MONO ΓΙΑ ΜΕΛΗ
Oμιλία σε Ιερατική σύναξη Ι.Μ.Γ.Α. στην Κρήτη 21-3-2026
Προξενεί χαρά που είμαι ανάμεσά σας. Κυρίως χαίρομαι που συναντώ τον επίσκοπό σας· την τελευταία φορά που τον συνάντησα ήταν λαϊκός.
Στη Θεσσαλονίκη, πριν από πάρα πολλές δεκαετίες. Δηλαδή, χαίρομαι βαθιά για την ποιότητα, για τη θεολογική ανησυχία.
Υπάρχουν άνθρωποι —και αυτοί πρέπει να είναι οι επίσκοποι— οι οποίοι ζουν με τη θεολογία και κατανοούν ότι, χωρίς τη θεολογία, η ζωή της Εκκλησίας δεν μπορεί να γίνει κεντρική.
Γιατί όταν κηρύσσουμε, μιλάμε· αρδευόμαστε οι ίδιοι από τη ζωή αυτή. Αλλά η άρθρωση της ζωής χρειάζεται να έχουμε στα χέρια μας θεολογία που ξεκινάει από την Καινή Διαθήκη, την Παλαιά Διαθήκη, τη βιβλικοχριστιανική γραμματεία δηλαδή, και την πατερική θεολογία και τη νεότερη. Να τα έχουμε όχι απλώς ως γραμματειακή κατάθεση μέσα μας, αλλά να τα έχουμε σαν ζωντανή υπαρξιακή μέριμνα και φροντίδα.
Η θεολογία είναι κάτι με το οποίο ζούμε, δια του οποίου ζούμε· είναι χάρις η θεολογία, που παρηγορεί την ψυχή και παρηγορεί καταρχάς αυτόν που την ασκεί, και στη συνέχεια παρηγορεί και αυτούς στους οποίους απευθύνεται. Και όταν αυτό το πράγμα γίνει διδασκαλία θεολογική, κήρυγμα —το κήρυγμα είναι θεολογική διδασκαλία— οικοδομεί πραγματικά μια προσωπικότητα εν Χριστώ, όπως πρέπει να είμαστε όλοι, όπως μπορούμε να είμαστε, όπως μας συμφέρει να είμαστε.
Ένα βιβλίο μου που είχε βγει στα αγγλικά πριν από μερικά χρόνια μεταφράστηκε στα σερβικά και μου ζήτησαν οι Σέρβοι να εκδοθεί από το Πατριαρχείο Σερβίας —δύσκολο βιβλίο, «Αναλογικές ταυτότητες», ο πρώτος τόμος. Και μου ζήτησε ο Σέρβος μεταφραστής, ένας καθηγητής από πανεπιστήμιο της Σερβίας, να γράψω έναν πρόλογο στα σερβικά. Η πρώτη φράση του προλόγου αυτού —στα ελληνικά το έγραψα βέβαια εγώ, γιατί μεταφράστηκε στα σερβικά— ήταν: «Ο θεολόγος είναι παραγωγός ευτυχίας».
Την οποία παράγει η θεολογία. Ερμηνεύει, μετανοεί, εν Αγίω Πνεύματι μόνο. Το «μόνο» σημαίνει ότι δεν μπορούμε χωρίς αυτό. Γιατί θεολόγος ποιος είναι;
Μόνο ένας: είναι ο Θεός Λόγος. Μόνος Θεός δεν είναι; Λοιπόν, μας δανείζει τη θεολογία ο Θεός Λόγος. Θεολογία είναι Αυτός.
Μάλιστα τώρα έχω στο μυαλό μου και έναν συγκεκριμένο συγγραφέα θεολογίας που το λέει αυτό: «Θεολογία αντιδράσκει». «Σαρκούμενος ο Λόγος είναι ο μάξιμος», λέει. Λοιπόν, αλλά Αυτός είναι η θεολογία· Αυτός είναι ο Θεός Λόγος. Συμμετέχοντας ακριβώς στη δική Του παρουσία μέσα στην Εκκλησία, όπου είναι όλοι ζωηρότεροι, παράγουμε και εμείς τη θεολογία που μας τρέφει και τρέφει και τους άλλους.
Και μπαίνουμε έτσι και στο θέμα μας, το οποίο είναι το θέμα ακριβώς αυτό: «Τι είναι Εκκλησία;» Καταρχάς, να πούμε μερικά πράγματα για αυτό. Αν μπορείτε —δεν ξέρω πώς— αυτό βέβαια εγώ υποθέτω ότι θα το γράψουμε, έτσι ώστε να μπορεί να το ξανακούσει κάποιος.
Για μένα, το να μιλώ για αυτά τα θέματα είναι μια μακρά, μακρά, μακρά διαδικασία έρευνας, μελέτης και συγγραφής. Αλλά το αν θα περάσει εδώ, στην αίθουσα αυτή, ή αν θα περάσει στον νου μας και στην καρδιά μας, είναι υπόθεση ακριβώς της δεκτικότητας του καθενός και της επιθυμίας του να αντιληφθεί τα πράγματα λίγο βαθύτερα. Μας συμφέρει να το κάνουμε αυτό.
Έλεγα πριν στον αγαπητό μου Επίσκοπό σας ότι, αν πιάσεις και ξαναρωτήσεις —ας πούμε έτσι— και ρωτήσεις παπάδες ή επισκόπους για το τι είναι η Εκκλησία, οι απαντήσεις που θα πάρεις… εγώ το έκανα κάθε χρόνο με τους φοιτητές μου. Πριν ξεκινήσω το μάθημα της Εκκλησιολογίας, έλεγα: «Τώρα θα μου πείτε τι είναι η Εκκλησία». Έχουμε τους πιο πιθανούς ορισμούς, από τους πιο αστείους και χυδαίους μέχρι τους πιο ρωμαιοκαθολικά επεξεργασμένους.
Γιατί ξέρετε ότι και ο καθολικισμός και οι προτεσταντισμοί είναι τρόποι του πνεύματος· δεν είναι απλώς κάποια πράγματα που συμβαίνουν εκεί έξω.
Για να μην πω ότι τα περνάμε όλοι μας αυτά, επιθυμώντας να φτάσουμε στην αλήθεια με μεγαλύτερη ευκρίνεια. Για να το πω έτσι απλά, για να ξεκινήσω —φαντάζομαι θα μπορέσουμε να κάνουμε και έναν μικρό διάλογο, εγώ διατίθεμαι— το μεγάλο ερώτημα, στο οποίο διαφαίνεται και η λαχταρισμένη απάντησή του, ας πούμε, στις εναλλακτικές αυτές ομολογίες, είναι: ποια είναι η ουσία της Εκκλησίας;
Αν ρωτήσετε κάποιον που είναι επηρεασμένος από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησιολογία, ιδίως αν είναι και επίσκοπος, θα σας πει ότι η Εκκλησία είναι το θείον καθίδρυμα, όπως το λένε οι παλιές δογματικές μας, το οποίο ίδρυμα είναι φτιαγμένο διά της Χάριτος του Θεού, και αυτό το ίδρυμα λογαριάζει και, πώς το λένε, κάνει τη δουλειά του Χριστού όσο ο Χριστός είναι εκεί πάνω, και κάποια στιγμή θα έρθει, θα το κρίνει και θα κρίνει και όλους εμάς. Θα σας το πουν αυτό Ορθόδοξοι ιερείς και θεολόγοι. Είναι ακριβώς ο ορισμός της Πρώτης και της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου για την Εκκλησία.
Ακριβώς αυτός είναι ο ορισμός. Είναι ένα ίδρυμα το οποίο το φτιάχνει ο Χριστός κάποια στιγμή για να μπορέσει να φύγει, και το ίδρυμα αυτό παραμένει στη θέση Του και Τον εκπροσωπεί με έναν αντιπρόσωπο επικεφαλής. Ποιος είναι ο βικάριος; Ο Χριστός Πάπας, γιατί αντιπροσωπεύει, διότι δεν είναι παρών ο Χριστός. Προσέξτε αυτό.
Μετά τον 12ο αιώνα, με τον Ισαάκ ντε Στελλέ που ήρθε στη Γαλλία, ο οποίος έλεγε αυτά που θα πούμε εμείς —μιλούσε για μια εκκλησιολογία ως γεγονός μετοχής, εκκλησία ως γεγονός μετοχής— η δυτική εκκλησιολογία στράφηκε πάρα πολύ γρήγορα προς τον δρόμο αυτό, δηλαδή στην ιδρυματική αντίληψη της Εκκλησίας, όπου η δομή είναι καθαγιασμένη από τον Θεό, τον Χριστό, ο οποίος είναι υποστατικά απών και ο οποίος θα έρθει στο τέλος για να την κρίνει. Είναι στον τόπο του Χριστού, ο οποίος είναι απών.
Γι’ αυτό και θυμάμαι, μεταξύ πολλών, όταν ήμουν στο Παρίσι και σπούδαζα με καθολική επιλογή —έκανα μεταπτυχιακές σπουδές— πάντοτε έδειχναν φοβερή αλλεργία στη δική μας φράση, στη δική μας θέση, ότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία, η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Παρά ταύτα, επί μισούς αιώνες, ένα ίδρυμα είναι, το οποίο με τα προσόντα του είναι στον τόπο του Χριστού. Και επειδή είναι στον τόπο του Χριστού, αυτός ο οποίος είναι η κορυφή αυτής της Εκκλησίας είναι κατ’ ανάγκην αλάθητος.
Γιατί είναι λάθος; Γιατί αλλιώς δεν εκπροσωπεί τον Χριστό. Κάποιοι τον ανάγκασαν —το Πνεύμα το Άγιο, ας πούμε— και έδωσαν υποχρεωτικές επεμβάσεις, επειδή η Εκκλησία είναι αυτή στον τόπο του Χριστού και δεν είναι κάπου αλλού. Καθώς το έκαναν αυτό, η κορυφή της είναι αλάθητη. Το αλάθητο προέρχεται από μια ιδρυματική αντίληψη.
Δηλαδή, αν υπήρχε δυνατότητα κοινωνίας ζωντανής με τον Χριστό, θα ήταν αυτή η κοινωνία που θα αποδείκνυε αν κάποιος έχει δίκιο ή άδικο. Θα το αποδείκνυε πώς; Εν συνόδω: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Δηλαδή όλοι μας μετέχουμε σε αλήθεια.
Ένας ορισμός είναι αυτός. Ο άλλος ορισμός, αυτός που θά σας έδιναν άνθρωποι από αυτή την αίθουσα, οι θεολόγοι, είναι ο αντίθετος: ότι η Εκκλησία είναι μια χαρισματική πραγματικότητα αγίων, και επομένως οι άγιοι είναι η Εκκλησία. Και ποιοι είναι αυτοί οι άγιοι; Οι γέροντες, οι γεροντάδες, οι οποίοι είναι άγιοι;;;;;.
Κοιτάς τον δεσπότη τώρα —όχι αυτόν εδώ, γενικά τον επίσκοπο— ένας γραφειοκράτης που ανακατεύεται εκεί με χαρτιά και με οικονομικά, και φοράει και πολύ λαμπρά ρούχα, και επιμένει να τον θεωρούμε απαραίτητο για να αναπαράγει με την παρουσία του τις τελετές. Αλλά μην τα σκέφτεστε αυτά. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τόσο καινούργια όσο φαίνονται· ξεκινούν από πολύ παλιά.
Και όπως λέω εγώ σ’ ένα βιβλίο μου —δεν το έχω δώσει στον δεσπότη, παλιό είναι— ξεκινούν από τον Ωριγένη. Ο Ωριγένης μιλάει για δύο είδη Εκκλησίας: είναι η εξωτερική και η εσωτερική Εκκλησία. Ο Ωριγένης είναι ένας άνθρωπος φοβερά έξυπνος, φοβερά σοφός, είναι αρκετά πλατωνικός —πάρα πολύ πλατωνικός— και αυτός ο πλατωνισμός τον έφερε μέσα στην Εκκλησία και τον κληροδότησε και στον Αυγουστίνο. Ο Αυγουστίνος στον Ωριγένη μαθητεύει. Δεν τον κατηγορούμε για όλα όσα τον κατηγορούμε, βέβαια για μερικά πράγματα, αλλά είναι μαθητής του Ωριγένη.
Στον πρώτο τόμο προσπαθώ να το αποδείξω αυτό το πράγμα σαν εκκείμενο. Ο Ωριγένης λοιπόν λέει —και έχει ένα άλλο ιδίωμα: είναι πρεσβύτερος και ως πρεσβύτερος έχει πολύ κακή σχέση με τον επίσκοπό του, διότι υπήρχε φθόνος μεταξύ επισκόπου και του Ωριγένη, που ήταν ένα λαμπρό μυαλό, φοβερός νους, ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά που πέρασαν στον κόσμο— ότι λίγο-πολύ μιλάει για μια Εκκλησία που είναι η Εκκλησία των τελετουργιών, της δομής, της ευχαριστίας, του επισκόπου· αυτή είναι η εξωτερική Εκκλησία και η εξωτερική, λεγόμενη από αυτόν, λατρεία, που είναι για τους πολλούς.
Υπάρχει μετά η εσωτερική λατρεία, η εσωτερική Εκκλησία, το κελί, δηλαδή ο άγιος, ο γέροντας. Αυτή είναι η πραγματική Εκκλησία, λέει ο Ωριγένης.
Δηλαδή ο Χριστός τι κάνει; Να μας χωρίσει μεταξύ μας; Να φτιάξει από τη μία πλευρά ένα γεγονός μετοχής που είναι οι αρετές και η προσευχή, και να κάνει για τους πολλούς ένα καταφύγιο για γιορτές, για πανηγύρια, να πηγαίνει ο κοσμάκης να νομίζει τι κάνει, με λαμπρότητα, να κάνει παπάδες με ωραία άμφια και να νομίζει ότι αυτό έχει σημασία, να είναι, ας πούμε, η ιστορική Εκκλησία;
Αυτός ο διχασμός ταλαιπώρησε την Εκκλησία πάρα πολύ, γιατί ο Ωριγένης είναι μεγάλος λόγιος, και προσπάθησαν οι διάφοροι να το αναιρέσουν. Πρώτα προσπάθησε να το αναιρέσει ο Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος προσπάθησε να ενώσει εκκλησιολογία και ασκητική ζωή. Και αν δείτε, όταν φτάσει να μιλήσει για την ασκητική ζωή των ασκητών, τη συνδέει με την εκκλησιολογία: αν κανείς βρει τον Θεό, κάνει τον εαυτό του εσωτερικά Εκκλησία, εκκλησιοποιείται.
Η ασκητική είναι εσωτερικευμένη εκκλησιολογία. Γίνεσαι εσύ ο ίδιος Εκκλησία, ενώνεις το υπαρξιακό με το δομικό.
Έπαιξαν και άλλοι που το έκαναν αυτό, και ο κορυφαίος που έκανε τη μεγαλύτερη σύνθεση είναι ο Αρεοπαγίτης, και ο κορυφαιότατος είναι ο Άγιος Μάξιμος.
Ο Αρεοπαγίτης λοιπόν θέλησε να μας πει πως τα δύο αυτά, δομή και χάρισμα, δεν ταιριάζουν στην Εκκλησία ως αντίθεση. Καταλάβατε; Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: να καταλάβουμε την Εκκλησία ότι έχει μια δομή, αλλά η δομή αυτή είναι δομή μετοχής, είναι χαρισματική δομή. Δεν είναι αντικειμενική, νομική δομή από τη μία και χάρισμα από την άλλη. Είναι δομή που είναι χάρισμα.
Χαρισματική δομή, αυτό το πράγμα. Αυτό λοιπόν το κάνει καταρχάς ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης — ψευδο-Διονύσιος, δεν είναι λίγοι· αλλά σας βεβαιώνω ότι μόνο ψευδο- δεν είναι. Δηλαδή, όποιος και να είναι, θα έπρεπε να κρυφτεί τόσο χαρισματικά που δεν ξέρουμε ποιος είναι.
Πάντως είναι κάποιος που έχει διαβάσει νεοπλατωνισμό, τον Πρόκλο τον ξέρει πολύ καλά, και από τον Πρόκλο παίρνει τη θεωρία της πυραμίδας των όντων, από πάνω μέχρι κάτω: ενάδες, νοερά όντα και διάφορες θεότητες — πάμ, πάμ, πάμ. Παίρνει αυτή τη δομή και τη μεταμορφώνει σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «Ουράνια και Εκκλησιαστική Ιεραρχία». Αυτό είναι το περίφημο έργο «Περί Ουρανίου και Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας».
Δηλαδή τις ενάδες αυτές, τα ενδιάμεσα όντα που είναι θεότητες των ειδωλολατρών στον Πρόκλο, τα μεταμορφώνει σε χαρίσματα, σε ενέργειες του Θεού, που φτάνουν μέχρι εμάς και των οποίων φορείς είναι τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Θεός μεταφράζει τον εαυτό Του, διά της Εκκλησίας, σε μια σειρά από χαρίσματα. Αυτό είναι το Σώμα του Χριστού: κάθε μέλος του Χριστού και ένα χάρισμα, μια ενέργεια.
Αυτά τα χαρίσματα λοιπόν εκπροσωπούνται από τους βαπτισμένους, που τα αποκτούν με το βάπτισμα και το χρίσμα αρχικά, και οι οποίοι αποτελούν την εκκλησιαστική ιεραρχία, αντανακλώντας την ουράνια. Εκεί τα χωρίζει σε τριάδες: τρία, τρία, τρία. Καταρχάς είναι οι τρεις τριάδες των αγγέλων — Χερουβείμ, Σεραφείμ κτλ. Μετά αρχίζει ξανά: επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος· κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Από εκεί κατάγεται αυτό: τρία στάδια, τρία, τρία, τρία, που αντανακλούν την πρωταρχική Τριάδα και κατεβαίνουν προς τα κάτω με αυτόν τον τριαδικό τρόπο.
Το καινούργιο που κάνει αυτός είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μετέτρεψε αυτά τα ενδιάμεσα όντα σε χαρίσματα — πήρε το πρόκλειο νεοπλατωνικό σχήμα και το μετέβαλε σε χριστιανική εκκλησιολογία. Και δεύτερον, ότι τα χαρίσματα αυτά έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τα διακρίνει από τις ενάδες αυτές του ειδωλολατρικού φιλοσοφικού σχήματος.
Ποιο είναι αυτό; Ότι το καθένα από αυτά είναι απευθείας μετοχή στον Θεό. Ενώ στα πρόκλεια σχήματα το καθένα μετέχει μόνο στο από πάνω του, όχι στον Θεό απευθείας. Δηλαδή κατεβαίνεις σκαλί-σκαλί, δεν μπορείς να πας κατευθείαν. Εδώ όμως κάθε χάρισμα είναι άμεση μετοχή στον Θεό.
Δεύτερον χαρακτηριστικό: η ουσία του χαρίσματος έγκειται στο ότι διαμοιράζεται σε όλα τα άλλα. Χάρισμα λοιπόν σημαίνει μια ουράνια δομή, μια ουράνια πραγματικότητα, όπου κάθε χάρισμα είναι μετοχή στον Θεό απευθείας.
Πώς γίνεται αυτή η μετοχή; Διά του Χριστού. Ο Χριστός είναι το Ένα, το οποίο έχει δύο φύσεις, δύο ενέργειες, δύο θελήσεις. Κάθε ανθρώπινη ενέργεια ενώνεται με μια θεία ενέργεια στον Χριστό. Αυτό είναι το γεγονός. Τα χαρίσματα είναι αυτές οι μικρές ενώσεις, κάθε ανθρώπινης ενέργειας με μια θεία ενέργεια.
Όλα τα χαρίσματα είναι μετοχές, διά του Χριστού, απευθείας στον Λόγο του Θεού. Και επειδή ακριβώς είναι ένας ο Χριστός, διακονούν και υπηρετούν το σώμα· διανέμονται αυτόματα.
Ο κανόνας είναι: όσο πιο πολύ μοιράζεις το χάρισμα, τόσο πιο πολύ μετέχεις και σου δίνεται ακόμη περισσότερο. Έχουμε μια θεολογία των χαρισμάτων που εμφανίζεται με τον Αρεοπαγίτη, η οποία είναι η ουσία της Εκκλησίας και συνενώνει το δομικό στοιχείο με το χαρισματικό.
Υπάρχει δομή, αλλά είναι δομή χαρισμάτων. Έτσι είναι χαρισματική η δομή. Η Εκκλησία δομείται από χαρίσματα, όχι απλώς από νομικούς κανόνες. Το κανονικό δίκαιο υπάρχει για να υπερασπίζεται αυτή την πνευματική πραγματικότητα.
Δηλαδή, η Εκκλησία γίνεται ένα γεγονός μετοχής.
Με το βάπτισμά μου —να το πω τώρα, εμείς είμαστε ιερείς εδώ— με τη χειροτονία μας μετέχουμε στο χάρισμα ή, αλλιώς, στην άκτιστη ενέργεια του Θεού ως πρεσβύτεροι. Η χειροτονία μας είναι έγκυρη, δηλαδή ο Χριστός μάς έχει δώσει όλη τη χάρη Του ως χάρη πρεσβυτέρου. Εντάξει; Και εμείς τι κάνουμε; Μετέχουμε στη χάρη αυτή.
Και εδώ έρχεται ο Άγιος Μάξιμος να σηκώσει αυτό: πώς γίνεται; Χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως για μια άλλη έννοια, την έννοια του «μυστηρίου», να το πω παρακάτω. Πώς γίνεται η μετοχή; Να συνεχίσει το έργο του Αρεοπαγίτη.
Ο Άγιος Μάξιμος, με πολύ μεγάλη θεολογική ιδιοφυΐα —και αυτά είναι καινούργια πράγματα, ή μάλλον δεν είναι καινούργια, αλλά όταν άρχισα εγώ αυτή τη συζήτηση πριν από 25 χρόνια, έψαχνα κι εγώ ένα σημείο ώστε να βρω απάντηση στο ερώτημα: τι θα γίνουμε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Προτεστάντες; Αυτό ήταν το ερώτημά μου.
Και όταν ανέλαβα τη διδασκαλία της Εκκλησιολογίας, πριν από πάνω από 25 χρόνια —και εδώ σχεδόν 30— είχα αυτόν τον λογισμό. Συνδέονται αυτά τα δύο, και η μελέτη των Πατέρων μού απέδωσε αυτόν τον καρπό. Από εκεί και πέρα δοκιμάστηκε πολλές φορές για τον εαυτό μου, με μεταφράσεις και διάφορες δημοσιεύσεις· είχα πολύ feedback και πολλή συζήτηση.
Το ξαναλέω: δομή ή χάρισμα; Η απάντηση: χαρισματική δομή.
Θα ξεπεραστεί ο Ωριγένης. Αυτό το κάνει ο Αρεοπαγίτης κυρίως, και ο Άγιος Μάξιμος. Η δομή της Εκκλησίας είναι τα χαρίσματα. Κάθε χάρισμα έχει το χαρακτηριστικό ότι μετέχει απευθείας, διά του Χριστού —είναι μια πραγματικότητα χριστολογική— στον Θεό, και ταυτόχρονα μοιράζεται και φτιάχνει ένα σώμα.
Ο Αρεοπαγίτης το δείχνει, ο Μάξιμος θα μας πει πώς γίνεται αυτό. Και για το «πώς γίνεται αυτό» χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως.
Η έννοια της μιμήσεως στον Άγιο Μάξιμο καταρχάς σημαίνει ότι ό,τι ακριβώς είναι το έργο του Θεού μέσα στον κόσμο, αυτό ακριβώς κάνει η Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή είναι ο Χριστός. Ο Θεός, δηλαδή ο Χριστός —ο ειδικός Θεός, ο Πατήρ εν Υιώ διά του Αγίου Πνεύματος— δρα μέσα στην ιστορία και τη μετατρέπει σε Εκκλησία· δρα μέσα στη δημιουργία και την κάνει Εκκλησία.
Τι σημαίνει «Εκκλησία» από αυτή την άποψη; Σημαίνει να μεταφερθεί ο τρόπος υπάρξεως του Θεού μέσα στα όντα, μέσα στη δημιουργία. Ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού; Όπως είπαμε, το ομοούσιο.
Ο Άγιος Μάξιμος αφήνει αυτή τη φοβερή ιδέα ότι το ομοούσιο έχει δύο μορφές. Η μία είναι στην Τριάδα —μία ουσία, τρία πρόσωπα— αλλά υπάρχει, λέει, και το χριστολογικό ομοούσιο, δηλαδή το «ἵνα ὦσιν ἓν», όπως λέγεται στο Ευαγγέλιο, που το μεταφέρει μέσα στη δημιουργία. Και σκοπός της δημιουργίας είναι ακριβώς να γίνει φανέρωση του τρόπου υπάρξεως του Θεού, του ομοουσίου.
Σκοπός της δημιουργίας είναι να γίνει Εκκλησία.
Δεν φτιάχνει ο Θεός απλώς τα όντα· φτιάχνει την Εκκλησία. Αυτό είναι το πολύ, πολύ, πολύ σημαντικό.
Όταν λέμε να μεταφερθεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία, τι εννοούμε; Εννοούμε όλα τα όντα να ενοποιηθούν μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο, ώστε το καθένα να ζει μέσα από όλα τα άλλα και να διακονεί όλα τα άλλα και να διακονείται από όλα τα άλλα.
Συνδέεται τώρα αυτό με τη θεολογία των χαρισμάτων. Έχεις ένα χάρισμα. Κάθε χάρισμα, για να είναι έγκυρη πραγματικότητα, πρέπει να μιμείται ακριβώς την ενέργεια του χαρίσματος αυτού που έχεις, δηλαδή να ενοποιεί όλα τα όντα μέσα στο χάρισμα αυτό, όλα τα άλλα χαρίσματα μέσα στο ένα.
Να το πούμε με ένα παράδειγμα: ο πρεσβύτερος —είπαμε πριν, είμαστε εδώ κατά πλειοψηφία— ενώ ο επίσκοπος μόνος ελλείπει.
Τι σκοπό έχει; Να ενοποιεί όλα τα υπόλοιπα χαρίσματα μέσα στο δικό του χάρισμα και να τα διακονεί. Δηλαδή: μετοχή απευθείας και μοίρασμα. Μοιράζει η χάρη της ιερωσύνης όλα αυτά που κάνει ο πρεσβύτερος —η χάρη, στην πραγματικότητα, όλων των άλλων χαρισμάτων.
Ο επίσκοπος πρώτα απ’ όλα μετέχει σε όλα τα χαρίσματα. Ο πρεσβύτερος σε όλα. Ο διάκονος επίσης σε όλα. Ο μοναχός σε όλα.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε κάθε χάρισμα, με όλα τα άλλα χαρίσματα, πραγματοποιείται το ομοούσιο. Κάθε χάρισμα περιέχει όλα τα άλλα χαρίσματα. Μοιράζεται σε όλα και προσφέρεται σε όλους. Κάθε χάρισμα.
Κάθε χάρισμα είναι μίμηση της θείας ενέργειας του Θεού και πραγματοποιεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία. Καθένας μας γίνεται ένας πόλος όπου ενοποιούνται όλα τα άλλα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή, καθένας από εμάς ορίζεται σε απόλυτη προσφορά, αυτοπροσφορά, προς όλα τα άλλα μέλη.
Αυτό είναι η ουσία της εκκλησιαστικής μας ταυτότητας, η οποία είναι αναλογική, γιατί είναι ανάλογη με αυτό. Με τον τρόπο αυτό, η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι κάτι που επιβάλλεται από κάποιον που είναι από πάνω, όπως στον στρατό. Δεν είναι έτσι. Είναι κάτι που ενεργείται μέσα σε όλους μας.
Ο καθένας από εμάς γίνεται ένας πόλος όπου αναδύεται η ενότητα της Εκκλησίας. Όλα τα βαπτισμένα μέλη —το ξαναλέω— είναι μετοχή και μοίρασμα. Μετοχή σημαίνει μοίρασμα και κατασκευή του ομοουσίου μέσα σε κάθε έναν από εμάς.
Και σε κάθε έναν από εμάς ενοποιείται το χάρισμα ως απόλυτη διακονία, ως απόλυτη αυτοπροσφορά, ως απόλυτη ανάλωση, κυριολεκτικά. Πραγματοποιείται το μυστήριο της ενότητας.
Επομένως, στην ενότητα μετέχουμε, δεν μας επιβάλλεται από πάνω, όπως σε έναν στρατό. Δεν υπάρχει συνταγματάρχης και από κάτω λοχαγός, ταγματάρχης, λοχίας, στρατιώτης, που υποχρεωτικά υπακούει νομικά σε αυτόν που είναι από πάνω.
Έτσι είναι ο στρατός. Δεν είναι έτσι η Εκκλησία. Είναι φοβερό να βλέπουμε την Εκκλησία με στρατιωτικό τρόπο και να νομίζουμε ότι ο επίσκοπος είναι σαν συνταγματάρχης και εμείς σαν λοχαγοί ή στρατιώτες. Δεν ισχύει.
Στην Εκκλησία όλοι είμαστε ίσοι. Προσέξτε. Και όλα τα χαρίσματα —όχι μόνο του επισκόπου— είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Όλα τα χαρίσματα.
Άλλος μετέχει στην άκτιστη ενέργεια που εκφράζεται με το χέρι του Χριστού, άλλος με τα μάτια —προφητεία— άλλος με το στόμα. Χαρίσματα είναι αυτά, ενέργειες, στις οποίες μετέχουμε. Και κάθε μία από αυτές, έχοντάς την, την προσφέρουμε σε όλο το σώμα και ενοποιούμε όλο το σώμα διά αυτής.
Λέει ο Άγιος Μάξιμος ακόμη: ακόμη και τα γεννητικά όργανα είναι ενέργεια. Είναι οι πατέρες που γεννούν πνευματικά άλλα πλάσματα. Είμαστε Εκκλησία, είμαστε όλοι απαραίτητοι. Είμαστε όλοι τόποι και τύποι Χριστού.
Γιατί τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι μόνο ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον» της κεφαλής —και ποιο ακριβώς; Επομένως, όλα τα χαρίσματα είναι χαρίσματα μετοχής. Δεν είναι αυτοδύναμα, δεν είναι αυτόνομα.
Αυτό είναι το συγκλονιστικό: ότι ο Χριστός μάς δίνει μία από τις ιδιότητές Του, την οποία ασκούμε για να κάνουμε το έργο Του. Και σου δίνει την ιδιότητα του επισκόπου ή την ιδιότητα του καντηλανάφτη. Όπως το λέει ο Παύλος: χαρίσματα, διακονίες, ενεργήματα — «κυβερνήσεις», κτλ.
Πάνω απ’ όλα όμως είναι η αγάπη. Γιατί είναι αγάπη; Γιατί η ουσία όλων των χαρισμάτων είναι η κοινωνία. Τα χαρίσματα δεν δίνονται για ιδιωτική κατανάλωση.
Γι’ αυτό κι εμείς δεν έχουμε χαρίσματα αν δεν αποφασίζουμε την ανάλωση, την αυτοπροσφορά. Όταν αποφασίζεις την αυτοπροσφορά, το χάρισμά σου ενεργοποιείται. Αλλιώς είναι προς κατάκρισή σου.
Το χάρισμα του επισκόπου, λοιπόν, είναι το χάρισμα του να ποιμαίνει όλα αυτά τα χαρίσματα, να τα διδάσκει την κατά Χριστόν πορεία —που είναι αυτό το μοίρασμα— και να εκφράζει την ενότητα αυτή προς τα έξω. Να την εκφράζει, όχι με την έννοια ότι υποκαθιστά τον Χριστό ή τον αντιπροσωπεύει. Δεν έχει ανάγκη τέτοιο πράγμα ο Χριστός.
Σε Αυτόν μετέχεις και τη δική Του πραγματικότητα παρουσιάζεις.
Όλα τα χαρίσματα είναι χριστολογικά. Είναι ο Χριστός —το ξαναλέω— ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος, ο καντηλανάφτης, ο μοναχός, ο θεολόγος, ο γιατρός, ο σύζυγος, η σύζυγος. Είναι χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία. Όλα.
Προσπαθούμε λοιπόν κάθε κατάσταση να γίνει σάρκα. Γιατί να γίνει σάρκα; Γιατί γίνεται σάρκα;
Υπάρχουν πολύ ανόητες απαντήσεις σε αυτό. Άλλος είπε ότι έγινε για να πληρώσει, τάχα, ο Θεός τις αμαρτίες μας —αυτή η γελοία, καταστροφική θεωρία, που έχει διώξει άπειρους ανθρώπους από την Εκκλησία— να πληρώσει τη «θεία δικαιοσύνη», δηλαδή.
Συνεχίζεται
Προξενεί χαρά που είμαι ανάμεσά σας. Κυρίως χαίρομαι που συναντώ τον επίσκοπό σας· την τελευταία φορά που τον συνάντησα ήταν λαϊκός.
Στη Θεσσαλονίκη, πριν από πάρα πολλές δεκαετίες. Δηλαδή, χαίρομαι βαθιά για την ποιότητα, για τη θεολογική ανησυχία.
Υπάρχουν άνθρωποι —και αυτοί πρέπει να είναι οι επίσκοποι— οι οποίοι ζουν με τη θεολογία και κατανοούν ότι, χωρίς τη θεολογία, η ζωή της Εκκλησίας δεν μπορεί να γίνει κεντρική.
Γιατί όταν κηρύσσουμε, μιλάμε· αρδευόμαστε οι ίδιοι από τη ζωή αυτή. Αλλά η άρθρωση της ζωής χρειάζεται να έχουμε στα χέρια μας θεολογία που ξεκινάει από την Καινή Διαθήκη, την Παλαιά Διαθήκη, τη βιβλικοχριστιανική γραμματεία δηλαδή, και την πατερική θεολογία και τη νεότερη. Να τα έχουμε όχι απλώς ως γραμματειακή κατάθεση μέσα μας, αλλά να τα έχουμε σαν ζωντανή υπαρξιακή μέριμνα και φροντίδα.
Η θεολογία είναι κάτι με το οποίο ζούμε, δια του οποίου ζούμε· είναι χάρις η θεολογία, που παρηγορεί την ψυχή και παρηγορεί καταρχάς αυτόν που την ασκεί, και στη συνέχεια παρηγορεί και αυτούς στους οποίους απευθύνεται. Και όταν αυτό το πράγμα γίνει διδασκαλία θεολογική, κήρυγμα —το κήρυγμα είναι θεολογική διδασκαλία— οικοδομεί πραγματικά μια προσωπικότητα εν Χριστώ, όπως πρέπει να είμαστε όλοι, όπως μπορούμε να είμαστε, όπως μας συμφέρει να είμαστε.
Ένα βιβλίο μου που είχε βγει στα αγγλικά πριν από μερικά χρόνια μεταφράστηκε στα σερβικά και μου ζήτησαν οι Σέρβοι να εκδοθεί από το Πατριαρχείο Σερβίας —δύσκολο βιβλίο, «Αναλογικές ταυτότητες», ο πρώτος τόμος. Και μου ζήτησε ο Σέρβος μεταφραστής, ένας καθηγητής από πανεπιστήμιο της Σερβίας, να γράψω έναν πρόλογο στα σερβικά. Η πρώτη φράση του προλόγου αυτού —στα ελληνικά το έγραψα βέβαια εγώ, γιατί μεταφράστηκε στα σερβικά— ήταν: «Ο θεολόγος είναι παραγωγός ευτυχίας».
Την οποία παράγει η θεολογία. Ερμηνεύει, μετανοεί, εν Αγίω Πνεύματι μόνο. Το «μόνο» σημαίνει ότι δεν μπορούμε χωρίς αυτό. Γιατί θεολόγος ποιος είναι;
Μόνο ένας: είναι ο Θεός Λόγος. Μόνος Θεός δεν είναι; Λοιπόν, μας δανείζει τη θεολογία ο Θεός Λόγος. Θεολογία είναι Αυτός.
Μάλιστα τώρα έχω στο μυαλό μου και έναν συγκεκριμένο συγγραφέα θεολογίας που το λέει αυτό: «Θεολογία αντιδράσκει». «Σαρκούμενος ο Λόγος είναι ο μάξιμος», λέει. Λοιπόν, αλλά Αυτός είναι η θεολογία· Αυτός είναι ο Θεός Λόγος. Συμμετέχοντας ακριβώς στη δική Του παρουσία μέσα στην Εκκλησία, όπου είναι όλοι ζωηρότεροι, παράγουμε και εμείς τη θεολογία που μας τρέφει και τρέφει και τους άλλους.
Και μπαίνουμε έτσι και στο θέμα μας, το οποίο είναι το θέμα ακριβώς αυτό: «Τι είναι Εκκλησία;» Καταρχάς, να πούμε μερικά πράγματα για αυτό. Αν μπορείτε —δεν ξέρω πώς— αυτό βέβαια εγώ υποθέτω ότι θα το γράψουμε, έτσι ώστε να μπορεί να το ξανακούσει κάποιος.
Για μένα, το να μιλώ για αυτά τα θέματα είναι μια μακρά, μακρά, μακρά διαδικασία έρευνας, μελέτης και συγγραφής. Αλλά το αν θα περάσει εδώ, στην αίθουσα αυτή, ή αν θα περάσει στον νου μας και στην καρδιά μας, είναι υπόθεση ακριβώς της δεκτικότητας του καθενός και της επιθυμίας του να αντιληφθεί τα πράγματα λίγο βαθύτερα. Μας συμφέρει να το κάνουμε αυτό.
Έλεγα πριν στον αγαπητό μου Επίσκοπό σας ότι, αν πιάσεις και ξαναρωτήσεις —ας πούμε έτσι— και ρωτήσεις παπάδες ή επισκόπους για το τι είναι η Εκκλησία, οι απαντήσεις που θα πάρεις… εγώ το έκανα κάθε χρόνο με τους φοιτητές μου. Πριν ξεκινήσω το μάθημα της Εκκλησιολογίας, έλεγα: «Τώρα θα μου πείτε τι είναι η Εκκλησία». Έχουμε τους πιο πιθανούς ορισμούς, από τους πιο αστείους και χυδαίους μέχρι τους πιο ρωμαιοκαθολικά επεξεργασμένους.
Γιατί ξέρετε ότι και ο καθολικισμός και οι προτεσταντισμοί είναι τρόποι του πνεύματος· δεν είναι απλώς κάποια πράγματα που συμβαίνουν εκεί έξω.
Για να μην πω ότι τα περνάμε όλοι μας αυτά, επιθυμώντας να φτάσουμε στην αλήθεια με μεγαλύτερη ευκρίνεια. Για να το πω έτσι απλά, για να ξεκινήσω —φαντάζομαι θα μπορέσουμε να κάνουμε και έναν μικρό διάλογο, εγώ διατίθεμαι— το μεγάλο ερώτημα, στο οποίο διαφαίνεται και η λαχταρισμένη απάντησή του, ας πούμε, στις εναλλακτικές αυτές ομολογίες, είναι: ποια είναι η ουσία της Εκκλησίας;
Αν ρωτήσετε κάποιον που είναι επηρεασμένος από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησιολογία, ιδίως αν είναι και επίσκοπος, θα σας πει ότι η Εκκλησία είναι το θείον καθίδρυμα, όπως το λένε οι παλιές δογματικές μας, το οποίο ίδρυμα είναι φτιαγμένο διά της Χάριτος του Θεού, και αυτό το ίδρυμα λογαριάζει και, πώς το λένε, κάνει τη δουλειά του Χριστού όσο ο Χριστός είναι εκεί πάνω, και κάποια στιγμή θα έρθει, θα το κρίνει και θα κρίνει και όλους εμάς. Θα σας το πουν αυτό Ορθόδοξοι ιερείς και θεολόγοι. Είναι ακριβώς ο ορισμός της Πρώτης και της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου για την Εκκλησία.
Ακριβώς αυτός είναι ο ορισμός. Είναι ένα ίδρυμα το οποίο το φτιάχνει ο Χριστός κάποια στιγμή για να μπορέσει να φύγει, και το ίδρυμα αυτό παραμένει στη θέση Του και Τον εκπροσωπεί με έναν αντιπρόσωπο επικεφαλής. Ποιος είναι ο βικάριος; Ο Χριστός Πάπας, γιατί αντιπροσωπεύει, διότι δεν είναι παρών ο Χριστός. Προσέξτε αυτό.
Μετά τον 12ο αιώνα, με τον Ισαάκ ντε Στελλέ που ήρθε στη Γαλλία, ο οποίος έλεγε αυτά που θα πούμε εμείς —μιλούσε για μια εκκλησιολογία ως γεγονός μετοχής, εκκλησία ως γεγονός μετοχής— η δυτική εκκλησιολογία στράφηκε πάρα πολύ γρήγορα προς τον δρόμο αυτό, δηλαδή στην ιδρυματική αντίληψη της Εκκλησίας, όπου η δομή είναι καθαγιασμένη από τον Θεό, τον Χριστό, ο οποίος είναι υποστατικά απών και ο οποίος θα έρθει στο τέλος για να την κρίνει. Είναι στον τόπο του Χριστού, ο οποίος είναι απών.
Γι’ αυτό και θυμάμαι, μεταξύ πολλών, όταν ήμουν στο Παρίσι και σπούδαζα με καθολική επιλογή —έκανα μεταπτυχιακές σπουδές— πάντοτε έδειχναν φοβερή αλλεργία στη δική μας φράση, στη δική μας θέση, ότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία, η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Παρά ταύτα, επί μισούς αιώνες, ένα ίδρυμα είναι, το οποίο με τα προσόντα του είναι στον τόπο του Χριστού. Και επειδή είναι στον τόπο του Χριστού, αυτός ο οποίος είναι η κορυφή αυτής της Εκκλησίας είναι κατ’ ανάγκην αλάθητος.
Γιατί είναι λάθος; Γιατί αλλιώς δεν εκπροσωπεί τον Χριστό. Κάποιοι τον ανάγκασαν —το Πνεύμα το Άγιο, ας πούμε— και έδωσαν υποχρεωτικές επεμβάσεις, επειδή η Εκκλησία είναι αυτή στον τόπο του Χριστού και δεν είναι κάπου αλλού. Καθώς το έκαναν αυτό, η κορυφή της είναι αλάθητη. Το αλάθητο προέρχεται από μια ιδρυματική αντίληψη.
Δηλαδή, αν υπήρχε δυνατότητα κοινωνίας ζωντανής με τον Χριστό, θα ήταν αυτή η κοινωνία που θα αποδείκνυε αν κάποιος έχει δίκιο ή άδικο. Θα το αποδείκνυε πώς; Εν συνόδω: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Δηλαδή όλοι μας μετέχουμε σε αλήθεια.
Ένας ορισμός είναι αυτός. Ο άλλος ορισμός, αυτός που θά σας έδιναν άνθρωποι από αυτή την αίθουσα, οι θεολόγοι, είναι ο αντίθετος: ότι η Εκκλησία είναι μια χαρισματική πραγματικότητα αγίων, και επομένως οι άγιοι είναι η Εκκλησία. Και ποιοι είναι αυτοί οι άγιοι; Οι γέροντες, οι γεροντάδες, οι οποίοι είναι άγιοι;;;;;.
Κοιτάς τον δεσπότη τώρα —όχι αυτόν εδώ, γενικά τον επίσκοπο— ένας γραφειοκράτης που ανακατεύεται εκεί με χαρτιά και με οικονομικά, και φοράει και πολύ λαμπρά ρούχα, και επιμένει να τον θεωρούμε απαραίτητο για να αναπαράγει με την παρουσία του τις τελετές. Αλλά μην τα σκέφτεστε αυτά. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τόσο καινούργια όσο φαίνονται· ξεκινούν από πολύ παλιά.
Και όπως λέω εγώ σ’ ένα βιβλίο μου —δεν το έχω δώσει στον δεσπότη, παλιό είναι— ξεκινούν από τον Ωριγένη. Ο Ωριγένης μιλάει για δύο είδη Εκκλησίας: είναι η εξωτερική και η εσωτερική Εκκλησία. Ο Ωριγένης είναι ένας άνθρωπος φοβερά έξυπνος, φοβερά σοφός, είναι αρκετά πλατωνικός —πάρα πολύ πλατωνικός— και αυτός ο πλατωνισμός τον έφερε μέσα στην Εκκλησία και τον κληροδότησε και στον Αυγουστίνο. Ο Αυγουστίνος στον Ωριγένη μαθητεύει. Δεν τον κατηγορούμε για όλα όσα τον κατηγορούμε, βέβαια για μερικά πράγματα, αλλά είναι μαθητής του Ωριγένη.
Στον πρώτο τόμο προσπαθώ να το αποδείξω αυτό το πράγμα σαν εκκείμενο. Ο Ωριγένης λοιπόν λέει —και έχει ένα άλλο ιδίωμα: είναι πρεσβύτερος και ως πρεσβύτερος έχει πολύ κακή σχέση με τον επίσκοπό του, διότι υπήρχε φθόνος μεταξύ επισκόπου και του Ωριγένη, που ήταν ένα λαμπρό μυαλό, φοβερός νους, ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά που πέρασαν στον κόσμο— ότι λίγο-πολύ μιλάει για μια Εκκλησία που είναι η Εκκλησία των τελετουργιών, της δομής, της ευχαριστίας, του επισκόπου· αυτή είναι η εξωτερική Εκκλησία και η εξωτερική, λεγόμενη από αυτόν, λατρεία, που είναι για τους πολλούς.
Υπάρχει μετά η εσωτερική λατρεία, η εσωτερική Εκκλησία, το κελί, δηλαδή ο άγιος, ο γέροντας. Αυτή είναι η πραγματική Εκκλησία, λέει ο Ωριγένης.
Δηλαδή ο Χριστός τι κάνει; Να μας χωρίσει μεταξύ μας; Να φτιάξει από τη μία πλευρά ένα γεγονός μετοχής που είναι οι αρετές και η προσευχή, και να κάνει για τους πολλούς ένα καταφύγιο για γιορτές, για πανηγύρια, να πηγαίνει ο κοσμάκης να νομίζει τι κάνει, με λαμπρότητα, να κάνει παπάδες με ωραία άμφια και να νομίζει ότι αυτό έχει σημασία, να είναι, ας πούμε, η ιστορική Εκκλησία;
Αυτός ο διχασμός ταλαιπώρησε την Εκκλησία πάρα πολύ, γιατί ο Ωριγένης είναι μεγάλος λόγιος, και προσπάθησαν οι διάφοροι να το αναιρέσουν. Πρώτα προσπάθησε να το αναιρέσει ο Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος προσπάθησε να ενώσει εκκλησιολογία και ασκητική ζωή. Και αν δείτε, όταν φτάσει να μιλήσει για την ασκητική ζωή των ασκητών, τη συνδέει με την εκκλησιολογία: αν κανείς βρει τον Θεό, κάνει τον εαυτό του εσωτερικά Εκκλησία, εκκλησιοποιείται.
Η ασκητική είναι εσωτερικευμένη εκκλησιολογία. Γίνεσαι εσύ ο ίδιος Εκκλησία, ενώνεις το υπαρξιακό με το δομικό.
Έπαιξαν και άλλοι που το έκαναν αυτό, και ο κορυφαίος που έκανε τη μεγαλύτερη σύνθεση είναι ο Αρεοπαγίτης, και ο κορυφαιότατος είναι ο Άγιος Μάξιμος.
Ο Αρεοπαγίτης λοιπόν θέλησε να μας πει πως τα δύο αυτά, δομή και χάρισμα, δεν ταιριάζουν στην Εκκλησία ως αντίθεση. Καταλάβατε; Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: να καταλάβουμε την Εκκλησία ότι έχει μια δομή, αλλά η δομή αυτή είναι δομή μετοχής, είναι χαρισματική δομή. Δεν είναι αντικειμενική, νομική δομή από τη μία και χάρισμα από την άλλη. Είναι δομή που είναι χάρισμα.
Χαρισματική δομή, αυτό το πράγμα. Αυτό λοιπόν το κάνει καταρχάς ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης — ψευδο-Διονύσιος, δεν είναι λίγοι· αλλά σας βεβαιώνω ότι μόνο ψευδο- δεν είναι. Δηλαδή, όποιος και να είναι, θα έπρεπε να κρυφτεί τόσο χαρισματικά που δεν ξέρουμε ποιος είναι.
Πάντως είναι κάποιος που έχει διαβάσει νεοπλατωνισμό, τον Πρόκλο τον ξέρει πολύ καλά, και από τον Πρόκλο παίρνει τη θεωρία της πυραμίδας των όντων, από πάνω μέχρι κάτω: ενάδες, νοερά όντα και διάφορες θεότητες — πάμ, πάμ, πάμ. Παίρνει αυτή τη δομή και τη μεταμορφώνει σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «Ουράνια και Εκκλησιαστική Ιεραρχία». Αυτό είναι το περίφημο έργο «Περί Ουρανίου και Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας».
Δηλαδή τις ενάδες αυτές, τα ενδιάμεσα όντα που είναι θεότητες των ειδωλολατρών στον Πρόκλο, τα μεταμορφώνει σε χαρίσματα, σε ενέργειες του Θεού, που φτάνουν μέχρι εμάς και των οποίων φορείς είναι τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Θεός μεταφράζει τον εαυτό Του, διά της Εκκλησίας, σε μια σειρά από χαρίσματα. Αυτό είναι το Σώμα του Χριστού: κάθε μέλος του Χριστού και ένα χάρισμα, μια ενέργεια.
Αυτά τα χαρίσματα λοιπόν εκπροσωπούνται από τους βαπτισμένους, που τα αποκτούν με το βάπτισμα και το χρίσμα αρχικά, και οι οποίοι αποτελούν την εκκλησιαστική ιεραρχία, αντανακλώντας την ουράνια. Εκεί τα χωρίζει σε τριάδες: τρία, τρία, τρία. Καταρχάς είναι οι τρεις τριάδες των αγγέλων — Χερουβείμ, Σεραφείμ κτλ. Μετά αρχίζει ξανά: επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος· κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Από εκεί κατάγεται αυτό: τρία στάδια, τρία, τρία, τρία, που αντανακλούν την πρωταρχική Τριάδα και κατεβαίνουν προς τα κάτω με αυτόν τον τριαδικό τρόπο.
Το καινούργιο που κάνει αυτός είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μετέτρεψε αυτά τα ενδιάμεσα όντα σε χαρίσματα — πήρε το πρόκλειο νεοπλατωνικό σχήμα και το μετέβαλε σε χριστιανική εκκλησιολογία. Και δεύτερον, ότι τα χαρίσματα αυτά έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τα διακρίνει από τις ενάδες αυτές του ειδωλολατρικού φιλοσοφικού σχήματος.
Ποιο είναι αυτό; Ότι το καθένα από αυτά είναι απευθείας μετοχή στον Θεό. Ενώ στα πρόκλεια σχήματα το καθένα μετέχει μόνο στο από πάνω του, όχι στον Θεό απευθείας. Δηλαδή κατεβαίνεις σκαλί-σκαλί, δεν μπορείς να πας κατευθείαν. Εδώ όμως κάθε χάρισμα είναι άμεση μετοχή στον Θεό.
Δεύτερον χαρακτηριστικό: η ουσία του χαρίσματος έγκειται στο ότι διαμοιράζεται σε όλα τα άλλα. Χάρισμα λοιπόν σημαίνει μια ουράνια δομή, μια ουράνια πραγματικότητα, όπου κάθε χάρισμα είναι μετοχή στον Θεό απευθείας.
Πώς γίνεται αυτή η μετοχή; Διά του Χριστού. Ο Χριστός είναι το Ένα, το οποίο έχει δύο φύσεις, δύο ενέργειες, δύο θελήσεις. Κάθε ανθρώπινη ενέργεια ενώνεται με μια θεία ενέργεια στον Χριστό. Αυτό είναι το γεγονός. Τα χαρίσματα είναι αυτές οι μικρές ενώσεις, κάθε ανθρώπινης ενέργειας με μια θεία ενέργεια.
Όλα τα χαρίσματα είναι μετοχές, διά του Χριστού, απευθείας στον Λόγο του Θεού. Και επειδή ακριβώς είναι ένας ο Χριστός, διακονούν και υπηρετούν το σώμα· διανέμονται αυτόματα.
Ο κανόνας είναι: όσο πιο πολύ μοιράζεις το χάρισμα, τόσο πιο πολύ μετέχεις και σου δίνεται ακόμη περισσότερο. Έχουμε μια θεολογία των χαρισμάτων που εμφανίζεται με τον Αρεοπαγίτη, η οποία είναι η ουσία της Εκκλησίας και συνενώνει το δομικό στοιχείο με το χαρισματικό.
Υπάρχει δομή, αλλά είναι δομή χαρισμάτων. Έτσι είναι χαρισματική η δομή. Η Εκκλησία δομείται από χαρίσματα, όχι απλώς από νομικούς κανόνες. Το κανονικό δίκαιο υπάρχει για να υπερασπίζεται αυτή την πνευματική πραγματικότητα.
Δηλαδή, η Εκκλησία γίνεται ένα γεγονός μετοχής.
Με το βάπτισμά μου —να το πω τώρα, εμείς είμαστε ιερείς εδώ— με τη χειροτονία μας μετέχουμε στο χάρισμα ή, αλλιώς, στην άκτιστη ενέργεια του Θεού ως πρεσβύτεροι. Η χειροτονία μας είναι έγκυρη, δηλαδή ο Χριστός μάς έχει δώσει όλη τη χάρη Του ως χάρη πρεσβυτέρου. Εντάξει; Και εμείς τι κάνουμε; Μετέχουμε στη χάρη αυτή.
Και εδώ έρχεται ο Άγιος Μάξιμος να σηκώσει αυτό: πώς γίνεται; Χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως για μια άλλη έννοια, την έννοια του «μυστηρίου», να το πω παρακάτω. Πώς γίνεται η μετοχή; Να συνεχίσει το έργο του Αρεοπαγίτη.
Ο Άγιος Μάξιμος, με πολύ μεγάλη θεολογική ιδιοφυΐα —και αυτά είναι καινούργια πράγματα, ή μάλλον δεν είναι καινούργια, αλλά όταν άρχισα εγώ αυτή τη συζήτηση πριν από 25 χρόνια, έψαχνα κι εγώ ένα σημείο ώστε να βρω απάντηση στο ερώτημα: τι θα γίνουμε, Ρωμαιοκαθολικοί ή Προτεστάντες; Αυτό ήταν το ερώτημά μου.
Και όταν ανέλαβα τη διδασκαλία της Εκκλησιολογίας, πριν από πάνω από 25 χρόνια —και εδώ σχεδόν 30— είχα αυτόν τον λογισμό. Συνδέονται αυτά τα δύο, και η μελέτη των Πατέρων μού απέδωσε αυτόν τον καρπό. Από εκεί και πέρα δοκιμάστηκε πολλές φορές για τον εαυτό μου, με μεταφράσεις και διάφορες δημοσιεύσεις· είχα πολύ feedback και πολλή συζήτηση.
Το ξαναλέω: δομή ή χάρισμα; Η απάντηση: χαρισματική δομή.
Θα ξεπεραστεί ο Ωριγένης. Αυτό το κάνει ο Αρεοπαγίτης κυρίως, και ο Άγιος Μάξιμος. Η δομή της Εκκλησίας είναι τα χαρίσματα. Κάθε χάρισμα έχει το χαρακτηριστικό ότι μετέχει απευθείας, διά του Χριστού —είναι μια πραγματικότητα χριστολογική— στον Θεό, και ταυτόχρονα μοιράζεται και φτιάχνει ένα σώμα.
Ο Αρεοπαγίτης το δείχνει, ο Μάξιμος θα μας πει πώς γίνεται αυτό. Και για το «πώς γίνεται αυτό» χρησιμοποιεί την έννοια της μιμήσεως.
Η έννοια της μιμήσεως στον Άγιο Μάξιμο καταρχάς σημαίνει ότι ό,τι ακριβώς είναι το έργο του Θεού μέσα στον κόσμο, αυτό ακριβώς κάνει η Εκκλησία. Η Εκκλησία δηλαδή είναι ο Χριστός. Ο Θεός, δηλαδή ο Χριστός —ο ειδικός Θεός, ο Πατήρ εν Υιώ διά του Αγίου Πνεύματος— δρα μέσα στην ιστορία και τη μετατρέπει σε Εκκλησία· δρα μέσα στη δημιουργία και την κάνει Εκκλησία.
Τι σημαίνει «Εκκλησία» από αυτή την άποψη; Σημαίνει να μεταφερθεί ο τρόπος υπάρξεως του Θεού μέσα στα όντα, μέσα στη δημιουργία. Ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού; Όπως είπαμε, το ομοούσιο.
Ο Άγιος Μάξιμος αφήνει αυτή τη φοβερή ιδέα ότι το ομοούσιο έχει δύο μορφές. Η μία είναι στην Τριάδα —μία ουσία, τρία πρόσωπα— αλλά υπάρχει, λέει, και το χριστολογικό ομοούσιο, δηλαδή το «ἵνα ὦσιν ἓν», όπως λέγεται στο Ευαγγέλιο, που το μεταφέρει μέσα στη δημιουργία. Και σκοπός της δημιουργίας είναι ακριβώς να γίνει φανέρωση του τρόπου υπάρξεως του Θεού, του ομοουσίου.
Σκοπός της δημιουργίας είναι να γίνει Εκκλησία.
Δεν φτιάχνει ο Θεός απλώς τα όντα· φτιάχνει την Εκκλησία. Αυτό είναι το πολύ, πολύ, πολύ σημαντικό.
Όταν λέμε να μεταφερθεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία, τι εννοούμε; Εννοούμε όλα τα όντα να ενοποιηθούν μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο, ώστε το καθένα να ζει μέσα από όλα τα άλλα και να διακονεί όλα τα άλλα και να διακονείται από όλα τα άλλα.
Συνδέεται τώρα αυτό με τη θεολογία των χαρισμάτων. Έχεις ένα χάρισμα. Κάθε χάρισμα, για να είναι έγκυρη πραγματικότητα, πρέπει να μιμείται ακριβώς την ενέργεια του χαρίσματος αυτού που έχεις, δηλαδή να ενοποιεί όλα τα όντα μέσα στο χάρισμα αυτό, όλα τα άλλα χαρίσματα μέσα στο ένα.
Να το πούμε με ένα παράδειγμα: ο πρεσβύτερος —είπαμε πριν, είμαστε εδώ κατά πλειοψηφία— ενώ ο επίσκοπος μόνος ελλείπει.
Τι σκοπό έχει; Να ενοποιεί όλα τα υπόλοιπα χαρίσματα μέσα στο δικό του χάρισμα και να τα διακονεί. Δηλαδή: μετοχή απευθείας και μοίρασμα. Μοιράζει η χάρη της ιερωσύνης όλα αυτά που κάνει ο πρεσβύτερος —η χάρη, στην πραγματικότητα, όλων των άλλων χαρισμάτων.
Ο επίσκοπος πρώτα απ’ όλα μετέχει σε όλα τα χαρίσματα. Ο πρεσβύτερος σε όλα. Ο διάκονος επίσης σε όλα. Ο μοναχός σε όλα.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε κάθε χάρισμα, με όλα τα άλλα χαρίσματα, πραγματοποιείται το ομοούσιο. Κάθε χάρισμα περιέχει όλα τα άλλα χαρίσματα. Μοιράζεται σε όλα και προσφέρεται σε όλους. Κάθε χάρισμα.
Κάθε χάρισμα είναι μίμηση της θείας ενέργειας του Θεού και πραγματοποιεί το ομοούσιο μέσα στη δημιουργία. Καθένας μας γίνεται ένας πόλος όπου ενοποιούνται όλα τα άλλα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή, καθένας από εμάς ορίζεται σε απόλυτη προσφορά, αυτοπροσφορά, προς όλα τα άλλα μέλη.
Αυτό είναι η ουσία της εκκλησιαστικής μας ταυτότητας, η οποία είναι αναλογική, γιατί είναι ανάλογη με αυτό. Με τον τρόπο αυτό, η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι κάτι που επιβάλλεται από κάποιον που είναι από πάνω, όπως στον στρατό. Δεν είναι έτσι. Είναι κάτι που ενεργείται μέσα σε όλους μας.
Ο καθένας από εμάς γίνεται ένας πόλος όπου αναδύεται η ενότητα της Εκκλησίας. Όλα τα βαπτισμένα μέλη —το ξαναλέω— είναι μετοχή και μοίρασμα. Μετοχή σημαίνει μοίρασμα και κατασκευή του ομοουσίου μέσα σε κάθε έναν από εμάς.
Και σε κάθε έναν από εμάς ενοποιείται το χάρισμα ως απόλυτη διακονία, ως απόλυτη αυτοπροσφορά, ως απόλυτη ανάλωση, κυριολεκτικά. Πραγματοποιείται το μυστήριο της ενότητας.
Επομένως, στην ενότητα μετέχουμε, δεν μας επιβάλλεται από πάνω, όπως σε έναν στρατό. Δεν υπάρχει συνταγματάρχης και από κάτω λοχαγός, ταγματάρχης, λοχίας, στρατιώτης, που υποχρεωτικά υπακούει νομικά σε αυτόν που είναι από πάνω.
Έτσι είναι ο στρατός. Δεν είναι έτσι η Εκκλησία. Είναι φοβερό να βλέπουμε την Εκκλησία με στρατιωτικό τρόπο και να νομίζουμε ότι ο επίσκοπος είναι σαν συνταγματάρχης και εμείς σαν λοχαγοί ή στρατιώτες. Δεν ισχύει.
Στην Εκκλησία όλοι είμαστε ίσοι. Προσέξτε. Και όλα τα χαρίσματα —όχι μόνο του επισκόπου— είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Όλα τα χαρίσματα.
Άλλος μετέχει στην άκτιστη ενέργεια που εκφράζεται με το χέρι του Χριστού, άλλος με τα μάτια —προφητεία— άλλος με το στόμα. Χαρίσματα είναι αυτά, ενέργειες, στις οποίες μετέχουμε. Και κάθε μία από αυτές, έχοντάς την, την προσφέρουμε σε όλο το σώμα και ενοποιούμε όλο το σώμα διά αυτής.
Λέει ο Άγιος Μάξιμος ακόμη: ακόμη και τα γεννητικά όργανα είναι ενέργεια. Είναι οι πατέρες που γεννούν πνευματικά άλλα πλάσματα. Είμαστε Εκκλησία, είμαστε όλοι απαραίτητοι. Είμαστε όλοι τόποι και τύποι Χριστού.
Γιατί τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι μόνο ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού». Ο επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον» της κεφαλής —και ποιο ακριβώς; Επομένως, όλα τα χαρίσματα είναι χαρίσματα μετοχής. Δεν είναι αυτοδύναμα, δεν είναι αυτόνομα.
Αυτό είναι το συγκλονιστικό: ότι ο Χριστός μάς δίνει μία από τις ιδιότητές Του, την οποία ασκούμε για να κάνουμε το έργο Του. Και σου δίνει την ιδιότητα του επισκόπου ή την ιδιότητα του καντηλανάφτη. Όπως το λέει ο Παύλος: χαρίσματα, διακονίες, ενεργήματα — «κυβερνήσεις», κτλ.
Πάνω απ’ όλα όμως είναι η αγάπη. Γιατί είναι αγάπη; Γιατί η ουσία όλων των χαρισμάτων είναι η κοινωνία. Τα χαρίσματα δεν δίνονται για ιδιωτική κατανάλωση.
Γι’ αυτό κι εμείς δεν έχουμε χαρίσματα αν δεν αποφασίζουμε την ανάλωση, την αυτοπροσφορά. Όταν αποφασίζεις την αυτοπροσφορά, το χάρισμά σου ενεργοποιείται. Αλλιώς είναι προς κατάκρισή σου.
Το χάρισμα του επισκόπου, λοιπόν, είναι το χάρισμα του να ποιμαίνει όλα αυτά τα χαρίσματα, να τα διδάσκει την κατά Χριστόν πορεία —που είναι αυτό το μοίρασμα— και να εκφράζει την ενότητα αυτή προς τα έξω. Να την εκφράζει, όχι με την έννοια ότι υποκαθιστά τον Χριστό ή τον αντιπροσωπεύει. Δεν έχει ανάγκη τέτοιο πράγμα ο Χριστός.
Σε Αυτόν μετέχεις και τη δική Του πραγματικότητα παρουσιάζεις.
Όλα τα χαρίσματα είναι χριστολογικά. Είναι ο Χριστός —το ξαναλέω— ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος, ο διάκονος, ο καντηλανάφτης, ο μοναχός, ο θεολόγος, ο γιατρός, ο σύζυγος, η σύζυγος. Είναι χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία. Όλα.
Προσπαθούμε λοιπόν κάθε κατάσταση να γίνει σάρκα. Γιατί να γίνει σάρκα; Γιατί γίνεται σάρκα;
Υπάρχουν πολύ ανόητες απαντήσεις σε αυτό. Άλλος είπε ότι έγινε για να πληρώσει, τάχα, ο Θεός τις αμαρτίες μας —αυτή η γελοία, καταστροφική θεωρία, που έχει διώξει άπειρους ανθρώπους από την Εκκλησία— να πληρώσει τη «θεία δικαιοσύνη», δηλαδή.
Συνεχίζεται
ΜΙΑ ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΕΧΕΙ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟ ΕΑΥΤΟ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ. ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΥΝ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ.ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΥ ΘΟΡΥΒΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΨΕΙ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου