματικό και όχι μόνο σωματικό· δεν αποδεικνύει ακόμη την ύπαρξη καθαρών πνευμάτων. Ο Θωμάς, όμως, επιχείρησε να καταστήσει και αυτή την ιδέα προσιτή στη φυσική λογική, αν όχι να την αποδείξει αυστηρά. Από την άποψη της τελειότητας του κόσμου, θα υπήρχε ένα κενό στην ιεραρχική διάταξη των δημιουργημένων όντων, αν, πέρα από τα απλώς σωματικά και τα σωματοπνευματικά όντα, δεν υπήρχαν και τα καθαρά πνευματικά. Συγκέντρωσε τα επιχειρήματα για την ύπαρξη των καθαρών πνευμάτων στη φιλοσοφική του σύνθεση και έτσι έδειξε ότι, κατά την άποψή του, το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο θεολογικό αλλά και φιλοσοφικό.
Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τους λόγους για την ύπαρξη των αγγέλων, διότι δεν μας απασχολεί καθόλου το ερώτημα αν πράγματι υπάρχουν άγγελοι, αλλά το τι είναι ουσιωδώς τα καθαρά πνεύματα και πώς το είναι τους σχετίζεται με το θείο. Μια τέτοια έρευνα πρέπει να διεξαχθεί ως καθαρή θεώρηση δυνατότητας. Έχουμε εμπειρία πνευματικών δημιουργημάτων, δηλαδή του δικού μας πνεύματος και του πνεύματος άλλων ανθρώπων. Στη στάση της φυσικής ζωής και της εμπειρικής επιστήμης –όπως, για παράδειγμα, της ιστορίας– επιδιώκουμε να γνωρίσουμε την πνευματική ιδιαιτερότητα αυτού ή εκείνου του ανθρώπου ή και ολόκληρων ομάδων ανθρώπων, όπως πράγματι είναι.
Στη στάση της ουσίας, που αποτελεί την κατεξοχήν φιλοσοφική διάθεση, προσανατολιζόμαστε προς το τι είναι το πνεύμα καθαυτό και ποιες μορφές πνευματικών δημιουργημάτων είναι δυνατές. Για μια τέτοια εξέταση των δυνατοτήτων και των αναγκαιοτήτων της ουσίας απαιτείται μια εμπειρική βάση. Πάνω όμως σε αυτή τη βάση είναι δυνατή, διότι κάθε εμπειρία εμπεριέχει μια γνώση της ουσίας ως αναπόσπαστο και ταυτόχρονα διακριτό στοιχείο: κρυμμένη και ασαφής, αλλά ικανή να ανασυρθεί στο φως και να διασαφηνιστεί. Καμία εμπειρία του πνευματικού δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν περιείχε ήδη μια ορισμένη κατανόηση του τι είναι γενικά το πνεύμα.
Έτσι μπορούμε να εξετάσουμε το ανθρώπινο πνεύμα ως προς ό,τι ανήκει αναγκαία στο πνεύμα ως τέτοιο. Και μπορούμε να διακρίνουμε ό,τι είναι απλώς ανθρώπινη ιδιαιτερότητα και θα μπορούσε να είναι διαφορετικό σε άλλα πνεύματα. Η δυνατότητα να διακρίνουμε, μέσα σε ό,τι μας δίνεται εμπειρικά, το αναγκαίο από το τυχαίο –τυχαίο από την άποψη της γενικής ουσίας– μας ανοίγει τον ορίζοντα για άλλες δυνατότητες ουσίας πέρα από την πραγματικά δοσμένη. Και διαθέτουμε μια πνευματική δύναμη που μας επιτρέπει να «στοχαζόμαστε ελεύθερα» τέτοιες δυνατότητες ουσίας: τη φαντασία ή τη δημιουργική δύναμη της παράστασης. Η «ελευθερία» της δεν είναι αυθαιρεσία· είναι δεσμευμένη από τους νόμους της ουσίας και έχει ως έργο να αναδεικνύει δυνατότητες ουσίας, όχι αδυνατότητες.
Διάφορα πνευματικά όντα που αποκλίνουν από την ανθρώπινη φύση μας είναι γνωστά από τα παραμύθια και τους μύθους: τα στοιχειακά πνεύματα –πνεύματα της φωτιάς, νύμφες των νερών, ξωτικά, καλικάντζαροι–, καθώς και οι καλές και κακές νεράιδες. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτά τα δημιουργήματα της ελεύθερης φαντασίας ως προς το αν συνιστούν αυθεντικές δυνατότητες ουσίας, με ποιον τρόπο διαφέρουν από το ανθρώπινο πνεύμα και αν η αντιπαραβολή τους ίσως συμβάλλει στην κατανόηση του ανθρώπινου πνεύματος. Όμως πολύ σημαντικότερα από αυτά τα μυθικά όντα είναι για εμάς εκείνα τα πνεύματα των οποίων η πραγματικότητα μαρτυρείται από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία της πίστης και τη ζωή της πίστης, και των οποίων η ενέργεια παρεμβαίνει δυναμικά στη δική μας ζωή.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθεια να ανασυνθέσουν τη μορφή αυτών των πνευματικών όντων από την πληθώρα των χωρίων της Γραφής που αναφέρονται στους αγγέλους. Το πιο ολοκληρωμένο ίσως σχήμα το βρίσκουμε στα έργα του Αρεοπαγίτη· αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την αγγελολογία της Σχολαστικής. Ο άγιος Θωμάς αξιοποίησε σε μέγιστο βαθμό τα αρεοπαγιτικά κείμενα. Δεν είναι εδώ ο τόπος να καθοριστεί η σχέση των δύο· κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο με τη βοήθεια μιας συνολικής παρουσίασης της κοσμοεικόνας μέσα στην οποία εντάσσεται η αγγελολογία και στις δύο περιπτώσεις.
Η πρόθεση του Διονυσίου (ή Ψευδο-Διονυσίου), σύμφωνα με τη δική του δήλωση, είναι καθαρά θεολογική, ακόμη και ερμηνευτική: επιδιώκει να αναδείξει ό,τι έχει αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή για τους αγγέλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα του στερούνται φιλοσοφικών στοιχείων. Κάθε ερμηνεία της Γραφής εξαρτάται από την πνευματική ιδιοσυγκρασία εκείνου που την επιχειρεί. Και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών κειμένων χειρίζεται τον εννοιολογικό κόσμο της ελληνικής φιλοσοφίας ως φυσικό όργανο του πνεύματός του. Όμως τον χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τις θεολογικές του έρευνες· δεν ενεργεί ως φιλόσοφος.
Όπως χρησιμοποιούμε μια ταξιδιωτική περιγραφή για να ενημερωθούμε για μια άγνωστη χώρα, έτσι θέλουμε να αφήσουμε αυτή την αγγελολογία, αντλημένη από την Αγία Γραφή, να μας εισαγάγει σε μια περιοχή του πνευματικού είναι, στην οποία η εμπειρία δεν μας δίνει πρόσβαση, και κατόπιν να εξετάσουμε τι γνώση της ουσίας του πνεύματος προκύπτει από αυτή την εικόνα. (Μάλλον δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι δεν τοποθετούμε την αποκάλυψη στο ίδιο επίπεδο με τη φυσική εμπειρία, η οποία –ως εμπειρία άλλων– μας παρέχεται μέσω μιας ταξιδιωτικής περιγραφής ως πηγή γνώσης στη θέση της άμεσης εμπειρίας. Εφόσον εδώ δεν μας απασχολούν εμπειρικές-επιστημονικές διαπιστώσεις, δεν έχει σημασία από ποια πηγή προέρχεται η περιγραφόμενη εικόνα, αρκεί να εκφράζει μια γνήσια δυνατότητα ουσίας.)
2. Η αγγελολογία του Αρεοπαγίτη
Ο Αλβέρτος ο Μέγας, στον πρόλογο της «Ουράνιας Ιεραρχίας», φωτίζει με ένα σύντομο χωρίο της Γραφής τη βασική ιδέα των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και, μαζί με αυτήν, το περίγραμμα της κοσμοθεωρίας τους: Ad locum, unde exeunt flumina, revertuntur, ut iterum fluant (Εκκλ. 1, 7). Ο Θεός είναι ο τόπος από τον οποίο εκπορεύεται κάθε ον: όλα τα φυσικά δημιουργήματα, καθώς και όλα τα χαρίσματα της χάριτος και της δόξας που εκχύνονται πάνω τους. Ό,τι υπάρχει το έχει δημιουργήσει η θεία αγαθότητα, για να του δώσει μετοχή στο θείο είναι.
Αυτό πραγματοποιείται μέσω μιας ακτίνας φωτισμού που εκπορεύεται από τον Θεό και διαπερνά όλη τη δημιουργία, ώστε να τη στρέψει προς τον Θεό και να την ενώσει μαζί Του· αλλά αυτό συντελείται βαθμιαία: τα ανώτερα δημιουργήματα, που βρίσκονται πλησιέστερα στον Θεό, δέχονται πρώτα τον φωτισμό, διαποτίζονται από αυτόν και στρέφονται προς τον Θεό· ταυτόχρονα όμως στρέφονται προς τα κατώτερα, για να μεταδώσουν από την πληρότητα που έλαβαν ό,τι εκείνα μπορούν να δεχθούν. Αυτά τα πλησιέστερα στον Θεό δημιουργήματα είναι οι άγγελοι. Και αυτοί σχηματίζουν με τη σειρά τους μια «ιεραρχία», δηλαδή μια βαθμιδωτή τάξη ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων πνευματικών όντων.
Το έργο για την Ουράνια Ιεραρχία ασχολείται κυρίως με την παρουσίαση των διαφορών των εννέα αγγελικών τάξεων και των μεταξύ τους σχέσεων. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει κυρίως τι χαρακτηρίζει τα ουράνια πνεύματα ως τέτοια. Πρέπει λοιπόν αυτό το γενικό γνώρισμα να εξαχθεί από το σύνολο.
Η Αγία Γραφή μιλά για τα καθαρά πνεύματα, όπως και για τον ίδιο τον Θεό, με εικόνες που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο. Αυτές οι εικόνες πρέπει να κατανοούνται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι κάθε αισθητό πράγμα εκφράζει κάτι πνευματικό. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που καθιστά δυνατή αυτή την έκφραση, αλλά ποτέ δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εικόνας και εικονιζόμενου, παρά μόνο ομοιότητα, η οποία συνοδεύεται πάντοτε από μια ακόμη μεγαλύτερη ανομοιότητα. Αυτό που εννοείται είναι προσληπτό μόνο μέσω εικόνων, αλλά πάντοτε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο μέσω του οποίου καθίσταται προσληπτό.
Αυτό ισχύει ακόμη και όταν το οικείο σε εμάς γήινο στοιχείο, μέσω του οποίου προσπαθούμε να κατανοήσουμε το υπερβατικό, είναι κάτι ψυχικό ή πνευματικό. Έτσι, η «οργή» στα άλογα όντα είναι μια άλογη διέγερση, ενώ στα πνευματικά όντα είναι η ανδρική δύναμη του λόγου τους, η αμετακίνητη σταθερότητά τους στις θείες, αμετάβλητες κατοικίες. Η «επιθυμία» στα άλογα όντα είναι απερίσκεπτη, στραμμένη προς κάτι υλικό και μεταβαλλόμενο, μια κατάσταση που προκαλείται χωρίς αυτοκυριαρχία από φυσική ροπή ή συνήθεια, μια άλογη κυριαρχία της σωματικής ορμής που παρασύρει ολόκληρο το ζωντανό ον προς το αισθητό αντικείμενο της επιθυμίας.
Στα καθαρά πνεύματα, όμως, με τον όρο αυτόν εννοείται η θεία αγάπη, με την οποία αγαπούν το ανώτερο πνευματικό με τρόπο κατανοητικό και λογικό, καθώς και η διαρκής επιθυμία για την καθαρή, απαλλαγμένη από πάθος θεωρία και ένωση με την ύψιστη και καθαρότερη αγάπη…
Συνεχίζεται
Μια μελωδία, για παράδειγμα, δεν είναι για εμάς μια απλή διαδοχή ήχων που αντιλαμβανόμαστε αισθητηριακά. Μέσα από αυτήν «τραγουδά» μια ανθρώπινη ψυχή — χαρούμενη ή θλιμμένη, τρυφερή ή οργισμένη. Κατανοούμε τη «γλώσσα» της· αγγίζει την ψυχή και την θέτει σε κίνηση. Πρόκειται για μια συνάντηση με μια ζωή συγγενή προς εμάς. Δεν σημαίνει ότι στον τραγουδιστή ή στον εκτελεστή συμβαίνει αυτό που εκφράζει το τραγούδι ή η εκτέλεση. Ούτε καν ο δημιουργός καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να εκφράζει προσωπικά βιώματα. Μπορούν να «εισέλθουν» σε κάτι που ζητεί έκφραση και να το εκφράσουν· και αυτό το «κάτι» το κατανοούμε χωρίς να χρειάζεται να προσέξουμε τον καλλιτέχνη που μας παρέχει την πρόσβαση. Όπως ακριβώς μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα ενός ποιήματος και να το απολαύσουμε χωρίς να δώσουμε προσοχή στο χειρόγραφο στο οποίο είναι γραμμένο ή στα προσωπικά στοιχεία που εκφράζονται μέσω αυτού.
Αυτό που εκφράζει η διάταξη των λέξεων του ποιήματος ή η διαδοχή των ήχων της μελωδίας (και που κατά την εκτέλεση υποστηρίζεται από «κατάλληλους» ήχους) είναι ένα ιδιαίτερο νοηματικό μόρφωμα: επιδιώκει να αποκτήσει ζωή μέσα σε μια ψυχή, και η ψυχή τόσο του καλλιτέχνη όσο και του ακροατή συμβάλλει σε αυτήν την «πραγμάτωση». Η σύντομη αυτή σκέψη δείχνει και πάλι κάτι που ήδη έγινε σαφές σε άλλο πλαίσιο: ότι τα νοηματικά μορφώματα δεν δημιουργούνται από τον άνθρωπο, αλλά μόνο αναπαράγονται. Διαθέτουν το δικό τους «ιδεατό» ή «ουσιαστικό» είναι, και αντιστοιχεί σε αυτά μια «ύλη» που μορφοποιείται από αυτά και μέσω της οποίας «πραγματώνονται».
Ωστόσο, η «ύλη» και η «πραγμάτωση» έχουν εδώ πολλαπλές σημασίες: το νόημα της μελωδίας είναι καταρχάς εκείνο που μορφοποιεί μια σειρά ήχων σε μια ενιαία «ηχητική μορφή». Οι απαραίτητοι ήχοι αποτελούν μια πρώτη «ύλη» που της αντιστοιχεί, αλλά όχι χωρική: καθένας είναι και ο ίδιος ένα νοηματικό μόρφωμα, που έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί σε μια ανώτερη νοηματική ενότητα. Η διαδοχή των ήχων μπορεί, στη συνέχεια, να πραγματωθεί ως κάτι που ηχεί στον χώρο και στον χρόνο μέσω των δονήσεων της ανθρώπινης φωνής ή των μουσικών οργάνων· αυτό αποτελεί ένταξη στη φυσική πραγματικότητα και σε μια χωρική ύλη. Η κατεξοχήν όμως πραγμάτωση είναι η ένταξη ως «περιεχόμενο» σε μια «βιωματική πραγματικότητα». Και η «ύλη» που προσφέρεται για αυτό είναι η ζωή της ψυχής: η πνευματική της ζωή.
Το πνεύμα είναι νόημα και ζωή — σε πλήρη πραγματικότητα: ζωή εμποτισμένη με νόημα. Απόλυτη ενότητα αυτών των δύο υπάρχει μόνο στον Θεό. Στα δημιουργήματα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής που διαμορφώνεται από το νόημα και στο νόημα που πραγματώνεται μέσα σε αυτή την πληρότητα της ζωής. Η «ύλη», με την έννοια της πληρότητας της ζωής, δεν είναι κάτι άπνευμα, αλλά ανήκει στο ίδιο το πνεύμα. Η αδιαμόρφωτη πληρότητα ζωής είναι δύναμη προς πνευματικό είναι (δυνατότητα), που πρέπει ακόμη να οδηγηθεί στην τελείωση του είναι. Το νόημα χωρίς πληρότητα ζωής είναι ιδέα, η οποία γίνεται πραγματική μόνο μέσα σε ένα ζωντανό ον. Ούτε το νόημα ούτε η πληρότητα ζωής που ανήκει στο πνεύμα έχουν σχέση με χωρική υλικότητα. Για αυτή τη μη χωρική «υλικότητα» θα γίνει εκτενέστερος λόγος αργότερα. Η ζωή όμως που είναι γεμάτη νόημα είναι ζωή που υπερχειλίζει και ακτινοβολεί: έχει τη μορφή του είναι που ονομάζουμε «πνευματική».
Το πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ νοήματος και δύναμης στα απρόσωπα μορφώματα που θεωρούνται πνευματικά, μπορεί να διευκρινιστεί μόνο αν εξεταστούν αυτά τα μορφώματα στη σχέση τους με τα πνευματικά πρόσωπα. Μόνο έτσι μπορεί να καταστεί κατανοητό το είναι τους, εφόσον εξαρτάται και παραπέμπει στο προσωπικό είναι ως πρωταρχικό. Ωστόσο, στον χώρο αυτού του πρωταρχικού πνευματικού είναι μας λείπει ακόμη μια σημαντική μορφή διαμόρφωσης: εκείνη των δημιουργημένων «καθαρών πνευμάτων».
§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα
1. Η δυνατότητα μιας φιλοσοφικής προσέγγισης της αγγελολογίας
Η εξέταση του πεπερασμένου είναι μάς οδήγησε στο αιώνιο Είναι ως το πρωταρχικό και θεμελιώδες, από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλο. Γνωρίσαμε αυτό το πρωταρχικό Είναι ως προσωπικό και, ξεκινώντας από αυτό, επιστρέψαμε στο ανθρώπινο είναι ως το πιο οικείο σε εμάς, στο οποίο μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το νόημα του προσωπικού είναι. Ποια σημασία μπορεί όμως να έχει, στην προσπάθεια κατανόησης του νοήματος του είναι, η ενασχόληση με τα λεγόμενα «καθαρά πνεύματα»;
Όποιος δεν θέλει να απομακρυνθεί από το έδαφος της εμπειρίας ως βάση κάθε φυσικής γνώσης, ίσως να είναι ακόμη πρόθυμος να δώσει χώρο σε σκέψεις για τον Θεό μέσα σε μια φιλοσοφική έρευνα, διότι οφείλει να παραδεχθεί ότι τα πράγματα της εμπειρίας, στην εξαρτημένη τους ύπαρξη, προϋποθέτουν ένα απόλυτο. Δεν θα είναι όμως διατεθειμένος να ασχοληθεί με αγγέλους και δαίμονες. Τέτοιες επιφυλάξεις ήταν άγνωστες στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους. Όταν επεδίωκαν να κατανοήσουν το σύνολο του όντος, δεν μπορούσαν να παραλείψουν τα αγαθά και τα κακά πνεύματα, των οποίων η ύπαρξη πιστοποιούνταν ως βέβαιη πραγματικότητα από πλήθος μαρτυριών της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και των οποίων τη στοργική βοήθεια και τις επικίνδυνες επιθέσεις θεωρούσαν ότι συναντούν σε κάθε τους βήμα.
Επειδή οι αποκαλυπτικές αλήθειες αποτελούν το σημείο εκκίνησης των στοχασμών τους για τους αγγέλους, υπάρχει η τάση να θεωρούνται όλες αυτές οι έρευνες καθαρά θεολογικές και χωρίς φιλοσοφική σημασία. Ακόμη και οι νεότεροι μελετητές της αγγελολογίας του αγίου Θωμά τονίζουν τον κυρίως θεολογικό χαρακτήρα αυτών των πραγματειών. Είναι πράγματι αυτονόητο ότι στη Summa Theologica η καθοδηγητική πρόθεση είναι θεολογική: οι άγγελοι εξετάζονται ως εκείνο το μέρος της δημιουργίας στο οποίο έχουμε μπροστά μας την καθαρότερη εικόνα του Θεού. Ωστόσο, ο Θωμάς δεν παύει ούτε εδώ να είναι φιλόσοφος, ο οποίος επιδιώκει να ερευνήσει το ον σε όλες τις μορφές του. Και υποδηλώνει ότι υπάρχει πρόσβαση σε αυτά τα δημιουργήματα —που διαφεύγουν της άμεσης εμπειρίας μας— και μέσω της καθαρά φυσικής γνώσης.
«Ήδη το γεγονός και μόνο ότι ο νους υπερέχει της αισθητηριακής αντίληψης καθιστά φανερό για τη λογική ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια ασώματα όντα, τα οποία είναι προσπελάσιμα μόνο από τον νου». Αυτό σημαίνει αρχικά μόνο ότι υπάρχει κάτι πνευματικό και όχι μόνο σωματικό· δεν αποδεικνύει ακόμη την ύπαρξη καθαρών πνευμάτων. Ο Θωμάς, όμως, επιχείρησε να καταστήσει και αυτή την ιδέα προσιτή στη φυσική λογική, αν όχι να την αποδείξει αυστηρά. Από την άποψη της τελειότητας του κόσμου, θα υπήρχε ένα κενό στην ιεραρχική διάταξη των δημιουργημένων όντων, αν, πέρα από τα απλώς σωματικά και τα σωματοπνευματικά όντα, δεν υπήρχαν και τα καθαρά πνευματικά. Συγκέντρωσε τα επιχειρήματα για την ύπαρξη των καθαρών πνευμάτων στη φιλοσοφική του σύνθεση και έτσι έδειξε ότι, κατά την άποψή του, το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο θεολογικό αλλά και φιλοσοφικό.
Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τους λόγους για την ύπαρξη των αγγέλων, διότι δεν μας απασχολεί καθόλου το ερώτημα αν πράγματι υπάρχουν άγγελοι, αλλά το τι είναι ουσιωδώς τα καθαρά πνεύματα και πώς το είναι τους σχετίζεται με το θείο. Μια τέτοια έρευνα πρέπει να διεξαχθεί ως καθαρή θεώρηση δυνατότητας. Έχουμε εμπειρία πνευματικών δημιουργημάτων, δηλαδή του δικού μας πνεύματος και του πνεύματος άλλων ανθρώπων. Στη στάση της φυσικής ζωής και της εμπειρικής επιστήμης –όπως, για παράδειγμα, της ιστορίας– επιδιώκουμε να γνωρίσουμε την πνευματική ιδιαιτερότητα αυτού ή εκείνου του ανθρώπου ή και ολόκληρων ομάδων ανθρώπων, όπως πράγματι είναι.
Στη στάση της ουσίας, που αποτελεί την κατεξοχήν φιλοσοφική διάθεση, προσανατολιζόμαστε προς το τι είναι το πνεύμα καθαυτό και ποιες μορφές πνευματικών δημιουργημάτων είναι δυνατές. Για μια τέτοια εξέταση των δυνατοτήτων και των αναγκαιοτήτων της ουσίας απαιτείται μια εμπειρική βάση. Πάνω όμως σε αυτή τη βάση είναι δυνατή, διότι κάθε εμπειρία εμπεριέχει μια γνώση της ουσίας ως αναπόσπαστο και ταυτόχρονα διακριτό στοιχείο: κρυμμένη και ασαφής, αλλά ικανή να ανασυρθεί στο φως και να διασαφηνιστεί. Καμία εμπειρία του πνευματικού δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν περιείχε ήδη μια ορισμένη κατανόηση του τι είναι γενικά το πνεύμα.
Έτσι μπορούμε να εξετάσουμε το ανθρώπινο πνεύμα ως προς ό,τι ανήκει αναγκαία στο πνεύμα ως τέτοιο. Και μπορούμε να διακρίνουμε ό,τι είναι απλώς ανθρώπινη ιδιαιτερότητα και θα μπορούσε να είναι διαφορετικό σε άλλα πνεύματα. Η δυνατότητα να διακρίνουμε, μέσα σε ό,τι μας δίνεται εμπειρικά, το αναγκαίο από το τυχαίο –τυχαίο από την άποψη της γενικής ουσίας– μας ανοίγει τον ορίζοντα για άλλες δυνατότητες ουσίας πέρα από την πραγματικά δοσμένη. Και διαθέτουμε μια πνευματική δύναμη που μας επιτρέπει να «στοχαζόμαστε ελεύθερα» τέτοιες δυνατότητες ουσίας: τη φαντασία ή τη δημιουργική δύναμη της παράστασης. Η «ελευθερία» της δεν είναι αυθαιρεσία· είναι δεσμευμένη από τους νόμους της ουσίας και έχει ως έργο να αναδεικνύει δυνατότητες ουσίας, όχι αδυνατότητες.
Διάφορα πνευματικά όντα που αποκλίνουν από την ανθρώπινη φύση μας είναι γνωστά από τα παραμύθια και τους μύθους: τα στοιχειακά πνεύματα –πνεύματα της φωτιάς, νύμφες των νερών, ξωτικά, καλικάντζαροι–, καθώς και οι καλές και κακές νεράιδες. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτά τα δημιουργήματα της ελεύθερης φαντασίας ως προς το αν συνιστούν αυθεντικές δυνατότητες ουσίας, με ποιον τρόπο διαφέρουν από το ανθρώπινο πνεύμα και αν η αντιπαραβολή τους ίσως συμβάλλει στην κατανόηση του ανθρώπινου πνεύματος. Όμως πολύ σημαντικότερα από αυτά τα μυθικά όντα είναι για εμάς εκείνα τα πνεύματα των οποίων η πραγματικότητα μαρτυρείται από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία της πίστης και τη ζωή της πίστης, και των οποίων η ενέργεια παρεμβαίνει δυναμικά στη δική μας ζωή.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθεια να ανασυνθέσουν τη μορφή αυτών των πνευματικών όντων από την πληθώρα των χωρίων της Γραφής που αναφέρονται στους αγγέλους. Το πιο ολοκληρωμένο ίσως σχήμα το βρίσκουμε στα έργα του Αρεοπαγίτη· αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την αγγελολογία της Σχολαστικής. Ο άγιος Θωμάς αξιοποίησε σε μέγιστο βαθμό τα αρεοπαγιτικά κείμενα. Δεν είναι εδώ ο τόπος να καθοριστεί η σχέση των δύο· κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο με τη βοήθεια μιας συνολικής παρουσίασης της κοσμοεικόνας μέσα στην οποία εντάσσεται η αγγελολογία και στις δύο περιπτώσεις.
Η πρόθεση του Διονυσίου (ή Ψευδο-Διονυσίου), σύμφωνα με τη δική του δήλωση, είναι καθαρά θεολογική, ακόμη και ερμηνευτική: επιδιώκει να αναδείξει ό,τι έχει αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή για τους αγγέλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα του στερούνται φιλοσοφικών στοιχείων. Κάθε ερμηνεία της Γραφής εξαρτάται από την πνευματική ιδιοσυγκρασία εκείνου που την επιχειρεί. Και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών κειμένων χειρίζεται τον εννοιολογικό κόσμο της ελληνικής φιλοσοφίας ως φυσικό όργανο του πνεύματός του. Όμως τον χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τις θεολογικές του έρευνες· δεν ενεργεί ως φιλόσοφος.
Όπως χρησιμοποιούμε μια ταξιδιωτική περιγραφή για να ενημερωθούμε για μια άγνωστη χώρα, έτσι θέλουμε να αφήσουμε αυτή την αγγελολογία, αντλημένη από την Αγία Γραφή, να μας εισαγάγει σε μια περιοχή του πνευματικού είναι, στην οποία η εμπειρία δεν μας δίνει πρόσβαση, και κατόπιν να εξετάσουμε τι γνώση της ουσίας του πνεύματος προκύπτει από αυτή την εικόνα. (Μάλλον δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι δεν τοποθετούμε την αποκάλυψη στο ίδιο επίπεδο με τη φυσική εμπειρία, η οποία –ως εμπειρία άλλων– μας παρέχεται μέσω μιας ταξιδιωτικής περιγραφής ως πηγή γνώσης στη θέση της άμεσης εμπειρίας. Εφόσον εδώ δεν μας απασχολούν εμπειρικές-επιστημονικές διαπιστώσεις, δεν έχει σημασία από ποια πηγή προέρχεται η περιγραφόμενη εικόνα, αρκεί να εκφράζει μια γνήσια δυνατότητα ουσίας.)
2. Η αγγελολογία του Αρεοπαγίτη
Ο Αλβέρτος ο Μέγας, στον πρόλογο της «Ουράνιας Ιεραρχίας», φωτίζει με ένα σύντομο χωρίο της Γραφής τη βασική ιδέα των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και, μαζί με αυτήν, το περίγραμμα της κοσμοθεωρίας τους: Ad locum, unde exeunt flumina, revertuntur, ut iterum fluant (Εκκλ. 1, 7). Ο Θεός είναι ο τόπος από τον οποίο εκπορεύεται κάθε ον: όλα τα φυσικά δημιουργήματα, καθώς και όλα τα χαρίσματα της χάριτος και της δόξας που εκχύνονται πάνω τους. Ό,τι υπάρχει το έχει δημιουργήσει η θεία αγαθότητα, για να του δώσει μετοχή στο θείο είναι.
Αυτό πραγματοποιείται μέσω μιας ακτίνας φωτισμού που εκπορεύεται από τον Θεό και διαπερνά όλη τη δημιουργία, ώστε να τη στρέψει προς τον Θεό και να την ενώσει μαζί Του· αλλά αυτό συντελείται βαθμιαία: τα ανώτερα δημιουργήματα, που βρίσκονται πλησιέστερα στον Θεό, δέχονται πρώτα τον φωτισμό, διαποτίζονται από αυτόν και στρέφονται προς τον Θεό· ταυτόχρονα όμως στρέφονται προς τα κατώτερα, για να μεταδώσουν από την πληρότητα που έλαβαν ό,τι εκείνα μπορούν να δεχθούν. Αυτά τα πλησιέστερα στον Θεό δημιουργήματα είναι οι άγγελοι. Και αυτοί σχηματίζουν με τη σειρά τους μια «ιεραρχία», δηλαδή μια βαθμιδωτή τάξη ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων πνευματικών όντων.
Το έργο για την Ουράνια Ιεραρχία ασχολείται κυρίως με την παρουσίαση των διαφορών των εννέα αγγελικών τάξεων και των μεταξύ τους σχέσεων. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει κυρίως τι χαρακτηρίζει τα ουράνια πνεύματα ως τέτοια. Πρέπει λοιπόν αυτό το γενικό γνώρισμα να εξαχθεί από το σύνολο.
Η Αγία Γραφή μιλά για τα καθαρά πνεύματα, όπως και για τον ίδιο τον Θεό, με εικόνες που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο. Αυτές οι εικόνες πρέπει να κατανοούνται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι κάθε αισθητό πράγμα εκφράζει κάτι πνευματικό. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που καθιστά δυνατή αυτή την έκφραση, αλλά ποτέ δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εικόνας και εικονιζόμενου, παρά μόνο ομοιότητα, η οποία συνοδεύεται πάντοτε από μια ακόμη μεγαλύτερη ανομοιότητα. Αυτό που εννοείται είναι προσληπτό μόνο μέσω εικόνων, αλλά πάντοτε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο μέσω του οποίου καθίσταται προσληπτό.
Αυτό ισχύει ακόμη και όταν το οικείο σε εμάς γήινο στοιχείο, μέσω του οποίου προσπαθούμε να κατανοήσουμε το υπερβατικό, είναι κάτι ψυχικό ή πνευματικό. Έτσι, η «οργή» στα άλογα όντα είναι μια άλογη διέγερση, ενώ στα πνευματικά όντα είναι η ανδρική δύναμη του λόγου τους, η αμετακίνητη σταθερότητά τους στις θείες, αμετάβλητες κατοικίες. Η «επιθυμία» στα άλογα όντα είναι απερίσκεπτη, στραμμένη προς κάτι υλικό και μεταβαλλόμενο, μια κατάσταση που προκαλείται χωρίς αυτοκυριαρχία από φυσική ροπή ή συνήθεια, μια άλογη κυριαρχία της σωματικής ορμής που παρασύρει ολόκληρο το ζωντανό ον προς το αισθητό αντικείμενο της επιθυμίας.
Στα καθαρά πνεύματα, όμως, με τον όρο αυτόν εννοείται η θεία αγάπη, με την οποία αγαπούν το ανώτερο πνευματικό με τρόπο κατανοητικό και λογικό, καθώς και η διαρκής επιθυμία για την καθαρή, απαλλαγμένη από πάθος θεωρία και ένωση με την ύψιστη και καθαρότερη αγάπη…
Συνεχίζεται
Η EDITH STEIN ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΧΩΡΙΣ ΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ. ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ.
ΟΜΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ, ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟ;;; ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΔΙ' ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου