Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ KAREN HORNEY ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 4

Συνέχεια από: Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ KAREN HORNEY ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 4

Συγκριτική μελέτη

Γεώργιος Βαρβατσούλιας

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Ὁ ἅγιος Μάξιμος γεννήθηκε κατά πᾶσα πιθανότητα στην Κωνσταντι-νούπολη περί το 580 μ.Χ. ἐπί βασιλείας Αὐτοκράτορος Τιβερίου Κωνστα-ντίνου τοῦ Α΄, καί ἔζησε κατά τη διάρκεια τῶν Βασιλέων Μαυρικίου, Φωκᾶ. Ἡρακλείου, καί Κωνσταντίνου τοῦ Γ΄. Κοιμήθηκε στα 662, ὅταν Αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Κώνστας ὁ Β΄. Κατά τά χρόνια πού ἔζησε. Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ἦταν οἱ μονοθελητές Σέργιος καί Πύρρος ὁ Α΄. Σύγχρονοί του ἦταν δύο φημισμένοι ἐπίσκοποι Ρώμης, οἱ πάπες ἅγιος Γρηγόριος ὁ Μέγας (590-604) καί ἄγιος Μαρτίνος ὁ Πρῶτος (649-655) (Farrell, Free Choice in St Maximus the Confessor, Kansas 1988, σ. 18. Πρβλ. Stemberger, 2000 Jahre Christentum (illustrierte Kirchengeschichte), Erlangen 1989, σ. 256 κ. ἐξ).

Ἡ ζωή του τὸν ἔφερε ὥς τὰ σύνορα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας την περίοδο ἐκείνη. Σύμφωνα μέ τὸν Ἑλληνικό Βίο, βρισκόταν στην Κωνστα-ντινούπολη ἀπό τό 610 ὥς το 614 ὡς πρῶτος γραμματέας τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡράκλειου (Farrell, Free Choice in St. Maxiums the Confessor, Kansas 1988, σ. 19. Τὸν Ἑλληνικό Βίο (Εἰς τὸν Βίον καί τὴν Ἄθλησιν τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Μαξίμου) μπορεῖ κάποιος να μελετήσει στην PG 90,68-109. Παράλληλα ὁ Dr Sebastian Brock κάπου εἴκοσι χρόνια πρίν ἀνακάλυψε στη Βρετανική Βιβλιοθήκη (British Library) καί ἕνα Συριακό Βίο τοῦ ἁγίου (Brock, "An Early Syriac Life of Maximus the Confes-sor", Analecta Bollandiana 91, 1973, σσ. 299-346). Στο δεύτερο Βίο, παρόλο που συ ναντοῦμε κάποια στοιχεῖα ἀληθινά γιὰ τὸν ἱερό Πατέρα, ὅπως τούς τόπους ὅπου μόνασε, ὀφείλουμε νά μήν παρέχουμε ἐμπιστοσύνη, ἔστω κι ἄν συστήνεται ὡς σύγ-χρονος τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Ἡ αἰτία ὀφείλεται στὴν ἔντονη ἀντιπαλότητα πού ἀνακαλύπτουμε σ' αὐτὸν ἐξαιτίας, ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, τῶν μονοθελητικῶν ἀφετηριῶν καί πηγῶν προέλευσής του, οἱ ὁποῖες φθάνουν μέχρι το σημεῖο νά χαρακτηρίζουν το Μάξιμο προϊόν μοιχικῆς μείξης ενός Σαμαρείτη καί μιᾶς σκλάβας Περσίδας!!! Πρβλ. Louth, Maximus the Confessor, Σειρά: The Early Church Fathers, ὑπεύθυνη ἔκδοσης ή Dr Carol Harrison, University of Durham, Routledge, London and New York 1996, σσ. 4.6 καί 199.)· στη συνέχεια τον βρίσκουμε στη βόρεια Αφρική ἀπό τό 630 ὡς τό 645, καί μετά στη Ρώμη ὅπου καί ἔπαιξε σημαίνοντα ρόλο στη Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τό 649. Τελευταῖα ὡς ἐξόριστο στή Βιζύη τῆς Θράκης καί τελικά στη Λαζική, στη βορειοανατολική γωνία τῆς Μαύρης Θάλασσας, ὅπου τὸν εἶχαν ἐξορίσει κατά το τέλος τῆς ζωῆς του, διότι ὑποστήριξε τό δόγμα τῶν δύο θελήσεων τοῦ Χριστοῦ.

Σύμφωνα πάλι μέ τόν Ἑλληνικό Βίο, ὁ ἅγιος Μάξιμος δέχθηκε «πλήρη» μόρφωση «ἐπί παντός ἐπιστητοῦ» τῆς ἐποχῆς του. Ἐκπαιδεύθηκε στη γραμματική, την κλασική λογοτεχνία, τή ρητορική καί τή φιλοσοφία (Thunberg, Microcosm and Mediator: The Theological Anthropology of Maximus the Confessor, Lund, Sweden 1965, ἐπανατυπώθηκε ἀπό τήν Open Court Publishing Company στα 1995, στο Peru τοῦ Illinois, U.S.A., σ. 14. Ἂν καί ὁ ἄγιος Μάξιμος μελέτησε τα κείμενα τῶν Εὐάγριου καί Νεμέσιου, δέν εἶναι ὡστόσο ξεκάθαρο πόση ἄμεση γνώ-ση εἶχε πάνω στον Πλάτωνα, τὸν Ἰάμβλιχο, τον Πρόκλο, τούς Νεοπλατωνικούς και τὸν Ἀριστοτέλη. Πάνω σ' αὐτό, βλέπε Sherwood (μτφρ. ἀπό τά Γαλλικά), St. Maximus: The Ascetic Life; The Four Centuries on Charity, Σειρά: Ancient Christian Writers 21. Newman Press, New York, N. Y./Ramsey, N. J., 1955, σ. 6). Πέραν αὐτῶν ἦταν ἱκανός στην ἀριθμητική, τή μουσική, τή γεωμετρία, τὴν ἀστρονομία, τή λογική, τὰ ἠθικά, τή δογματική καί τά μεταφυσικά. Ἡ μόρφωση αὐτή ἀποδείχθηκε ἐξαιρετικά χρήσιμη, μιά καί τόν βοήθησε να εἰσέλθει στήν ὑπηρεσία τοῦ αὐτοκράτορα Ηράκλειου (Farrell, Free Choice in St. Maximus the Confessor, Kansas 1988, σ. 19.).

Το σύνολο τῶν σπουδῶν του καί βέβαια ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική ἐμπειρία του, τὸν ἐνέπνευσαν να γίνει μοναχός. Κατά τή μοναστική βιοτή του ἦταν πολύ πιστός. Ἐπιδείκνυε τὸν ἴδιο ἐξαιρετικό ζῆλο καί διάθεση ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε κατά τό χρόνο μόρφωσής του, μέ ἀποτέλεσμα να εἶναι δεκτικός προόδου στην πνευματική ζωή (Ὁ Μάξιμος ἀρχικά ἔγινε μοναχός στο μοναστήρι τῆς Χρυσουπόλεως. Σύμφωνα μέτο Συριακό Βίο, – πρβλ. ὅπ. π. παρ. 88 – ἦταν νωρίτερα μοναχός στην Παλαιά Λαύρα τῆς Παλαιστίνης. Ἡ Χρυσούπολη βρισκόταν στο Βόσπορο, βορειοανατο-λικά ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τή Χαλκηδόνα καί κοντά στη Μαύρη Θάλασσα.). Ως προσωπικότητα ἦταν ἰδιαιτέρως ταπεινός. Δέν ἐπιθυμοῦσε νά βλέπει τό ὄνομά του μέ φωτεινά γράμματα, ἤ νὰ εἶναι φημισμένος καί ἀποδεκτός ἀπό τόν καθένα. Αὐτὸς ἦταν καί ὁ λόγος πού εἶχε δύο μόνο μαθητές, τόν Ἀναστάσιο Ἀποκρισάριο καί τόν Άναστάσιο Μοναχό (Σύμφωνα μέ τόν Farrell – ὅπ. π. σ. 19 –, ὁ Ἀναστάσιος ὁ μοναχός ἦταν βιογράφος τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Ωστόσο ὁ Βίος Ἀναστασίου δέν μᾶς ἔχει διασωθεῖ κατ' αὐτό τον τρόπο. Πρβλ. σχετικά τίς ἐξῆς βιβλιογραφικές καταχωρήσεις : Αναστασίου πρε-σβυτέρου καί ἀποκρισαρίου Ῥώμης, Επιστολή εἰς Θεοδόσιον Γάγγρας τον πρε-σβύτερον (Anastasii Presbyteri et Apokrisarii Romae, Epistola ad Theodosium presbyterum Gangrensem –ἡ ἐπιστολή εἶναι στη Λατινική. Τή μετέφρασε ἀπό τήν Ἑλληνική ὁ Βιβλιοθηκάριος Ἀναστάσιος, PG 90,174 Α-B, IV κ. έξ.)· Devréesse, “Le texte grec de l' Hypomnesticum de Théodore Spoudée", Analecta Bollandiana 53, 1935, σσ. 49-80 (συγκεκριμένα δέ, σ. 75)· τοῦ ἰδίου, "La Vie de S. Maxime le Confesseur et ses Recensions", ὅπ. π., 46, 1928, σσ. 5-49.), οἱ ὁποῖοι καί ἔμειναν μαζί του ὡς το τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὅλη ἡ ζωή τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἦταν πλήρης ἀγώνων καί κινδύνων. Εἰδικά ἦταν δραστήριος ἐναντίον τῆς αἵρεσης τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἰδιαιτέρως ἐκρηκτικός γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ ἔβδομου αἰώνα. Αὐτή ἡ αἵρεση ἔβρισκε ἀκολούθους ὄχι μόνο ἀνάμεσα στο λαό, μά καί μεταξύ τῶν Αὐτοκρατόρων καί Πατριαρχῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος καταπολέμησε ἀρχικά τον Μονοθελητισμό μέ λόγια καί γραπτά, μέ ἀποτέλεσμα να συλληφθεῖ ἀρκετές φορές.

Ὁδηγήθηκε σε δίκη μέ τούς μαθητές του καί τελικά ἐξορίσθηκε. Κατά την πρώτη δίκη στα 652, οἱ ἀντίπαλοί του ἐπιχείρησαν νά στηρίξουν ἐναντίον τους πολιτικές κατηγορίες, ἀπέτυχαν ὅμως ἐντελῶς. Στη συνέχεια τοὺς ἐξόρισαν στη Βιζύη τῆς Θράκης. Ἕνα χρόνο αργότερα (653) οἱ αἱρετικοί προσπάθησαν να πείσουν το Μάξιμο καί τούς μαθητές του ν' ἀποδεχθοῦν ἀπόψεις σχετικές μέ τό Μονοθελητισμό, ἡ προσπάθειά τους ὅμως κατέληξε σε πλήρη ἀποτυχία. Ὁ Μάξιμος καί οἱ μαθητές του ἀπεστάλησαν σε δεύτερη ἐξορία στην Πέρβερη γιά ἕξι ἀκόμη χρόνια. Τελικά, ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας ἔχασε τήν ὑπομονή του καί τή χρονιά 662 ἐπανακάλεσε το Μάξιμο καί τους μαθητές του για μια τελική δίκη καί τιμωρία στην Κωνσταντινούπολη. Ἐκείνη τή φορά οἱ διώκτες τους δέν στηρίχθηκαν σε πολιτικά αἴτια. Τούς ἔβρισαν, τοὺς ἐξευτέλισαν, τούς ἔφτυσαν. Οἱ κατήγοροί τους, ἤ καλύτερα οἱ συκοφάντες τους, ἐπιχείρησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὰ πιστεύω τους, μεταχειριζόμενοι παράνομα μέσα καί «γλυκόλογα». Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἦταν βέβαιος ὅτι αὐτή ἡ δίκη θά ἦταν καὶ ἡ τελευταία, και θεώρη σε ὅτι ἔβλεπε τὴν ἀγαπημένη του πόλη. Κωνσταντινούπολη, για τελευταία φορά. Το κατηγορητήριο τῆς «ἀνήθικης» αὐτῆς δίκης ἦταν ἐναντίον τους. Τοὺς ἀναθεμάτισαν καί τοὺς ἔστειλαν στον πολιτικό διοικητή που θά ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἐκτέλεσή τους. Οἱ δήμιοι ἀκρωτηρίασαν τις γλῶσσες τους – ἐμποδίζοντάς τους να μιλοῦν τὴν ἀλήθεια – καί τά δεξιά χέρια τους – έμποδίζοντάς τους να γράφουν. Τούς περιέφεραν στην πόλη, τοὺς ἐξέθεσαν στη χλεύη τοῦ κόσμου καί τέλος τοὺς ἔστειλαν μέ πλοῖο ἐξορίστους στη Λαζική, στη βορειοανατολική ἀκτή τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ἐκεῖ, ἐξαιτίας τῶν βασάνων καί πόνων του, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀναχώρησε ἀπό τήν παροῦσα ζωή λίγο αργότερα, στις 13 Αὐγούστου τοῦ ἴδιου ἔτους.

Ὁ ἀγώνας του ἐπρόκειτο ὅμως νά ἀναδειχθεῖ νικηφόρος μερικά χρόνια ἀργότερα, στη Σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης τοῦ 680-681, παρόλο πού ὁ ἴδιος δέν ὑποστήριξε τήν ἀθωότητά του ὅσο ζοῦσε (Thunberg, Man and the Cosmos. The vision of Saint Maximus the Confessor, New York 1985, σ. 20. Πρβλ. ἐπίσης, Sherwood, Ascetic Life... σ. 27., Thunberg, Man and the Cosmos, σ. 20). Σύμφωνα μέ τούς F. Winkelmann καί W. Elert, ὁ ἅγιος Μάξιμος πρέπει να χαρακτηρίζεται ὡς ὁ «μεγαλύτερος θεολογικός φωστήρας τοῦ ἔβδομου αἰώνα» (Winkelmann, Kirche und Gesellschaft in Byzanz vom Ende des 6. bis zum Beginn des 8. Jahrhundertes, 1977, σ. 488) καί ὡς «ὁ ἕνας καί μοναδικός παραγωγικός στοχαστής τοῦ ἔβδομου αἰώνα» (Elert, Der Ausgang der altkirchlichen Christologie. Eine Untersuchung über Theodor von Pharan und Zeit als Einführung in die alte Dogmengeschichte, Berlin 1957, σ. 258 κ. ἐξ). Ο G. Bausenhart σημειώνει ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀποδεικνύει τή μεγάλη καί θεία ἐργασία του στίς θεολογικές σπουδές (In allem uns gleich außer der Sünde, Studien zum Beitrag Maximos' des Bekenners zur altkir-chlichen Christologie, Mainz 1992, σ. 9). Ἀναμφισβήτητα ἦταν, μαζί με το δάσκαλό του Σωφρόνιο, ἡ σπουδαιότερη προσωπικότητα πού βοήθησε τὸν ἔβδομο αἰώνα ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ (Völker, Maximus Confessor als Meister des geistlichen Lebens, Wiesbaden 1965, σ. 1. Ά-ναφέροντας ὁ Μάξιμος ὡς μέντορα καί δάσκαλό του το Σωφρόνιο – τον ὁποῖο χα-ρακτηρίζει στο προοίμιο τοῦ ἔργου του Μυσταγωγία (PG 91,657C) ὡς ... μεγάλω γέροντι, καί ὄντως τὰ θεῖα σοφῷ περί τε τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, καί τῆς ἐν αὐτῇ ἐ-πιτελουμένης ἁγίας συνάξεως, καλῶς τε καί μυστικῶς θεωρηθέντα –, ὑπονοεί κατά πᾶσα πιθανότητα τόν ἄγιο Σωφρόνιο Πατριάρχη Ιεροσολύμων τό Σχολαστικό (575- 639), ὁ ὁποῖος διατέλεσε ἡγούμενος καί πνευματικός του στό μοναστήρι τοῦ Εὐκρατᾶ – ἀπό τό ὁμώνυμο ἐπίθετο τοῦ Σωφρόνιου – τῆς Καρχηδόνας. Περισσότε-ρα γιὰ τὸν ἄγιο Σωφρόνιο ἀνάτρεξε στό ἔργο τοῦ Schönborn, Sophrone de Jérusalem, Vie Monastique et Confession Dogmatique, Théologie Historique 20, Paris (Beauchesne) 1972).

Ὁ μονοθελητισμός ξεκίνησε ὡς ἐγχείρημα να διευκολύνει το μονοφυσιτισμό. Ὁ ἅγιος Μάξιμος τόν διαπραγματεύθηκε ὡς ἀντιστοιχία τοῦ δευ-τέρου. Γνώριζε ὅτι τὸ πρόβλημα αὐτό μποροῦσε νὰ ὑποσκάψει τή σύνολη όρθόδοξη χριστολογία τῶν ἀρχαίων Πατέρων (Ὁ Μάξιμος στέκεται ἐντὸς τῆς Νεο-Χαλκηδόνιας ἤ Κυριλλο-Χαλκηδόνιας Χρι-στολογικής Παράδοσης. Βλ. Farrell, Free Choice in St. Maximus the Confessor, σ. 23), καθώς καί τήν καθολική πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ μονοθελητισμός ἀρνοῦνταν πώς ὅλη ἡ φύση διευκρι νιζόταν χρησιμοποιώντας τίς ἐνέργειες ὡς μέσα. Ὁ Μάξιμος πιστοποιοῦσε στο δόγμα για τις δύο ἐνέργειες ἢ θελήσεις τοῦ Χριστοῦ ὅτι, χωρίς τή φυσι-κή ἐνέργεια καμμία φύση εἴτε θεϊκή εἴτε ἀνθρώπινη δέν κατέχει ἀληθινή ὑποστασιακή ἑτερότητα. Συνεπῶς, ὁ Χριστός ἔχει ἀναγκαστικά δύο φυσικές ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες καί ἐκδηλώνουν την πλήρη πραγματικότητα τῶν δύο Του φύσεων (Meyendorff, A study of St. Maximus the Confessor, Leighton 1974, σ. 211 κ. έξ.). Ὁ Μάξιμος προσπάθησε να «ἐπιτεθεῖ» σ' αὐτό τό «διεφθαρμένο δόγμα» στις ρίζες του, μετά τό 638, βρῆκε ὅμως ὅλο τό έκκλησιαστικό κατεστημένο ἐναντίον του, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ καί στο δάσκαλό του Σωφρόνιο παλαιότερα (633).

Ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου προσεγγίζεται ὡς «ὡραῖος ὕμνος» πού ἀναφέρεται στήν ἑνότητα ὅλων τῶν λογικῶν καί ἄλογων δημιουργημάτων καί πραγμάτων τοῦ σύμπαντος. Ἡ ἑνότητα ὅλων ὑποσημαίνεται στη δημι-ουργική καί λυτρωτική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν ἅγιο Μάξιμο αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας: ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα. Τό ἐπίκεντρο ἤ κλειδί γιά τήν πορεία πρός ἑνότητα ἀνακαλύπτεται στην προσωπικότητα καί τό βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι γιά τό Μάξιμο ή βάση πάνω στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος στέκεται· ἡ αἰτία κάθε «ἀγαθοῦ» καί ὁ Ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθε στον κόσμο γιά τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σημαίνει γιά το Μάξιμο τό Φῶς ὅλων τῶν θείων μυστηρίων, μέσῳ τῶν ὁποίων μποροῦμε να πλησιάζουμε καί νά γνωρίζουμε τόν Θεό (Ὅπ. π. Sherwood, The Ascetic Life..., σ. 4 κ. ἐξ). Οἱ θεωρήσεις τοῦ Ὁμολογητῆ δὲν πηγάζουν από κάποια «ἀνθρωπιστικά» τιθέμενη «φιλοσοφική ἀρχή», ἀλλά ἀπό τή θέαση τήν ὁποία ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας παρέχει ὡς βίωμα στον καθένα (The Ascetic Life, σ. 4 κ. έξ).

Οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Μαξίμου στην ψυχολογία τοῦ ἀνθρώπου, μέτ ὸν τρόπο ποὺ αὐτές διευκρινίζονται στις πραγματείες του, καί σε σχέση με την προσωπικότητα, στηρίζονται στήν ἐννοιολόγηση τοῦ προσώπου ὡς μικρόκοσμου και μεσολαβητή. (Thunberg. Microcosm and Mediator, σσ. 16-19.).

Γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ ὡς μικρόκοσμος διότι κα τανοεῖται ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑνότητα καί τήν πολυπλοκότητα πού ὑφίσταται στο σύμπαν καὶ τὴν ἐν γένει δημιουργία, ἡ ὁποία σημειωτέον παρέχει χριστολογικές ἀναλύσεις, συγκεφαλαιώνοντας τον κόσμο ὡς δημιούργημα και τὸν ἄνθρωπο ὡς προσωπικότητα. Ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ἐπίσης μεσολαβητής καθόσον ἀποδεικνύεται δεσμός ἀνάμεσα στίς ἔννοιες: έσχατολογική ὁλοκλήρωση καί οἰκουμένη· ἀνάμεσα στην ὁρατή καί τὴν ἀόρατη δημιουργία· ἀνάμεσα στις αἰσθητές καί ὑπεραισθητές εἰκόνες· καὶ ἀνάμεσα στον Θεό καί τή δημιουργία Του.

Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο, ἡ ἁμαρτία χαρακτηρίζεται ὡς τὸ ἐπικεφαλῆς πρόβλημα κάθε ἀνθρώπινης ὀντότητας. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἁμαρτίας ἀνάγει τὰ αἴτιά της στον «προσανατολισμό» τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζεῖ μακριά ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ προσανατολισμός αὐτός σκιάζει ἀπό τὸν ἄνθρωπο τὴν αἰώνια παρουσία τοῦ Θεοῦ καί καθίσταται πρόξενος δημιουργίας παθῶν. Ὁ Μάξιμος κατονομάζει το θεμελιῶδες πάθος πού «συγκρατεῖ» τὴν ἀνθρώπινη ὀντότητα μακριά ἀπό τόν Θεό, μέ τόν ὅρο φιλαυτία, ἐπειδή ἐπιχειρεῖ νά δια(σ)τρέφει τὸν ἄνθρωπο μέσῳ διαθέσεων ἕξεων. Πρόκειται γιά τήν ἀποξένωση τῆς προσωπικότητας ἀπό τόν παντοδύναμο Θεό καί λειτουργεῖ ὡς ἰσχυρός παράγοντας ἀποπροσανατολισμοῦ γιά τήν ἀνθρώπινη φύση (Thunberg. Man and the Cosmos, σ. 56. Η παρουσία τῆς αὐτοαγάπης (φιλαυτίας) στη ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀναστέλλει την πρόοδο γιά πνευματική ζωή. Ἡ πρόοδος για πνευματική ζωή ἐξετάζεται ἀπό τόν ἅγιο Μάξιμο, ὅπως καί ἀπό τόν ἄγιο Γρηγό-ριο Νύσσης, κατά τόν ἴδιο τρόπο. Καί οἱ δύο τους τήν ἐξετάζουν σε σχέση πρὸς τὴν Ἀλεξανδρινή Παράδοση, ὅπου οἱ «υἱοί τοῦ Ἰσραήλ μετά την Ἔξοδο καί περιπλά-νησή τους στην ἔρημο εἰσέρχονται τελικά στη Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καί ἀγγίζουν την πνευματική πρόοδο». Ἐπίσης, «καθώς ὁ Θεός ἔστειλε το Μωυσῆ ἀπό τὴν ἔρημο γιὰ νὰ τοὺς ἀπελευθερώσει ἀπό κάθε παράλογο καί καταπιεστικό πάθος, ὁδηγοῦ-νται στο ὀρθό μονοπάτι τῶν ἀρετῶν».

Γιὰ τὸν ἄγιο Μάξιμο, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἀποφυγή τῶν ἁμαρτωλῶν καί ἐγωπαθῶν τάσεών του, καθώς καί ν᾿ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάτ θε κακῆς καί ἀφύσικης συμπεριφορᾶς. Ἐὰν ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁλοκληρωμένη, τοῦ ἀνοίγει το δρόμο για την τελειότητα. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξε κινᾶ τὴν προσπάθειά του γι' αὐτή τήν τελειότητα, καθοδηγεῖται μέσῳ τῆς ἐκδίω ξης τῶν ἁμαρτιῶν καί παθῶν του σε κάθαρση. Βλέπε Völker, Maximus Confessor als Meister des geistlichen Lebens, σ. 57.). Ὁ ἄνθρωπος συγκεντρώνεται στον ἑαυτό του με εγωιστική αὐτοαγάπη και καθί σταται ἀπομονωμένος ἀπό τίς δημιουργικές τάσεις τῆς προσωπικότητας. Ἡ ἐγωιστικότητα τον καθιστὰ ἐχθρικό ἀπέναντι στον «αδελφό» και πλησίον. Ἡ ἐχθρικότητα τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀποξένωση ἀπό τούς ἄλλους του. Ἡ ἀποξένωση αἰτιολογεῖ πολλές διαταραχές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο Μάξιμος ὑποστηρίζει πώς όποιος βρίσκεται κάτω από την καταπίεση τῆς φιλαυτίας, καθίσταται δοῦλος ὅλων τῶν παθῶν.

Ἡ φιλαυτία εἶναι ἀνυπακοή στη βουλή τοῦ Θεοῦ (Thunberg. Man and the Cosmos, σ. 94). Σχετίζεται μὲ τὴν ὑπερφίαλη συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου κι ἐξετάζεται ἀπὸ τὸ Μάξιμο ὡς μητέρα ὅλων τῶν κακιῶν. Ἀποσταθεροποιεῖ κάθε ὑγιῆ ἐσωψυχική δραστηριότητα. Η «προτεραιότητα τῆς φιλαυτίας» υποσκάπτει τὴν ἐνότητα τοῦ ἀνθρώπου.

Η φιλαυτία ἀπογεννά ποικιλομορφία παθῶν. Προσκαλεῖ ὅλα τὰ πάθη νὰ ἐξασκοῦν τὸν ἀποσυνθετικό τους ρόλο, ὥστε νὰ ἀλλοτριώνεται ὁ ἄν θρωπος ἀπό τή φύση καὶ τὸν κόσμο. Κατά το Μάξιμο, μια εγωπαθής προσωπικότητα, πού διακατέχεται ἀπό τή φιλαυτία, καθίσταται σύντομα διαμερισματοποιημένη. Οἱ ἐκδηλώσεις ἑνὸς ἀνθρώπου με τέτοια αρνητική συμπεριφορά επηρεάζονται πάντοτε ἀπὸ τὴν προσπάθειά του να λειτουρ γεῖ αὐτοπαθητικά καὶ νὰ βλάπτει τοὺς ἄλλους.

Ἡ ἔννοια τῆς φιλαυτίας κατέχει κατά συνέπεια ζωτικής σημασίας ἀξία στην ἀνθρωπολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Διαδηλώνεται ὡς ἡ προσκόλληση στα πράγματα τοῦ κόσμου καὶ τῶν αἰσθήσεων. Στις τάσεις της δέν ὑφίστανται ξεκάθαροι ἢ εἰλικρινεῖς πόθοι ἀπέναντι στον Θεό. Η δουλεία στη φιλαυτία τρέπει τὸν ἄνθρωπο ν' ἀναζητεῖ ἀπολαύσεις που προκαλοῦν ὀδυνηρές ἐμπειρίες. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ διαστροφή τῶν ἐπιθυμιών πρός γήινες καταστάσεις, καί φωλιάζει στο ἐπιθυμητικό μέρος τῆς ψυχῆς.

Το ἀντίδοτο κατά τῆς φιλαυτίας ὑπογραμμίζεται κατά το Μάξιμο πώς εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη προσκαλεῖ ὅλες τίς ἀρετές καί τίς καθοδηγεῖ νὰ ἀσκοῦν τις μεταμορφωτικές δυνάμεις τους στις εποικοδομητικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου, κυριεύοντας τις κακίες καί χρησιμοποιώντας τες γιά καλούς σκοπούς (Man and the Cosmos, σ.97).

Γιά τόν ἱερό Πατέρα, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ τήν κατεξοχήν προτεραιότητα τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι σέ ὅλα τά δημιουργήματά Του. Πρόκειται γιά τήν ἀπόλυτη ἀξίωση ποὺ ἀντιτίθεται στην προπατορική ἁμαρτία τῆς αὐτοαγάπης.

Ἡ ἀγάπη κατ᾿ αὐτὸν εἶναι ἡ κατάσταση ἐντός τῆς ὁποίας κάποιος ἀποδέ-χεται τον πλησίον μέ τίς ἀτέλειές του, χωρίς νὰ ὀργίζεται ἐναντίον του. Ἡ ἀρετή τῆς ἀγάπης πορεύεται πάντα μαζί μέ τὴν ἀπάθεια, μέ ἀποτέλεσμα οἱ δυό τους νὰ ὁδηγοῦν στη γνώση τῆς μυστικῆς ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀγάπη ἑνώνει τὸν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, θεοποιώντας τον. Γιά τόν ἅγιο Μάξιμο, ἡ ἀρετή τῆς ἀγάπης καλλιεργεῖ τὴν ἔννοια τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου καί προοδεύει τήν προσωπικότητα στή θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Συνεχίζεται με:

Κεφάλαιο Α΄


Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: