Τρίτη 21 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 2

 Συνέχεια από:Tρίτη 21 Απριλίου 2026

MONO ΓΙΑ ΜΕΛΗ


π. Ν. Λουδοβίκος Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της εκκλησιολογίας; 2

Oμιλία σε  Ιερατική σύναξη Ι.Μ.Γ.Α. στην Κρήτη 21-3-2026


ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ  (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.


14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

..........Το χάρισμα του επισκόπου, λοιπόν, είναι το χάρισμα του να ποιμαίνει όλα αυτά τα χαρίσματα, να τα διδάσκει την κατά Χριστόν πορεία —που είναι αυτό το μοίρασμα— και να εκφράζει την ενότητα αυτή προς τα έξω. Να την εκφράζει, όχι με την έννοια ότι υποκαθιστά τον Χριστό ή τον αντιπροσωπεύει. Δεν έχει ανάγκη τέτοιο πράγμα ο Χριστός.
Σε Αυτόν μετέχεις και τη δική Του πραγματικότητα παρουσιάζεις.
Όλα τα χαρίσματα είναι χριστολογικά. Είναι ο Χριστός —το ξαναλέω— ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος, ο καντηλανάφτης, ο μοναχός, ο θεολόγος, ο γιατρός, ο σύζυγος, η σύζυγος. Είναι χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία. Όλα.
Προσπαθούμε λοιπόν κάθε κατάσταση να γίνει σάρκα. Γιατί να γίνει σάρκα; Γιατί γίνεται σάρκα;
Υπάρχουν πολύ ανόητες απαντήσεις σε αυτό. Άλλος είπε ότι έγινε για να πληρώσει, τάχα, ο Θεός τις αμαρτίες μας —αυτή η γελοία, καταστροφική θεωρία, που έχει διώξει άπειρους ανθρώπους από την Εκκλησία— να πληρώσει τη «θεία δικαιοσύνη», δηλαδή.......

  Ο Friedrich Christoph Oetinger  και η πνευματική σωματικότης.

Το πνεύμα δηλαδή δέν μπορεί να είναι ποτέ ένα καθαρό πνεύμα, αλλά ένα ειδικό σώμα, σύμφωνα με τις Ερμητικές δοξασίες, ή ακόμη και τις θεοσοφικές, το οποίο νομιμοποιείται βιβλικά (Ιεζεκιήλ και Αποκάλυψη) κάτι που τον οδηγεί να ερευνήσει κάθε κείμενο και κάθε κουλτούρα για κάποια απόδειξε αυτής τής δομής, τής πνευματοσωματικής, τόσο τού σύμπαντος όσο και τής ιστορίας τής σωτηρίας.
Απο εδώ φτάνουμε στην διάσημη εάν όχι προφητική θέση του Oetinger, σύμφωνα με την οποία "η σωματικότης" είναι ο τελικός σκοπός των έργων (ή οδών) του Θεού. Μία πνευματική σωματικότης, εννοείται, όπου μετά την ενσάρκωση θα έπρεπε να μεταμορφωθεί ακόμη και η βάρβαρη μεταπροπατορική φύση, ενόψει μίας αποκαταστάσεως η οποία κατά κάποιο τρόπο προεικονίζεται στις επιστήμες τής φύσεως. Είναι γεγονός όμως ότι ενώ στα γραπτά τής ωριμότητός του βρίσκουμε μία αυξανόμενη αμφιβολία για τις μυστικο-θεοσοφικές προτάσεις τής νιότης του, την ιδέα τής σωματικότητος σαν σκοπού τού Θεού, στην πρώτη δημιουργία μέχρι την εσχατολογική ανανεωμένη γή, δέν την ακουμπά καμμία αμφιβολία. Ούτε οντολογική, λόγω τής επιμονής με την οποία επαναλαμβάνει ότι το πνεύμα είναι και σώμα και της θεματικής με την οποία δέν τονίζει την άρρητη υπερβατικότητα τού Θεού, αλλά την αυτογένεση και την φανέρωση του στα όρια τής μορφής και του πεπερασμένου σώματος, ούτε επιστημονική, απορρέοντας τήν βεβαιότητα όχι μόνον απο την κεντρική του ιδέα και τις Γραφές, αλλά και απο την αισθητηριακή ανάλυση πάντοτε, βασισμένη στην δομή τού σώματος, δηλαδή απο το αισθητό.
Διότι στο σώμα ο Θεός απευθύνεται στον άνθρωπο και αποφασίζει να τον σώσει. Ιδιαίτερες όσο θέλουμε, αλλά πάντοτε σωματικές είναι και οι μορφές στις οποίες φανερώνεται και το Άγιο Πνεύμα (μοναδικότης, πολλαπλότης, λεπτότης, διείσδυση κάθε πράγματος, πάναγνη καθαρότης, ευλυγισία...). Μοιάζει λοιπόν στον Oetinger εντελώς λογικό να ενδιαφερθεί πάνω απ'όλα με το Physicum και να βασίσει σε μία ανώτερη φυσική τον δικό του πρωτότυπο θρησκευτικό ρεαλισμό, εχθρικό τόσο στον εγωλογικό ρεαλισμό της μοντέρνας εποχής όσο και στον πνευματιστικό ψυχολογισμό.

Γ. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ

Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει κατά περιστάσεις τα εν τη Κ. Διαθήκη μνημονευόμενα χαρίσματα50, χωρίς όμως κατ’ όνομα να περιορίζηται μόνον εις αυτά και να δίδη την ιδίαν έμφασιν εις πάντα. Άλλωστε και o Παύλος ανέφερε τα κυριώτερα εξ αυτών, και όχι πάντα τα χαρίσματα της αποστολικής Εκκλησίας51, αι δε ανάγκαι και τα αιτήματα της Εκκλησίας της εποχής του Μ. Βασιλείου, εποχής κατ' εξοχήν αιρέσεων, συγχύσεως εκκλησιαστικής και πολέμου, έδιδον διάφορον τόνον ως προς την αξιολόγησιν και βαρύτητα εις μερικά χαρίσματα εν συγκρίσει προς όλα τα άλλα. Κυριαρχούν ούτω τα του λόγου εν γένει, τα οργανωτικά, ποιμαντικά και διακονικά χαρίσματα, ενώ τα θαυματουργικά και εκστασιακά έρχονται εις πολύ δευτέραν μοίραν ή ουδόλως τον απασχολούν, όπως λ.χ. τα των ιάσεων και της γλωσσολαλίας52. Κατ’ ανάγκην η ακολουθούσα παρουσίασις θα είναι ανάλογος προς το προσφερόμενον υλικόν.

Είναι πολύ θυμωμένος αυτός — γιατί, λέει, κάναμε νομική παράβαση. Επειδή όμως είμαστε ασήμαντα όντα, δεν μπορεί να μας τιμωρήσει και να ευχαριστηθεί. Πρέπει να τιμωρήσει κάποιον που έχει μεγάλη αξία· στέλνει τον Υιό Του, λοιπόν. Αυτές ήταν αιρέσεις.
Και όμως, σε λίγο θα έρθει το Πάσχα και θα βγουν οι Ορθόδοξοι ιερείς να λένε τον Άνσελμο. Οι Ρωμαιοκαθολικοί τα πέρασαν αυτά, τα ξεπέρασαν. Όταν ήμουν στο Παρίσι, ο πιο σημαντικός δάσκαλός μου είχε εκδώσει τον Άνσελμο σε καμιά δεκαριά τόμους, μεταφρασμένο στα γαλλικά, και είχε γράψει και ένα βιβλίο 600 σελίδων ως εισαγωγή, το οποίο μου το έδωσε αδελφικά, για να δω πώς προσπαθούν να τον ξεπεράσουν με βάση τη θεωρία των Πατέρων.
Οι Ρωμαιοκαθολικοί τον ξεπέρασαν τον Άνσελμο· εμείς όμως τον κρατάμε ακόμη εδώ και θα ακούσουμε πάλι τα ίδια πράγματα. Δεν φταίει ο Άνσελμος — εμείς φταίμε.
Και το θέμα είναι ακριβώς αυτό, το ξαναλέω: ποιος είναι ο λόγος της σάρκωσης; Συγγνώμη, αν είναι ένας έξυπνος και «μάγκας» Θεός, να πεις: «μα, συγχωρώ όλους», όπως λέει το Κοράνι. Το Κοράνι αυτό λέει. Και μοιάζει πιο «σοφό» από το να λες ότι περίμενε χιλιάδες χρόνια για να σκοτώσει κάποιον, για να χυθεί αίμα.

Ελεεινή είναι αυτή η θεωρία.

Πατέρες, η θυσία του Χριστού είναι θυσία της κένωσης του Θεού και της αποδοχής από τον άνθρωπο, ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να εισέλθει στην ανθρώπινη φύση. Να μπει δηλαδή η Θεότητα μέσα στην ανθρωπότητα, να μπει το άκτιστο μέσα στο κτιστό.
Αυτό είναι η αιτία της σάρκωσης: να εισέλθει η θεία ζωή μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.[ΚΑΜΠΑΛΑ ΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΜΠΑΛΑ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ. Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΗΡΥΤΤΕΙ ΑΛΛΟΝ ΘΕΟ ΕΤΕΡΟ. ΦΙΛΕΙΣΤΕ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ!!! ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ]


Ο Σταυρός είναι ένα επιμέρους επεισόδιο — σοβαρό, βέβαια. Γιατί; Για να διορθώσει την ανθρώπινη προαίρεση, που ήταν πεσμένη. Λέει ο Άγιος Μάξιμος: υπάρχουν δύο πτώσεις — η πτώση της προαιρέσεως και η πτώση της φύσης. Πέφτει πρώτα η προαίρεση στον Αδάμ και μετά πέφτει και η φύση, και πεθαίνουμε.

Η φύση δεν φταίει που έπεσε· εμείς τη ρίξαμε.

Τι κάνει ο Χριστός; Το αντίθετο. Διορθώνει την προαίρεση: «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ως άνθρωπος. Και αποκτά έτσι το δικαίωμα να αναστήσει τη φύση.
Ο Σταυρός είναι αυτή η υπακοή μέχρι θανάτου, που ενώνει «τὰ πρὶν διεστῶτα», άνθρωπο και Θεό, με την αγάπη και την υπακοή ως άνθρωπος.
Και έτσι ανοίγεται η Ανάσταση. Αυτό που έπρεπε να κάνει ο Αδάμ και δεν το έκανε.
Και με την Ανάσταση αποκτά το δικαίωμα να επεκτείνει αυτό το γεγονός μέσα στην ιστορία: φτιάχνει την Εκκλησία, το Σώμα Του, και δίνει τα χαρίσματά Του σε εμάς.
Για εμάς, λοιπόν, η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Δεν είναι ίδρυμα. Έχει μια δομή, αλλά είναι δομή χαρισμάτων.
Για εμάς, το κανονικό δίκαιο έπεται αυτής της πραγματικότητας.
Θυμάμαι όταν ήμουν στο Παρίσι και σπούδαζα στο μεγάλο καθολικό ίδρυμα: υπήρχε ξεχωριστή σχολή κανονικού δικαίου, τέσσερα χρόνια, δίπλα στη θεολογική. Άλλο πράγμα το ένα, άλλο το άλλο.
Σε εμάς, το κανονικό δίκαιο είναι θεολογία. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Αλλά δυστυχώς μεταφέρθηκε με δυτικό τρόπο και έγινε μια σειρά από νομικές διατάξεις — το πιο βαρετό μάθημα, τουλάχιστον για μένα.
Γιατί ισχύουν; Γιατί υπερασπίζονται ένα γεγονός: την Εκκλησία ως μετοχή στον Θεό εν Χριστώ.
Και μετά τα μυστήρια: δεν είναι απλώς συγχώρηση αμαρτιών, όπως μας είπε ο Αυγουστίνος με το προπατορικό αμάρτημα. Είναι υιοθεσία.
Το βάπτισμα δεν είναι ότι συγχωρώ κάποιον επειδή ο «παππούς» του έκανε κάτι. Είναι σαν να βγεις στον δρόμο, να βρεις ένα φτωχό, ταλαιπωρημένο πλάσμα που τρέμει από το κρύο, και να το πάρεις, να το κάνεις παιδί σου, να του δώσεις δικαιώματα στην περιουσία σου, να το βάλεις στο σπίτι σου.
Αυτό είναι υιοθεσία.
Μετά του δίνεις και το χρίσμα — ένα ιδιαίτερο χάρισμα. Και μετά έχουμε κοινό τραπέζι, την Ευχαριστία, όπου όλα τα χαρίσματα μετέχουν μαζί.
Αυτός είναι ο νέος τρόπος υπάρξεως που φέρνει το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία.
Αν τα ξέραμε αυτά και αν τα λέγαμε έτσι στον κόσμο, θα έτρεχαν οι άνθρωποι και θα παρακαλούσαν να μπουν: «μπορώ κι εγώ να μπω;».
Αλλά εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε και καταλήγουμε να είμαστε απλώς πρόχειροι υπηρέτες των θρησκευτικών αναγκών του λαού.
Τι πουλάει ο μπακάλης; Μαρμελάδες, τυριά, σαλάμια. Τι πουλάμε εμείς; Μυστήρια; «Αγοράστε, πουλάω μυστήρια»; Και ζω μεγάλη κατάντια; Όχι. Είμαστε μάρτυρες μιας πραγματικότητας, η οποία αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα και τη μεγάλη απαντοχή όλης της ανθρωπότητας.
Και θα φανεί αυτό τα χρόνια που έρχονται, επειδή απογυμνωνόμαστε από όλες τις παλιές παρηγοριές και θα βρεθούμε αντιμέτωποι με πολύ σκληρές συνθήκες. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς προφήτης για να το πει αυτό — εκεί πάει, το βλέπουμε όλοι. Πρέπει να είναι τυφλός κανείς για να μην το βλέπει.
Καταρρέουν οι ανθρώπινες σχέσεις. Εγώ το ζω στο πανεπιστήμιο με δραματικό τρόπο. Έχουμε παράγει μια νέα γενιά που δεν ξέρει πού να πάει. Τα παιδιά είναι τρομαγμένα — έχουν όλες τις δυνατότητες, τα έχουν δοκιμάσει όλα, έχουν αποτύχει σε όλα και δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν.
Θα δούμε πράγματα μεγάλα. Μας έλεγε ο Άγιος Παΐσιος προφητικά —γιατί αυτός ήταν προφήτης— «κάνετε δουλειά μέσα στον εαυτό σας, γιατί από τον εαυτό σας θα έρθουν άνθρωποι τσακισμένοι για να βοηθηθούν από εσάς. Πρέπει να έχετε λόγο, πνεύμα άσκητο, να τους το δώσετε. Έρχονται πολύ δύσκολα χρόνια», έλεγε. «Θα τσακιστούν οι άνθρωποι».
Το βλέπουμε αυτό. Προχθές έγινε εκείνος ο φόνος —εκπαιδευτικός, μέσα στην τάξη. Και όταν το άκουσα, θυμήθηκα λόγια του.
Θυμάμαι, σε ένα συνέδριο στο Σπόρτινγκ, το 1983–84, μιλούσαν για το «πραγματικό παιδί». Σήκωσα το χέρι και είπα: «Συγχωρέστε με, αλλά το πραγματικό παιδί δεν είναι αυτό που νομίζετε». Η ψυχανάλυση λέει ότι το πραγματικό είναι το ασυνείδητο —ο χώρος του ενστίκτου. Το πραγματικό παιδί είναι άγριο. Θέλει παιδεία, θέλει αγωγή. Αν το αφήσεις…
Λίγο πριν κοιμηθεί ο γέροντας, είπε: «Μια μέρα θα τους ξεκοιλιάσουν τα πάθη τους». Θα βγουν όλα στην επιφάνεια.
Η Εκκλησία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ζωτική ανάγκη. Σε λίγο θα έχουμε ανάγκη την Εκκλησία για να πάρουμε μια ανάσα, να αναπνεύσουμε αυτή τη δροσιά —τη χριστολογική δροσιά των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος— τα οποία τα έχουμε όλοι, ως βαπτισμένοι, σε υπνώδη κατάσταση.
Πρέπει κανείς να παραδοθεί σε αυτά, να τα φέρει στο φως και να αρχίσει να τα ασκεί. Και όσοι το κάνουν αυτό γίνονται ευτυχείς και κάνουν και άλλους ευτυχείς.
Η δουλειά του επισκόπου δεν είναι να τα κρατά αυτά, αλλά να τα ενθαρρύνει και να συμπαρίσταται· και με το δικό του χάρισμα να τα ποιμαίνει όλα αυτά. Τι φοβερό πράγμα. Ένα «ορχηστρόνιο», όπως λέει ο Άγιος Ιγνάτιος — μια ορχήστρα. Και αν χρειάζεται ορχήστρα, χρειάζεται και μαέστρο για να παίξει.
Αυτό είναι το έργο του επισκόπου
. Δεν είναι διοικητής. Όταν ο επίσκοπος γίνεται διοικητής —σαν συνταγματάρχης ή στρατηγός— αυτό είναι έκπτωση του επισκοπικού αξιώματος. Είναι πατέρας.
Και πρέπει να ξέρει ότι ο καθένας από τους χαρισματούχους που έχει απέναντί του μετέχει ενεργητικά στην ενότητα της Εκκλησίας. Εγώ αυτή τη στιγμή ενεργώ την ενότητα της Εκκλησίας μιλώντας. Ο άλλος τη διακονεί αλλιώς. Ο άλλος αλλιώς.
Και έτσι παρουσιάζεται αυτή η υπέροχη πραγματικότητα που ήρθε να φέρει ο Θεός στον κόσμο.
Ο Θεός δεν ήρθε να φέρει ιδέες, αλλά έναν τρόπο υπάρξεως: το ομοούσιο. Το οποίο είναι η απαντοχή και η ελπίδα όλου του κόσμου.
Στον λίγο χρόνο που έχω, θέλω να σας πω δύο πραγματάκια που θα ολοκληρώσουν κάπως αυτά που είπαμε. Ο χρόνος είναι ελάχιστος και αυτά που λέω είναι συμπυκνωμένα. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι ότι πολλοί εδώ έχουν καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε και πόσο σοβαρό είναι αυτό που λέμε.
Να προσέξουμε: ο ιερέας είναι ο πρώτος μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας. Ένας ιερέας που είναι αποξενωμένος από τη μετοχή στο χάρισμα —και μάλιστα στο μεγάλο χάρισμα που είναι η ιεροσύνη— χάνει το νόημα. Η ιεροσύνη είναι το ιερατικό χάρισμα του Χριστού: ότι προσφέρει τον εαυτό Του.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν Σοὶ προσφέρομεν» —αλλά προηγουμένως τι λέμε; Πώς αγαπά ο Θεός τον κόσμο; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον…». Έρχεται ο Χριστός και ενεργεί την προσφορά της ανθρώπινης φύσης στον Πατέρα, εκ μέρους των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δεν το έκανε τέλεια· η Παναγία το έκανε σε πολύ υψηλό βαθμό, αλλά ο Χριστός παίρνει αυτή την ανθρώπινη προαίρεση και την ολοκληρώνει, κάνει την απόλυτη προσφορά.
Και αυτό κάνουμε και εμείς: συμμετέχουμε σε αυτό που γίνεται μεταξύ Πατρός και Υιού. Αυτό είναι η Θεία Λειτουργία: η μεταφορά των δικών μας δώρων μέσα στην αιώνια προσφορά του Υιού προς τον Πατέρα. Ο Χριστός προσφέρεται στον Πατέρα —και εμείς παίρνουμε ψωμί και κρασί, τα δικά μας, τη ζωή μας, και τα εντάσσουμε εν Αγίῳ Πνεύματι σε αυτή τη μεγάλη προσφορά, και παίρνουμε πίσω Σώμα και Αίμα Χριστού.
Αυτό είναι η Θεία Λειτουργία.
Δεν νοείται ιερέας —κατά τη γνώμη μου, συγχωρέστε με που το λέω έτσι— που να ξεχνά τι είναι η Θεία Λειτουργία. Δεν νοείται παπάς από Κυριακή σε Κυριακή, σε μια τυπική λειτουργία. Ο ιερέας πρέπει να λειτουργεί περισσότερο.
Δεν το λέω εγώ. Αν διαβάσετε τον Συμεών Θεσσαλονίκης, αν διαβάσετε τα λειτουργικά κείμενα, τον Χρυσόστομο: ο ιερέας πρέπει να λειτουργεί τουλάχιστον δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Δύο είναι το ελάχιστο. Για να αγιάζεται ο κόσμος —ο αέρας, η γη, η θάλασσα, η ψυχή των ανθρώπων— με αυτή την προσφορά.
Γιατί αυτή η προσφορά έχει παγκόσμια αξία. Όταν ο ιερέας προσφέρει, όλη η ανθρωπότητα μπαίνει μέσα σε αυτά τα δώρα. Όλοι δέχονται το Άγιο Πνεύμα και γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού.
Πρέπει να γίνουμε μύστες αυτής της πραγματικότητας.
Και το άλλο: η προσωπική προσευχή. Έχει ξεχαστεί. Πόσοι από εμάς κάθονται το πρωί δέκα, είκοσι, τριάντα λεπτά, να σταθούν ενώπιον του Θεού χωρίς τίποτε άλλο; Να υπάρχει μόνο ο Θεός και ο άνθρωπος, χωρίς περισπασμούς;
Όποιος το κάνει αυτό, σιγά-σιγά θα καταλάβει πολλά.
Και δεύτερον: η Θεία Λειτουργία. Χαίρομαι που σε μερικές μητροπόλεις γίνεται καθημερινά —έστω μία Λειτουργία ή Προηγιασμένη. Είναι σαν να βρίσκει η Εκκλησία τον εαυτό της. Η ταυτότητα της Εκκλησίας είναι μέσα στη Θεία Λειτουργία.
Εκεί είναι όλη η οικονομία του Χριστού.
Η σωτηρία δεν την εφευρίσκουμε εμείς· είναι δεδομένη. Αυτή η νέα ζωή υπάρχει και δίδεται «ἐν τοῖς μυστηρίοις». Όπως λέει ο Μέγας Καβάσιλας: «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις».
Όχι ίδρυμα, όχι απλώς γεροντάδες, όχι σπηλιές ή βουνά —αν και όλα αυτά έχουν τη θέση τους— αλλά θεμελιωδώς η Εκκλησία φανερώνεται στα μυστήρια.
Και τα μυστήρια είναι τρία: βάπτισμα, χρίσμα, και κορυφή η Θεία Ευχαριστία.
Η Θεία Ευχαριστία πρέπει να είναι συχνή. Μοναστήρι χωρίς συχνή Θεία Ευχαριστία δεν προχωρεί.
Και κάτι ακόμη —ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά θα το πω: υπάρχει ένας τρόπος να ενεργοποιηθεί το βάπτισμα. Το βάπτισμα είναι σχέση, είναι υιοθεσία. Κάποιος σε υιοθετεί, σου δίνει τον εαυτό του.
Αλλά εγώ είμαι δύσκολος, έχω πάθη, αμαρτίες. Το βάπτισμα δίνει τη δυνατότητα, αλλά δεν αρκεί μόνο του.
Η εξομολόγηση είναι απαραίτητη.
Δεν είδα —το λέω με ευθύνη— κανέναν να προχωρεί πνευματικά χωρίς προσωπικό κανόνα προσευχής και χωρίς εξομολόγηση. Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά εγώ δεν είδα ούτε έναν.
Και επίσης: να μην γίνεται η λειτουργία μηχανικά. Να μη λέει ο παπάς «έχω να λειτουργήσω» σαν αγγαρεία. Αν φτάσει εκεί, έχει χάσει τα πάντα —και τη ζωή του και την αιωνιότητα και το ποίμνιο.
Πρέπει να τον τραβάς και να τον σπρώχνεις για να πάει.
Αν δεν είναι έτσι, δεν πάμε καλά.
Και το δεύτερο: η εξομολόγηση. «Πού θα πάω; Στον παπα-Αγγέλη ή στον παπα-Γιάννη; Ντρέπομαι…»
Μην πας αλλού — να πας αλλού. Κάτι θα βρεις, κάτι θα σου στείλει ο Θεός.
Μια φορά είχε πάει ο Γιανναράς στο γραφείο του πατρός Επιφανίου Θεοδωροπούλου. Ήταν ο πνευματικός μου — εκεί εξομολογήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Μεγάλη μορφή. Για μένα, πολύ μεγάλη μορφή.
Και ήταν ο Γιανναράς εκεί και έλεγε: «Δεν βρίσκω, ρε Επιφάνιε, πνευματικό». Και του λέει ο πατήρ Επιφάνιος: «Χρήστο μου, είναι πολύ απλό. Θα σου βρω εγώ πνευματικό σήμερα».
«Πώς θα το βρεις;» λέει.
«Άκου», του λέει. «Θα κάνουμε τον σταυρό μας και οι δύο μαζί. Και θα βγούμε στον δρόμο. Θα πάμε 200 μέτρα ίσια, μετά 300 μέτρα αριστερά, μετά 150 μέτρα δεξιά — και ο πρώτος που θα βρούμε, αυτόν θα τον στέλνει ο Θεός».
Ο Γιανναράς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Και του λέει: «Πιστεύεις ότι θα σε αφήσει έτσι ο Θεός;».
Τις πνευματικές μας ανάγκες ο Θεός ποτέ δεν τις παραβλέπει. Ποτέ. Ποτέ. Αν τις παραβλέψει, την ημέρα της κρίσεως θα το πούμε: «Εγώ ζητούσα πνευματικό και δεν μου έστειλες».
Αλλά πρέπει να ενεργήσεις με πίστη.
Το λέω αυτό γιατί το ζω κι εγώ. Θυμάμαι έναν άνθρωπο, παλιό μου καθηγητή, αφυπηρετήσαντα. Λίγο πριν πεθάνει, με πήρε τηλέφωνο, τρέμοντας, και μου λέει: «Μήπως, πάτερ, μπορώ να εξομολογηθώ; Έχετε κανέναν πνευματικό;».
Λέω: «Κύριε καθηγητά, τι είναι αυτά; Εδώ μπορείτε να εξομολογηθείτε σε μένα».
«Όχι», μου λέει, «δεν μπορώ».
Δεκαετίες δεν είχε εξομολογηθεί. Και πολύ φοβάμαι ότι έφυγε έτσι — γιατί δεν βρήκε τον “τέλειο”, τον απολύτως κατάλληλο.
Αλλά η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Είναι κάτι που έχει να κάνει με το Άγιο Πνεύμα. Αποκαθιστά —το ξαναλέω— την καθαρότητα του βαπτίσματος.
Και είναι φοβερό να υπάρχουν ιερείς και επίσκοποι που δεν εξομολογούνται. Θα θαμπώσει το μυαλό. Θα είναι σαν αυτοκίνητο που αντί για καθαρό τζάμι έχει θολά γυαλιά — δεν θα βλέπεις τίποτα.
Ξέρω ιερείς που εξομολογούν κόσμο και έχουν ξεχάσει πώς είναι να τους βάζει κάποιος πετραχήλι.
Έναν από αυτούς τον συνάντησα πριν από λίγο καιρό. Για να τον παρακινήσω, του λέω: «Θέλω να εξομολογηθώ σε σένα».
Με κοιτάει: «Εσύ σε μένα;».
«Ναι, εγώ σε σένα».
Και όντως εξομολογήθηκα. Και μόλις τελείωσα, του λέω: «Να κάνουμε τώρα και το αντίθετο».
«Όχι, όχι… ντρέπομαι», μου λέει.
Του λέω: «Για μένα ντρέπεσαι — για τον Θεό δεν ντρέπεσαι;».
Είναι απλά πράγματα — αλλά δεν είναι και τόσο απλά.
Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να ψυχολογικοποιήσουμε τα πάντα, να τα δικαιολογήσουμε όλα μέσα μας. Εγώ, ως ψυχολόγος, μπορώ να το κάνω καλύτερα από πολλούς. Αλλά χρειάζονται όρια.
Το θέμα είναι —όπως λέει ο Μέγας Καβάσιλας— «ἡ δικαίωσις τοῦ Θεοῦ συντιθεμένων ἔχει». Δηλαδή, συνεργάζεται και ο άνθρωπος.
Και θυμηθείτε εκείνη τη φράση στη Θεία Λειτουργία: «πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
Τι ωραίο πράγμα: να προσφέρεις τη ζωή σου στον Θεό.
Έτσι είναι. Τόσο απλό.
Και απαντάει ο ίδιος: «όχι, διότι ἡ δικαίωσις τοῦ Θεοῦ συντιθεμένων ἔχει». Πρέπει να συμφωνεί και ο Θεός με αυτό που του προσφέρουμε.
Αυτό που του προσφέρω, ο τρόπος με τον οποίο τον μεταχειρίζομαι, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύω και κατανοώ τη συμπεριφορά μου απέναντί Του —που μπορεί να φαίνεται πολύ ωραίος— συμφωνεί άραγε ο Θεός με αυτό;
Είναι λεπτό ερώτημα.
Εμείς, ως διανοούμενοι, έχουμε την τάση να δικαιώνουμε τα πάντα μέσα μας. Υπάρχουν δύο άκρα: το ένα είναι να μη δικαιώνεις τίποτα —οπότε ακυρώνεσαι ως ύπαρξη— και το άλλο να δικαιώνεις τα πάντα —οπότε πνευματικά καταστρέφεσαι.
Το ερώτημα είναι: συμφωνεί ο Θεός με αυτή τη «δικαίωσή» μου;
Γι’ αυτό υπάρχει η εξαγόρευση, η εξομολόγηση. Δεν είναι για να λέει κανείς απλώς τα προσωπικά του σε κάποιον. Είναι για να σπάσει η ιδιωτική αυτάρκεια.
Γιατί υπάρχει αυτό που λέω «ιδιωτική αλήθεια». Έχω το δικαίωμα να έχω μια ιδιωτική εικόνα του εαυτού μου —να είμαι «καλός», «σωστός», «εντάξει». Και αυτό γεννά μια ιδιωτική ηθική, μια ιδιωτική αντίληψη του κόσμου.
Και μετά από καιρό —ή το βλέπουν πρώτα οι άλλοι— ανακαλύπτω ότι έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Εγώ που μιλάω για κοινωνία και σχέση.
Γιατί το άνοιγμα στον άλλον είναι θυσία. Έχει κόστος.
Θυμάμαι ένα περιστατικό. Ήμουν σε ένα συνέδριο στην Ιταλία. Μιλούσαμε για έναν μεγάλο θεολόγο — σπουδαίο, με λόγο για αγάπη, για σχέση, για φως. Και κάποιος είπε:
«Αν για να σωθείς πρέπει να βγάλει μια τρίχα από τα γένια του —μια τόσο μικρή θυσία— δεν θα το κάνει. Θα σε αφήσει να πεθάνεις».
Σκληρό, αλλά δείχνει το πρόβλημα: άλλο ο λόγος, άλλο η ζωή.
Θα τελειώσω με ένα περιστατικό.
Γνώρισα μια γερόντισσα, ηγουμένη σε ένα μοναστήρι στο Πήλιο. Δεν ήταν γνωστή, δεν έγραψαν γι’ αυτήν, αλλά ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έχουν χάρισμα παρηγοριάς. Εξέπεμπε κάτι απίστευτα λεπτό — μια αγιοπνευματική ευγένεια που δεν περιγράφεται. Στον τρόπο που σε κοιτούσε.
Ήταν 95 χρονών και όμως έμοιαζε σαν νεαρό, φωτεινό πλάσμα.
Πριν φύγω, της λέω: «Πείτε μου μια συμβουλή να την κρατήσω».
Σκύβει το κεφάλι —με αληθινή ταπείνωση— και μου λέει:
«Άραγε αυτά που κάνουμε αρέσουν στον Θεό;»
Έμεινα άφωνος.
Γιατί νομίζουμε ότι κάνουμε, ότι δείχνουμε, ότι ο κόσμος μας επιβεβαιώνει. Αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι αυτό:
Άραγε αυτά που κάνουμε αρέσουν στον Θεό;
Και δυστυχώς, μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να απαντήσει.
Αλλά αν έχουμε αυτή την ευαισθησία να θέτουμε αληθινά αυτό το ερώτημα, τότε θα γίνουμε όλοι πολύ καλύτεροι άνθρωποι.
Αυτά είχα να σας πω
.

 Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΧΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΟΝ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: