Συνέχεια από Πέμπτη 19. Μαρτίου 2026
Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 11
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους
....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......
....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......
Το ότι λοιπόν ο νους, από ένα τόσο περιορισμένο υλικό, όπως φωτεινό, σκοτεινό και χρώμα, μέσα από μια τόσο απλή λειτουργία της απόδοσης της ενέργειας σε ένα αίτιο, με τη βοήθεια της παρατηρητικής μορφής του χώρου που έχει μέσα του, μπορεί να δημιουργήσει τον τόσο ανεξάντλητα πλούσιο και πολύπλευρο ορατό κόσμο, βασίζεται κατ' αρχήν στη βοήθεια που παρέχει εδώ το ίδιο το αίσθημα. Η βοήθεια αυτή συνίσταται πρώτον στο ότι ο αμφιβληστροειδής χιτώνας επιτρέπει μια ποικιλία της εντύπωσης, δεύτερον στο ότι το φως ενεργεί πάντα σε ευθείες γραμμές, επίσης και στο ίδιο το μάτι διαθλάται σε ευθείες γραμμές, και τέλος στο ότι ο αμφιβληστροειδής χιτώνας έχει την ικανότητα να αισθανθεί άμεσα επίσης και την κατεύθυνση από την οποία δέχεται το φως, κάτι που θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η αχτίδα του φωτός εισέρχεται μέσα στο πάχος του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η απλή εντύπωση δείχνει ήδη και την κατεύθυνση του αιτίου της, υποδηλώνει λοιπόν ακριβώς τον τόπο του αντικειμένου που στέλνει ή αντανακλά το φως. Πάντως η θεώρηση αυτού του αντικειμένου σαν αιτίου προϋποθέτει την αντίληψη της αιτιώδους σχέσης, όπως επίσης την αντίληψη των νόμων του χώρου: αυτά τα δυο όμως αποτελούν τον εξοπλισμό του νου, που και εδώ πάλι από το απλό αίσθημα έχει να φτιάξει την παρατήρηση. Τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό θέλουμε τώρα να τη δούμε από πιο κοντά. Το πρώτο που κάνει είναι το ότι βάζει πάλι σωστά την εντύπωση του αντικειμένου, η οποία φτάνει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα ανάποδα, το κάτω μέρος πάνω. Αυτό το αρχικό αναποδογύρισμα δημιουργείται, όπως είναι γνωστό, από το γεγονός ότι, καθώς κάθε σημείο του ορατού αντικειμένου στέλνει τις αχτίδες του ευθεία προς όλες τις πλευρές, αυτές που έρχονται από το επάνω μέρος του αντικειμένου, διασταυρώνονται στη στενή οπή της ίριδας του ματιού με αυτές που έρχονται από το κάτω μέρος, έτσι που οι δεύτερες φτάνουν επάνω, οι πρώτες κάτω, και εκείνες που έρχονται από την αριστερή πλευρά πηγαίνουν στη δεξιά. Ο μηχανισμός της διάθλασης του ματιού που βρίσκεται πίσω, το humor aqueus, lens et corpus vitreum, το υδαρές υγρό, ο φακός και το υαλώδες σώμα. χρησιμεύει απλώς να συγκεντρώνει τις αχτίδες του φωτός που έρχονται από το αντικείμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκουν θέση στον μικρό χώρο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Αν η όραση περιοριζόταν μόνο στο αίσθημα, θα είχαμε μια ανάποδη εντύπωση του αντικειμένου. Μετά θα το αισθανόμασταν και σαν κάτι που βρίσκεται μέσα στο μάτι, αν μέναμε μόνο στο αίσθημα. Στην πραγματικότητα όμως λειτουργεί αμέσως ο νους με τον νόμο της αιτιότητας, σχετίζει την ενέργεια που αισθάνθηκε με το αίτιο της, έχει από το αίσθημα το στοιχείο της κατεύθυνσης, από την οποία έφτασε η αχτίδα του φωτός, και την παρακολουθεί λοιπόν από εδώ προς τα εκεί και στις δύο γραμμές: η διασταύρωση τώρα διαπερνιέται πάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα, το αίτιο έξω, σαν αντικείμενο στον χώρο, να παρουσιάζεται σε ίσια μορφή, δηλαδή στην κατάσταση που είναι όταν στέλνει τις αχτίδες προς το μάτι, όχι ανάποδα, όπως, χωρίς τη λειτουργία του νου, το μάτι δέχεται τις αχτίδες (βλέπε σχήμα 1).Η καθαρή διανοητικότητα της υπόθεσης, με αποκλεισμό όλων των άλλων, κυρίως φυσιολογικών εξηγήσεων, μπορεί ακόμα να επιβεβαιωθεί από το γεγονός ότι, όταν κανείς βάλει το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και κοιτάζει προς τα πίσω, δεν βλέπει τα αντι-κείμενα αναποδογυρισμένα παρά εντελώς σωστά, πα ρόλο που το μέρος του αμφιβληστροειδούς χιτώνα στο οποίο συνήθως φτάνει το κάτω μέρος των πραγμάτων, τώρα δέχεται το επάνω, και όλα είναι ανάποδα, μόνο ο νους όχι.
Το δεύτερο που επιτυγχάνει ο νους κατά την επεξεργασία του αισθήματος σε παρατήρηση, είναι το ότι από το διπλό αίσθημα που προέρχεται από το αντικείμενο, φτιάχνει μία παράσταση του αντικειμένου, ενώ το κάθε μάτι δέχεται την εντύπωση του αντικειμένου ξεχωριστά, και μάλιστα από μια διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο όμως παρουσιάζεται σαν ένα, κάτι που μόνο στον νου μπορεί να συμβεί. Η διαδικασία μέσα από την οποία επιτυγχάνεται αυτό είναι η ακόλουθη: τα μάτια μας βρίσκονται μόνο τότε παράλληλα, όταν κοιτάζουμε μακριά, δηλαδή πάνω από 200 πόδια: εκτός αυτού όμως, κατευθύνουμε και τα δύο στο παρατηρούμενο αντικείμενο, κάτι που τα κάνει να συγκλίνουν το ένα προς το άλλο, και οι δύο γραμμές από το κάθε μάτι που κατευθύνονται προς το ακριβές σημείο του αντικειμένου, συγκλίνουν σε μια γωνία που ονομάζεται οπτική γωνία, ενώ οι δυο γραμμές οι ίδιες οπτικοί άξονες. Αυτοί, σε σχέση με ένα αντικείμενο που είναι μπροστά μας, βρίσκονται ακριβώς στο μέσο του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, επομένως σε δύο μεταξύ τους ακριβώς αντίστοιχα σημεία στα μάτια. Αμέσως ο νους, ο οποίος για όλα αναζητεί πάντα μόνο το αίτιο, αναγνωρίζει ότι, παρόλο που η εντύπωση εδώ είναι διπλή, αυτή η εντύπωση όμως προέρχεται από ένα εξωτερικό σημείο, και λοιπόν έχει να κάνει με ένα αίτιος επομένως αυτό το αίτιο παρουσιάζεται πλέον σαν ένα αντικείμενο. Γιατί όλα όσα κοιτάζουμε, τα κοιτάζουμε σαν αίτιο, σαν αίτιο ενέργειας που αισθανθήκαμε, επομένως μέσα στον νου. Επειδή όμως δεν κοιτάζουμε μόνο ένα σημείο παρά μια μεγαλύτερη επιφάνεια ενός αντικειμένου, με τα δυο μάτια, και όμως τη βλέπουμε μονή, θα πρέπει να συνεχίσουμε λίγο ακόμα την εξήγηση που δώσαμε. Ό,τι στο αντικείμενα βρίσκεται έξω από το σημείο ένωσης της οπτικής γωνίας, στέλνει τις αχτίδες του όχι πια ευθεία στο μέσο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αλλά επίσης πιο έξω από αυτό, όμως και στα δυο μάτια στην ίδια, δηλαδή την αριστερή πλευρά του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα: επομένως τα σημεία του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που δέχονται αυτές τις αχτίδες, βρίσκονται, όπως και τα σημεία στη μέση, σε συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις. Ο νους τα αναγνωρίζει γρήγορα και διευρύνει και προς αυτά την αιτιώδη σχέση του, η οποία πλέον δεν περιλαμβάνει μόνο τις αχτίδες που πέφτουν στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, παρά και αυτές που πέφτουν στις άλλες, μεταξύ τους συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις, και έτσι κάθε σημείο του αντικειμένου που στέλνει αυτές τις αχτίδες, βλέπει δηλαδή όλα αυτά τα σημεία, που σημαίνει ολόκληρο το αντικείμενο, μόνο σαν ένα. Εδώ πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι η αντιστοιχία δεν αφορά την εξωτερική πλευρά του ενός αμφιβληστροειδούς χιτώνα προς την εξωτερική πλευρά του άλλου, και την εσωτερική του ενός προς την εσωτερική του άλλου, παρά τη δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς προς τη δεξιά πλευρά του άλλου κ.λπ., η υπόθεση λοιπόν γίνεται κατανοητή όχι με τη φυσιολογική παρά με τη γεωμετρική έννοια. Σαφείς εξηγήσεις ποικίλων φαινομένων αυτού του είδους με σχέδια βρίσκει κανείς στο έργο Optics του Ρόμπερτ Σμιθς (Robert Smiths), εν μέρει επίσης και στη γερμανική μετάφραση του Καί στνερ (Kästner) του 1755. Εγώ αναφέρω μόνο μία περίπτωση (σχήμα 2), η οποία είναι ειδική, μπορεί όμως να βοηθήσει στην κατανόηση του όλου, αν παραβλέψουμε το σημείο Ρ.

Κατευθύνουμε λοιπόν και τα δυο μάτια συνέχεια, ομοιόμορφα στο αντικείμενο, για να δεχτούμε τις αχτίδες που στέλνουν τα ίδια σημεία προς τις συμμετρικά μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων. Κατά την κίνηση των ματιών πέρα-δώθε, πάνω-κάτω και προς όλες τις κατευθύνσεις, το σημείο του αντικειμένου το οποίο πριν είχε στείλει τις αχτίδες του στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς, τις στέλνει τώρα κάθε φορά σε ένα άλλο, αλλά πάντα στο ίδιο, αντίστοιχο και στους δυο αμφιβληστροειδείς, σημείο, Όταν εξετάζουμε ένα αντικείμενο, αφήνουμε τα μάτια να γλιστρούν πέρα-δώθε, για να δούμε κάθε σημείο του με το κέντρο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που βλέπει πιο καλά, ψηλαφίζουμε δηλαδή το αντικείμενο με τα μάτια. Από αυτό γίνεται σαφές ότι το κοίταγμα με δυο μάτια βασικά μοιάζει με το ψηλάφισμα ενός σώματος από δέκα δάχτυλα, από τα οποία καθένα λαβαίνει μια άλλη εντύπωση και από μια άλλη κατεύθυνση, όμως όλες τις εντυπώσεις ο νους τις αναγνωρίζει σαν προερχόμενες από ένα σώμα, επεξεργάζεται στη συνέχεια τη μορφή του και το μέγεθός του και το σχηματίζει στον χώρο. Από αυτό απορρέει το γεγονός ότι ένας τυφλός μπορεί να είναι γλύπτης: ένας τέτοιος ήταν, τυφλός από τα πέντε του χρόνια, ο γνωστός Γιόζεφ Κλάινχαννς (Joseph Kleinhanns) (Για αυτόν διαβάζουμε στο Frankfurter Konversationsblatt της 33ης Ιουλίου 1853: «Στο Nauders (Τιρόλο) πέθανε στις 10 Ιουλίου ο τυφλός γλύπτης Joseph Kleinhanns. Τυφλός από τα πέντε του χρόνια από ευλογιά, κατασκεύαζε παίζοντας ξυλόγλυ πτα για να περνάει την ώρα του. Ο Prugg του έδωσε οδηγίες και φιγούρες να τις απομιμηθεί, και στα δώδεκα δημιούργησε έναν Χριστό σε φυσικό μέγεθος. Στο εργαστήριο του γλύπτη Hissl στο Fügen έμαθε σε λίγο καιρό πάρα πολλά, και έγινε χάρη στο ταλέντο του ο πιο γνωστός τυφλός γλύπτης. Οι εργασίες του κάθε είδους είναι αμέτρητες. Μόνο οι απεικονίσεις του Χριστού φτάνουν τις τετρακόσιες, και σε αυτές, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ήταν τυφλός, φαίνεται όλη η μαεστρία του. Δημιούργησε και άλλα, άξια αναγνώρισης, έργα, και πριν μόλις δύο μήνες ακόμα μια προτομή του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, η οποία στάλθηκε στη Βιέννη».), που πέθανε το 1853 στο Τιρόλο. Γιατί η παρατήρηση συμβαίνει πάντα μέσα από τον νου, αδιάφορο από ποια αισθητήρια όργανα προέρχονται τα στοιχεία της.
Αν όμως ψηλαφίσω μια μπίλια με σταυρωμένα δάχτυλα, αμέσως νομίζω πως αισθάνομαι δυο μπίλιες, γιατί ο νους μου, αναζητώντας το αίτιο και τον σχηματισμό του σύμφωνα με τους νόμους του χώρου, προϋποθέτει τη φυσική θέση των δαχτύλων, και τις δυο επιφάνειες της μπίλιας που αγγίζουν ο δείκτης και ο μέσος πρέπει τώρα να τις αποδώσει σε δυο διαφορετικές μπίλιες· το ίδιο, ένα αντικείμενο που κοιτάζω θα μου φανεί διπλό, αν τα μάτια μου δεν συγκλίνουν για να δημιουργήσουν την οπτική γωνία σε ένα σημείο, παρά το καθένα κοιτάζει το αντικείμενο με μια διαφορετική γωνία, δηλαδή όταν αλληθωρίζω. Γιατί τώρα οι αχτίδες, που έρχονται από ένα σημείο του αντικειμένου και δεν βρίσκουν τις συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, τις οποίες γνωρίζει ο νους μου μέσα από την εμπειρία του, παρά φτάνουν σε εντελώς διαφορετικά σημεία και σε ομοιόμορφη θέση των ματιών, μόνο από διαφορετικά σώματα θα μπορούσαν να προέρχονται· γι' αυτό εγώ τώρα βλέπω δυο αντικείμενα, γιατί η παρατήρηση συμβαίνει ακριβώς μέσα από τον νου και μέσα στον νου. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουμε και χωρίς αλληθώρισμα, αν δυο αντικείμενα βρίσκονται μπροστά μου σε διαφορετική απόσταση το καθένα, και εγώ κοιτάζω σταθερά το πιο μακρινό, δηλαδή σε αυτό κλείνω την οπτική γωνία: γιατί τώρα οι αχτίδες που έρχονται από το πιο κοντινό αντικείμενο δεν συναντούν τις συμμε τρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, και ο νους μου επομένως θα τις αποδώσει σε δυο αντικείμενα, θα δω δηλαδή το πιο κοντινό αντικείμενο διπλό (σχήμα 2). Αν αντίθετα κλείσω την οπτική γωνία στο κοντινό αντικείμενο, με το να το κοιτά-ζω σταθερά, τότε για τον ίδιο λόγο θα φαίνεται διπλό το πιο απομακρυσμένο αντικείμενο. Για να το δοκιμάσει κανείς αυτό μπορεί μόνο να βάλει ένα μολύβι δυο πόδια μπροστά από τα μάτια του, και εναλλακτικά να κοιτάζει μια αυτό και μια ένα πιο απομακρυσμένο αντικείμενο.
Αλλά το ωραιότερο είναι πως μπορεί να κάνει κανείς και το αντίστροφο πείραμα, όταν, βάζοντας δυο αντικείμενα ίσια και κοντά στα ανοιχτά μάτια, θα βλέπει μόνο ένα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι η παρατήρηση δεν βρίσκεται στο αίσθημα των αισθήσεων, παρά συμβαίνει μέσα από μια πράξη του νου. Φτιάχνουμε δυο κυλινδρικά σώματα μήκους περίπου 8 ιντσών και διαμέτρου 1,5 ίντσας, τα τοποθετούμε εντελώς παράλληλα σαν τηλεσκόπια, και στερεώνουμε μπροστά από το άνοιγμα του καθενός ένα κέρμα. Αν τώρα κανείς βάλει το άλλο άκρο των σωλήνων στα μάτια του και κοιτάξει μέσα από αυτούς, θα δει μόνο ένα κέρμα, περιτυλιγμένο από ένα σωλήνα. Γιατί μέσα από τους σωλήνες τα μάτια είναι αναγκασμένα να βρίσκονται σε εντελώς παράλληλη θέση, και οι αχτίδες από τα κέρματα φτάνουν στο κέντρο των αμφιβληστροειδών χιτώνων και των γύρω συμμετρικών σημείων εντελώς ομοιόμορφα, γι' αυτό ο νους, προϋ ποθέτοντας την αναγκαία σύγκλιση των οπτικών αξό-νων, υποθέτει ένα μοναδικό αντικείμενο σαν αίτιο του φωτός που φτάνει στα μάτια, δηλαδή βλέπουμε μόνο έναι τόσο άμεση είναι η αιτιώδης σχέση του νου.
Για την αντίκρουση ξεχωριστά των διαφόρων φυσιολογικών εξηγήσεων της μονής όρασης δεν είναι εδώ η θέση. Το ότι όμως είναι λαθεμένες προκύπτει από τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Αν η υπόθεση βασιζόταν σε μια οργανική σχέση, θα έπρεπε οι δυο αντίστοιχες μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων, από τις οποίες αποδεδειγμένα εξαρτάται η μονή όραση των πραγμάτων, να είναι ίδιες, με την οργανική έννοια· όμως, όπως αναφέραμε, είναι μόνο με τη γεωμετρική. Γιατί οργανικά αντιστοιχούν μεταξύ τους οι δυο εσωτερικές και οι δυο εξωτερικές γωνίες των ματιών· αντίθετα, για τον σκοπό της μονής όρασης αντιστοιχεί η δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς χιτώνα στη δεξιά πλευρά του αριστερού αμφιβληστροειδούς χιτώνα κ.λπ., όπως φαίνεται αναντίρρητα από τα φαινόμενα που παραθέσαμε. Επειδή λοιπόν η υπόθεση είναι διανοητική, τα ζώα με την πιο αναπτυγμένη νόηση, δηλαδή τα ανώτερα θηλαστικά, όπως και τα αρπακτικά πουλιά, κυρίως οι κουκουβάγιες, και άλλα, έχουν τα μάτια τους σε τέτοια θέση, ώστε να μπορούν να κατευθύνουν τους δυο άξονες σε ένα σημείο. 2. Η υπόθεση που παρουσιάστηκε πρώτα από τον Νεύτωνα (Optics query 15) για την ένωση ή μερική διασταύρωση των οπτικών νεύρων πριν από την είσοδό τους στον εγκέφαλο, είναι ήδη λαθεμένη, γιατί τότε η διπλή όραση μέσα από το αλληθώρισμα θα ήταν αδύνατη εκτός αυτού έχουν δείξει ήδη οι Βεσάλιος και Καισαλπίνος και ανατομι κές περιπτώσεις στις οποίες δεν υπήρχε καμία σύμ μειξη, ούτε καν επαφή των οπτικών νεύρων, τα υποκείμενα όμως έβλεπαν παρά ταύτα μονά. Τέλος εκείνη τη σύμμειξη της εντύπωσης αντικρούει και το ακόλουθο πείραμα. Αν κανείς κρατώντας σταθερά κλειστό το δεξί μάτι κοιτάξει με το αριστερό τον ήλιο, την εικόνα του θαμπώματος θα την έχει για αρκετό χρόνο μετά μόνο στο αριστερό, ποτέ στο δεξί, και το αντίστροφο.
Το τρίτο, μέσα από το οποίο ο νους επεξεργάζεται και μεταλλάσσει το αίσθημα σε παρατήρηση, είναι το ότι από τις απλές επιφάνειες σχηματίζει σώματα, δηλαδή την τρίτη διάσταση, κρίνοντας αιτιατά την επέκταση των σωμάτων και προς αυτή, μέσα στον a priori συνειδητό του χώρο, και σύμφωνα με την επενέργεια που ασκούν στα μάτια, και τις διαβαθμίσεις του φωτός και του ίσκιου. Ενώ δηλαδή τα αντικείμενα πληρούν τον χώρο και στις τρεις διαστάσεις, μπορούν να ενεργήσουν στα μάτια μόνο με τις δυο: το αίσθημα κατά την όραση είναι, λόγω της φύσης του οργάνου, μόνο επιπεδομετρικό, όχι στερεομετρικό. Τα στερεομετρικά στοιχεία στην παρατήρηση προστίθενται από τον νου τα μόνα του υλικά για τον σκοπό αυτό είναι η κατεύθυνση, από την οποία έρχεται στο μάτι η εντύπωση, τα όριά της και οι διάφορες διαβαθμίσεις του φωτεινού και του σκοτεινού, οι οποίες άμεσα υποδηλώνουν το αίτιό τους, και αναγνωρίζουμε αν έχουμε μπροστά μας ένα οβάλ σώμα ή μια σφαίρα. Επίσης και αυτή η επιχείρηση του νου πραγματοποιείται, 6-πως και οι προηγούμενες, τόσο άμεσα και γρήγορα, ώστε από αυτή δεν έρχεται στη συνείδηση τίποτ' άλλο παρά μόνο το αποτέλεσμα. Γι' αυτό, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, ενός σώματος από τον χώρο, είναι μια τόσο δύσκολη υπόθεση, που λύνεται μόνο με τη χρήση μαθηματικών αρχών και απαιτεί και κάποια εκπαίδευση, παρόλο που δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την απεικόνιση του επιπέδομετρικού αισθήματος της όρασης, όπως αυτό βρίσκεται σε αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, δηλαδή των δυο διαστάσεων, στις οποίες ο νους με την επεξεργασία των στοιχείων που αναφέραμε, θα προσθέσει την τρίτη, τόσο κατά το κοίταγμα του σχεδίου, όσο και της πραγματικότητας. Ένα τέτοιο σχέδιο είναι επίσης μια γραφή, την οποία, όπως την τυπωμένη, μπορούν να τη διαβάσουν όλοι, αλλά λίγοι να τη γράψουν. Γιατί ο νους μας που παρατηρεί, αντιλαμβάνεται την ενέργεια μόνο για να φτάσει στο αίτιο. Αναγνωρίζουμε π.χ. αμέσως μια καρέκλα σε κάθε δυνατή θέση και κατάσταση, αλλά η απεικόνισή της είναι υπόθεση εκείνης της τέχνης που από την τρίτη επιχείρηση του νου παίρνει μονάχα τα στοιχεία από τα οποία ο παρατηρητής μπορεί να σχηματίσει ο ίδιος την παράσταση της τρίτης διάστασης. Αυτή η τέχνη είναι, όπως είπαμε, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, αλλά με την ευρύτερη έννοια η ζωγραφική. Η εικόνα σχεδιάζεται με γραμμές σύμφωνες με τους κανόνες της προοπτικής, φωτεινές και σκοτεινές θέσεις, σύμφωνα με την ενέργεια του φωτός και της σκιάς, τέλος χρώματα, σε ποιότητα και ένταση που διδάσκει η εμπειρία. Ο παρατηρητής από τις ενέργειες εξάγει τα αίτια. Η τέχνη του ζωγράφου συνίσταται στο ότι γνωρίζει να κρατάει με σύνεση τα στοιχεία του αισθήματος κατά την όραση του αντικειμένου, πριν από αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, ενώ εμείς οι άλλοι, μετά από τη χρήση τους, τα πετάμε, χωρίς να τα αποθηκεύουμε στη μνήμη μας. Την τρίτη επιχείρηση του νου, για την οποία μιλάμε εδώ, θα τη γνωρίσουμε από πιο κοντά, προχωρώντας τώρα σε μια τέταρτη, η οποία, σαν μια πολύ κοντινά συγγενική, την εξηγεί περισσότερο.
Συνεχίζεται
Το δεύτερο που επιτυγχάνει ο νους κατά την επεξεργασία του αισθήματος σε παρατήρηση, είναι το ότι από το διπλό αίσθημα που προέρχεται από το αντικείμενο, φτιάχνει μία παράσταση του αντικειμένου, ενώ το κάθε μάτι δέχεται την εντύπωση του αντικειμένου ξεχωριστά, και μάλιστα από μια διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο όμως παρουσιάζεται σαν ένα, κάτι που μόνο στον νου μπορεί να συμβεί. Η διαδικασία μέσα από την οποία επιτυγχάνεται αυτό είναι η ακόλουθη: τα μάτια μας βρίσκονται μόνο τότε παράλληλα, όταν κοιτάζουμε μακριά, δηλαδή πάνω από 200 πόδια: εκτός αυτού όμως, κατευθύνουμε και τα δύο στο παρατηρούμενο αντικείμενο, κάτι που τα κάνει να συγκλίνουν το ένα προς το άλλο, και οι δύο γραμμές από το κάθε μάτι που κατευθύνονται προς το ακριβές σημείο του αντικειμένου, συγκλίνουν σε μια γωνία που ονομάζεται οπτική γωνία, ενώ οι δυο γραμμές οι ίδιες οπτικοί άξονες. Αυτοί, σε σχέση με ένα αντικείμενο που είναι μπροστά μας, βρίσκονται ακριβώς στο μέσο του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, επομένως σε δύο μεταξύ τους ακριβώς αντίστοιχα σημεία στα μάτια. Αμέσως ο νους, ο οποίος για όλα αναζητεί πάντα μόνο το αίτιο, αναγνωρίζει ότι, παρόλο που η εντύπωση εδώ είναι διπλή, αυτή η εντύπωση όμως προέρχεται από ένα εξωτερικό σημείο, και λοιπόν έχει να κάνει με ένα αίτιος επομένως αυτό το αίτιο παρουσιάζεται πλέον σαν ένα αντικείμενο. Γιατί όλα όσα κοιτάζουμε, τα κοιτάζουμε σαν αίτιο, σαν αίτιο ενέργειας που αισθανθήκαμε, επομένως μέσα στον νου. Επειδή όμως δεν κοιτάζουμε μόνο ένα σημείο παρά μια μεγαλύτερη επιφάνεια ενός αντικειμένου, με τα δυο μάτια, και όμως τη βλέπουμε μονή, θα πρέπει να συνεχίσουμε λίγο ακόμα την εξήγηση που δώσαμε. Ό,τι στο αντικείμενα βρίσκεται έξω από το σημείο ένωσης της οπτικής γωνίας, στέλνει τις αχτίδες του όχι πια ευθεία στο μέσο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αλλά επίσης πιο έξω από αυτό, όμως και στα δυο μάτια στην ίδια, δηλαδή την αριστερή πλευρά του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα: επομένως τα σημεία του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που δέχονται αυτές τις αχτίδες, βρίσκονται, όπως και τα σημεία στη μέση, σε συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις. Ο νους τα αναγνωρίζει γρήγορα και διευρύνει και προς αυτά την αιτιώδη σχέση του, η οποία πλέον δεν περιλαμβάνει μόνο τις αχτίδες που πέφτουν στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, παρά και αυτές που πέφτουν στις άλλες, μεταξύ τους συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις, και έτσι κάθε σημείο του αντικειμένου που στέλνει αυτές τις αχτίδες, βλέπει δηλαδή όλα αυτά τα σημεία, που σημαίνει ολόκληρο το αντικείμενο, μόνο σαν ένα. Εδώ πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι η αντιστοιχία δεν αφορά την εξωτερική πλευρά του ενός αμφιβληστροειδούς χιτώνα προς την εξωτερική πλευρά του άλλου, και την εσωτερική του ενός προς την εσωτερική του άλλου, παρά τη δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς προς τη δεξιά πλευρά του άλλου κ.λπ., η υπόθεση λοιπόν γίνεται κατανοητή όχι με τη φυσιολογική παρά με τη γεωμετρική έννοια. Σαφείς εξηγήσεις ποικίλων φαινομένων αυτού του είδους με σχέδια βρίσκει κανείς στο έργο Optics του Ρόμπερτ Σμιθς (Robert Smiths), εν μέρει επίσης και στη γερμανική μετάφραση του Καί στνερ (Kästner) του 1755. Εγώ αναφέρω μόνο μία περίπτωση (σχήμα 2), η οποία είναι ειδική, μπορεί όμως να βοηθήσει στην κατανόηση του όλου, αν παραβλέψουμε το σημείο Ρ.
Κατευθύνουμε λοιπόν και τα δυο μάτια συνέχεια, ομοιόμορφα στο αντικείμενο, για να δεχτούμε τις αχτίδες που στέλνουν τα ίδια σημεία προς τις συμμετρικά μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων. Κατά την κίνηση των ματιών πέρα-δώθε, πάνω-κάτω και προς όλες τις κατευθύνσεις, το σημείο του αντικειμένου το οποίο πριν είχε στείλει τις αχτίδες του στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς, τις στέλνει τώρα κάθε φορά σε ένα άλλο, αλλά πάντα στο ίδιο, αντίστοιχο και στους δυο αμφιβληστροειδείς, σημείο, Όταν εξετάζουμε ένα αντικείμενο, αφήνουμε τα μάτια να γλιστρούν πέρα-δώθε, για να δούμε κάθε σημείο του με το κέντρο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που βλέπει πιο καλά, ψηλαφίζουμε δηλαδή το αντικείμενο με τα μάτια. Από αυτό γίνεται σαφές ότι το κοίταγμα με δυο μάτια βασικά μοιάζει με το ψηλάφισμα ενός σώματος από δέκα δάχτυλα, από τα οποία καθένα λαβαίνει μια άλλη εντύπωση και από μια άλλη κατεύθυνση, όμως όλες τις εντυπώσεις ο νους τις αναγνωρίζει σαν προερχόμενες από ένα σώμα, επεξεργάζεται στη συνέχεια τη μορφή του και το μέγεθός του και το σχηματίζει στον χώρο. Από αυτό απορρέει το γεγονός ότι ένας τυφλός μπορεί να είναι γλύπτης: ένας τέτοιος ήταν, τυφλός από τα πέντε του χρόνια, ο γνωστός Γιόζεφ Κλάινχαννς (Joseph Kleinhanns) (Για αυτόν διαβάζουμε στο Frankfurter Konversationsblatt της 33ης Ιουλίου 1853: «Στο Nauders (Τιρόλο) πέθανε στις 10 Ιουλίου ο τυφλός γλύπτης Joseph Kleinhanns. Τυφλός από τα πέντε του χρόνια από ευλογιά, κατασκεύαζε παίζοντας ξυλόγλυ πτα για να περνάει την ώρα του. Ο Prugg του έδωσε οδηγίες και φιγούρες να τις απομιμηθεί, και στα δώδεκα δημιούργησε έναν Χριστό σε φυσικό μέγεθος. Στο εργαστήριο του γλύπτη Hissl στο Fügen έμαθε σε λίγο καιρό πάρα πολλά, και έγινε χάρη στο ταλέντο του ο πιο γνωστός τυφλός γλύπτης. Οι εργασίες του κάθε είδους είναι αμέτρητες. Μόνο οι απεικονίσεις του Χριστού φτάνουν τις τετρακόσιες, και σε αυτές, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ήταν τυφλός, φαίνεται όλη η μαεστρία του. Δημιούργησε και άλλα, άξια αναγνώρισης, έργα, και πριν μόλις δύο μήνες ακόμα μια προτομή του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, η οποία στάλθηκε στη Βιέννη».), που πέθανε το 1853 στο Τιρόλο. Γιατί η παρατήρηση συμβαίνει πάντα μέσα από τον νου, αδιάφορο από ποια αισθητήρια όργανα προέρχονται τα στοιχεία της.
Αν όμως ψηλαφίσω μια μπίλια με σταυρωμένα δάχτυλα, αμέσως νομίζω πως αισθάνομαι δυο μπίλιες, γιατί ο νους μου, αναζητώντας το αίτιο και τον σχηματισμό του σύμφωνα με τους νόμους του χώρου, προϋποθέτει τη φυσική θέση των δαχτύλων, και τις δυο επιφάνειες της μπίλιας που αγγίζουν ο δείκτης και ο μέσος πρέπει τώρα να τις αποδώσει σε δυο διαφορετικές μπίλιες· το ίδιο, ένα αντικείμενο που κοιτάζω θα μου φανεί διπλό, αν τα μάτια μου δεν συγκλίνουν για να δημιουργήσουν την οπτική γωνία σε ένα σημείο, παρά το καθένα κοιτάζει το αντικείμενο με μια διαφορετική γωνία, δηλαδή όταν αλληθωρίζω. Γιατί τώρα οι αχτίδες, που έρχονται από ένα σημείο του αντικειμένου και δεν βρίσκουν τις συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, τις οποίες γνωρίζει ο νους μου μέσα από την εμπειρία του, παρά φτάνουν σε εντελώς διαφορετικά σημεία και σε ομοιόμορφη θέση των ματιών, μόνο από διαφορετικά σώματα θα μπορούσαν να προέρχονται· γι' αυτό εγώ τώρα βλέπω δυο αντικείμενα, γιατί η παρατήρηση συμβαίνει ακριβώς μέσα από τον νου και μέσα στον νου. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουμε και χωρίς αλληθώρισμα, αν δυο αντικείμενα βρίσκονται μπροστά μου σε διαφορετική απόσταση το καθένα, και εγώ κοιτάζω σταθερά το πιο μακρινό, δηλαδή σε αυτό κλείνω την οπτική γωνία: γιατί τώρα οι αχτίδες που έρχονται από το πιο κοντινό αντικείμενο δεν συναντούν τις συμμε τρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, και ο νους μου επομένως θα τις αποδώσει σε δυο αντικείμενα, θα δω δηλαδή το πιο κοντινό αντικείμενο διπλό (σχήμα 2). Αν αντίθετα κλείσω την οπτική γωνία στο κοντινό αντικείμενο, με το να το κοιτά-ζω σταθερά, τότε για τον ίδιο λόγο θα φαίνεται διπλό το πιο απομακρυσμένο αντικείμενο. Για να το δοκιμάσει κανείς αυτό μπορεί μόνο να βάλει ένα μολύβι δυο πόδια μπροστά από τα μάτια του, και εναλλακτικά να κοιτάζει μια αυτό και μια ένα πιο απομακρυσμένο αντικείμενο.
Αλλά το ωραιότερο είναι πως μπορεί να κάνει κανείς και το αντίστροφο πείραμα, όταν, βάζοντας δυο αντικείμενα ίσια και κοντά στα ανοιχτά μάτια, θα βλέπει μόνο ένα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι η παρατήρηση δεν βρίσκεται στο αίσθημα των αισθήσεων, παρά συμβαίνει μέσα από μια πράξη του νου. Φτιάχνουμε δυο κυλινδρικά σώματα μήκους περίπου 8 ιντσών και διαμέτρου 1,5 ίντσας, τα τοποθετούμε εντελώς παράλληλα σαν τηλεσκόπια, και στερεώνουμε μπροστά από το άνοιγμα του καθενός ένα κέρμα. Αν τώρα κανείς βάλει το άλλο άκρο των σωλήνων στα μάτια του και κοιτάξει μέσα από αυτούς, θα δει μόνο ένα κέρμα, περιτυλιγμένο από ένα σωλήνα. Γιατί μέσα από τους σωλήνες τα μάτια είναι αναγκασμένα να βρίσκονται σε εντελώς παράλληλη θέση, και οι αχτίδες από τα κέρματα φτάνουν στο κέντρο των αμφιβληστροειδών χιτώνων και των γύρω συμμετρικών σημείων εντελώς ομοιόμορφα, γι' αυτό ο νους, προϋ ποθέτοντας την αναγκαία σύγκλιση των οπτικών αξό-νων, υποθέτει ένα μοναδικό αντικείμενο σαν αίτιο του φωτός που φτάνει στα μάτια, δηλαδή βλέπουμε μόνο έναι τόσο άμεση είναι η αιτιώδης σχέση του νου.
Για την αντίκρουση ξεχωριστά των διαφόρων φυσιολογικών εξηγήσεων της μονής όρασης δεν είναι εδώ η θέση. Το ότι όμως είναι λαθεμένες προκύπτει από τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Αν η υπόθεση βασιζόταν σε μια οργανική σχέση, θα έπρεπε οι δυο αντίστοιχες μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων, από τις οποίες αποδεδειγμένα εξαρτάται η μονή όραση των πραγμάτων, να είναι ίδιες, με την οργανική έννοια· όμως, όπως αναφέραμε, είναι μόνο με τη γεωμετρική. Γιατί οργανικά αντιστοιχούν μεταξύ τους οι δυο εσωτερικές και οι δυο εξωτερικές γωνίες των ματιών· αντίθετα, για τον σκοπό της μονής όρασης αντιστοιχεί η δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς χιτώνα στη δεξιά πλευρά του αριστερού αμφιβληστροειδούς χιτώνα κ.λπ., όπως φαίνεται αναντίρρητα από τα φαινόμενα που παραθέσαμε. Επειδή λοιπόν η υπόθεση είναι διανοητική, τα ζώα με την πιο αναπτυγμένη νόηση, δηλαδή τα ανώτερα θηλαστικά, όπως και τα αρπακτικά πουλιά, κυρίως οι κουκουβάγιες, και άλλα, έχουν τα μάτια τους σε τέτοια θέση, ώστε να μπορούν να κατευθύνουν τους δυο άξονες σε ένα σημείο. 2. Η υπόθεση που παρουσιάστηκε πρώτα από τον Νεύτωνα (Optics query 15) για την ένωση ή μερική διασταύρωση των οπτικών νεύρων πριν από την είσοδό τους στον εγκέφαλο, είναι ήδη λαθεμένη, γιατί τότε η διπλή όραση μέσα από το αλληθώρισμα θα ήταν αδύνατη εκτός αυτού έχουν δείξει ήδη οι Βεσάλιος και Καισαλπίνος και ανατομι κές περιπτώσεις στις οποίες δεν υπήρχε καμία σύμ μειξη, ούτε καν επαφή των οπτικών νεύρων, τα υποκείμενα όμως έβλεπαν παρά ταύτα μονά. Τέλος εκείνη τη σύμμειξη της εντύπωσης αντικρούει και το ακόλουθο πείραμα. Αν κανείς κρατώντας σταθερά κλειστό το δεξί μάτι κοιτάξει με το αριστερό τον ήλιο, την εικόνα του θαμπώματος θα την έχει για αρκετό χρόνο μετά μόνο στο αριστερό, ποτέ στο δεξί, και το αντίστροφο.
Το τρίτο, μέσα από το οποίο ο νους επεξεργάζεται και μεταλλάσσει το αίσθημα σε παρατήρηση, είναι το ότι από τις απλές επιφάνειες σχηματίζει σώματα, δηλαδή την τρίτη διάσταση, κρίνοντας αιτιατά την επέκταση των σωμάτων και προς αυτή, μέσα στον a priori συνειδητό του χώρο, και σύμφωνα με την επενέργεια που ασκούν στα μάτια, και τις διαβαθμίσεις του φωτός και του ίσκιου. Ενώ δηλαδή τα αντικείμενα πληρούν τον χώρο και στις τρεις διαστάσεις, μπορούν να ενεργήσουν στα μάτια μόνο με τις δυο: το αίσθημα κατά την όραση είναι, λόγω της φύσης του οργάνου, μόνο επιπεδομετρικό, όχι στερεομετρικό. Τα στερεομετρικά στοιχεία στην παρατήρηση προστίθενται από τον νου τα μόνα του υλικά για τον σκοπό αυτό είναι η κατεύθυνση, από την οποία έρχεται στο μάτι η εντύπωση, τα όριά της και οι διάφορες διαβαθμίσεις του φωτεινού και του σκοτεινού, οι οποίες άμεσα υποδηλώνουν το αίτιό τους, και αναγνωρίζουμε αν έχουμε μπροστά μας ένα οβάλ σώμα ή μια σφαίρα. Επίσης και αυτή η επιχείρηση του νου πραγματοποιείται, 6-πως και οι προηγούμενες, τόσο άμεσα και γρήγορα, ώστε από αυτή δεν έρχεται στη συνείδηση τίποτ' άλλο παρά μόνο το αποτέλεσμα. Γι' αυτό, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, ενός σώματος από τον χώρο, είναι μια τόσο δύσκολη υπόθεση, που λύνεται μόνο με τη χρήση μαθηματικών αρχών και απαιτεί και κάποια εκπαίδευση, παρόλο που δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την απεικόνιση του επιπέδομετρικού αισθήματος της όρασης, όπως αυτό βρίσκεται σε αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, δηλαδή των δυο διαστάσεων, στις οποίες ο νους με την επεξεργασία των στοιχείων που αναφέραμε, θα προσθέσει την τρίτη, τόσο κατά το κοίταγμα του σχεδίου, όσο και της πραγματικότητας. Ένα τέτοιο σχέδιο είναι επίσης μια γραφή, την οποία, όπως την τυπωμένη, μπορούν να τη διαβάσουν όλοι, αλλά λίγοι να τη γράψουν. Γιατί ο νους μας που παρατηρεί, αντιλαμβάνεται την ενέργεια μόνο για να φτάσει στο αίτιο. Αναγνωρίζουμε π.χ. αμέσως μια καρέκλα σε κάθε δυνατή θέση και κατάσταση, αλλά η απεικόνισή της είναι υπόθεση εκείνης της τέχνης που από την τρίτη επιχείρηση του νου παίρνει μονάχα τα στοιχεία από τα οποία ο παρατηρητής μπορεί να σχηματίσει ο ίδιος την παράσταση της τρίτης διάστασης. Αυτή η τέχνη είναι, όπως είπαμε, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, αλλά με την ευρύτερη έννοια η ζωγραφική. Η εικόνα σχεδιάζεται με γραμμές σύμφωνες με τους κανόνες της προοπτικής, φωτεινές και σκοτεινές θέσεις, σύμφωνα με την ενέργεια του φωτός και της σκιάς, τέλος χρώματα, σε ποιότητα και ένταση που διδάσκει η εμπειρία. Ο παρατηρητής από τις ενέργειες εξάγει τα αίτια. Η τέχνη του ζωγράφου συνίσταται στο ότι γνωρίζει να κρατάει με σύνεση τα στοιχεία του αισθήματος κατά την όραση του αντικειμένου, πριν από αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, ενώ εμείς οι άλλοι, μετά από τη χρήση τους, τα πετάμε, χωρίς να τα αποθηκεύουμε στη μνήμη μας. Την τρίτη επιχείρηση του νου, για την οποία μιλάμε εδώ, θα τη γνωρίσουμε από πιο κοντά, προχωρώντας τώρα σε μια τέταρτη, η οποία, σαν μια πολύ κοντινά συγγενική, την εξηγεί περισσότερο.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου