Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (27)

    Συνέχεια από: Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄

Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ, Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ Η «ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ»

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΟΠΩΣ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΤΟΥ «ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ» ΤΟΥ ΩΣ «ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΥ»

Η σωκρατική εἰρωνεία ὡς «ἀμφισθενής εἰρωνεία» καὶ ἡ σπουδαιότητά της, ὅπως αὐτὴ συνάγεται ἀπὸ τοὺς πλατωνικούς διαλόγους

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «εἰρωνεία» ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικά στοιχεῖα τόσον τῆς διαλεκτικῆς ὅσον καὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἰδίου του Σωκράτους ἔχει ἀναγνωρισθεί – παρ' ὅτι βάσει διαφορετικῶν ἐκτιμήσεων – ἀπ' ὅλους τοὺς μελετητές.

Ο Heinrich Maier μᾶς παρέχει μία περιγραφή, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν σημεῖο ἀναφορᾶς. Ἀς διαβάσουμε τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα: «Τί ἦταν πραγματικά δὲν εἶναι εὔκολο νὰ εἰπωθεῖ. Εἶναι κυρίως ὁ χλευασμὸς τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἰδιόρρυθμο ἀστεῖο, ποὺ ὅμως ἀφήνει νὰ διαφαίνεται κάποια περιφρόνηση πρὸς τὸν συνομιλητὴ ἤ, ἂν μὴ τί ἄλλο, κάποια πρόθεση νὰ μετριαστεῖ ἡ μεγάλη ἰδέα ποὺ ἐκεῖνος ἐνδεχομένως εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀστείου, ὁ Σωκράτης υἱοθετεῖ – μὲ λόγους ἢ μὲ πράξεις – ἕνα προσωπείο, δείχνει ἀχώριστος φίλος τοῦ συνομιλητή ἢ ὅτι θαυμάζει τις ἱκανότητες καὶ τὴν ἀξία του, ζητά δῆθεν συμβουλές καὶ καθοδήγηση κ.ο.κ. Συγχρόνως, όμως, τουλάχιστον γιὰ τοὺς πιο προσεκτικούς θεατές, φροντίζει ἡ προσποίησή του νὰ εἶναι σαφής. Ἐξ ἄλλου, δὲν λείπει ποτέ μία σοβαρή χροιά, παρ' ὅτι συχνὰ ἡ σοβαρότητα ἔγκειται μόνο στὸ σκοπὸ τὸν ὁποῖο ἐξυπηρετεῖ τὸ ἀστεῖο. Ὁ σκοπός εἶναι πάντοτε σοβαρός. Στὴν πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος ὁ σκοπὸς τῆς σωκρατικῆς πράξεως: Ἡ εἰρωνεία τοῦ Σωκράτους εἶναι τὸ βασικό μέσο τῆς ἠθικῆς διαλεκτικῆς. Τοῦτο ἰσχύει ἰδιαιτέρως γιὰ τὸ εἰρωνικό προσωπείο τῆς ἄγνοιας, τὸ ὁποῖο στο πλαίσιο τῆς σωκρατικῆς πράξεως ἀξιοποιεῖται ποικιλοτρόπως. Τὸ παιχνίδι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ἀπέναντι σὲ ἕναν ἐρασιτέχνη καὶ ἀπέναντι σὲ ἕναν πεπειραμένο. Ἰδιαιτέρως ἀποτελεσματικὴ ἦταν, ωστόσο, ἡ προσποίηση στην περίπτωση ποὺ ὁ Δάσκαλος εὑρίσκετο ἐνώπιον ἑνὸς ἀρχαρίου, τὸν ὁποῖο προσπαθοῦσε νὰ προσελκύσει. Ὁ Σωκράτης υιοθετοῦσε τότε τὸν ρόλο τοῦ χωρατατζή, τοῦ ἀφελοῦς καὶ ἀμαθοῦς καὶ ζητοῦσε διδαχὴ ἀπὸ τὸν συνομιλητή του. Κι ἐκεῖνος σταδιακά μόνον ἀντιλαμβανόταν ὅτι εἶχε νὰ κάνει μὲ ἕνα ἄριστο πειραχτήρι: καὶ τοῦ ἐδημιουργεῖτο τότε ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ Σωκράτης εἶχε γνώση γι' αὐτὰ ποὺ ρωτοῦσε τοὺς ἄλλους καὶ ὅτι ἦταν πράγματι σοφός (Απολογία Σωκράτους, 23α). Ο Σωκράτης, ἐν τούτοις, κατάφερνε νὰ ἀπορρίπτει τὴν πεποίθηση αὐτή, παρεμβάλλοντας μία στιγμή σοβαρότητας ὄχι μόνον ἀναφορικῶς μὲ τὸ σκοπὸ ἀλλὰ καὶ ἀναφορικῶς μὲ τὸ ἴδιο τὸ παιχνίδι τῆς εἰρωνείας, Ὄντως, κατά κάποιο τρόπο, ὁ Σωκράτης παραμένει πάντοτε ἐκεῖνος ποὺ ἀναζητᾶ καί, συνεπῶς, ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει: τὸ νὰ δωθεί ἀπάντηση σὲ ἰδιάζοντα ἐρωτήματα, κυρίως ὅταν αὐτὰ ἀφοροῦν σε συγκεκριμένα ζητήματα τοῦ ἠθικοῦ βίου, ἀποτελεῖ μία αέναη διαδικασία. Καθ' ὅσον, μάλιστα, σε κάθε συζήτηση προκύπτουν παρόμοια προβλήματα, τὸ σωκρατικό ἐρώτημα ἀποτελεῖ ταυτοχρόνως καὶ μία κοινή σοβαρή ἀναζήτηση. Ἡ σοβαρή αὐτὴ ὄψη τοῦ παιχνιδιοῦ δὲν ἀναιρεῖ, ὅμως, στὸ ἐλάχιστο τὴν ἐντύπωση ἀνωτερότητος τοῦ Δασκάλου. Ἡ αἴσθηση ὅτι ἐκεῖνος ἔχει ἤδη καταλήξει στὸν σκοπό του καθιστὰ τὴ διαλεκτική ἰδιαιτέρως δηκτικὴ καὶ γοητευτική»1.

Ο Patočka προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο: «Κατ' οὐσίαν, ἡ εἰρωνεία ἀποτελεῖ μέρος τῆς παιδαγωγικῆς δραστηριότητος τοῦ Σωκράτους, δηλαδή τῆς θεραπείας τῆς ψυχῆς. Ἐννοεῖται ὅτι, ἀκόμη καὶ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στη σωκρατική εἰρωνεία, ἀναφερόμαστε κυρίως στὸν Πλάτωνα, ἀφοῦ ὁ Ξενοφῶν ἐπέδειξε λιγότερη ευαισθησία πρὸς τὴν ἰδιότητά του αὐτὴ γιὰ λόγους εἰδικούς, τοὺς ὁποίους θὰ ἐξετάσουμε. Ὅταν ὅμως, παρὰ ταῦτα, τὴν συναντοῦμε στὰ ἔργα του, τοῦτο συμβαίνει μᾶλλον τυχαία καὶ κατὰ κάποιο τρόπο μᾶς παρέχει ἕναν βάσιμο λόγο, γιὰ νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτηση ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπὸ ἄλλη σωκρατική πηγή. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ εἰρωνεία, ἔτσι ὅπως ἀπαντᾶ στὸν Πλάτωνα, μεταφέρεται στον Σωκράτη καὶ ἀποτελεῖ μέρος τοῦ συνόλου τῶν φιλολογικών σκοπῶν τοὺς ὁποίους ὁ Πλάτων προτίθεται νὰ ὑπηρετήσει. Εἶναι, ὅμως, ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ἡ εἰρωνεία ἀντιπροσωπεύει μία μορφὴ ζωῆς ἀμιγῶς σωκρατικῆς καὶ ὅτι ὁ Πλάτων μέσω τῆς εἰρωνείας ἐκθέτει τις παραλλαγές ἑνὸς θέματος, ἔχοντας όμως πάντοτε ὡς ἀφετηρία τὴν πραγματικότητα τοῦ Σωκράτους.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι, κατὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἀντίληψη, ἡ εἰρωνεία παρέπεμπε στὴν πονηρία τῆς ἀλεποῦς, στην κατεργαριά. Ακόμη καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστοτέλους, ἡ εἰρωνεία ἐκλαμβάνεται κατ' ἀντιπαράθεση πρὸς τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν αὐτοκολακεία, δηλαδή θεωρεῖται ὡς προσπάθεια νὰ φανεῖ κανείς μεγαλύτερος καὶ σπουδαιότερος ἐν σχέσει πρὸς τὴν πραγματικότητα. Τελικά, ὅμως, ἐπιτυγχάνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖο βέβαια εἶναι ἐπίσης ἐσφαλμένο: στὴν εἰρωνεία ὁ ἄνθρωπος ὑποτιμᾶται ἀδίκως. Η σωκρατική εἰρωνεία πρέπει ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ φαίνεται στοὺς ἄλλους ὡς ὑποκριτική καὶ καταφρονητική αὐτο-ὑποτίμηση: ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀποκαλύψει σὲ ὅλους τὴν ἀναίδεια ποὺ ὑποκρύπτεται σαφῶς στὴν ἰδέα ότι γνωρίζουν, τοὺς κολακεύει ὥστε, ἀφοῦ τοὺς ὅδηγήσει στὴν ἐπιβράβευση, νὰ φανερώσει κατόπιν τις ἀδυναμίες τους. Ἐπὶ πλέον, ὁ ἄνθρωπος ποὺ κατέχει τὴν ὕψιστη αὐτὴ ἱκανότητα, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ εἶναι ἱκανὸς καὶ σοφὸς καὶ ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι γνωρίζει μόνον τὴν ἄγνοιά του, μήπως τάχα δὲν ὑποκρίνεται καὶ δὲν προσποιεῖται; Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἐντοπίζεται πουθενά, διότι εἶναι πανταχοῦ ἀπών – ἡ εἰρωνεία ἐκφράζει ἀκριβῶς τὸ στοιχεῖο αὐτὸ τοῦ ἄπιαστου. Πόση σύγχυση θα πρέπει νὰ προκλήθηκε, όταν πρόσωπα ὅπως ὁ Κριτίας καὶ ὁ Νικίας, στὸν Πλάτωνα, τὸν ἄκουσαν νὰ ἀναλύει με προκλητικό τρόπο ὁρισμοὺς καὶ ἀπόψεις που αὐτοὶ πίστευαν ὅτι ἦταν ἀναμφίβολα δικοί του! Ἡ εἰρωνεία, ωστόσο, δὲν εἶναι ὑποκρισία. Δὲν εἶναι ἐπιτήδευση ἢ πλατειασμός οὔτε φιλολογική τεχνική: ἡ εἰρωνεία εἶναι ἄρρηκτα καὶ θεμελιωδῶς συνδεδεμένη μὲ τὸν ἴδιο τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ Σωκράτους»2.

Ὁ Βλαστός, ὁ ὁποῖος συνεχίζει νὰ πραγματεύεται εἰς βάθος τὸ πρόβλημα αὐτό, διακρίνει δύο μορφές εἰρωνείας:
Στὴν «ἁπλή» εἰρωνεία αὐτὸ ποὺ λέγεται ἁπλῶς δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖται· ἂν τὴν πάρουμε μὲ τὴν συνηθισμένη, κοινὰ ἀντιληπτή της σημασία, ἡ φράση εἶναι ἁπλῶς ψευδής. Στὴν «σύνθετη» εἰρωνεία αὐτὸ ποὺ λέγεται καὶ εἶναι καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖται· αὐτὸ ποὺ ἐπιφανειακά δηλώνεται εἶναι ἀληθὲς ἀπὸ μία ἄποψη, ψευδὲς ἀπὸ μία άλλη3.
α) Τὴν «ἀπλὴ εἰρωνεία», μέσω τῆς ὁποίας κάτι δὲν λέγεται μὲ τὴν κοινή του σημασία ἀλλὰ ὡς ὑπαινιγμός για κάτι διαφορετικό, ώστε ὅσα λέγονται καὶ ἐννοοῦνται μὲ βάση την κοινή τους σημασία να δείχνουν ψευδή.
β) Τὴ «σύνθετη εἰρωνεία», βάσει τῆς ὁποίας ὅσα ἔχουν λεχθεῖ ἀντιστοιχοῦν καὶ συγχρόνως δὲν ἀντιστοιχοῦν σὲ αὐτό, τὸ ὁποῖο κοινῶς ἐννοοῦν. Τὸ ἐπιφανειακό περιεχόμενό τους ἐννοεῖται ὡς ἀληθές κατά μία ἔννοια καὶ ψευδές κατά μία ἄλλη. Ακριβώς ἡ σημασία αὐτὴ τῆς εἰρωνείας, ὑπὸ μία πολυσύνθετη ἔννοια, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ δημιούργημα τοῦ Σωκράτους, τὸ ὁποῖο συνέβαλε στη διαμόρφωση τῆς «ευαισθησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης»4.


Ἡ μορφὴ τῆς σύνθετης εἰρωνείας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὡς ἔμβληματικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁ Πλάτων στο Συμπόσιο ἀποδίδει στὸν Ἀλκιβιάδη, δηλαδή ἡ παρομοίωση τοῦ Σωκράτους πρὸς τὸν Σειληνό σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τόσο στὸ παρουσιαστικό ὅσο καὶ στὸ λόγο. Ὄντως, ὁ λόγος τοῦ Σωκράτους μοιάζει κοινός, ἐνῶ πολλὲς ἀπὸ τις εἰκόνες στις ὁποῖες ἀναφέρεται φαντάζουν χυδαίες καὶ ἄσχημες. Ὁ ἴδιος λόγος, ὅμως, ἀποδεικνύεται ἀληθὴς κατά μία ἔννοια καὶ ψευδής κατὰ μία ἄλλη καὶ ἀντιστρόφως, στὸν βαθμό στὸν ὁποῖο ὑπαινίσσεται κάτι βαθύτερο ἀπὸ τὰ φαινόμενα, ὅπως οἱ εἰκόνες τῶν θεῶν τὶς ὁποῖες οἱ Σειληνοί κρύβουν μέσα τους καὶ οἱ ὁποῖες ἀποκαλύπτονται μόνον σε ὅσους τίς ἀνοίγουν καὶ μποροῦν νὰ τὶς δοῦν.

Ἀκόμη καὶ ὁ Βλαστός ἀναφέρεται στὸν εἰρωνικό τρόπο τοῦ Σωκράτους ὡς «νέο τρόπο ζωῆς» καὶ ἀναγνωρίζει στὸν φιλόσοφο «τὴν πραγματικὴ ἐνσάρκωση τῆς εἰρωνείας» ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς σύνθετης εἰρωνείας. Ο εἰρωνικός Σωκράτης «ὑπῆρξε ἕνα εἶδος προσωπικότητας ἄγνωστης καὶ ἀδιανόητης μέχρι τότε, τόσο ἐντυπωσιακός γιὰ τοὺς συγχρόνους του καὶ τόσο ἀλησμόνητος στη συνέχεια, ὥστε νὰ φτάσει κάποτε ἡ ἐποχή, αἰῶνες μετὰ τὸν θάνατό του, ποὺ οἱ καλλιεργημένοι ἄνθρωποι νὰ μὴ μποροῦν νὰ σκεφτοῦν τὴν εἰρωνεία χωρὶς νὰ ἔρθει στὸ νοῦ τους ὁ Σωκράτης»5.

Δικαίως ὁ Βλαστός κάνει λόγο για «σύνθετη εἰρωνεία»· ἤδη, ὅμως, πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ὁ Patočka εἶχε στραφεῖ πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση (προηγήθηκε τοῦ Βλαστοῦ, ὅταν ὅρισε τὴν εἰρωνεία ὡς «μέθοδο ζωῆς»), κάνοντας όμως χρήση ἐκφράσεων, οἱ ὁποῖες, κατὰ τὴ γνώμη μας, εἶναι ἀκόμη πιὸ ἔντονες, μιλώντας δηλαδὴ γιὰ τὴν «ἀμφισημία» καὶ τὴν «ἀμφισθένεια» τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας. Ὁ Βλαστός δὲν μποροῦσε βεβαίως νὰ γνωρίζει τὸ ἔργο τοῦ Patočka γιὰ τὸν Σωκράτη, καθὼς αὐτὸ ἐδημοσιεύθη το 1947 στην τσεχική γλώσσα καὶ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν δὲν εἶχε μεταφραστεί σε καμμία ἄλλη γλώσσα (ἡ πρώτη ιταλική μετάφραση ἔγινε τὸ 1999, συνοδεύεται ἀπὸ τὸ πρωτότυπο κείμενο καὶ περιλαμβάνει τις προσθῆκες τοῦ ἰδίου τοῦ Patočka, οἱ ὁποῖες ἐδημοσιεύθησαν μετὰ τὸν θάνατό του στὴν ἔκδοση τοῦ 1991). Ἀκριβῶς, λοιπόν, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Patočka ἐπιδιώκει νὰ δώσει τὴν κατάλληλη ἔμφαση στὴν ἑρμηνεία τῆς «σύνθετης εἰρωνείας».

Ας διαβάσουμε τὸ σχετικό ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Patočka: «Στὴν πραγματικότητα, ἡ εἰρωνεία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀμφιθυμίας τοῦ σωκρατικού βίου, προκύπτει ἀπὸ τὸ ἀμφίσθενο νόημα τῶν πράξεων καὶ τῶν λεγομένων του, καὶ τὸ νόημα αὐτό, μὲ τὴ σειρά του, παρέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποκαλέσουμε ὑπερβατικότητα τοῦ Σωκράτους. Ο Σωκράτης, ἀπὸ τὴ μία πλευρά, εἶναι παρών στὸν ἴδιο ἠθικό κόσμο στὸν ὁποῖο κατοικοῦν οἱ ἄλλοι, γνωρίζει τὰ ὅρια τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ τὶς ἀντιλήψεις του, γνωρίζει τὴ ζωὴ αὐτή, εἶναι γεμάτος ἀπὸ αὐτή. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅμως, ἡ φιλοσοφική στάση του τὸν ἀνάγκασε νὰ ἀποδώσει στις ἀντιλήψεις αὐτὲς ἕνα ἄλλο νόημα, νὰ διακρίνει πίσω ἀπὸ αὐτὲς μία διάσταση διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴ στην ὁποία κινοῦνται οἱ ἄλλοι. Ἤδη ἔχει καταστεῖ σαφὲς τὸ βασικό στοιχεῖο τῆς εἰρωνείας, ἡ ἀμφισθένεια. Ὅταν ὁ Σωκράτης καὶ οἱ ἄλλοι σκέπτονται καὶ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ καλό, δὲν σκέπτονται καὶ δὲν ἐννοοῦν τὸ ἴδιο πράγμα. Η διαφορά αὐτή, μὲ τὴ σειρά της, δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ὁρολογική διαφορά, διότι πίσω ἀπὸ αὐτὴν ὑποκρύπτεται ἡ ὑπερεκτίμηση τῶν ἀξιῶν, ποὺ θέλει νὰ ἀδράξει αὐτὰ στὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος ἐν τέλει ἀποσκοπεῖ, ἂν καὶ ἀσυνείδητα. Ἔτσι, ἡ παρεξήγηση δὲν μπορεῖ νὰ λυθεῖ μὲ καμμία ἄλλη παρέμβαση εἴτε αὐτὴ ἀφορᾶ στὴν ὁρολογία εἴτε σε κάτι διαφορετικό. Η εἰρωνεία τοῦ Σωκράτους προκύπτει ἁπλῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἐν γένει λαμβάνει γιὰ τὸν Σωκράτη τὴ μορφὴ ἑνὸς ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖο ἐνέχει πάντοτε καὶ ὑποχρεωτικῶς δυό προοπτικές: ἀφ' ἑνὸς, τὴν ἀγαθὴ προοπτική, ἔτσι ὅπως αὐτὴ ἐκδηλώνεται αὐθορμήτως, καί, ἀφ' ἑτέρου, τὴν προοπτική, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴ θεμελιώδη ἀναζήτηση τοῦ σκοποῦ τέλους τῆς ζωῆς στο σύνολό της»6.

Ὁ Βλαστός διακρίνει καὶ πραγματεύεται τὸ πρόβλημα ὑπὸ μία ὀπτική, ἡ ὁποία εἶναι πλησιέστερη πρὸς τὴν ἀναλυτική φιλοσοφία, ἐνῶ ὁ Patočka τὸ προσεγγίζει ὑπὸ μία ὀντολογική-ἠθική-ἀνθρωπολογικὴ ὀπτική, μὲ ἀποτέλεσμα να τοποθετεῖται ὁ ἴδιος πλησιέστερα πρὸς τὸν Ἀθηναῖο φιλόσοφο. Ἐτοῦτο ἐξηγεῖται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Patočka ἔζησε ἀνθιστάμενος πρὸς ἕνα καθεστώς ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ ἐγνώρισε δραματικό θάνατο, λόγω τοῦ ὁποίου καὶ τοῦ ἀπεδόθη ὁ χαρακτηρισμός «ὁ Σωκράτης τῆς Πράγας».

Ἰδοὺ τὰ συμπεράσματά του: «Ἡ εἰρωνεία τοῦ Σωκράτους εἶναι σοβαρή· κάθε εἰρωνεία, κάθε διφορούμενο βασίζεται στο γεγονός ότι τὸ ἀληθινὸ νόημα εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ φαίνεται ἀρχικῶς, ἀλλὰ καὶ στις ἀλλαγές τις ὁποῖες αὐτὸ ὑφίσταται. Η σωκρατική εἰρωνεία ὑποβάλλει ὁλόκληρη τὴ ζωὴ στὴ διαδικασία αὐτή, ἀποδεικνύοντας σὲ ὅσους πιστεύουν πὼς τὴν ἔχουν κατανοήσει ὅτι ἄλλο εἶναι κάθε φορὰ τὸ σημαντικὸ ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ εἰρωνεία ἐμπεριέχει στὸν πυρήνα της μία παιδαγωγικὴ καὶ ἐκπαιδευτική δύναμη. Τὸ διαπιστώνουμε, ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν παρατηρήσουμε ὅτι τὸ παιδὶ εἰσέρχεται στὸν κόσμο τῶν ἐνηλίκων σχεδόν πάντοτε χάρη σὲ ἕνα εἶρωνικό περιστατικό: Γιατί χαμογελοῦμε στο παιδί, ἰδίως ὅταν γιὰ πρώτη φορά αὐτὸ εἰσβάλλει στον κόσμο μας, ὅταν τρεκλίζει, ὅταν μαθαίνει νὰ μιλᾶ; Ἐὰν τὸ σκεφτοῦμε, θὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι σὲ κάθε καλή πρόθεση τοῦ χαμόγελου αὐτοῦ ὑπάρχει πάντοτε μία εἰρωνικὴ χροιά: ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ τὸ παιδὶ παίρνει τόσο στὰ σοβαρὰ δὲν εἶναι ἀκόμη ή πραγματική σοβαρότητα· ἐμεῖς γνωρίζουμε τὶς νοηματικές ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες στο παιδί παραμένουν ἀκόμη ἄγνωστες. Κάτι παρόμοιο εἶναι καὶ ἡ σωκρατική εἰρωνεία, ἡ εἰρωνεία ἑνὸς ἐνηλίκου, ἑνὸς ὡριμότερου τῶν ἀνηλίκων»7.

Ἀπὸ τὸν Ξενοφώντα, όμως, τί προκύπτει;


Σημειώσεις 

1. H. MAIER, Sokrates, σσ. 76 κ. ἐξ.
2. J. PATOČKA, Socrate, oo. 395-97.
3. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτὴς καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 70.
4. Αὐτόθι, σ. 88.
5. Αὐτόθι, σ. 68.
6. J. PATOČKA, Socrate, σ. 399.
7. Αὐτόθι, σ. 405.

Δεν υπάρχουν σχόλια: