Συνέχεια από Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 7
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§19
Άμεσο παρόν των παραστάσεων
Επειδή όμως, ανεξάρτητα από την ένωση των μορφών της εσωτερικής και εξωτερικής αίσθησης μέσα από τη νόηση, το υποκείμενο αναγνωρίζει άμεσα την παράσταση της ύλης και έτσι του σταθερού εξωτερικού κόσμου μόνο μέσα από την εσωτερική αίσθηση, καθώς η εξωτερική είναι αντικείμενο της εσωτερικής και αυτή αντιλαμβάνεται πάλι τις αντιλήψεις των πραγμάτων εκείνης, έτσι το υποκείμενο σε σχέση με το άμεσο παρόν των παραστάσεων στη συνείδησή του υπόκειται στους όρους του χρόνου ως μορφής της εσωτερικής αίσθησης" γι' αυτό μόνο μία σαφής παράσταση, άσχετα πόσο πολύ συντεθειμένη μπορεί να είναι αυτή, μπορεί να υπάρχει μεμιάς στο παρόν. Παραστάσεις είναι άμεσα παρούσες σημαίνει: δεν ενώνονται μόνο σε μια ολική παράσταση της εμπειρικής πραγματικότητας μέσα από την ένωση του χρόνου και του χώρου που δημιουργείται από τη νόηση (η οποία όπως θα δούμε πιο κάτω είναι μια διαισθητική δυνατότητα), παρά αναγνωρίζονται σαν παραστάσεις της εσωτερικής αίσθησης στον χρόνο, και μάλιστα στο σημείο μηδέν μεταξύ των δυο απομακρυνόμενων κατευθύνσεων του χρόνου, παρελθόντος και μέλλοντος, το οποίο σημείο ονομάζεται παρόν. Η προϋπόθεση του άμεσου παρόντος μιας παράστασης αυτής της κατηγορίας που θίξαμε στην προηγουμένη παράγραφο είναι η αιτιατή επίδραση της παράστασης στις αισθήσεις μας, που σημαίνει στο σώμα μας, το οποίο, το ίδιο, ανήκει στα αντικείμενα αυτής της κατηγορίας, στην οποία κυριαρχεί ο νόμος της αιτιότητας που θα αναπτύξουμε στα επόμενα. Επειδή όμως το υποκείμενο, σύμφωνα με τους νόμους τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού κόσμου, δεν μπορεί να παραμείνει σε εκείνη τη μία παράσταση, στον σκέτο όμως χρόνο δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε άλλο συγχρόνως, γι' αυτό εκείνη η παράσταση εξαφανίζεται πάντοτε, παραμερισμένη από άλλες, όχι σύμφωνα με μια a priori προσδιοριζόμενη τάξη, αλλά από μια τάξη εξαρτώμενη από συνθήκες που θα αναφέρουμε σύντομα. Το ότι εξάλλου φαντασία και όνειρο αναπαράγουν το άμεσο παρόν, είναι ένα γνωστό γεγονός, η εξήγηση του οποί-ου όμως δεν ανήκει εδώ, παρά στην εμπειρική ψυχολογία. Επειδή όμως, ανεξάρτητα από το φευγαλέο και μεμονωμένο των παραστάσεων σε σχέση με το άμεσο παρόν, στη συνείδηση του υποκειμένου παρά ταύτα, μέσα από τη λειτουργία του νου, παραμένει η παρά-σταση ενός συμπλέγματος της πραγματικότητας που τα περιλαμβάνει όλα, όπως το περιέγραψα πιο πάνω, έχει προβληθεί μια αντίθεση σύμφωνα με την οποία από τη μια μεριά βρίσκονται τα πραγματικά πράγματα, και από την άλλη μόνο οι σκέτες, οι κατ' εξοχήν, παραστάσεις. Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων ονομάζεται, ως γνωστόν, ρεαλισμός. Σε αυτή, με τη είσοδο στη νεότερη φιλοσοφία, αντιπαρατάχθηκε ο ιδεαλισμός, και κέρδισε όλο και πιο πολύ έδαφος. Εκπροσωπημένος στην αρχή από τους Μαλμπράνς (Male-branche) και Μπέρκλεϋ (Berkeley), αναπτύχθηκε στη συνέχεια από τον Καντ στον υπερβατικό ιδεαλισμό, ο οποίος καθιστά κατανοητή τη συνύπαρξη της εμπειρικής πραγματικότητας των πραγμάτων με την υπερβατική ιδανικότητα των ίδιων, κάτι που ο Καντ, στην Κριτική του καθαρού λόγου, μεταξύ των άλλων, δια-τυπώνει έτσι: «Λέγοντας υπερβατικό ιδεαλισμό εννοώ τη θεώρηση των πραγμάτων σαν απλών παραστάσεων και όχι σαν πραγμάτων καθαυτά». Ακόμα στην παρατήρηση: «Ο χώρος ο ίδιος δεν είναι τίποτε άλλο από παράσταση. Επομένως ό,τι υπάρχει σε αυτόν, πρέπει να περιέχεται στην παράσταση, και στον χώρο δεν υπάρχει απολύτως τίποτα, εκτός και αν παραστα-θεί πραγματικά σε αυτόν» («Κριτική του τέταρτου παραλογισμού της υπερβατικής ψυχολογίας»). Τέλος στην «παρατήρηση» που επισυνάπτεται στο ίδιο κεφάλαιο διαβάζουμε: «Αν αφαιρέσω το σκεπτόμενο υποκείμενο, πρέπει να εκλείψει ολόκληρος ο υλικός κόσμος, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από την εμφάνιση στην αισθησιακότητα τού υποκειμένου μας, και ένα είδος παράστασης». Στην Ινδία, τόσο στον βραχμανισμό όσο και στον βουδισμό ο ιδεαλισμός είναι μάλιστα διδασκαλία της θρησκείας του λαού μόνο στην Ευρώπη, συνεπεία της βασικής και αναπόφευκτα ρεαλιστικής ιουδαϊκής άποψης, είναι κάτι παράδοξο. Ο ρεαλισμός όμως παραβλέπει πως το λεγόμενο «είναι» αυτών των πραγματικών πραγμάτων δεν είναι πραγματικά τίποτε άλλο από κάτι που λαμβάνουμε σαν παράσταση, ή μόνο το άμεσο παρόν στη συνείδηση του υποκειμένου, μια δημιουργία παράστασης κατ' εντελέχειαν, και μάλιστα μόνο μια δυνατότητα δημιουργίας παράστασης, μια παράσταση κατά δύναμιν. Παραβλέπει ακόμα ότι το αντικείμενο, έξω από τη σχέση του προς το υποκείμενο, δεν παραμένει πλέον αντικείμενο, και ότι, αν του αφαιρεθεί αυτή σχέση, αμέσως καταργείται κάθε αντικειμενική ύπαρξη. Ο Λάιμπνιτς, ο οποίος είχε κάποια αίσθηση σχετικά με την εξάρτηση του αντικειμένου από το υποκείμενο, δεν μπόρεσε όμως να ελευθερωθεί από τη σκέψη ότι υπάρχει μια ύπαρξη των αντικειμένων καθαυτά, ανεξάρτητη από τη σχέση τους με το υποκείμενο, δηλαδή με την παράστασή τους από το υποκείμενο. Υπέθετε την ύπαρξη ενός κόσμου της παράστασης, ο οποίος είναι ακριβώς ίδιος με τον κόσμο των αντικειμένων και υπάρχει παράλληλα προς αυτόν, χωρίς όμως να είναι συνδεδεμένος άμεσα με αυτόν, παρά μόνο εξωτερικά, διορίσει χάρη σε μια harmonia praestabilita, μια προκαθορισμένη αρμονία – ολοφάνερα το πιο περιττό πράγμα του κόσμου, αφού ο εντελώς ίδιος κόσμος ακολουθεί τον δρόμο του στην παράσταση και χωρίς αυτή την προκαθορισμένη αρμονία. Όταν όμως θέλησε πάλι να προσδιορίσει από πιο κοντά την ουσία των καθαυτά υπαρχόντων πραγμάτων, βρέθηκε στην ανάγκη να θεωρήσει τα καθαυτά πράγματα σαν υποκείμενα (μονάδες), και με αυτό έδωσε την πιο τρανταχτή απόδειξη του γεγονότος ότι η συνείδησή μας, εφόσον απλώς αναγνωρίζει, που σημαίνει βρίσκεται μέσα στον κλοιό της διάνοιας, δηλαδή του μηχανισμού του κόσμου της παράστασης, δεν μπορεί να εντοπίσει τίποτε άλλο εκτός από υποκείμενο και αντικείμενο, παριστάμενο και παράσταση. Επομένως, αν αφαιρέσουμε από ένα αντικείμενο την παράστασή του, αν δηλαδή το καταργήσου με, όμως θέλουμε να βάλουμε στη θέση του κάτι άλλο, δεν μπορούμε να βρούμε τίποτε άλλο εκτός από το υποκείμενο. Αν όμως αντίθετα θελήσουμε να αφαιρέσουμε από το υποκείμενο την υποκειμενικότητά του, προκύπτει η αντίθετη περίπτωση που εξελίσσεται στον ματεριαλισμό.
Ο Σπινόζα, ο οποίος δεν προχώρησε σε σαφείς έννοιες σχετικά με την υπόθεση, είχε παρά ταύτα κατανοήσει τη σπουδαιότητα της σχέσης μεταξύ αντικειμένου και υποκειμένου σαν προϋπόθεση της σύλληψης του αντικειμένου από τον σκεπτόμενο νου, και σαν ταυτότητα αυτού μέσα στην ύπαρξη της μοναδικής ουσίας.
Παρατήρηση: Με την ευκαιρία όσων αναπτύχθηκαν σε αυτή την παράγραφο, θέλω να παρατηρήσω ότι στη συνέχεια της πραγματείας, χάριν συντομίας και ευκολότερης κατανόησης, θα χρησιμοποιήσω την έκφραση πραγματικά αντικείμενα με την οποία δεν εννοείται τίποτε άλλο από τις παραστάσεις που συνδέονται με το σύμπλεγμα της εμπειρικής πραγματικότητας η οποία παραμένει πάντοτε ιδανική.
§20
Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι
Στη συνέχεια της παρουσίασης αυτής της κατηγορίας των αντικειμένων για το υποκείμενο, η αρχή του αποχρώντος λόγου εμφανίζεται σαν νόμος της αιτιότητας, και την ονομάζω αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι. Όλα τα αντικείμενα που παρουσιάζονται στην ολική παράσταση, η οποία αποτελεί το σύμπλεγμα της εμπειρικής πραγματικότητας, είναι σε σχέση με την είσοδο και την έξοδο της κατάστασής τους, επομένως με τη ροή του χρόνου, μεταξύ τους συνδεδεμένα. Συμβαίνει το εξής: Όταν ένα ή περισσότερα αντικείμενα εισέρχονται σε μια νέα κατάσταση, θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια άλλη, την οποία η νέα ακολουθεί κανονικά, δηλαδή κάθε φορά που η πρώτη είναι εδώ. Μια τέτοια ακολουθία ονομάζεται επακολούθηση, και η πρώτη κατάσταση αίτιο, η δεύτερη ενέργεια. Όταν π.χ. ένα σώμα παίρνει φωτιά, αυτής της κατάστασης του καψίματος θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια κατάσταση 1. συγγένειας με το οξυγόνο, 2. επαφής με το οξυγόνο, 3. μιας ορισμένης θερμοκρασίας. Επειδή το κάψιμο συμβαίνει τώρα, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να υπήρχε πάντα, παρά πρέπει να εμφανίστηκε τώρα. Η εμφάνιση αυτής της κατάστασης ονομάζεται μεταβολή. Επομένως ο νόμος της αιτιότητας έχει να κάνει πάντα αποκλειστικά με
μεταβολές. Κάθε ενέργεια είναι κατά την εμφάνισή της μια μεταβολή και, επειδή δεν εμφανίστηκε πιο πριν, δίνει αλάθευτη ένδειξη για μια άλλη μεταβολή που προηγήθηκε, η οποία σε σχέση με αυτήν ονομάζεται αίτιο, σε σχέση όμως με μια τρίτη μεταβολή που αναγκαστικά είχε προηγηθεί και αυτής, ονομάζεται ενέργεια. Αυτή είναι η αλυσίδα της αιτιότητας: αναγκαστικά δεν έχει αρχή. Επομένως κάθε νέα εμφανιζόμενη κατάσταση θα πρέπει να είναι επακόλουθο μιας άλλης που είχε προηγηθεί. Στην περίπτωση που αναφέραμε π.χ., το κάψιμο είναι επακόλουθο της ε-λεύθερης θερμότητας που δέχτηκε το σώμα, από την οποία ανέβηκε η θερμοκρασία. Αυτή η άνοδος της θερμοκρασίας ακολούθησε πάλι μια προηγηθείσα μεταβολή, π.χ. το πέσιμο των αχτίδων του ήλιου σε έναν κυρτό καθρέφτη που συγκέντρωσε τις αχτίδες και τις κατεύθυνε στο σώμα που πήρε φωτιά. Αυτού πάλι είχε προηγηθεί η μετακίνηση ενός σύννεφου που απελευθέρωσε τις αχτίδες του ήλιου. Αυτό ήταν πάλι επακόλουθο του ανέμου. Αυτός προήλθε από την ανόμοια πυκνότητα του αέρα. Αυτό προέκυψε από άλλες καταστάσεις, και έτσι στο διηνεκές. Τον έναν τελευταίο από τους παράγοντες που προστίθεται σε μια κατάσταση η οποία προκαλεί μια άλλη, τον ονομάζω αίτιο κατ' εξοχήν, γιατί αυτός παίζει τον αποφασιστικό ρόλο σε μια μεταβολή, όμως για τον της αιτιατής σύνδεσης των πραγμάτων γενικά δεν προσδιορισμό είναι τίποτα περισσότερο σε σχέση με τους υπόλοιπους παράγοντες. Έτσι, για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα, η μετακίνηση του σύννεφου, αν συμβεί μετά από την κατεύθυνση του καθρέφτη προς το σώμα, θα μπορούσε να ονομαστεί αίτιο του καψίματος· όμως η κατεύθυνση του καθρέφτη προς το σώμα θα μπορούσε πάλι να είχε συμβεί αργότερα από τη μετακίνηση του σύννεφου και την ελευθέρωση οξυγόνου. Τέτοια συμπτωματική χρονική ακολουθία έχει σημασία μόνο για έναν πρώτο καθορισμό του αιτίου. Αντίθετα, από πιο κοντινή παρατήρηση βλέπουμε ότι η όλη κατάσταση είναι το αίτιο της επόμενης, και στην ουσία είναι αδιάφορο με ποια χρονική σειρά συγκεντρώνονται οι παράγοντες της κατάστασης. Επομένως, σε σχέση με μια δεδομένη μεμονωμένη περίπτωση, τον παράγοντα που εμφανίζεται τελευταίος, επειδή ολοκληρώνει τον αριθμό των απαιτούμενων παραγόντων και προκαλεί την αποφασιστική μεταβολή, μπορούμε να τον ονομάσουμε αίτιο κατ' εξοχήν αλλά για τη γενική θεώρηση σαν αίτιο της επόμενης κατάστασης ισχύει ολόκληρη η κατάσταση που είχε προηγηθεί. Τους διάφορους με-μονωμένους παράγοντες όμως, οι οποίοι συγκεντρωμένοι ολοκληρώνουν και δημιουργούν το αίτιο, μπορεί να τους ονομάσει κανείς αιτιατούς παράγοντες ή επίσης όρους, και να διασπάσει το αίτιο σε αυτούς. Εντελώς λαθεμένο θα ήταν, αντίθετα, αν κανείς ονομάσει αίτιο όχι την κατάσταση αλλά το αντικείμενο, π.χ. στο παράδειγμά μας μερικοί θα ονόμαζαν αίτιο του καψίματος τον καθρέφτη, άλλοι το σύννεφο, άλλοι τον ήλιο, άλλοι το οξυγόνο κ.λπ. Δεν έχει όμως νόημα να πει κανείς ότι ένα αντικείμενο είναι αίτιο ενός άλλου; κατ' αρχήν γιατί τα αντικείμενα δεν περιέχουν μόνο μορφή και ποιότητα, παρά επίσης την ύλη, η οποία όμως ούτε δημιουργείται ούτε παρέρχεται. Και γιατί ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται αποκλειστικά με μεταβολές, δηλαδή με την είσοδο και την έξοδο των καταστάσεων στον χρόνο, που ρυθμίζει εκείνη τη σχέση κατά την οποία η προηγηθείσα κατάσταση ονομάζεται αίτιο, η επόμενη ενέργεια, και η αναγκαστική τους συνάφεια επακολούθηση.
Τον σκεπτόμενο αναγνώστη τον παραπέμπω στις εξηγήσεις που έδωσα σχετικά στο κύριο έργο μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση. Γιατί είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχει κανείς απόλυτα σαφείς και σταθερές έννοιες για τη σημασία της αιτιότητας, όπως επίσης και για τον χώρο που ισχύει, και προ πάντων να αναγνωρίζει ότι ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται μόνο και αποκλειστικά με μεταβολές υλικών καταστάσεων και απλά με τίποτε άλλο. Επομένως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί κάπου που δεν γίνεται λόγος για μεταβολές. Αυτός είναι δηλαδή ο ρυθμιστής των μεταβολών των αντικειμένων της εξωτερικής εμπειρίας που εμφανίζονται στον χρόνο και που είναι στο σύνολό τους υλικά. Κάθε μεταβολή μπορεί να εμφανιστεί μέσα από το γεγονός ότι κάποια άλλη είχε προηγηθεί, από την οποία αναγκαστικά προκύπτει αυτή η αναγκαιότητα είναι η σύνδεση της αιτιότητας.
Συνεχίζεται
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§19
Άμεσο παρόν των παραστάσεων
Επειδή όμως, ανεξάρτητα από την ένωση των μορφών της εσωτερικής και εξωτερικής αίσθησης μέσα από τη νόηση, το υποκείμενο αναγνωρίζει άμεσα την παράσταση της ύλης και έτσι του σταθερού εξωτερικού κόσμου μόνο μέσα από την εσωτερική αίσθηση, καθώς η εξωτερική είναι αντικείμενο της εσωτερικής και αυτή αντιλαμβάνεται πάλι τις αντιλήψεις των πραγμάτων εκείνης, έτσι το υποκείμενο σε σχέση με το άμεσο παρόν των παραστάσεων στη συνείδησή του υπόκειται στους όρους του χρόνου ως μορφής της εσωτερικής αίσθησης" γι' αυτό μόνο μία σαφής παράσταση, άσχετα πόσο πολύ συντεθειμένη μπορεί να είναι αυτή, μπορεί να υπάρχει μεμιάς στο παρόν. Παραστάσεις είναι άμεσα παρούσες σημαίνει: δεν ενώνονται μόνο σε μια ολική παράσταση της εμπειρικής πραγματικότητας μέσα από την ένωση του χρόνου και του χώρου που δημιουργείται από τη νόηση (η οποία όπως θα δούμε πιο κάτω είναι μια διαισθητική δυνατότητα), παρά αναγνωρίζονται σαν παραστάσεις της εσωτερικής αίσθησης στον χρόνο, και μάλιστα στο σημείο μηδέν μεταξύ των δυο απομακρυνόμενων κατευθύνσεων του χρόνου, παρελθόντος και μέλλοντος, το οποίο σημείο ονομάζεται παρόν. Η προϋπόθεση του άμεσου παρόντος μιας παράστασης αυτής της κατηγορίας που θίξαμε στην προηγουμένη παράγραφο είναι η αιτιατή επίδραση της παράστασης στις αισθήσεις μας, που σημαίνει στο σώμα μας, το οποίο, το ίδιο, ανήκει στα αντικείμενα αυτής της κατηγορίας, στην οποία κυριαρχεί ο νόμος της αιτιότητας που θα αναπτύξουμε στα επόμενα. Επειδή όμως το υποκείμενο, σύμφωνα με τους νόμους τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού κόσμου, δεν μπορεί να παραμείνει σε εκείνη τη μία παράσταση, στον σκέτο όμως χρόνο δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε άλλο συγχρόνως, γι' αυτό εκείνη η παράσταση εξαφανίζεται πάντοτε, παραμερισμένη από άλλες, όχι σύμφωνα με μια a priori προσδιοριζόμενη τάξη, αλλά από μια τάξη εξαρτώμενη από συνθήκες που θα αναφέρουμε σύντομα. Το ότι εξάλλου φαντασία και όνειρο αναπαράγουν το άμεσο παρόν, είναι ένα γνωστό γεγονός, η εξήγηση του οποί-ου όμως δεν ανήκει εδώ, παρά στην εμπειρική ψυχολογία. Επειδή όμως, ανεξάρτητα από το φευγαλέο και μεμονωμένο των παραστάσεων σε σχέση με το άμεσο παρόν, στη συνείδηση του υποκειμένου παρά ταύτα, μέσα από τη λειτουργία του νου, παραμένει η παρά-σταση ενός συμπλέγματος της πραγματικότητας που τα περιλαμβάνει όλα, όπως το περιέγραψα πιο πάνω, έχει προβληθεί μια αντίθεση σύμφωνα με την οποία από τη μια μεριά βρίσκονται τα πραγματικά πράγματα, και από την άλλη μόνο οι σκέτες, οι κατ' εξοχήν, παραστάσεις. Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων ονομάζεται, ως γνωστόν, ρεαλισμός. Σε αυτή, με τη είσοδο στη νεότερη φιλοσοφία, αντιπαρατάχθηκε ο ιδεαλισμός, και κέρδισε όλο και πιο πολύ έδαφος. Εκπροσωπημένος στην αρχή από τους Μαλμπράνς (Male-branche) και Μπέρκλεϋ (Berkeley), αναπτύχθηκε στη συνέχεια από τον Καντ στον υπερβατικό ιδεαλισμό, ο οποίος καθιστά κατανοητή τη συνύπαρξη της εμπειρικής πραγματικότητας των πραγμάτων με την υπερβατική ιδανικότητα των ίδιων, κάτι που ο Καντ, στην Κριτική του καθαρού λόγου, μεταξύ των άλλων, δια-τυπώνει έτσι: «Λέγοντας υπερβατικό ιδεαλισμό εννοώ τη θεώρηση των πραγμάτων σαν απλών παραστάσεων και όχι σαν πραγμάτων καθαυτά». Ακόμα στην παρατήρηση: «Ο χώρος ο ίδιος δεν είναι τίποτε άλλο από παράσταση. Επομένως ό,τι υπάρχει σε αυτόν, πρέπει να περιέχεται στην παράσταση, και στον χώρο δεν υπάρχει απολύτως τίποτα, εκτός και αν παραστα-θεί πραγματικά σε αυτόν» («Κριτική του τέταρτου παραλογισμού της υπερβατικής ψυχολογίας»). Τέλος στην «παρατήρηση» που επισυνάπτεται στο ίδιο κεφάλαιο διαβάζουμε: «Αν αφαιρέσω το σκεπτόμενο υποκείμενο, πρέπει να εκλείψει ολόκληρος ο υλικός κόσμος, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από την εμφάνιση στην αισθησιακότητα τού υποκειμένου μας, και ένα είδος παράστασης». Στην Ινδία, τόσο στον βραχμανισμό όσο και στον βουδισμό ο ιδεαλισμός είναι μάλιστα διδασκαλία της θρησκείας του λαού μόνο στην Ευρώπη, συνεπεία της βασικής και αναπόφευκτα ρεαλιστικής ιουδαϊκής άποψης, είναι κάτι παράδοξο. Ο ρεαλισμός όμως παραβλέπει πως το λεγόμενο «είναι» αυτών των πραγματικών πραγμάτων δεν είναι πραγματικά τίποτε άλλο από κάτι που λαμβάνουμε σαν παράσταση, ή μόνο το άμεσο παρόν στη συνείδηση του υποκειμένου, μια δημιουργία παράστασης κατ' εντελέχειαν, και μάλιστα μόνο μια δυνατότητα δημιουργίας παράστασης, μια παράσταση κατά δύναμιν. Παραβλέπει ακόμα ότι το αντικείμενο, έξω από τη σχέση του προς το υποκείμενο, δεν παραμένει πλέον αντικείμενο, και ότι, αν του αφαιρεθεί αυτή σχέση, αμέσως καταργείται κάθε αντικειμενική ύπαρξη. Ο Λάιμπνιτς, ο οποίος είχε κάποια αίσθηση σχετικά με την εξάρτηση του αντικειμένου από το υποκείμενο, δεν μπόρεσε όμως να ελευθερωθεί από τη σκέψη ότι υπάρχει μια ύπαρξη των αντικειμένων καθαυτά, ανεξάρτητη από τη σχέση τους με το υποκείμενο, δηλαδή με την παράστασή τους από το υποκείμενο. Υπέθετε την ύπαρξη ενός κόσμου της παράστασης, ο οποίος είναι ακριβώς ίδιος με τον κόσμο των αντικειμένων και υπάρχει παράλληλα προς αυτόν, χωρίς όμως να είναι συνδεδεμένος άμεσα με αυτόν, παρά μόνο εξωτερικά, διορίσει χάρη σε μια harmonia praestabilita, μια προκαθορισμένη αρμονία – ολοφάνερα το πιο περιττό πράγμα του κόσμου, αφού ο εντελώς ίδιος κόσμος ακολουθεί τον δρόμο του στην παράσταση και χωρίς αυτή την προκαθορισμένη αρμονία. Όταν όμως θέλησε πάλι να προσδιορίσει από πιο κοντά την ουσία των καθαυτά υπαρχόντων πραγμάτων, βρέθηκε στην ανάγκη να θεωρήσει τα καθαυτά πράγματα σαν υποκείμενα (μονάδες), και με αυτό έδωσε την πιο τρανταχτή απόδειξη του γεγονότος ότι η συνείδησή μας, εφόσον απλώς αναγνωρίζει, που σημαίνει βρίσκεται μέσα στον κλοιό της διάνοιας, δηλαδή του μηχανισμού του κόσμου της παράστασης, δεν μπορεί να εντοπίσει τίποτε άλλο εκτός από υποκείμενο και αντικείμενο, παριστάμενο και παράσταση. Επομένως, αν αφαιρέσουμε από ένα αντικείμενο την παράστασή του, αν δηλαδή το καταργήσου με, όμως θέλουμε να βάλουμε στη θέση του κάτι άλλο, δεν μπορούμε να βρούμε τίποτε άλλο εκτός από το υποκείμενο. Αν όμως αντίθετα θελήσουμε να αφαιρέσουμε από το υποκείμενο την υποκειμενικότητά του, προκύπτει η αντίθετη περίπτωση που εξελίσσεται στον ματεριαλισμό.
Ο Σπινόζα, ο οποίος δεν προχώρησε σε σαφείς έννοιες σχετικά με την υπόθεση, είχε παρά ταύτα κατανοήσει τη σπουδαιότητα της σχέσης μεταξύ αντικειμένου και υποκειμένου σαν προϋπόθεση της σύλληψης του αντικειμένου από τον σκεπτόμενο νου, και σαν ταυτότητα αυτού μέσα στην ύπαρξη της μοναδικής ουσίας.
Παρατήρηση: Με την ευκαιρία όσων αναπτύχθηκαν σε αυτή την παράγραφο, θέλω να παρατηρήσω ότι στη συνέχεια της πραγματείας, χάριν συντομίας και ευκολότερης κατανόησης, θα χρησιμοποιήσω την έκφραση πραγματικά αντικείμενα με την οποία δεν εννοείται τίποτε άλλο από τις παραστάσεις που συνδέονται με το σύμπλεγμα της εμπειρικής πραγματικότητας η οποία παραμένει πάντοτε ιδανική.
§20
Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι
Στη συνέχεια της παρουσίασης αυτής της κατηγορίας των αντικειμένων για το υποκείμενο, η αρχή του αποχρώντος λόγου εμφανίζεται σαν νόμος της αιτιότητας, και την ονομάζω αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι. Όλα τα αντικείμενα που παρουσιάζονται στην ολική παράσταση, η οποία αποτελεί το σύμπλεγμα της εμπειρικής πραγματικότητας, είναι σε σχέση με την είσοδο και την έξοδο της κατάστασής τους, επομένως με τη ροή του χρόνου, μεταξύ τους συνδεδεμένα. Συμβαίνει το εξής: Όταν ένα ή περισσότερα αντικείμενα εισέρχονται σε μια νέα κατάσταση, θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια άλλη, την οποία η νέα ακολουθεί κανονικά, δηλαδή κάθε φορά που η πρώτη είναι εδώ. Μια τέτοια ακολουθία ονομάζεται επακολούθηση, και η πρώτη κατάσταση αίτιο, η δεύτερη ενέργεια. Όταν π.χ. ένα σώμα παίρνει φωτιά, αυτής της κατάστασης του καψίματος θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια κατάσταση 1. συγγένειας με το οξυγόνο, 2. επαφής με το οξυγόνο, 3. μιας ορισμένης θερμοκρασίας. Επειδή το κάψιμο συμβαίνει τώρα, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να υπήρχε πάντα, παρά πρέπει να εμφανίστηκε τώρα. Η εμφάνιση αυτής της κατάστασης ονομάζεται μεταβολή. Επομένως ο νόμος της αιτιότητας έχει να κάνει πάντα αποκλειστικά με
μεταβολές. Κάθε ενέργεια είναι κατά την εμφάνισή της μια μεταβολή και, επειδή δεν εμφανίστηκε πιο πριν, δίνει αλάθευτη ένδειξη για μια άλλη μεταβολή που προηγήθηκε, η οποία σε σχέση με αυτήν ονομάζεται αίτιο, σε σχέση όμως με μια τρίτη μεταβολή που αναγκαστικά είχε προηγηθεί και αυτής, ονομάζεται ενέργεια. Αυτή είναι η αλυσίδα της αιτιότητας: αναγκαστικά δεν έχει αρχή. Επομένως κάθε νέα εμφανιζόμενη κατάσταση θα πρέπει να είναι επακόλουθο μιας άλλης που είχε προηγηθεί. Στην περίπτωση που αναφέραμε π.χ., το κάψιμο είναι επακόλουθο της ε-λεύθερης θερμότητας που δέχτηκε το σώμα, από την οποία ανέβηκε η θερμοκρασία. Αυτή η άνοδος της θερμοκρασίας ακολούθησε πάλι μια προηγηθείσα μεταβολή, π.χ. το πέσιμο των αχτίδων του ήλιου σε έναν κυρτό καθρέφτη που συγκέντρωσε τις αχτίδες και τις κατεύθυνε στο σώμα που πήρε φωτιά. Αυτού πάλι είχε προηγηθεί η μετακίνηση ενός σύννεφου που απελευθέρωσε τις αχτίδες του ήλιου. Αυτό ήταν πάλι επακόλουθο του ανέμου. Αυτός προήλθε από την ανόμοια πυκνότητα του αέρα. Αυτό προέκυψε από άλλες καταστάσεις, και έτσι στο διηνεκές. Τον έναν τελευταίο από τους παράγοντες που προστίθεται σε μια κατάσταση η οποία προκαλεί μια άλλη, τον ονομάζω αίτιο κατ' εξοχήν, γιατί αυτός παίζει τον αποφασιστικό ρόλο σε μια μεταβολή, όμως για τον της αιτιατής σύνδεσης των πραγμάτων γενικά δεν προσδιορισμό είναι τίποτα περισσότερο σε σχέση με τους υπόλοιπους παράγοντες. Έτσι, για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα, η μετακίνηση του σύννεφου, αν συμβεί μετά από την κατεύθυνση του καθρέφτη προς το σώμα, θα μπορούσε να ονομαστεί αίτιο του καψίματος· όμως η κατεύθυνση του καθρέφτη προς το σώμα θα μπορούσε πάλι να είχε συμβεί αργότερα από τη μετακίνηση του σύννεφου και την ελευθέρωση οξυγόνου. Τέτοια συμπτωματική χρονική ακολουθία έχει σημασία μόνο για έναν πρώτο καθορισμό του αιτίου. Αντίθετα, από πιο κοντινή παρατήρηση βλέπουμε ότι η όλη κατάσταση είναι το αίτιο της επόμενης, και στην ουσία είναι αδιάφορο με ποια χρονική σειρά συγκεντρώνονται οι παράγοντες της κατάστασης. Επομένως, σε σχέση με μια δεδομένη μεμονωμένη περίπτωση, τον παράγοντα που εμφανίζεται τελευταίος, επειδή ολοκληρώνει τον αριθμό των απαιτούμενων παραγόντων και προκαλεί την αποφασιστική μεταβολή, μπορούμε να τον ονομάσουμε αίτιο κατ' εξοχήν αλλά για τη γενική θεώρηση σαν αίτιο της επόμενης κατάστασης ισχύει ολόκληρη η κατάσταση που είχε προηγηθεί. Τους διάφορους με-μονωμένους παράγοντες όμως, οι οποίοι συγκεντρωμένοι ολοκληρώνουν και δημιουργούν το αίτιο, μπορεί να τους ονομάσει κανείς αιτιατούς παράγοντες ή επίσης όρους, και να διασπάσει το αίτιο σε αυτούς. Εντελώς λαθεμένο θα ήταν, αντίθετα, αν κανείς ονομάσει αίτιο όχι την κατάσταση αλλά το αντικείμενο, π.χ. στο παράδειγμά μας μερικοί θα ονόμαζαν αίτιο του καψίματος τον καθρέφτη, άλλοι το σύννεφο, άλλοι τον ήλιο, άλλοι το οξυγόνο κ.λπ. Δεν έχει όμως νόημα να πει κανείς ότι ένα αντικείμενο είναι αίτιο ενός άλλου; κατ' αρχήν γιατί τα αντικείμενα δεν περιέχουν μόνο μορφή και ποιότητα, παρά επίσης την ύλη, η οποία όμως ούτε δημιουργείται ούτε παρέρχεται. Και γιατί ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται αποκλειστικά με μεταβολές, δηλαδή με την είσοδο και την έξοδο των καταστάσεων στον χρόνο, που ρυθμίζει εκείνη τη σχέση κατά την οποία η προηγηθείσα κατάσταση ονομάζεται αίτιο, η επόμενη ενέργεια, και η αναγκαστική τους συνάφεια επακολούθηση.
Τον σκεπτόμενο αναγνώστη τον παραπέμπω στις εξηγήσεις που έδωσα σχετικά στο κύριο έργο μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση. Γιατί είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχει κανείς απόλυτα σαφείς και σταθερές έννοιες για τη σημασία της αιτιότητας, όπως επίσης και για τον χώρο που ισχύει, και προ πάντων να αναγνωρίζει ότι ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται μόνο και αποκλειστικά με μεταβολές υλικών καταστάσεων και απλά με τίποτε άλλο. Επομένως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί κάπου που δεν γίνεται λόγος για μεταβολές. Αυτός είναι δηλαδή ο ρυθμιστής των μεταβολών των αντικειμένων της εξωτερικής εμπειρίας που εμφανίζονται στον χρόνο και που είναι στο σύνολό τους υλικά. Κάθε μεταβολή μπορεί να εμφανιστεί μέσα από το γεγονός ότι κάποια άλλη είχε προηγηθεί, από την οποία αναγκαστικά προκύπτει αυτή η αναγκαιότητα είναι η σύνδεση της αιτιότητας.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου