Συνέχεια από Δευτέρα 2. Μαρτίου 2026
Μηδενισμός 20
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο ενδέκατο (συνέχεια)
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο ενδέκατο (συνέχεια)
Πέρα από τη γραμμή του μηδενισμού:
Jünger «versus» Heidegger
.....Για να καταστεί αυτό δυνατό, πρέπει να διερευνηθεί η εποχική εκείνη άνοιξη που καθιστά δυνατή τη νιτσεϊκή οριοθέτηση του όντος ως βούλησης για δύναμη και, συνεπώς, την ανάπτυξη που της αποδίδει ο Jünger στις περιγραφές του Der Arbeiter (Ο εργάτης).....
.....Για να καταστεί αυτό δυνατό, πρέπει να διερευνηθεί η εποχική εκείνη άνοιξη που καθιστά δυνατή τη νιτσεϊκή οριοθέτηση του όντος ως βούλησης για δύναμη και, συνεπώς, την ανάπτυξη που της αποδίδει ο Jünger στις περιγραφές του Der Arbeiter (Ο εργάτης).....
Αυτή η ανοικτότητα δίνεται από τη μεταφυσική, νοούμενη όχι ως ένας κλάδος της φιλοσοφίας, αλλά ως «ξέφωτο» (Lichtung) του ίδιου του Είναι, δηλαδή ως ο τρόπος με τον οποίο το Είναι αποκαλύπτεται και συγχρόνως αποσύρεται σε σχέση με τον άνθρωπο, γεγονός που έχει χαρακτηρίσει τη δυτική ιστορία. Κατά τη διάρκεια των διαφόρων εποχών, ο άνθρωπος βιώνει κάθε φορά το ον που παρουσιάζεται μπροστά του με έναν συγκεκριμένο τρόπο: ως κάτι που παράγεται από τη φύση ή ως τεχνητό δημιούργημα, ως θεϊκή δημιουργία, ως εκτατή πραγματικότητα, ως αντικείμενο, ως ύλη επιδεκτική πειραματισμού και επιστημονικής έρευνας. Το τι είναι το ον, δηλαδή ποιο είναι το «είναι του όντος», βιώνεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο.
Τώρα, κατανοώντας τι είναι τα όντα στο «είναι» τους, ο άνθρωπος δεν παραμένει στο επίπεδο των όντων, αλλά τα «υπερβαίνει», και αυτή η υπέρβαση (Überstieg) είναι για τον Heidegger η αρχή της «μεταφυσικής». Η μεταφυσική είναι ο θεμελιώδης τρόπος με τον οποίο ο δυτικός άνθρωπος κατανοεί το είναι του όντος. Αυτό που χαρακτηρίζει το συμβάν της μεταφυσικής είναι η «παρουσίαση» (Anwesen) του όντος με έναν ορισμένο τρόπο, με ένα συγκεκριμένο «είναι» του, στον άνθρωπο που το κατανοεί.
Κάθε φορά συγκροτείται μια συγκεκριμένη κατανόηση του είναι του όντος, δηλαδή καθιερώνεται μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα «τι είναι το ον;», μέσα στην οποία τείνει να λησμονείται η αρχική ανοικτότητα της «παρουσίας», του Anwesen. Όταν το ον κατανοείται και καθορίζεται οριστικά ως θέληση για δύναμη και ως εργασία, όταν το ουσιώδες είναι απλώς να διασφαλιστεί και να καταστεί διαθέσιμο το ον ως πιθανή πηγή ενέργειας, τότε η αρχική ανοικτότητα της παρουσίας του όντος —δηλαδή η δυνατότητά του να προσλαμβάνεται μέσω διαφορετικών κατανοήσεων του είναι— φράσσεται.
Έτσι εγκαθίσταται όχι μόνο η λήθη του Είναι, αλλά και η λήθη αυτής της λήθης. Ο αυθεντικός μεταφυσικός μηδενισμός είναι ακριβώς αυτή η κατάσταση στην οποία από το Είναι «δεν απομένει τίποτε» (Heidegger, 1994: 812).
Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι πρέπει να γίνει;
Πριν από κάθε άλλο πράγμα πρέπει να επαναφερθεί στη μνήμη το ζήτημα του Είναι. Αλλά ακριβώς αυτό, κατά την κρίση του Heidegger, είναι εκείνο που ο Jünger ούτε κάνει ούτε μπορεί να κάνει. Όπως και η μεταφυσική που αποτελεί το μη εξετασμένο υπόβαθρο των περιγραφών του, ο Jünger σκέφτεται μέσα στον ορίζοντα της λήθης του Είναι. Το πλαίσιο του, τόσο πλαστικό και αποτελεσματικό, σταματά στα συμπτώματα του μηδενισμού, στην απαξίωση των αξιών και στην απώλεια ουσίας, αλλά δεν εξηγεί τη βαθύτερη λογική τους. Στην ουσία, ο Jünger παραμένει αιχμάλωτος του ίδιου του μηδενισμού. Το συμπέρασμα και η κρίση του Heidegger είναι κατηγορηματικά:
Η προσπάθεια να διασχιστεί η γραμμή παραμένει έρμαιο μιας παράστασης που ανήκει στον χώρο όπου κυριαρχεί η λήθη του Είναι. Και γι’ αυτό εκφράζεται ακόμη με τις θεμελιώδεις έννοιες της μεταφυσικής (μορφή, αξία, υπέρβαση) (Jünger-Heidegger, 1989: 161).
Πριν επιχειρηθεί η υπέρβαση του μηδενισμού, είναι απαραίτητο, για τον Heidegger, να συλληφθεί η ουσία του, και αυτό σημαίνει να κατανοηθεί ότι ο μηδενισμός είναι ένα γεγονός που ανήκει στην ίδια την ιστορία του Είναι, στο δόσιμο και την απόσυρσή του μέσα στις διάφορες ιστορικο-εποχικές ανοικτότητες της μεταφυσικής. Τα ίχνη αυτής της κίνησης «δωρεάς» και «απόσυρσης» του Είναι μπορούν να αναγνωριστούν στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιστορίας της μεταφυσικής.
Στα κείμενα που περιλαμβάνονται στο Nietzsche, ο Heidegger έχει αναμετρηθεί σε βάθος με την ιστορία της μεταφυσικής: έχει δείξει πώς ο νιτσεϊκός μηδενισμός αποτελεί την ανατροπή του πλατωνισμού και πώς σε αυτόν εκδηλώνεται, στην ακραία της μορφή, η αρχετυπική μορφή της μεταφυσικής, την οποία εγκαινιάζει και αντιπροσωπεύει ο πλατωνισμός, και την οποία ονομάζει «υποκειμενικότητα» (Subiectität).
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη στιγμή να επιχειρηθεί η παρουσίαση των βημάτων μέσω των οποίων, στην ερμηνεία του Heidegger, ο πλατωνισμός μεταπίπτει στη μεταφυσική της θέλησης για δύναμη, και πώς η «υπέρβαση» του πλατωνικού ιδεώδους μετασχηματίζεται και ανατρέπεται σε «κατάβαση» του μηδενισμού. Το ουσιώδες είναι ότι η «υποκειμενικότητα» που αναδύεται με τον πλατωνισμό —δηλαδή η «κυρίαρχη εμφάνιση» του ανθρώπου ως μορφής που αναλαμβάνει το σχέδιο της γνωστικής και πρακτικής κυριαρχίας πάνω σε όλα όσα υπάρχουν— βρίσκει την ουσιαστική της πραγμάτωση στην τεχνική διαμόρφωση του είναι του όντος που ονομάζεται Gestell.
Ο όρος αυτός, που μπορεί να αποδοθεί ως «διάταξη», «πλαίσιο» ή πιο ελεύθερα ως «μηχανισμός», και δηλώνει την ουσία εκείνου που τίθεται και κατασκευάζεται —σε αντίθεση με ό,τι γεννιέται και αναπτύσσεται αυθόρμητα, όπως τα φυσικά όντα— επιλέγεται από τον Heidegger για να ορίσει την ουσία της τεχνικής. Αυτή, ως ολική κινητοποίηση του κόσμου στη μορφή της εργασίας, αποτελεί την εποχική μορφή μέσα στην οποία το Είναι φανερώνεται και ταυτόχρονα αποκρύπτεται στο τέλος της μεταφυσικής μοίρας της Δύσης.
Ο πλατωνισμός και ο μηδενισμός εμφανίζονται έτσι στον Heidegger ως οι δύο ακραίοι όροι του ίδιου παραδείγματος —της μεταφυσικής— και αμφότεροι θεωρούνται ομοιογενείς και λειτουργικοί ως προς την ουσία της τεχνικής. Η τεχνική είναι η τελευταία μορφή της μεταφυσικής, δηλαδή του πλατωνισμού, όπως η μεταφυσική είναι η προϊστορία της τεχνικής, δηλαδή του μηδενισμού. Να γιατί ο Heidegger είναι πεπεισμένος ότι η μορφή του Εργάτη και η πλατωνική ιδέα, όταν επιχειρείται να σκεφθούν ως προς την ουσιώδη τους προέλευση, έχουν κοινή καταγωγή στην εποχική, τεχνο-μεταφυσική, «συστοιχία» του Gestell.
Θέτοντας με αυτούς τους όρους την απάντησή του, ο Heidegger, αν και συμμερίζεται τη φαινομενολογία του μηδενισμού του Jünger, συνιστά μια πιο άγρυπνη φιλοσοφική στάση. Όχι για να καταστρέψει μια περιγραφή που, από πολλές απόψεις, είναι τόσο αποτελεσματική και αναντικατάστατη ως προς τα συμπτώματα του μηδενισμού, αλλά για να επεξεργαστεί τις διαισθήσεις της σε βαθύτερο επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, όμως, πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι προϋποθέσεις της jüngerιανής οπτικής, δηλαδή ο μεταφυσικός ορίζοντας μέσα στον οποίο κινείται και οι έννοιες που χρησιμοποιεί ως ένα είδος οπτικού συστήματος μέσω του οποίου βλέπει: «μορφή», «κυριαρχία», «παράσταση», «βούληση», «αξία», «ασφάλεια».
Αλλά πρέπει κυρίως να κατανοηθεί ότι, αν ποτέ η διάσχιση της γραμμής είναι δυνατή, αυτό προϋποθέτει ότι ο μηδενισμός έχει πρώτα ολοκληρωθεί πραγματικά, δηλαδή έχει κατανοηθεί στην μεταφυσική του ουσία: «Αντί να θέλουμε να υπερβούμε τον μηδενισμό, πρέπει πρώτα να συγκεντρωθούμε στην ουσία του (Wesen)» (Jünger-Heidegger, 1989: 162). Αυτό σημαίνει να κατανοηθεί πώς αποτελεί συνέπεια μιας απόφραξης της αρχικής ανοιχτότητας της εμφάνισης (Anwesen) του όντος στο είναι του.
Χωρίς λοιπόν να απομακρύνουμε το πρόβλημα που υποδηλώνει η γραμμή, αλλά αντιθέτως οικειοποιούμενοι αυτό το πρόβλημα, πρέπει να γίνει ένα βήμα πίσω: όχι να ενισχύσουμε τη βούληση υπέρβασης του μηδενισμού, ούτε να κατασκευάσουμε πρόχειρα ένα νέο σύνολο εργαλείων για να συνεχίσουμε πάση θυσία την πορεία, αλλά να σκεφτούμε μια «τοπολογία» του μηδενισμού και να εντοπίσουμε, μέσα στην ιστορία του Είναι, τον ουσιώδη τόπο όπου αποφασίζεται το πεπρωμένο του.
Αν πράγματι η διάσχιση της γραμμής του μηδενισμού έχει ως ουσιώδη προϋπόθεση την υπέρβαση της μεταφυσικής και της λήθης του Είναι, αυτή η υπέρβαση δεν μπορεί να «θεληθεί». Διότι έτσι όχι μόνο θα επανερχόμασταν σε έναν προβληματικό μεταφυσικό προσδιορισμό όπως η βούληση, αλλά θα καταλήγαμε επίσης να πιστεύουμε ότι η λήθη του Είναι είναι μια απλή «μηχανευση» του ανθρώπου, δηλαδή κάτι που εξαρτάται από τη δύναμή του. Αντίθετα, αυτή εξαρτάται από το Είναι και από τον τρόπο με τον οποίο αυτό σχετίζεται με τον άνθρωπο.
Ακριβώς σε αντιστοιχία με την περατότητα εκείνου στον οποίο απευθύνεται, το δόσιμο του Είναι δεν είναι ποτέ απόλυτο, αλλά είναι πάντοτε ιστορικά-εποχικά προσδιορισμένο και ταυτόχρονα ανοιχτό σε έναν άλλο εποχικό προσδιορισμό. Αυτό σημαίνει ότι είναι συγχρόνως δωρεά και απόσυρση. Όταν η «υποκειμενικότητα» (soggettità), δηλαδή το πρωτείο του ανθρώπου ως υποκειμένου, εμφανίζεται στο προσκήνιο και αξιώνει να είναι η οριστική απάντηση στο ερώτημα «τι είναι το ον;», αυτό σημαίνει ότι το Είναι έχει λησμονηθεί και πλέον «δίνεται» μόνο με τη μορφή της απόσυρσης και της λήθης, δηλαδή της άρνησης και του μηδενισμού.
Ούτε η ορθολογικότητα —και ακόμη λιγότερο η βούληση— μπορεί να αποτελέσει το αρχιμήδειο σημείο από το οποίο θα μπορούσε κανείς να υπερπηδήσει τον μηδενισμό. Και ο ορθολογισμός, για τον Heidegger, είναι έκφραση της υποκειμενικότητας και του ανθρωποκεντρισμού. Μπροστά στα έσχατα, όπου διακυβεύεται το όλον, η εμπιστοσύνη στους υπολογισμούς της λογικής δεν είναι καλύτερη από τις φυγές προς το παράλογο. Ο ορθολογισμός και ο ανορθολογισμός είναι, για τον Heidegger —και σε αυτό συμφωνεί με τον Jünger— δύο συμπληρωματικές και αμοιβαία μετατρέψιμες μορφές του μηδενισμού.
Αν ο μηδενισμός είναι ένα πεπρωμένο που εξαρτάται από το Είναι, τότε η βούληση και η λογική του ανθρώπου μπορούν να φτάσουν το πολύ σε κάτι προτελευταίο. Αφού αυτό γίνει αντιληπτό, δεν έχει πλέον νόημα, ούτε για τον Heidegger ούτε για τον Jünger, να επιμένουν στην επινόηση ηθικών συστημάτων ή αρετών για την εποχή της τεχνικής.
Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν σημαίνει παραίτηση από την ευθύνη. Αντίθετα, σημαίνει την απαίτηση μιας ανώτερης ευθύνης της σκέψης, που συνίσταται στο να αναλάβει τον μηδενισμό μέσα στη μέγιστη προβληματικότητά του — χωρίς να προσπαθεί να εκδιώξει τον επισκέπτη που εδώ και καιρό περιπλανιέται παντού μέσα στο σπίτι, και χωρίς να κλείνει τα μάτια στο γεγονός ότι ο μηδενισμός αποτελεί πλέον μέρος της ίδιας της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζούμε.
Το μόνο δυνατό αποτέλεσμα στο οποίο μπορεί να αποβλέπει η σκέψη είναι να προκαλέσει μια επιτάχυνση του μηδενισμού. Στον Jünger αυτό συμβαίνει μέσω εκείνης της ιδιαίτερης περιγραφής της φθοράς, της εξαφάνισης και της απομείωσης που προκαλεί ο μηδενισμός, η οποία, θέτοντας μπροστά στα μάτια μας τα αποφασιστικά χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας, συμβάλλει στην παραγωγή της. Στον Heidegger αυτό συμβαίνει μέσω της απομυθοποιημένης κριτικής των αξιών —ένα μοτίβο που αναπτύσσει επανειλημμένα μέσω της αντιπαράθεσης με τον Nietzsche και σε αντίθεση προς τον νεοκαντιανισμό και τη φιλοσοφία των αξιών— υποστηρίζοντας ότι, αν πράγματι επιδιώκεται η υπέρβαση του μηδενισμού, δεν έχει νόημα να παράγονται αντιστάσεις και αντιδράσεις ούτε να υψώνονται εύθραυστα φράγματα νέων, αμφίβολων αξιών. Είναι προτιμότερο να αφεθεί η τεράστια δύναμη του μηδενός να εκδηλωθεί και όλες οι δυνατότητες του μηδενισμού να εξαντληθούν μέχρι την ουσιαστική τους ολοκλήρωση.
Αυτό δεν είναι, όπως ίσως φάνηκε, μια απολογία του μηδενισμού, ούτε στον Jünger ούτε στον Heidegger. Το να αναγνωρίζει κανείς ότι η επιτάχυνση του μηδενισμού είναι η μόνη οδός που μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβασή του, δεν σημαίνει ότι παίρνει το μέρος του μηδενισμού ούτε ότι τον χαιρετίζει ως τη «χαρούμενη γνώση», ως εκείνη τη νηφάλια διαύγεια που ευχαριστιέται επειδή αναγνώρισε ότι ο «αληθινός κόσμος», το νόημα και η αλήθεια του γίγνεσθαι, είναι προοπτικές ψευδαισθήσεις.
Τόσο ο Heidegger όσο και ο Jünger καλούν να βιωθεί μέχρι τέλους η δύναμη του μηδενός, πεπεισμένοι ότι μόνο η πλήρης ανάπτυξη του μηδενισμού οδηγεί και στην εξάντλησή του και, μαζί με αυτήν, στη δυνατότητα της υπέρβασής του. Πρόκειται, με άλλα λόγια, και για τους δύο, «να αφήσουμε να αναβλύσουν οι ακόμη άθικτες πηγές ενέργειας και να καταφύγουμε σε κάθε βοήθημα, για να κρατηθούμε “μέσα στη δίνη του μηδενισμού”» (Jünger-Heidegger, 1989: 139).
Αλλά πού μπορεί κανείς να εντοπίσει αυτές τις πηγές ενέργειας; Σε αυτό το σημείο οι δρόμοι των δύο στοχαστών αποκλίνουν. Ο Jünger υποδεικνύει ένα σημείο αντίστασης στο οποίο τα μεταγενέστερα έργα του —χαρακτηριστικό παράδειγμα το Πραγματεία του Αντάρτη— προσκολλώνται με όλο και μεγαλύτερη επιμονή, αλλά το οποίο ήδη εδώ προσδιορίζεται με υπερβολική σαφήνεια.
Αυτό το σημείο συγκροτείται από τη μορφή του Αναρχικού (Anarca), του εξεγερμένου ατόμου που αισθάνεται καταδιωκόμενο από τα στρατεύματα των εκκλησιών και του Λεβιάθαν, αλλά που γνωρίζει ότι δεν ανήκει πλέον σε τίποτε και σε κανέναν. Όπως ο «Μοναδικός» του Stirner, ο Αναρχικός είναι ένας μοναχικός άνθρωπος που καταφεύγει στην εσωτερικότητά του. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον αναρχικό. Δεν είναι ένας επαναστάτης που θέλει να μετασχηματίσει τον κόσμο και που, για να επιτύχει τον σκοπό του, είναι διατεθειμένος ακόμη και να καταφύγει στο έγκλημα και την τρομοκρατία.
Ο Αναρχικός μπορεί εξωτερικά να υποτάσσεται στην τάξη και στον νόμο, αλλά στο εσωτερικό του, στη μοναξιά της νύχτας, σκέφτεται και πράττει όπως θέλει. Και ακόμη κι όταν βαδίζει στις γραμμές ενός στρατού, πολεμά μόνο τους δικούς του πολέμους. Καταφεύγει σε άγριες περιοχές και στις λίγες εναπομείνασες οάσεις για να ανακτήσει τις δυνάμεις του.
Η θέση του Αναρχικού είναι εκείνη στην οποία ο Jünger φανταζόταν τον εαυτό του σε μια σημείωση με ημερομηνία Παρίσι, 9 Ιουλίου 1942:
Αν κλείσω τα μάτια, διακρίνω μερικές φορές ένα ζοφερό τοπίο στα όρια του απείρου, με πέτρες, γκρεμούς και βουνά. Στο βάθος, στις παρυφές μιας μαύρης θάλασσας, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, μια μικροσκοπική μορφή, σχεδόν σχεδιασμένη με κιμωλία. Εκεί βρίσκεται το προκεχωρημένο φυλάκιό μου, κοντά στο Μηδέν — εκεί κάτω, στην άβυσσο, διεξάγω μόνος μου τον αγώνα μου (Jünger, 1978: II, 344).
Στο Πέρα από τη γραμμή ολοκληρώνει τις σκέψεις του πάνω στο ίδιο μοτίβο, ανοίγοντας μια αισιόδοξη προοπτική:
Το ίδιο το στήθος: εδώ βρίσκεται, όπως άλλοτε στη Θηβαΐδα, το κέντρο κάθε ερήμου και ερειπίου. Εδώ βρίσκεται το σπήλαιο προς το οποίο σπρώχνουν οι δαίμονες. Εδώ ο καθένας, ανεξάρτητα από την κατάστασή του και τη θέση του, διεξάγει μόνος και προσωπικά τον αγώνα του, και με τη νίκη του ο κόσμος αλλάζει. Αν υπερισχύσει, το Μηδέν θα αποσυρθεί μέσα στον εαυτό του, αφήνοντας στην ακτή τους θησαυρούς που τα κύματά του είχαν καταποντίσει (Jünger-Heidegger, 1989: 104).
Ο Heidegger είναι πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός: δεν υπάρχουν αρχιμήδεια σημεία στήριξης, ούτε συνταγές ούτε στρατηγικές προς εφαρμογή. Στους «πελαγιανούς» του εικοστού αιώνα, που πιστεύουν ότι η σωτηρία βρίσκεται στα χέρια τους, ο Heidegger αντιτάσσει την περίφημη φράση: «πλέον μόνο ένας θεός μπορεί να μας σώσει».
Αν υπάρχει ποτέ κάποιο σημείο στήριξης, αυτό βρίσκεται σε έναν ηρωισμό της σκέψης ικανό να υπομένει, αναμένοντας την «άλλη αρχή», μέσα σε εκείνη τη μοναδική στάση που μπορεί να ανταποκριθεί στο εποχικό πεπρωμένο του μηδενισμού και της τεχνικής, δηλαδή στην εποχή των θεών που έχουν φύγει και του νέου θεού που πρόκειται να έρθει: τη Gelassenheit, τη γαλήνια στάση της «αφέσεως» ή «εγκατάλειψης».
Συνεχίζεται με το:
Κεφάλαιο δωδέκατο. Μηδενισμός, υπαρξισμός, γνώση (γνωστικισμός)
Τώρα, κατανοώντας τι είναι τα όντα στο «είναι» τους, ο άνθρωπος δεν παραμένει στο επίπεδο των όντων, αλλά τα «υπερβαίνει», και αυτή η υπέρβαση (Überstieg) είναι για τον Heidegger η αρχή της «μεταφυσικής». Η μεταφυσική είναι ο θεμελιώδης τρόπος με τον οποίο ο δυτικός άνθρωπος κατανοεί το είναι του όντος. Αυτό που χαρακτηρίζει το συμβάν της μεταφυσικής είναι η «παρουσίαση» (Anwesen) του όντος με έναν ορισμένο τρόπο, με ένα συγκεκριμένο «είναι» του, στον άνθρωπο που το κατανοεί.
Κάθε φορά συγκροτείται μια συγκεκριμένη κατανόηση του είναι του όντος, δηλαδή καθιερώνεται μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα «τι είναι το ον;», μέσα στην οποία τείνει να λησμονείται η αρχική ανοικτότητα της «παρουσίας», του Anwesen. Όταν το ον κατανοείται και καθορίζεται οριστικά ως θέληση για δύναμη και ως εργασία, όταν το ουσιώδες είναι απλώς να διασφαλιστεί και να καταστεί διαθέσιμο το ον ως πιθανή πηγή ενέργειας, τότε η αρχική ανοικτότητα της παρουσίας του όντος —δηλαδή η δυνατότητά του να προσλαμβάνεται μέσω διαφορετικών κατανοήσεων του είναι— φράσσεται.
Έτσι εγκαθίσταται όχι μόνο η λήθη του Είναι, αλλά και η λήθη αυτής της λήθης. Ο αυθεντικός μεταφυσικός μηδενισμός είναι ακριβώς αυτή η κατάσταση στην οποία από το Είναι «δεν απομένει τίποτε» (Heidegger, 1994: 812).
Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι πρέπει να γίνει;
Πριν από κάθε άλλο πράγμα πρέπει να επαναφερθεί στη μνήμη το ζήτημα του Είναι. Αλλά ακριβώς αυτό, κατά την κρίση του Heidegger, είναι εκείνο που ο Jünger ούτε κάνει ούτε μπορεί να κάνει. Όπως και η μεταφυσική που αποτελεί το μη εξετασμένο υπόβαθρο των περιγραφών του, ο Jünger σκέφτεται μέσα στον ορίζοντα της λήθης του Είναι. Το πλαίσιο του, τόσο πλαστικό και αποτελεσματικό, σταματά στα συμπτώματα του μηδενισμού, στην απαξίωση των αξιών και στην απώλεια ουσίας, αλλά δεν εξηγεί τη βαθύτερη λογική τους. Στην ουσία, ο Jünger παραμένει αιχμάλωτος του ίδιου του μηδενισμού. Το συμπέρασμα και η κρίση του Heidegger είναι κατηγορηματικά:
Η προσπάθεια να διασχιστεί η γραμμή παραμένει έρμαιο μιας παράστασης που ανήκει στον χώρο όπου κυριαρχεί η λήθη του Είναι. Και γι’ αυτό εκφράζεται ακόμη με τις θεμελιώδεις έννοιες της μεταφυσικής (μορφή, αξία, υπέρβαση) (Jünger-Heidegger, 1989: 161).
Πριν επιχειρηθεί η υπέρβαση του μηδενισμού, είναι απαραίτητο, για τον Heidegger, να συλληφθεί η ουσία του, και αυτό σημαίνει να κατανοηθεί ότι ο μηδενισμός είναι ένα γεγονός που ανήκει στην ίδια την ιστορία του Είναι, στο δόσιμο και την απόσυρσή του μέσα στις διάφορες ιστορικο-εποχικές ανοικτότητες της μεταφυσικής. Τα ίχνη αυτής της κίνησης «δωρεάς» και «απόσυρσης» του Είναι μπορούν να αναγνωριστούν στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιστορίας της μεταφυσικής.
Στα κείμενα που περιλαμβάνονται στο Nietzsche, ο Heidegger έχει αναμετρηθεί σε βάθος με την ιστορία της μεταφυσικής: έχει δείξει πώς ο νιτσεϊκός μηδενισμός αποτελεί την ανατροπή του πλατωνισμού και πώς σε αυτόν εκδηλώνεται, στην ακραία της μορφή, η αρχετυπική μορφή της μεταφυσικής, την οποία εγκαινιάζει και αντιπροσωπεύει ο πλατωνισμός, και την οποία ονομάζει «υποκειμενικότητα» (Subiectität).
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη στιγμή να επιχειρηθεί η παρουσίαση των βημάτων μέσω των οποίων, στην ερμηνεία του Heidegger, ο πλατωνισμός μεταπίπτει στη μεταφυσική της θέλησης για δύναμη, και πώς η «υπέρβαση» του πλατωνικού ιδεώδους μετασχηματίζεται και ανατρέπεται σε «κατάβαση» του μηδενισμού. Το ουσιώδες είναι ότι η «υποκειμενικότητα» που αναδύεται με τον πλατωνισμό —δηλαδή η «κυρίαρχη εμφάνιση» του ανθρώπου ως μορφής που αναλαμβάνει το σχέδιο της γνωστικής και πρακτικής κυριαρχίας πάνω σε όλα όσα υπάρχουν— βρίσκει την ουσιαστική της πραγμάτωση στην τεχνική διαμόρφωση του είναι του όντος που ονομάζεται Gestell.
Ο όρος αυτός, που μπορεί να αποδοθεί ως «διάταξη», «πλαίσιο» ή πιο ελεύθερα ως «μηχανισμός», και δηλώνει την ουσία εκείνου που τίθεται και κατασκευάζεται —σε αντίθεση με ό,τι γεννιέται και αναπτύσσεται αυθόρμητα, όπως τα φυσικά όντα— επιλέγεται από τον Heidegger για να ορίσει την ουσία της τεχνικής. Αυτή, ως ολική κινητοποίηση του κόσμου στη μορφή της εργασίας, αποτελεί την εποχική μορφή μέσα στην οποία το Είναι φανερώνεται και ταυτόχρονα αποκρύπτεται στο τέλος της μεταφυσικής μοίρας της Δύσης.
Ο πλατωνισμός και ο μηδενισμός εμφανίζονται έτσι στον Heidegger ως οι δύο ακραίοι όροι του ίδιου παραδείγματος —της μεταφυσικής— και αμφότεροι θεωρούνται ομοιογενείς και λειτουργικοί ως προς την ουσία της τεχνικής. Η τεχνική είναι η τελευταία μορφή της μεταφυσικής, δηλαδή του πλατωνισμού, όπως η μεταφυσική είναι η προϊστορία της τεχνικής, δηλαδή του μηδενισμού. Να γιατί ο Heidegger είναι πεπεισμένος ότι η μορφή του Εργάτη και η πλατωνική ιδέα, όταν επιχειρείται να σκεφθούν ως προς την ουσιώδη τους προέλευση, έχουν κοινή καταγωγή στην εποχική, τεχνο-μεταφυσική, «συστοιχία» του Gestell.
Θέτοντας με αυτούς τους όρους την απάντησή του, ο Heidegger, αν και συμμερίζεται τη φαινομενολογία του μηδενισμού του Jünger, συνιστά μια πιο άγρυπνη φιλοσοφική στάση. Όχι για να καταστρέψει μια περιγραφή που, από πολλές απόψεις, είναι τόσο αποτελεσματική και αναντικατάστατη ως προς τα συμπτώματα του μηδενισμού, αλλά για να επεξεργαστεί τις διαισθήσεις της σε βαθύτερο επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, όμως, πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι προϋποθέσεις της jüngerιανής οπτικής, δηλαδή ο μεταφυσικός ορίζοντας μέσα στον οποίο κινείται και οι έννοιες που χρησιμοποιεί ως ένα είδος οπτικού συστήματος μέσω του οποίου βλέπει: «μορφή», «κυριαρχία», «παράσταση», «βούληση», «αξία», «ασφάλεια».
Αλλά πρέπει κυρίως να κατανοηθεί ότι, αν ποτέ η διάσχιση της γραμμής είναι δυνατή, αυτό προϋποθέτει ότι ο μηδενισμός έχει πρώτα ολοκληρωθεί πραγματικά, δηλαδή έχει κατανοηθεί στην μεταφυσική του ουσία: «Αντί να θέλουμε να υπερβούμε τον μηδενισμό, πρέπει πρώτα να συγκεντρωθούμε στην ουσία του (Wesen)» (Jünger-Heidegger, 1989: 162). Αυτό σημαίνει να κατανοηθεί πώς αποτελεί συνέπεια μιας απόφραξης της αρχικής ανοιχτότητας της εμφάνισης (Anwesen) του όντος στο είναι του.
Χωρίς λοιπόν να απομακρύνουμε το πρόβλημα που υποδηλώνει η γραμμή, αλλά αντιθέτως οικειοποιούμενοι αυτό το πρόβλημα, πρέπει να γίνει ένα βήμα πίσω: όχι να ενισχύσουμε τη βούληση υπέρβασης του μηδενισμού, ούτε να κατασκευάσουμε πρόχειρα ένα νέο σύνολο εργαλείων για να συνεχίσουμε πάση θυσία την πορεία, αλλά να σκεφτούμε μια «τοπολογία» του μηδενισμού και να εντοπίσουμε, μέσα στην ιστορία του Είναι, τον ουσιώδη τόπο όπου αποφασίζεται το πεπρωμένο του.
Αν πράγματι η διάσχιση της γραμμής του μηδενισμού έχει ως ουσιώδη προϋπόθεση την υπέρβαση της μεταφυσικής και της λήθης του Είναι, αυτή η υπέρβαση δεν μπορεί να «θεληθεί». Διότι έτσι όχι μόνο θα επανερχόμασταν σε έναν προβληματικό μεταφυσικό προσδιορισμό όπως η βούληση, αλλά θα καταλήγαμε επίσης να πιστεύουμε ότι η λήθη του Είναι είναι μια απλή «μηχανευση» του ανθρώπου, δηλαδή κάτι που εξαρτάται από τη δύναμή του. Αντίθετα, αυτή εξαρτάται από το Είναι και από τον τρόπο με τον οποίο αυτό σχετίζεται με τον άνθρωπο.
Ακριβώς σε αντιστοιχία με την περατότητα εκείνου στον οποίο απευθύνεται, το δόσιμο του Είναι δεν είναι ποτέ απόλυτο, αλλά είναι πάντοτε ιστορικά-εποχικά προσδιορισμένο και ταυτόχρονα ανοιχτό σε έναν άλλο εποχικό προσδιορισμό. Αυτό σημαίνει ότι είναι συγχρόνως δωρεά και απόσυρση. Όταν η «υποκειμενικότητα» (soggettità), δηλαδή το πρωτείο του ανθρώπου ως υποκειμένου, εμφανίζεται στο προσκήνιο και αξιώνει να είναι η οριστική απάντηση στο ερώτημα «τι είναι το ον;», αυτό σημαίνει ότι το Είναι έχει λησμονηθεί και πλέον «δίνεται» μόνο με τη μορφή της απόσυρσης και της λήθης, δηλαδή της άρνησης και του μηδενισμού.
Ούτε η ορθολογικότητα —και ακόμη λιγότερο η βούληση— μπορεί να αποτελέσει το αρχιμήδειο σημείο από το οποίο θα μπορούσε κανείς να υπερπηδήσει τον μηδενισμό. Και ο ορθολογισμός, για τον Heidegger, είναι έκφραση της υποκειμενικότητας και του ανθρωποκεντρισμού. Μπροστά στα έσχατα, όπου διακυβεύεται το όλον, η εμπιστοσύνη στους υπολογισμούς της λογικής δεν είναι καλύτερη από τις φυγές προς το παράλογο. Ο ορθολογισμός και ο ανορθολογισμός είναι, για τον Heidegger —και σε αυτό συμφωνεί με τον Jünger— δύο συμπληρωματικές και αμοιβαία μετατρέψιμες μορφές του μηδενισμού.
Αν ο μηδενισμός είναι ένα πεπρωμένο που εξαρτάται από το Είναι, τότε η βούληση και η λογική του ανθρώπου μπορούν να φτάσουν το πολύ σε κάτι προτελευταίο. Αφού αυτό γίνει αντιληπτό, δεν έχει πλέον νόημα, ούτε για τον Heidegger ούτε για τον Jünger, να επιμένουν στην επινόηση ηθικών συστημάτων ή αρετών για την εποχή της τεχνικής.
Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν σημαίνει παραίτηση από την ευθύνη. Αντίθετα, σημαίνει την απαίτηση μιας ανώτερης ευθύνης της σκέψης, που συνίσταται στο να αναλάβει τον μηδενισμό μέσα στη μέγιστη προβληματικότητά του — χωρίς να προσπαθεί να εκδιώξει τον επισκέπτη που εδώ και καιρό περιπλανιέται παντού μέσα στο σπίτι, και χωρίς να κλείνει τα μάτια στο γεγονός ότι ο μηδενισμός αποτελεί πλέον μέρος της ίδιας της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζούμε.
Το μόνο δυνατό αποτέλεσμα στο οποίο μπορεί να αποβλέπει η σκέψη είναι να προκαλέσει μια επιτάχυνση του μηδενισμού. Στον Jünger αυτό συμβαίνει μέσω εκείνης της ιδιαίτερης περιγραφής της φθοράς, της εξαφάνισης και της απομείωσης που προκαλεί ο μηδενισμός, η οποία, θέτοντας μπροστά στα μάτια μας τα αποφασιστικά χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας, συμβάλλει στην παραγωγή της. Στον Heidegger αυτό συμβαίνει μέσω της απομυθοποιημένης κριτικής των αξιών —ένα μοτίβο που αναπτύσσει επανειλημμένα μέσω της αντιπαράθεσης με τον Nietzsche και σε αντίθεση προς τον νεοκαντιανισμό και τη φιλοσοφία των αξιών— υποστηρίζοντας ότι, αν πράγματι επιδιώκεται η υπέρβαση του μηδενισμού, δεν έχει νόημα να παράγονται αντιστάσεις και αντιδράσεις ούτε να υψώνονται εύθραυστα φράγματα νέων, αμφίβολων αξιών. Είναι προτιμότερο να αφεθεί η τεράστια δύναμη του μηδενός να εκδηλωθεί και όλες οι δυνατότητες του μηδενισμού να εξαντληθούν μέχρι την ουσιαστική τους ολοκλήρωση.
Αυτό δεν είναι, όπως ίσως φάνηκε, μια απολογία του μηδενισμού, ούτε στον Jünger ούτε στον Heidegger. Το να αναγνωρίζει κανείς ότι η επιτάχυνση του μηδενισμού είναι η μόνη οδός που μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβασή του, δεν σημαίνει ότι παίρνει το μέρος του μηδενισμού ούτε ότι τον χαιρετίζει ως τη «χαρούμενη γνώση», ως εκείνη τη νηφάλια διαύγεια που ευχαριστιέται επειδή αναγνώρισε ότι ο «αληθινός κόσμος», το νόημα και η αλήθεια του γίγνεσθαι, είναι προοπτικές ψευδαισθήσεις.
Τόσο ο Heidegger όσο και ο Jünger καλούν να βιωθεί μέχρι τέλους η δύναμη του μηδενός, πεπεισμένοι ότι μόνο η πλήρης ανάπτυξη του μηδενισμού οδηγεί και στην εξάντλησή του και, μαζί με αυτήν, στη δυνατότητα της υπέρβασής του. Πρόκειται, με άλλα λόγια, και για τους δύο, «να αφήσουμε να αναβλύσουν οι ακόμη άθικτες πηγές ενέργειας και να καταφύγουμε σε κάθε βοήθημα, για να κρατηθούμε “μέσα στη δίνη του μηδενισμού”» (Jünger-Heidegger, 1989: 139).
Αλλά πού μπορεί κανείς να εντοπίσει αυτές τις πηγές ενέργειας; Σε αυτό το σημείο οι δρόμοι των δύο στοχαστών αποκλίνουν. Ο Jünger υποδεικνύει ένα σημείο αντίστασης στο οποίο τα μεταγενέστερα έργα του —χαρακτηριστικό παράδειγμα το Πραγματεία του Αντάρτη— προσκολλώνται με όλο και μεγαλύτερη επιμονή, αλλά το οποίο ήδη εδώ προσδιορίζεται με υπερβολική σαφήνεια.
Αυτό το σημείο συγκροτείται από τη μορφή του Αναρχικού (Anarca), του εξεγερμένου ατόμου που αισθάνεται καταδιωκόμενο από τα στρατεύματα των εκκλησιών και του Λεβιάθαν, αλλά που γνωρίζει ότι δεν ανήκει πλέον σε τίποτε και σε κανέναν. Όπως ο «Μοναδικός» του Stirner, ο Αναρχικός είναι ένας μοναχικός άνθρωπος που καταφεύγει στην εσωτερικότητά του. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον αναρχικό. Δεν είναι ένας επαναστάτης που θέλει να μετασχηματίσει τον κόσμο και που, για να επιτύχει τον σκοπό του, είναι διατεθειμένος ακόμη και να καταφύγει στο έγκλημα και την τρομοκρατία.
Ο Αναρχικός μπορεί εξωτερικά να υποτάσσεται στην τάξη και στον νόμο, αλλά στο εσωτερικό του, στη μοναξιά της νύχτας, σκέφτεται και πράττει όπως θέλει. Και ακόμη κι όταν βαδίζει στις γραμμές ενός στρατού, πολεμά μόνο τους δικούς του πολέμους. Καταφεύγει σε άγριες περιοχές και στις λίγες εναπομείνασες οάσεις για να ανακτήσει τις δυνάμεις του.
Η θέση του Αναρχικού είναι εκείνη στην οποία ο Jünger φανταζόταν τον εαυτό του σε μια σημείωση με ημερομηνία Παρίσι, 9 Ιουλίου 1942:
Αν κλείσω τα μάτια, διακρίνω μερικές φορές ένα ζοφερό τοπίο στα όρια του απείρου, με πέτρες, γκρεμούς και βουνά. Στο βάθος, στις παρυφές μιας μαύρης θάλασσας, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, μια μικροσκοπική μορφή, σχεδόν σχεδιασμένη με κιμωλία. Εκεί βρίσκεται το προκεχωρημένο φυλάκιό μου, κοντά στο Μηδέν — εκεί κάτω, στην άβυσσο, διεξάγω μόνος μου τον αγώνα μου (Jünger, 1978: II, 344).
Στο Πέρα από τη γραμμή ολοκληρώνει τις σκέψεις του πάνω στο ίδιο μοτίβο, ανοίγοντας μια αισιόδοξη προοπτική:
Το ίδιο το στήθος: εδώ βρίσκεται, όπως άλλοτε στη Θηβαΐδα, το κέντρο κάθε ερήμου και ερειπίου. Εδώ βρίσκεται το σπήλαιο προς το οποίο σπρώχνουν οι δαίμονες. Εδώ ο καθένας, ανεξάρτητα από την κατάστασή του και τη θέση του, διεξάγει μόνος και προσωπικά τον αγώνα του, και με τη νίκη του ο κόσμος αλλάζει. Αν υπερισχύσει, το Μηδέν θα αποσυρθεί μέσα στον εαυτό του, αφήνοντας στην ακτή τους θησαυρούς που τα κύματά του είχαν καταποντίσει (Jünger-Heidegger, 1989: 104).
Ο Heidegger είναι πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός: δεν υπάρχουν αρχιμήδεια σημεία στήριξης, ούτε συνταγές ούτε στρατηγικές προς εφαρμογή. Στους «πελαγιανούς» του εικοστού αιώνα, που πιστεύουν ότι η σωτηρία βρίσκεται στα χέρια τους, ο Heidegger αντιτάσσει την περίφημη φράση: «πλέον μόνο ένας θεός μπορεί να μας σώσει».
Αν υπάρχει ποτέ κάποιο σημείο στήριξης, αυτό βρίσκεται σε έναν ηρωισμό της σκέψης ικανό να υπομένει, αναμένοντας την «άλλη αρχή», μέσα σε εκείνη τη μοναδική στάση που μπορεί να ανταποκριθεί στο εποχικό πεπρωμένο του μηδενισμού και της τεχνικής, δηλαδή στην εποχή των θεών που έχουν φύγει και του νέου θεού που πρόκειται να έρθει: τη Gelassenheit, τη γαλήνια στάση της «αφέσεως» ή «εγκατάλειψης».
Συνεχίζεται με το:
Κεφάλαιο δωδέκατο. Μηδενισμός, υπαρξισμός, γνώση (γνωστικισμός)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου