Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§21

Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης (συνέχεια)

....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......

Αυτή η τέταρτη επιχείρηση του νου συνίσταται δηλαδή στην αναγνώριση της απόστασης του αντικειμένου από εμάς· αυτή όμως σχετίζεται με την τρίτη διάσταση για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Το αίσθημα κατά την όραση μας δίνει, όπως ήδη είπαμε, την κατεύθυνση στην οποία βρίσκονται τα αντικείμενα, αλλά όχι την απόσταση, δηλαδή όχι τον τόπο τους. Η απόσταση λοιπόν πρέπει να βρεθεί μέσα από τον νου, επομένως να προκύψει μέσα από αιτιατές προϋποθέσεις. Από αυτές η σημαντικότερη είναι η οπτική γωνία κάτω από την οποία παρουσιάζεται το αντικείμενο· αλλά αυτή είναι διφορούμενη, και μόνη της δεν αρκεί. Είναι σαν μια λέξη με δυο σημασίες: πρέπει κανείς από την ολική σχέση να δει ποια σημα σία εννοείται. Γιατί με την ίδια οπτική γωνία ένα αντικείμενο μπορεί να είναι μικρό και κοντά, ή μεγάλο και μακριά. Μόνο αν το μέγεθός του μας είναι ήδη από άλλη πηγή γνωστό, μπορούμε από την οπτική γωνία να αναγνωρίσουμε την απόστασή του, όπως επίσης και αντίστροφα, αν από άλλη πηγή μας είναι γνωστή η απόσταση, να αναγνωρίσουμε το μέγεθος. Η σμίκρυνση της οπτικής γωνίας σχετίζεται με τη
γραμμική προοπτική του χώρου. Επειδή η όρασή μας φτάνει το ίδιο μακριά προς όλες τις κατευθύνσεις, τα βλέπουμε όλα σαν μια κοίλη σφαίρα, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το μάτι μας. Αυτή η σφαίρα έχει, πρώτον, ατέλειωτα πολλούς διασταυρούμενους κύκλους προς όλες τις κατευθύνσεις, και οι γωνίες, το μέτρο των οποίων μας δίνει τα διάφορα σημεία αυτών των κύκλων, είναι οι δυνατές οπτικές γωνίες. Δεύτερον, αυτή η κοίλη σφαίρα, ανάλογα πώς υπολογίζουμε τη διάμετρό της, γίνεται πιο μεγάλη ή πιο μικρή: μπορούμε επομένως να τη σκεφτούμε σαν αποτελούμενη από ατέλειωτες, διαφανείς κοίλες σφαίρες, με κοινό κέντρο. Αφού όλες οι διάμετροι συγκλίνουν, αυτές οι κοίλες σφαίρες, στο μέτρο που βρίσκονται πιο μακριά από εμάς, είναι πιο μεγάλες. Τα αντικείμενα, ανάλογα αν καλύπτουν το ίδιο μέρος, π.χ. 10 μοίρες, μιας μικρότερης ή μιας μεγαλύτερης σφαίρας, είναι μικρό-τερα ή μεγαλύτερα, ενώ η οπτική γωνία μένει και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, δηλαδή δεν διασαφηνίζεται αν το αντικείμενο καλύπτει 10 μοίρες μιας σφαίρας με διάμετρο 2 μίλια ή 10 πόδια. Αν αντίθετα είναι γνωστό το μέγεθος του αντικειμένου, τότε ο αριθμός των βαθμών που καλύπτει θα μικραίνει στο μέτρο που η κοίλη σφαίρα, στην οποία το βλέπουμε, θα βρίσκεται πιο μακριά, και επομένως θα είναι πιο μεγάλη· στο ίδιο μέτρο επομένως θα συμπιέζονται όλα τα όριά του.

Από αυτό προκύπτει ο βασικός κανόνας κάθε προοπτικής· γιατί, αφού σε σταθερή αναλογία με την απόσταση, τα αντικείμενα και οι μεταξύ τους χώροι μικραί-νουν, και έτσι τα όρια συμπιέζονται, έχουμε σαν αποτέλεσμα όλα όσα βρίσκονται πάνω από εμάς να συμπιέζονται προς τα κάτω, αυτά που βρίσκονται κάτω από εμάς προς τα πάνω, και τα πλαϊνά το ένα προς το άλλο. Εφόσον έχουμε μπροστά μας μια σειρά αντι-κειμένων που σχετίζονται μεταξύ τους, μπορούμε από τη σύγκλιση των γραμμών, από τη γραμμική προοπτική, να αναγνωρίσουμε την απόσταση. Αντίθετα, από την απλή οπτική γωνία μόνη της, δεν μπορούμε. Ο νους τότε πρέπει να βοηθηθεί από άλλα στοιχεία, τα οποία χρησιμεύουν και στην καλύτερη κατανόηση της οπτικής γωνίας, εξηγώντας καλύτερα τον ρόλο που παίζει αυτή κατά τον υπολογισμό της απόστασης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως τέσσερα, τα οποία και θα αναφέρω στη συνέχεια. Με βάση αυτά, ακόμα και εκεί που λείπει η γραμμική προοπτική, μπορούμε συνήθως να υπολογίσουμε σωστά το μέγεθος ενός ανθρώπου που βρίσκεται εκατό πόδια μακριά, και φαίνεται σε μια οπτική γωνία είκοσι τέσσερις φορές μικρότερη απ' ό,τι αν βρισκόταν σε δυο πόδια απόσταση:

κάτι που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πως η παρατήρηση είναι διανοητική και όχι απλώς αισθησιακή. Μια ενδιαφέρουσα επιβεβαίωση όσων ειπώθηκαν σχετικά με τη γραμμική προοπτική και τη διανοητικότητα γενικά της παρατήρησης δίνει το ακόλουθο πείρα-μα. Αν κοιτάξω για πολλή ώρα ένα χρωματιστό αντικείμενο, π.χ. έναν κόκκινο σταυρό, θα έχω στο μάτι μου το φυσιολογικό του φάσμα χρωμάτων, δηλαδή έναν πράσινο σταυρό. Αυτός θα μου φανεί τόσο πιο μεγάλος, όσο πιο μακριά είναι η επιφάνεια στην οποία θα τον προβάλω, και τόσο πιο μικρός, όσο πιο κοντά είναι η επιφάνεια. Γιατί το φάσμα των χρωμάτων καλύπτει ένα ορισμένο τμήμα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, τη θέση που ερεθίστηκε πρώτα από τον κόκκινο σταυρό. Η προβολή του σταυρού σε μια έξω επιφάνεια, γίνεται αντιληπτή σαν μια ενέργεια ενός εξωτερικού αντικειμένου που έχει μια οπτική γωνία, ας πούμε, 2 μοίρες. Αν τον προβάλω σε μια πιο μακρινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μακρινής, και έτσι μεγάλης σφαίρας, επομένως ο σταυρός θα είναι μεγάλος· αν αντίθετα ρίξω το φάσμα σε μια κοντινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μικρής σφαίρας, θα είναι επομένως μικρός. Και στις δυο περιπτώσεις, η παρατήρηση του ενός εξωτερικού αντικειμένου είναι εντελώς αντικειμενική και, βασιζόμενη σε μια εντελώς υποκειμενική αιτία (το φάσμα των χρωμάτων), επιβεβαιώνει τη διανοητικότητα κάθε αντικειμενικής παρατήρησης. Για το φαινόμενο αυτό (το οποίο όπως ζωηρά θυμάμαι είχα παρατηρήσει το έτος 1815) υπάρχει στο Comptes rendus της 2ας Αυγούστου 1858 ένα κείμενο του Mr. Sequin, ο οποίος ασχολείται με το θέμα σαν να πρόκειται για μια νέα ανακάλυψη, και δίνει κάθε είδους άστοχες και ανόητες εξηγήσεις. Οι κύριοι της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιστημών κάνουν με κάθε ευκαιρία πειράματα επί πειραμάτων, και όσο πιο πολύπλοκα είναι αυτά, τόσο το καλύτερο. Μόνο εμπειρία! είναι το σήμα τους, αλλά λίγο σωστό και έντιμο συλλογισμό για τα παρατηρούμενα φαινόμενα συναντάει κανείς εξαιρετικά σπάνια· πειράματα, πειράματα και αερολογίες.

Στα βοηθητικά στοιχεία που αναφέραμε ανήκουν πρώτον οι εσωτερικές μεταβολές του ματιού, δυνάμει των οποίων το μάτι, μέσα από τη διεύρυνση ή μείωση της διάθλασης, προσαρμόζει τον οπτικό του μηχανισμό της διάθλασης στις διάφορες αποστάσεις. Σε τι ακριβώς όμως συνίστανται αυτές οι μεταβολές είναι ακόμα άγνωστο. Τις έχουν αποδώσει στην επέκταση της κύρτωσης, άλλοτε του κερατοειδούς χιτώνα, άλλοτε του φακού: αλλά η νεότερη, στην ουσία όμως ήδη από τον Κέπλερ διατυπωμένη, θεωρία τις αποδίδει στο ότι ο φακός, όταν κοιτάζουμε μακριά, κινείται προς τα πίσω, όταν όμως κοιτάζουμε κοντά, πηγαίνει προς τα εμπρός, και εκεί, μέσα από την πίεση των πλευρών, γίνεται πιο κυρτός. Αυτή η εξήγηση μου φαίνεται η πιο πιθανή: γιατί θα ήταν ανάλογη με τον μηχανισμό του ματιού κατά την παρακολούθηση της όπερας. Αυτή τη θεωρία τη βρίσκει κανείς αναλυτικά διατυπωμένη στην πραγματεία του Alexander Huecks Die Bewegung der Kristalllinse, 1841. Σε κάθε περίπτωση, για αυτές τις εσωτερικές μεταβολές του μα τιού, αν και δεν έχουμε μια σαφή αντίληψη, πάντως έχουμε μια ορισμένη αίσθηση, και αυτή τη χρησιμοποιούμε άμεσα για τον υπολογισμό της απόστασης. Επειδή όμως αυτές οι μεταβολές χρησιμεύουν για την όραση μιας απόστασης μεταξύ 7 ιντσών και 16 ποδιών, γι' αυτό και το στοιχείο τούτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον νου μόνο μέσα σε αυτή την απόσταση.

Αντίθετα, το δεύτερο στοιχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πέρα από αυτήν, το στοιχείο δηλαδή που έχουμε ήδη αναφέρει, η οπτική γωνία που δημιουργεί-ται από τους δυο οπτικούς άξονες. Είναι φανερό ότι αυτή γίνεται μικρότερη, όσο πιο μακριά είναι το αντι-κείμενο, και μεγαλύτερη, όσο αυτό είναι πιο κοντά. Αυτή η διαφορετική κατεύθυνση των ματιών κατά τον σχηματισμό της οπτικής γωνίας γίνεται μεν ελαφρά αισθητή, συνειδητή όμως γίνεται μόνο εφόσον ο νους τη χρησιμοποιήσει σαν στοιχείο κατά τον διαισθητικό υπολογισμό της απόστασης. Αυτό το στοιχείο δεν βοηθάει μόνο στην αναγνώριση της απόστασης, αλλά και του τόπου του αντικειμένου. Επειδή κάθε μάτι βλέπει το αντικείμενο σε μια κάπως διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο φαίνεται σαν να μετακινείται ελαφρά, αν κλείσει κανείς το ένα μάτι. Επειδή όμως, αν το αντικείμενο βρίσκεται σε απόσταση 200 ποδών ή και περισσότερο, τα μάτια κατευθύνονται παράλληλα, δηλαδή η οπτική γωνία χάνεται εντελώς, γι' αυτό πόσταση τούτο το στοιχείο ισχύει μόνο μέσα στην απόσ που αναφέραμε.

η. Πέρα από αυτήν έρχεται σε βοήθεια του νου προοπτική του βάθους, κατά την οποία η εντύπωση του βάθους δημιουργείται με την ελάττωση των αντι-θέσεων από μπρος προς τα πίσω και την ταυτόχρονη αύξηση της φωτεινότητας από μπρος προς τα πίσω. Η μείωση σε ένταση των χρωμάτων, η εμφάνιση του φυσικού μπλε μπροστά από όλα τα σκοτεινά αντικείμενα (σύμφωνα με τη σωστή θεωρία των χρωμάτων του Γκαίτε) και το θάμπωμα των γωνιών υποδηλώ-νουν μια μεγάλη απόσταση. Αυτό το στοιχείο, στην Ιταλία, εξαιτίας της μεγάλης διαφάνειας του αέρα,
είναι εξαιρετικά αδύναμο. Γι' αυτό και μας εξαπατά: π.χ. από το Φρασκάτι ιδωμένο το Τίβολι φαίνεται πολύ κοντά. Αντίθετα, στην ομίχλη μάς φαίνονται όλα τα αντικείμενα μεγαλύτερα, γιατί ο νους υποθέτει πως βρίσκονται πιο μακριά.


Τέλος μας μένει ακόμα ο υπολογισμός της απόστασης μέσα από τα διαισθητικά γνωστά μεγέθη των πραγμάτων που βρίσκονται ανάμεσα σε εμάς και το αντικείμενο, όπως χωράφια, ποτάμια, δάση κ.λπ. Αυτός ο υπολογισμός, βέβαια, ισχύει για μια ενιαία περιοχή, για γήινα, όχι για ουράνια σώματα. Γενικά έχουμε συνηθίσει να κάνουμε χρήση αυτού του στοιχείου σε οριζόντια κατεύθυνση, όχι σε κάθετη. Γι' αυτό η σφαίρα σε έναν πύργο ύψους 200 ποδών μάς φαίνεται πολύ πιο μικρή απ' ό,τι αν βρίσκεται 200 πόδια μπροστά μας στο έδαφος, γιατί οριζόντια υπολογίζουμε πιο σωστά την απόσταση. Κάποιος που βρίσκεται σε ένα σημείο, ανάμεσα στο οποίο και σε εμάς τα αντικείμενα είναι αδιευκρίνιστα και θαμπά, θα μας φανεί εντυπωσιακά μικρός.

Εν μέρει σε αυτόν τον τελευταίο τρόπο υπολογισμού και εν μέρει στην προοπτική του βάθους οφείλεται το γεγονός, ότι ο νους μας που παρατηρεί, υποθέτει ότι τα αντικείμενα που βρίσκονται προς τον ορίζοντα είναι πιο μακριά, και επομένως πιο μεγάλα, απ' ό,τι σε κάθετη κατεύθυνση. Γι' αυτό η σελήνη στον ορίζοντα μας φαίνεται πιο μεγάλη από όσο όταν βρίσκεται στην κορυφή του ουρανού, ενώ η εικόνα που ρίχνει στο μάτι είναι και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, όπως και ο θόλος του ουρανού φαίνεται να εκτείνεται πιο πολύ οριζόντια απ' ό,τι κάθετα. Και τα δυο είναι λοιπόν καθαρά διανοητικά ή εγκεφαλικά, παρά οπτικά ή αισθησιακά. Η αντίρρηση ότι η σελήνη, όταν είναι στην κορυφή του ουρανού, μερικές φορές είναι θαμπή και δεν φαίνεται πιο μεγάλη, δεν σημαίνει κάτι, γιατί, όπως είπαμε, ο τελευταίος υπολογισμός ισχύει μόνο για αντικείμενα που βρίσκονται σε οριζόντια κατεύθυνση και όχι σε κάθετη. Ο Σωσσύρ (Saussure) λέγεται ότι είδε από το Μονμπλάν τη σελήνη που μόλις είχε εμφανιστεί στον ορίζοντα τόσο μεγάλη, που δεν την αναγνώρισε και από τον τρόμο του λιποθύμησε.


Αντίθετα, στον υπολογισμό με μόνο την οπτική γωνία, του μεγέθους μέσα από την απόσταση, και της απόστασης μέσα από το μέγεθος, βασίζεται το τηλεσκόπιο και ο φακός, γιατί εδώ οι τέσσερις άλλοι συμπληρωματικοί τρόποι υπολογισμού αποκλείονται. Το τηλεσκόπιο πραγματικά μεγεθύνει, αλλά φαίνεται σαν να φέρνει τα πράγματα απλώς πιο κοντά. Επειδή το μέγεθος των πραγμάτων μάς είναι εμπειρικά γνωστό, εξηγούμε και τη μεγέθυνση από την πιο μικρή απόσταση· γι' αυτό ένα σπίτι μέσα από το τηλεσκόπιο δεν φαίνεται δέκα φορές πιο μεγάλο, παρά δέκα φορές πιο κοντά. Ο φακός αντίθετα δεν μεγεθύνει πραγματικά, παρά καθιστά μόνο δυνατό να φέρουμε το αντικείμενο τόσο κοντά στο μάτι, όσο δεν θα μπορούσαμε χωρίς αυτόν, και το αντικείμενο φαίνεται μόνο τόσο μεγάλο, όσο θα φαινόταν από την ίδια κοντινή απόσταση και χωρίς τον φακό. Η μικρή κύρτωση δηλαδή του κερατοειδούς χιτώνα δεν μας επιτρέπει την καθαρή όραση σε σημείο πιο κοντινό από οκτώ μέχρι δέκα ίντσες από το μάτι· όταν όμως η κύρτωση του φακού μεγαλώσει τη διάθλαση, έχουμε μια καθαρή εικόνα και σε απόσταση μισής ίντσας από το μάτι. Το αντικείμενο που βλέπουμε σε τόσο κοντινή απόσταση και σε μέγεθος που αντιστοιχεί προς αυτήν, προβάλλει ο νους μας στη φυσική απόσταση της καθαρής όρασης, δηλαδή οχτώ μέχρι δέκα ίντσες, και υπολογίζει λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την απόσταση και τη δεδομένη οπτική γωνία, το μέγεθός του.

Όλα αυτά που σχετίζονται με την όραση τα περιέγραψα τόσο λεπτομερειακά, για να καταστήσω σαφές ότι σε όλα αυτά τον κύριο λόγο έχει ο νους, ο οποίος μέσα από το γεγονός ότι αντιλαμβάνεται κάθε μεταβολή σαν ενέργεια και τη σχετίζει με το αίτιό της, πάνω στο υπόστρωμα των a priori θεμελιωδών αντιλήψεων του χώρου και του χρόνου, δημιουργεί το εγκεφαλικό φαινόμενο του κόσμου των πραγμάτων, για τη δημιουργία του οποίου τα αισθήματα των αισθήσεων του παρέχουν απλώς μερικά στοιχεία. Και μάλιστα ο νους ενεργεί μόνο μέσα από τη δική του μορφή, η οποία είναι ο νόμος της αιτιότητας, και επομένως εντελώς άμεσα και διαισθητικά, χωρίς τη βοήθεια του συλλογισμού, της αφηρημένης αντίληψης, μέσα από έννοιες και λέξεις, οι οποίες είναι το υλικό της δευτερεύουσας αντίληψης, που θα πει της σκέψης, δηλαδή της λογικής.

Αυτή η ανεξαρτησία της αντίληψης του νου από τη λογική και τα βοηθητικά της στοιχεία, γίνεται φανερή από το γεγονός ότι, αν κάποτε ο νους αποδίδει μια δεδομένη ενέργεια σε ένα μη σωστό αίτιο το οποίο παρατηρεί, και έτσι προκύπτει το λαθεμένο φαινομενικό, η λογική όμως αντιλαμβάνεται αφηρημένα τη σωστή κατάσταση, δεν μπορεί παρά ταύτα να προστρέξει σε βοήθειά του, και το φαινομενικό παραμένει απείραχτο. Ένα τέτοιο φαινομενικό είναι π.χ. η διπλή όραση και το διπλό ψηλάφισμα που έχουμε αναφέρει, όταν τα αισθητήρια όργανα μετακινούνται από τη σωστή τους θέση. Το ίδιο συμβαίνει με τη σελήνη που φαίνεται μεγαλύτερη στον ορίζοντα. Ακόμα, η εικόνα στο κέντρο ενός κυρτού καθρέφτη που φαίνεται σαν ανεξάρτητο αιωρούμενο σώμα, μια εικόνα ζωγραφικής που φαίνεται σαν τρισδιάστατη, η κίνηση της όχθης ή της γέφυρας όταν κοιτάζουμε κάτω τη στιγμή που περνά ει το καράβι, ψηλά βουνά που φαίνονται να είναι πολύ πιο κοντά εξαιτίας της καθαρής ατμόσφαιρας στην οποία βρίσκονται οι κορυφές τους, και εκατό παρόμοια πράγματα, κατά τα οποία ο νους προϋποθέτει το συνηθισμένο, το γνωστό σε αυτόν αίτιο, στο οποίο και κατευθύνει αμέσως την παρατήρησή του, παρόλο που η λογική, από άλλους δρόμους, έκρινε σωστά την κατάσταση, χωρίς όμως να μπορεί να τον επηρεάσει, γιατί η αντιληψή του προηγείται της λογικής. Έτσι το λαθεμένο φαινομενικό, δηλαδή η πλάνη του νου παραμένει αμετακίνητη, αν και το λάθος, δηλαδή η πλάνη της λογικής, αποφεύγεται. Αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά ο νους είναι η πραγματικότητα, αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά η λογική είναι η αλήθεια, μια κρίση δηλαδή που έχει μια αιτία: σε αντίθεση προς το πρώτο βρίσκεται το φαινομενικό (το λαθεμένα παρατηρημένο), σε αντίθεση προς το δεύτερο βρίσκεται το λάθος (η λαθεμένη σκέψη).

Παρόλο που το καθαρά μορφικό κομμάτι της εμπειρικής παρατήρησης, δηλαδή ο νόμος της αιτιότητας, κοντά στον χώρο και τον χρόνο, βρίσκεται α priori στον νου, όμως η χρήση του σε σχέση με εμπειρικά στοιχεία δεν είναι εξαρχής δεδομένη, παρά αποκτιέται σιγά-σιγά μέσα από την άσκηση και την πείρα. Γι' αυτό τα νεογέννητα παιδιά έχουν μεν την εντύπωση του φωτός και των χρωμάτων, όμως δεν αντιλαμβάνονται και ούτε βλέπουν ακόμα με σαφήνεια τα αντικείμενα, αλλά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων είναι πεσμένα σε κάποια απάθεια, η οποία της υποχωρεί όταν ο νους αρχίσει να ασκεί τη λειτουργία του σε σχέση με τα στοιχεία που του παρέχουν οι αισθήσεις, προ πάντων αυτή της ψηλάφησης και όρασης, μέσα από τις οποίες σιγά-σιγά ο αντικειμενικός κόσμος εισχωρεί στη συνείδηση. Αυτή η συνειδητοποίηση γίνεται φανερή από το έξυπνο βλέμμα και κάποια σημεία πρόθεσης στις κινήσεις τους, ιδιαίτερα όταν για πρώτη φορά, μέσα από ένα φιλικό χαμόγελο, δίνουν την εντύπωση ότι αναγνωρίζουν τα κοντινά τους πρόσωπα. Μπορεί κανείς ακόμα να παρατηρήσει πως πειραματίζονται για ώρα με την όραση και το ψηλάφισμα, για να τελειοποιήσουν την αντίληψή τους των αντικειμένων, σε διαφορετικό φωτισμό, κατεύθυνση και απόσταση, και έτσι να επιδίδονται σε μια σιωπηλή αλλά σοβαρή σπουδή, μέχρι να μάθουν όλες τις επιχειρήσεις του νου, τις σχετικές με την όραση, που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Πολύ πιο καθαρά μπορεί να διαπιστώσει κανείς αυτό το σχολείο σε τυφλά νεογέννητα, που εγχειρίστηκαν αργότερα, γιατί αυτά μπορούν να μιλάνε για τις παρατηρήσεις τους. Από τον φημισμένο τυφλό του Cheselden (η πρώτη περιγραφή του οποίου βρίσκεται στο Philosophical Transactions), η περίπτωση έχει επαναληφθεί πολλές φορές, και κάθε φορά έχει διαπιστωθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι που έκαναν χρήση των ματιών τους αργά, αμέσως μετά την εγχείρηση βλέπουν φως, χρώματα και περιγράμματα, αλλά ακόμα δεν έχουν καμία αντικειμενική παρατήρηση των πραγμάτων· γιατί ο νους τους πρέπει πρώτα να μάθει τη χρήση του νόμου της αιτιότητας σε σχέση με τα νέα στοιχεία και τις μεταβολές τους. Όταν ο τυφλός του Cheselden αντίκρισε για πρώτη φορά το δωμάτιο με τα διάφορα αντικείμενα μέσα, δεν μπορούσε να διακρίνει τις διαφορές, παρά είχε μια γενική εικόνα ενός ενιαίου όλου: το θεώρησε σαν μια επίπεδη επιφάνεια με διάφορα χρώματα. Δεν είχε την εντύπωση ξεχωριστών πραγμάτων, που βρίσκονταν σε διαφορετικές αποστάσεις το ένα πίσω από το άλλο. Τέτοιοι χειρουργημένοι τυφλοί πρέπει τα πράγματα που γνωρίζουν από το ψηλάφισμα, να τα παρουσιάσουν και να τα κάνουν γνωστά στην όραση. Τις αποστάσεις δεν μπορούν να τις αναγνωρίσουν στην αρχή. Ένας, όταν είδε το σπίτι του από έξω, δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα τα μεγάλα δωμάτια βρίσκονταν μέσα σε αυτό το μικρό πράγμα. Ένας άλλος ήταν εξαιρετικά χαρούμενος, όταν αρκετές εβδομάδες μετά την εγχείρηση έκανε την ανακάλυψη πως οι χαλκογραφίες στον τοίχο παρίσταναν κάθε είδους αντικείμενα. Στη Morgenblatt της 23ης Οκτωβρίου 1817 βρίσκεται η είδηση για έναν γεννημένο τυφλό ο οποίος είδε για πρώτη φορά στα δεκαεπτά του χρόνια. Τη νοητική παρατήρηση έπρεπε πρώτα να τη μάθει. Δεν αναγνώριζε κανένα αντικείμενο που του ήταν γνωστό μέσα από το ψηλάφισμα, έπαιρνε κατσίκες για ανθρώπους κ.λπ. Η αίσθηση της ψηλάφησης έπρεπε να γνωρίσει τα διάφορα αντικείμενα στην αίσθηση της όρασης.

Επίσης δεν μπορούσε να κρίνει τις αποστάσεις των αντικειμένων που έβλεπε. Ο Franz, στο βιβλίο του The eye - A treatise on the art of preserving this organ in healthy condition, and of improving the sight (London, Churchill 1839), γράφει: «Μια ορισμένη παράσταση της απόστασης, όπως επίσης της μορφής και του μεγέθους, μπορεί να προέλθει μόνο από την αίσθηση της όρασης και της ψηλάφησης, και μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των δυο αισθητηρίων οργάνων. Για τον σκοπό όμως αυτό πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του τη δυνατότητα της μυϊκής και από πρόθεση κίνησης του δεδομένου ατόμου. Ο Caspar Hauser λέει για τις εμπειρίες του σε αυτή τη σχέση ότι μετά από την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, όταν κοίταζε μέσα από το παράθυρο εξωτερικά αντικείμενα, όπως δρόμο, κήπο κ.λπ., του φαινόταν σαν να είχε μπροστά από τα μάτια του μια κουρτίνα με κάθε είδους χρωματιστούς λεκέδες, ανάμεσα στους οποίους δεν μπορούσε να αναγνωρίσει και να διακρίνει τίποτα ξεχωριστό. Λέει ακόμα ότι κατά τους περιπάτους του στο δρόμο χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να πειστεί ότι αυτά που του φαίνονταν σαν κάθε είδους χρώματα, στην πραγματικότητα ήταν διάφορα αντικείμενα, και ότι τελικά η κουρτίνα εξαφανίστηκε και έβλεπε και αναγνώριζε τα πράγματα στις σωστές τους καταστάσεις. Άνθρωποι που γεννήθηκαν τυφλοί και είδαν το φως τους μέσα από μια εγχείρηση μετά από χρόνια, φαντάζονται για ένα διάστημα πως όλα τα αντικείμενα αγγίζουν τα μάτια τους και είναι τόσο κοντά, που φοβούνται μήπως συγκρουστούν. Κάποτε προσπαθούν να πιάσουν το φεγγάρι, νομίζοντας πως είναι κοντά, άλλοτε ακολουθούν τα σύννεφα στον ουρανό για να τα πιάσουν, ή κάνουν άλλες παρόμοιες ανοησίες... Επειδή οι παραστάσεις δημιουργούνται μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των αισθήσεων, είναι σε όλες τις περιπτώσεις αναγκαίο, αν πρόκειται να προκύψει μια ακριβής παράσταση αυτού που βλέπει κανείς, οι δυνάμεις του νου να μπορούν να κάνουν ανενόχλητες τη δουλειά τους. Μια απόδειξη σχετικά με αυτό δίνει η περίπτωση που αναφέρει ο Haslan, ενός παιδιού το οποίο δεν είχε κανένα πρόβλημα στα μάτια, αλλά ήταν διανοητικά καθυστερημένο και ακόμα στα εφτά του χρόνια δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την απόσταση των αντικειμένων, και ιδιαίτερα το ύψος τους. Μπο-ρούσε να σηκώσει το χέρι του προς μια πρόκα στο ταβάνι ή προς το φεγγάρι, για να το πιάσει. Είναι λοιπόν η ικανότητα κρίσης η οποία προσδίδει στην παράσταση ή αντίληψη ορατών αντικειμένων ορθότητα και σαφήνεια».

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: