Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

π. Νικ. Λουδοβίκος: Ὁ Θεὸς τοῦ διαβόλου

 

π. Νικ. Λουδοβίκος: Ὁ Θεὸς τοῦ διαβόλου 1

π. Νικ. Λουδοβίκος: Θες το διαβόλου

https://www.youtube.com/watch?v=8qHTqkwfXZQ

Σύναξη ΕΚΕΣΟ Ι. Ν. Ἁγίου Γερασίμου Ἄνω Ἰλισίων Ἀττικῆς Τρίτη 27 Ἰανουαρίου 2026

Καλησπέρα. Καλώς ανταμώσαμε και πάλι σε αυτή τη σύναξή μας.
Ο πατήρ Νικόλαος είναι θεολόγος, φιλόσοφος, ψυχολόγος. Αυτά λέει η Wikipedia! Όχι μόνο για το βιογραφικό του, επιλήψει γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος. Αυτό λέει. Με διεθνείς διακρίσεις, θα έλεγα. Είναι όμως και κληρικός, παπάς.
Και μέσα από αυτό το βαρύ πρόγραμμα βρίσκει χρόνο να είναι μαζί μας, βοηθώντας και αυτός στο έργο της θρησκευτικής διακονίας της ενορίας μας. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε προηγουμένως, για να οριστεί η αποψινή σύναξη, του πρότεινα κάποια θέματα. Και ο πατήρ μού είπε: «Θα ήθελα να μιλήσω για ένα θέμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό».
«Ο Θεός του διαβόλου». Τρόμαξα. Μου πάνε και λίγο παιδικό φόβο στο άκουσμά του.
Αλλά σίγουρα είπα: κάτι καλό θα βγει. Τον ευχαριστούμε για την αγάπη του, την καλή του διάθεση να είναι απόψε στη σύναξή μας. Ευγνώμονες.

Πατέρα Νικόλαε, έχετε τον λόγο. Ευχαριστώ πολύ.

Λοιπόν, πράγματι, αυτό μου έλεγε και ο πατέρας Σάββας. Εγώ λέω να μη φοβόμαστε, γιατί άκουσα ένα πολύ πιστό παιδί. Μακάρι να χαμηλώσει μπροστά στον διάβολο. Ναι.

Είναι σίγουρος ότι υπάρχει ο Θεός και τον αντιμετωπίζει. Έτσι. Αυτό είναι το θέμα.
Ότι πιστεύει και πρόβλημα έχει. Με τι έχει πρόβλημα; Με την τεράστια έκθεση· το πώς εκτίθεται ο Θεός στη λατρεία και στον κόσμο.


Σήμερα το πρωί, καθώς βρισκόμασταν στη λειτουργία, πέσαμε πάνω στο Ευαγγέλιο και του λέω ότι ο πατήρ Σάββας έφερε το κείμενο να αρχίσουμε από εκεί. Το σημερινό Ευαγγέλιο που διαβάστηκε στη λειτουργία. Να διαβάσω λίγο.

Αυτά τα πράγματα, δυστυχώς, ο διάβολος δεν μπορεί να τα συνηθίσει. Αλλά εμείς τα έχουμε συνηθίσει. Θα μπορούσε ο Θεός —και οπωσδήποτε θα έπρεπε— να είναι αλλιώς.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήταν ποτέ έτσι ο Θεός πριν από τον Χριστό. Και δεν είναι σε καμία άλλη θρησκεία επίσης, να το πούμε κι αυτό. Τόσο απίστευτα … είναι αυτά, που εγώ δεν θα του το συμβούλευα ποτέ να το κάνει.

Τόσο ταπεινά να νιώθει ο Θεός. Καταλάβατε; Αλλά συγχωρήστε με πώς θα του έλεγε «όχι». Πρόκειται για ένα μεγάλο ναρκωτικό τραύμα, αν το κάνεις αυτό.


Όταν λέει ο Χριστός: «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος», καταλαβαίνει κανείς ότι «ὁ μισῶν καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» κ.λπ. — ὑπὲρ ἐμοῦ. Λίγοι καταλαβαίνουμε ότι μιλάει για τον εαυτό Του έτσι.

Είναι Αυτός που αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο απ’ ό,τι αγαπά τον εαυτό Του. Και μόνο έτσι εξηγείται αυτή η στροφή που κάνει ο Θεός προς τον κόσμο.

Όπως λέω σε ένα βιβλίο μου, που υπάρχει μόνο στα ελληνικά προς το παρόν, είναι στην κυριολεξία —και μάλιστα για να το πω αυτό— συγκρίνω τον Θωμά Ακινάτη με την πλατωνική εξωτερική παράδοση και μένω με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Σε ποιο σημείο; Στο σημείο ακριβώς του πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία. Για τον Ακινάτη υπάρχουν κάποιες έμφυτες ιδέες, κάποιες ιδέες στον Θεό, τις οποίες πραγματώνει στη δημιουργία. Για τον Άγιο Μάξιμο, οι Λόγοι των όντων συνιστούν θελήματα του Θεού — όχι σκέψεις, αλλά θελήματα.
Που σημαίνει ότι τη στιγμή που στρέφεται προς το μηδέν —δεν είναι σωστό, γιατί το μηδέν δεν υπάρχει— τη στιγμή που στρέφεται έξω από τον εαυτό Του, την ίδια στιγμή δεν έχει τίποτα στο νου Του· είναι μόνο να δώσει είναι σε αυτό που δεν έχει είναι.
Είναι ακριβώς αυτό που λέμε love at first sight, έρωτας με την πρώτη ματιά.


Δεν είναι ότι φτιάχνει τον κόσμο, δεν είναι ότι φτιάχνει την Εκκλησία ως κάτι άλλο. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς η δημιουργία και η δημιουργία δεν είναι απλώς Εκκλησία. Είναι η Εκκλησία ως ουσία της δημιουργίας, επειδή χωρίς Εκκλησία η δημιουργία δεν έχει κανένα νόημα.
Οι Πατέρες, καθώς εμείς λένε «σύναξη». Τι σημαίνει αυτό τελικά; Να γίνουν τα όντα Εκκλησία. Αυτός είναι ο σκοπός.

Λοιπόν, προσέξτε όμως κάτι. Κοιτάζει τον κόσμο, κοιτάζει προς τα έξω Του, και αυτό το πράγμα γίνεται αμέσως έργο. Δεν κάνει κάτι που έχει πρώτα στο μυαλό Του, με τον τρόπο που το κάνει ο άνθρωπος, να το σκεφτεί, να το κατασκευάσει και μετά να το χαρεί. Ο Θεός δεν φτιάχνει τον κόσμο για χάρη Του. Ο κόσμος είναι φτιαγμένος για χάρη του κόσμου.
Αν υπάρχει κάποια δόξα του Θεού, είναι ακριβώς αυτό: το αδιανόητο. Και το κορυφώνει, μάλιστα, φτιάχνοντας το απολύτως αδιανόητο: έναν απόλυτα ελεύθερο άνθρωπο απέναντί Του.
Φτιάχνει μια προθετικότητα, μια πρόθεση, που είναι απολύτως ετερόνομη ως προς Αυτόν. Θα μπορούσε να φτιάξει τον κόσμο όπως ο καλός τεχνίτης: να σκέφτεται τι θα του χρησιμεύσει και μετά, σιγά σιγά, να το κατασκευάζει. Έτσι δεν είναι;
Δεν κάνει «μπαμ» να γυρίσει και παμ να φτιάξει κάτι για τον εαυτό Του. Και η πρόθεση αυτή, το ξαναλέω, που δημιουργεί, είναι κατ’ εικόνα Του, γιατί είναι απολύτως εξαρτημένη από Αυτόν — το αδιανόητο. Φτιάχνει δηλαδή έναν «νέο Θεό». Αυτό είναι που είναι το συγκλονιστικό.
Υπάρχουν δύο τρόποι. Ο ένας είναι τα τέκνα γεννήσεως και εκπορεύσεως, που έχει η Αγία Τριάδα. Και υπάρχει και ένας νέος τρόπος «κατασκευής Θεών», που είναι αυτός με τον οποίο έκανε εμάς.


Δηλαδή, το πρώτο «φόρεμα» του ίδιου του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος λαμβάνει υποστάσεις, πνευματικές υποστάσεις. Αυτή είναι μία ουσία κ.λπ. Και με την ίδια δωρεά, με τον ίδιο σπάταλο τρόπο με τον οποίο χωρεί την ουσία στον Υιό —και ο Υιός και ο Πατήρ είναι ένα, και είναι ένα κατά την ουσία, αλλά ταυτόχρονα είναι υποστάσεις—
με την ίδια ακριβώς σπατάλη —σπατάλη, έτσι είναι η λέξη— φτιάχνει και ένα άλλο ον, το οποίο, επειδή είναι από το μηδέν, είναι ελεύθερο να δείξει τη θεότητα, εάν το θέλει. Καταλάβατε;
Δεν το κάνει με το ζόρι Θεό. Δεν παίρνει το μηδέν για να φτιάξει έναν Θεό με το ζόρι. Φτιάχνει τον κόσμο για χάρη του κόσμου. Δεν έχει καμία ανάγκη να πολλαπλασιάσει τη θεότητα.

Η θεότητα έχει την πληρότητά της μέσα στην Αγία Τριάδα: κοινωνία προσώπων, άπειρη ουσία. Αντιδιδόμενοι, μετεχόμενοι· μία ουσία, τρεις υποστάσεις.
Και ξαφνικά, κάποιος να μετέχει σε αυτό. Γιατί να μετέχει; Τι, στην ευχή, του χρειάζεται ο Θεός;

Καθόλου. Γι’ αυτό λένε οι μεγάλοι Πατέρες: η δημιουργία είναι ενδεχόμενη. Θα μπορούσε να μην υπάρξει.
Είναι θαύμα το ότι υπάρχει ήδη. Ζούμε μέσα σε ένα θαύμα — ένα ερωτικό θαύμα τεραστίων διαστάσεων. Και στη συνέχεια, αφού τη φτιάχνει, όπως λέμε στην Αναφορά:
«ἐν οὐκ ἀπῆς τὰ πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς τῶν οὐρανῶν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω».
Και αυτό, για κάποιον που έχει ασχοληθεί με την ιστορία της φιλοσοφίας —και έχω γράψει κι ένα βιβλίο για την ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας— είναι παραλήρημα.
Τι θα πει «ἐν οὐκ ἀπῆς τὰ πάντα ποιῶν»; Δεν σταμάτησες, δεν απεστράφης, δεν αδιαφόρησες να κάνεις οτιδήποτε, έως ότου μας ανέβασες ήδη στον ουρανό και μας χάρισες τη βασιλεία σου.


Την έχουμε τη βασιλεία του Θεού. Την έχουμε τώρα. Και την αισθανόμαστε ότι την έχουμε τώρα.
Εμείς την αισθανόμαστε τη βασιλεία του Θεού. Και αν δεν την αισθανόμαστε σήμερα, δεν την έχουμε ακόμη. Έτσι λέει ο Συμεών ο Θεολόγος.
Τον ρώτησαν κάποιοι άγιοι, λέει, οι δάσκαλοι: «Την αισθάνεσαι τη χάρη του Θεού;»
«Φυσικά την αισθάνομαι», λέει, «όπως ακριβώς κλωτσάει ένα μωρό μέσα στη μήτρα της μάνας του και το καταλαβαίνει πολύ καλά».
Και σκοπός ολόκληρης της χριστιανικής ζωής είναι αυτή η αίσθηση. Η αίσθηση εν Θεώ. Αυτό είναι η γνώση.

Αν διαβάζετε τον Μάξιμο ή τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο, η γνώση είναι αίσθηση εν Θεώ. Δηλαδή, εν Θεώ καταλαβαίνουν τα πράγματα όπως τα καταλαβαίνει Εκείνος. Και καταλαβαίνουν και τον κόσμο όπως Εκείνος τον καταλαβαίνει.
Και δημιουργείται μέσα στα όντα, και μέσα στον κόσμο, και μέσα στον εαυτό, ένα μυστήριο νέας σαρκώσεως. Γι’ αυτό έγινε η Ενσάρκωση: για να προτυπώσει, να πει «κοιτάξτε τι κάνω». Ενώνω υποστατικά την ανθρώπινη φύση όλων των κόσμων.
Δηλαδή λέει: αυτός είναι ο δρόμος σας. Αυτό θα έπρεπε να κάνει ο Αδάμ. Δεν το έκανε· το κάνω εγώ.
Με τα μυστήρια, μέσα στο σώμα σας, θα μπείτε στον ίδιο δρόμο. Μεταλαμβάνοντας στη δική μου φύση, μπαίνετε ακριβώς σε μία θεοκοινωνία απόλυτη. Όχι μερική, όπως είχαν οι προφήτες.
Ο Ησαΐας είχε μερική ένωση. Ο Ηλίας είχε το προφητικό χάρισμα. Και μετά: «Σκοτώστε τους όλους», «φοβάμαι», «φεύγω». Αυτά είναι μερική ένωση.
Με τον Χριστό έχουμε απόλυτη ένωση. Όλα τα ανθρώπινα ενώνονται με όλα τα θεία χαρακτηριστικά. Όλα τα θεία γίνονται ανθρωποπρεπή. Όλα τα ανθρώπινα γίνονται θεοπρεπή.
Και το λέω και θα το ξαναλέω: αυτό είναι η Ενσάρκωση. Η Ενσάρκωση είναι δύο πράγματα.
Πρώτον, είναι η κατάφαση της φύσεως, της δημιουργίας: «Εγώ την έφτιαξα, είμαι υπεύθυνος, την παίρνω επάνω μου».
Και δεύτερον, είναι η δυνατότητα της δημιουργίας —το ανθρώπινο δηλαδή— να ενεργεί και να ενεργείται πέρα από τα όρια της φύσεώς του.
Να περπατά ο άνθρωπος πάνω στη θάλασσα. Αναβάθμιση. Λίγο πιο προχωρημένη από την τεχνητή νοημοσύνη. Αρκετά πιο προχωρημένη. Απολύτως πιο προχωρημένη.
Ο άνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν. Αυτή είναι η αιτία, κατά τους Πατέρες τουλάχιστον.

Μπορεί να έρθει ένας άλλος χριστιανισμός για εσάς. Καθένας έχει τον δικό του.
Αλλά όποιος χριστιανισμός απογυμνώνεται από αυτό, καταρρέει στον πειρασμό.
Εκεί φαίνεται ο χριστιανισμός. Στον πειρασμό.
Εκεί καταρρέει ο χριστιανισμός μου, αν είναι αδύναμος, αν είναι άδειος, αν είναι φτωχός. Αν δεν μου δίνει προοπτική.
Είναι ηθικολογία, είναι νομικισμός, είναι «φύκια». Είναι το πώς θα πειστείς, πώς θα φανείς, πώς θα κάνεις. Δεν έχει όμως ελευθερία.
Δεν έχει δημιουργικότητα. Δεν έχει «τσούπλες στο χορτάρι», που λέγατε το πρωί. Δεν έχει τίποτα.
Δεν έχει παιχνίδι, δεν έχει ομορφιά. Ομορφιά. Είναι πανέμορφος ο Θεός.
Αυτό βγαίνει από τα κείμενα αυτά. Όλα αυτά τα διαβάζουμε στο προηγούμενο κείμενο. Να το διαβάσω λίγο.
Το έχετε ακούσει πολλές φορές και το προσπερνάμε με την ίδια αδιαφορία κάθε φορά.
«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλ’ ἀλλαχόθεν ἀναβαίνων, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής».
Πάμε πολύ βαθιά, λέει, στη δημιουργία. Αυτό είναι η μάντρα.
Η αυλή των προβάτων. Όποιος μπαίνει από αλλού, γιατί μπαίνει από αλλού; Για να διεκδικήσει. Ισχύ, εξουσία, χρήμα. Δεν θέλει να τον διεκδικήσει, δεν το θέλει. Αυτός είναι κλέπτης και ληστής.
«Ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων». Αυτός που μπαίνει από την είσοδο, είναι ο ποιμένας των προβάτων.
«Τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά».
Ούτε ο θεός του Πλάτωνα, ούτε ο θεός του Πλωτίνου, ούτε οι θεοί των γνωστικών —κανένας— δεν ενδιαφέρεται να σας καλέσει κατ’ όνομα. Γιατί δεν έχετε όνομα. Είστε σκουπίδια στον άνεμο, αφού η φύση σάς θέλει να σας χτίσει, να σας διαλύσει. Εντάξει, είναι σωματική.
Η σωματική φύση είναι τιμωρία, και στον γνωστικισμό και στον νεοπλατωνισμό. Στον γνωστικισμό ακόμη περισσότερο. Στον βουδισμό πλήρως, μέχρι απόλυτα. Ο Πλάτων κρατά λίγο φως, επειδή είναι Έλληνας, και βλέπει μια αντανάκλαση της ομορφιάς του Θεού πάνω στα πράγματα του κόσμου. Αλλά πρέπει να φύγουμε από τον κόσμο. Πρέπει να σαλπάρει η ψυχή, να φύγει, να ενωθεί με το Έν.
Το Έν ἡμῶν οὐκ ἐφίεται. Δεν μας επιθυμεί το Έν. Δεν μας θέλει. Δεν μας χρειάζεται.
Ο έρως, για τον Πλάτωνα, είναι το αντίθετο αυτής της «τρελής» αγάπης. Έρως σημαίνει ότι κάποιος έχει ανάγκη. Ο Θεός ποιον έχει ανάγκη; Μόνο τον εαυτό Του αγαπά.
Το λέει και ο Ακινάτης ακόμη, επειδή έχει πλατωνική και αριστοτελική προέλευση: αγαπά κανέναν περισσότερο από τον εαυτό Του;
Καταλάβατε; Δεν αγαπά τα πρόβατα.
Το είχα πει και σε μια άλλη ομιλία μου. Ποιος λέει έχει 99 πρόβατα και θα χάσει το ένα και θα τρέξει βουνά και λαγκάδια για να το βρει; Απαντήστε: κανένας.
Ξέρετε κανέναν τσομπάνη που έχει 99 πρόβατα και θα τρέξει στα βάραθρα, στα βουνά, στα ρέματα, στα μπλοκφλά, να μπει; Πάει ο καημένος. Αυτό ήταν.
Και συνεχίζει: «καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται». Δεν τα βγάζει με βία. Βγαίνει μπροστά τους.
Βγαίνει προσωπικά. Το γεγονός του καθενός από εμάς. Με μια πρόνοια που είναι συγκλονιστικά συγκινητική. Δεν είναι δυνατόν. Ο Θεός είναι το ίδιο το αδύνατο.
Η αδυνατότητα να γίνουν αυτά που έκανε. Έτσι. Εντάξει.
Ο Χριστός. Ο Θεός του Χριστού. Και τα πρόβατά Του ακούνε τη φωνή Του. Τη φωνή γνωρίζουν.
Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν τη φωνή του Θεού. Το θέμα είναι ότι κάποιος φροντίζει, όποιος μεσολαβεί, να την κρύβει αυτή τη φωνή. Να τη διαστρέφει. Να την παρουσιάζει ως τερατώδη φωνή.
Όταν λέω «ο Θεός του διαβόλου», εννοώ ακριβώς αυτές τις πολλαπλές, αποκρουστικές μεταμφιέσεις του Θεού, τις οποίες ο διάβολος επιχειρεί για να μη φανεί αυτό: ότι είναι φως, όπως το βλέπει ένας ποιητής —ένας «τρελός», λένε— αλλά το βλέπει.
Και τα πράγματα έρχονται στη φωνή. Αλλιώς μιλάει ο Θεός.
«Καὶ ἀλλοτρίῳ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ». Δεν θα ακολουθήσουν ξένον.
Ποιος σήμερα —ας το πούμε έτσι— πάρτε έναν μεγάλο φιλόσοφο, έναν μεγάλο δάσκαλο. Πείτε ότι ζει όλη του τη ζωή σαν αριστοτελικός. Ποιος είναι σήμερα επικούρειος; Ποιος είναι σήμερα στωικός; Ποιος είναι; Ή πλατωνικός με πλήρη συνέπεια;
Αν έχεις απόψεις, απόψεις όλοι έχουμε. Ποιος όμως ακολουθεί; Ποιος το κάνει αυτό, για να πει: «Κοίτα, ακολουθώ με ολόκληρη την ύπαρξή μου»;
Για μένα είναι ο Επίκτητος. Τον αγαπώ πάρα πολύ. Τον ξέρω σχεδόν απ’ έξω. Τόσο πολύ τον αγαπώ.
Αλλά το όριό του είναι ανθρώπινο όριο. Και σε καμία περίπτωση δεν θα τον έκανα σωτήρα μου.
Ψηφίδα και απολύτως στη ζωή σου. Διότι υπάρχουν τόσα πράγματα τα οποία δεν μπορεί. Και κυρίως δεν μπορεί να σε σηκώσει να περπατήσεις πάνω στο νερό.
Καταλαβαίνετε; Για να έχεις κριτήρια. Κριτήρια έχουμε μόνο όταν μάθουμε τι μπορεί να κάνει με εμάς η Χάρη του Θεού.
Κριτήρια έχουμε μόνο όταν δούμε πού μας πάει ο Θεός και τι κάνει με εμάς. Τότε έχουμε κριτήρια, για να δούμε ποιος μας αγαπάει και ποιος όχι. Και πού μας πάει ο καθένας που λέει ότι μας αγαπάει. Έτσι δεν είναι; Εντάξει.
Έτσι δεν είναι; Λοιπόν, τα πράγματα τελικά φεύγουν από όλους. Και, εσχατολογικά μιλώντας, θα φεύγουν από όλους.
Δεν θα μείνει κανένας σε κανέναν. Καταλαβαίνετε γιατί;
Το ξαναλέω γιατί: διότι κανένας δεν μας κρατεί κατ’ όνομα. Κανένας δεν μας ψάχνει όταν χανόμαστε.
Κανένας δεν μας φτιάχνει μια αιώνια σχέση μαζί μας. Γιατί αυτός δεν είναι αιώνιος. Άρα η σχέση μαζί του δεν σε αιωνιοποιεί.
Ο Θεός, όμως, είναι αιώνιος. Αιώνιος σε αγαπά. Αιώνιος υπήρξες στον λογισμό Του.
Λέει ο Άγιος Μάξιμος: άναρχος είναι ο άνθρωπος και ατελεύτητος.
Δεν τελειώνει ποτέ. Δεν μπορεί να τελειώσει. Γιατί; Γιατί αυτός που τον αγαπά δεν τελειώνει.
Έκτισε τα όντα. Ιστορία είναι. Τα έκανε για να υπάρχουν. Δεν μετανιώνει για τη δημιουργία του Θεού.
Καταλάβατε; Τα δημιουργεί για τον εαυτό τους και γι’ Αυτόν, από απόλυτα ελεύθερη αγάπη.
Μια αγάπη την οποία όσοι τη χωρούν έτσι αγωνίζονται να τη συκοφαντήσουν. Και όταν τη συκοφαντήσουν, αυτή η ομορφιά του Θεού αρχίζει να θαμπώνει. Και ο άνθρωπος αρχίζει να μη βλέπει.
Και όταν αρχίσει ο άνθρωπος να μη βλέπει, τι γίνεται τότε; Χάνει ακριβώς την πραγματικότητα αυτής της δωρεάς.
«Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν», λόγια του Χριστού.
«Καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ…»
Ποιος; Ο Λόγος. Άντε τώρα να πεις στον Ηράκλειτο ότι ο Λόγος στέκεται στην πόρτα του καθενός και τον αγαπά.
Και όχι μόνο αυτό: του δίνει και τη δυνατότητα να Τον σταυρώσει κιόλας. Και λες: δεν είμαστε καλά.
«Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησιν δὲ μωρία».
Είναι μωρία. Και το λέει ο Παύλος ο Μέγας. Τη μωρία, λοιπόν.
Μωρία διάλεξε ο Θεός. Ακριβώς. Γιατί είναι ο μόνος τρόπος να μας πλησιάσει.
Επειδή με τη σοφία δεν γνώρισε ο κόσμος τον Θεό. Δεν Τον γνώρισε με τη σοφία.
Γιατί η σοφία είναι ναρκισσιστική και κλειστή στον εαυτό της. Να διαβάσετε τον Αριστοτέλη, τα Ηθικά Νικομάχεια, και θα σας κάνει εντύπωση ότι λείπουν δύο αρετές. Και λείπουν χαρακτηριστικά —με μεγάλη, πώς να το πω, συνέπεια για τον Αριστοτέλη.
Λείπει η αγάπη, η οποία είναι ακατανόητη στον Αριστοτέλη. Η αγάπη, ειδικά προς τον εχθρό. Και λείπει τελείως και η ταπεινότητα.
Η ταπεινότητα θεωρείται κατάντια. «Ταπεινός εγώ;» που ξέρω φιλοσοφία, ψυχολογία, βιολογία —για τον Αριστοτέλη— ξέρω τα πολιτικά, ξέρω την ηθική.
Ταπεινός; «Δεν ξέρεις τίποτε. Έλα σε μένα, αγαπημένε».
Έτσι λέει ο Χριστός —όχι ο Αριστοτέλης. Εντάξει.
Και γενικά, πάρτε το Ισλάμ. Το Κοράνι μιλάει. Είναι πολύ δασκαλικό το Κοράνι. Δεν μιλάει ερωτικά. Τέλος πάντων.
Ο Θεός είναι ελεήμων. Γιατί είναι ελεήμων; Γιατί είναι τεράστιος. Δεν είναι αγάπη.
Γιατί δεν είναι αγάπη; Αγάπη έχει δικαίωμα να πει ο Θεός ότι είναι μόνο όταν μπει μέσα στον θάνατο και στη φθορά της ιστορίας και ενσαρκωθεί. Τότε μπορεί να πει ότι είναι αγάπη.
Σας το λέω καθαρά: ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο απ’ ό,τι αγαπά τον εαυτό Του. Πιο πολύ από τον εαυτό Του.
Γι’ αυτό λέμε ότι η αγάπη του Θεού είναι κατ’ εξοχήν ταπεινή. Και γι’ αυτό δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Όλο το Ευαγγέλιο είναι γεμάτο από αυτή την ταπεινή αγάπη.
Δείτε το επεισόδιο του τυφλού. Τον κάνει καλά, φτύνει και εξαφανίζεται.
Δεν λέει: «Έλα εδώ. Κάτσε. Από εδώ και πέρα μου χρωστάς». Φεύγει.
Τον βρίσκει αργότερα, σχεδόν τυχαία.
«Ποιος είναι ο Μεσσίας; Ποιος είναι αυτός που με έκανε καλά;»
«Εγώ είμαι, ο λαλῶν σοι».
Και πάει και Τον ακολουθεί. Ίσως όχι αμέσως. Γιατί η ευγνωμοσύνη είναι το πιο δύσκολο από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα.
Η ευγνωμοσύνη έχει μεγάλη ωριμότητα. Δεν γεννιέται εύκολα. Για να ευγνωμονείς, πρέπει να είσαι ώριμος.
Πρέπει να ξέρεις ότι ήσουν σε κατάσταση χάλια και ότι κάποιος έχει τα πάντα, και ότι ό,τι έχεις το οφείλεις σε Αυτόν. Το οφείλεις τα πάντα. Και οι άνθρωποι συγκλονίζονται από τον φόβο του «οφείλω».
Θα μπορούσε, λοιπόν, να τους πει: «Ελάτε εδώ τώρα. Μην φύγει κανένας. Αν φύγει κανένας, θα ξαναγίνει αυτό που ήταν.
Σας έκανα καλά. Ναι; Θα καθίσετε τώρα εδώ. Θα γίνετε καλά παιδιά από εδώ και πέρα. Καλά παιδιά. Δεν θα κάνετε αυτό, δεν θα κάνετε το άλλο.
Γιατί όλοι κάνατε. Εδώ θα καθίσετε. Και θα με υπηρετείτε. Ο καθένας από εσάς μπορεί να αναλάβει μια διακονία. Δεν μπορεί; Δεν μπορεί κάτι να κάνει για την ομάδα εδώ;
Δεν μου χρωστάτε; Και όχι μόνο αυτό: να ξέρετε, αν μου φύγετε παραπέρα, αν πάτε έξω από τα όριά μου —η δική μου αυλή είναι μέχρι δέκα μέτρα γύρω μου— μετά θα ξανααρρωστήσετε πάλι».
Δεν το έκανε. Ούτε στους πολλούς, ούτε στο ένα αυτόν που ήρθε.
Ευγνωμοσύνη. «Έλα, λοιπόν, εδώ. Τώρα θα είσαι μαζί μου. Θα είσαι φορέας της δικής μου ιδεολογίας. Ο ψυχοφόρος. Ο, ξέρω εγώ, ο σημαιοφόρος. Ο υποκόμος».
Όχι μόνο δεν το κάνει αυτό, αλλά κάνει κάτι τρομακτικό ψυχολογικά: τον απαλλάσσει εντελώς από την ευγνωμοσύνη.
«Η πίστις σου σέσωκέ σε». Όχι εγώ. Η πίστη σου. Πίστεψες στον Θεό, κι έσωσαι. Καταλάβατε;
Όχι, δεν είναι εύκολο να καταλάβεις αυτά τα πράγματα. Εγώ είμαι από αυτούς που χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια για να καταλάβουν μερικά από αυτά. Δεν είναι εύκολο. Γιατί δεν έχουμε συνηθίσει σε αυτό το επίπεδο της ανθρωποφαγίας που ζούμε σε καθημερινή βάση. Εκεί ο Θεός μάς φαίνεται πιο κοντά στον διάβολο.
Έχω μαζέψει, λοιπόν, καμιά εικοσαριά χαρακτηριστικά του «θεού του διαβόλου». Τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο ο διάβολος συκοφαντεί τον Θεό, χρησιμοποιώντας φυσικά εμάς. Δεν μιλάμε απευθείας με τον διάβολο. Τα δικά μας χείλη και τα δικά μας έργα χρησιμοποιεί για να συκοφαντήσει τον Θεό και να Τον παρουσιάσει —πώς;
Ως γελοίο, ως νευρωτικό, ως σκληρό και τιμωρητικό. Ως επιεική μέχρι αδιαφορίας. Αδιάφορο, αδιάκριτο, απρόνοο, ανελεύθερο, ιδιοτελή, νομικιστή, ηθικολόγο, λίγο και αγροίκo. Overwhelming. Πώς να το πούμε αυτό; Θα σας πω.
Τώρα, όπως είπα, ξανασκεπάζει όλα. Πανκυρίαρχος. Πώς να το πούμε; Ναι: καταπιεστικός, παμφάγος, θεατρικός, μικρόνοος, μικρόψυχος, απολυτοποιημένος, ορθόδοξος και φυσικά… ρωμιός. Καθένα από αυτά τα επίθετα τα εφαρμόζουμε στον Θεό. Και θα μου πεις: «Μα γιατί το επιτρέπει;»
Μα γιατί από το πρώτο μηδέν το επιτρέπει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το επιτρέπει επειδή έχεις δίκιο ή επειδή αυτή είναι η εικόνα του Θεού μέσα στην οποία αισθάνεσαι ότι κινείσαι. Οι άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν τον Θεό στον κόσμο —να το ξέρετε— είναι άνθρωποι του Θεού.
Άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί που είναι σε μετάνοια. Αυτοί που αισθάνονται τη χάρη. Αυτοί που Τον καταλαβαίνουν. Αυτοί που Τον επινοούν. Αυτοί είναι που μας λένε κάτι για τον Θεό. Να τα δούμε λοιπόν αυτά λίγο ένα-ένα. Να κάνουμε λίγη «συκοφαντία». Να κουτσομπολέψουμε τον Θεό. Λέμε, λοιπόν: «Είναι γελοίος». Το είπαμε ήδη. Τι τον θέλει τον κόσμο;
Δεν τον χρειάζεται τον κόσμο. Τι γελοιότητα! Θεός είναι αυτός. Αν τον ήθελε τον κόσμο, να του πλένει τα πόδια, να τον εξυπηρετεί, να τον υπηρετεί… Πώς το λέει ο Άγιος Ιωσήφ στον Μεγάλο Εξεταστή; «Κάτσε», λέει στον Χριστό ο Μεγάλος Εξεταστής. «Τι ακριβώς θέλεις τον κόσμο; Τον άνθρωπο; Εμείς ξέρουμε τι θέλει ο άνθρωπος.
Εσύ του δίνεις μεγαλεία, εκτάσεις, προοπτικές. Εμείς ξέρουμε τι θέλει: λίγο φαγητό, λίγο στρώμα, λίγο σεξ, λίγη παρηγοριά —και αρκετή προδοσία για να τα εξασφαλίζει όλα αυτά, όταν του τα στερούν».
Τι θες να κάνεις εδώ με όλο αυτό το τεράστιο και πολύτιμο πράγμα;
Θα διαβάλλεις το μισό Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και θα το δεις να αρθρώνει προοπτικές συγκλονιστικές.
Αυτό το «μυρμήγκι», λοιπόν, δεν μπορεί να τα κάνει αυτά. Και εσύ γίνεσαι γελοίος, γιατί ασχολείσαι με μυρμήγκια. Έτσι δεν είναι; —του λέει ο διάβολος. Και βέβαια είναι νευρωτικός. Έχει ανασφάλεια. Έχει άγχος. Έχει εσωτερικές συγκρούσεις, εσωτερικές αντιφάσεις. Γι’ αυτό και είναι ανάποδος.
«Εγώ θέλω να ζω όπως θέλω να ζω. Αφού μ’ αγαπάει, γιατί δεν συμμορφώνεται αυτός με αυτό που εγώ επιθυμώ;» Εσύ, λέει ο διάβολος, ακριβώς. Να αλλάξει αυτός, όχι εγώ. Εγώ είμαι υπέροχος. Μ’ αρέσω. Αυτός έχει πρόβλημα. Θα ήθελε να είναι ο μόνος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Γι’ αυτό και είναι σκληρός και τιμωρός εισαγγελέας.
Δηλαδή, όπως είναι ο γερμανικός θεός, ο Βόταν, ο Όντιν, πατέρας του Θωρ: πάντοτε θυμωμένος, πάντοτε συνεφιασμένος, πάντοτε σε αγωνία, πάντοτε σε πόλεμο με όσους δεν κάνουν το θέλημά του. Είπαμε: σκληρός, νευρωτικός, ανασφαλής. Οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στον Θεό, πιστεύουν σε αυτόν τον τιμωρητικό Θεό. Στον νευρωτικό Θεό που περιμένει στη γωνία.
«Άσε μας, ρε Πάτερ μου», λέει, «δεν μπορώ μια φορά να ξεχαστώ; Να κάνω την αμαρτία μου;»
Και αν διαβάσεις τους Πατέρες, λένε το αντίθετο. Δεν εμποδίζει τίποτα, λέει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης. Δεν εμποδίζει την αμαρτία. Αλλά συμμετέχει κιόλας —με την έννοια ότι τη στιγμή που αμαρτάνεις, είναι παρών και σε κρατά στο είναι.
Δεν σε σβήνει από την ύπαρξη εκείνη τη στιγμή. Άρα, λέει, αν αμαρτήσεις, βγαίνεις εσύ από το είναι —όχι ο Θεός.
Δεν σου κάνει «τσίλια» όταν αμαρτάνεις. Πώς πάει αυτή η φοβία;
Και εμείς, όταν καταδικάζουμε τον αμαρτωλό, ο Θεός όχι. Εσύ πας και του λες: «Αυτός το ’κανε». Και ο Θεός λέει από πίσω: «Εγώ τον κρατούσα όταν το έκανε». Δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο. Μα εμείς άλλον Θεό θέλουμε. Και αλλιώς ζούμε.
Και έτσι —αυτό λέω— εμείς συκοφαντούμε τον Θεό. Μόνο ο διάβολος αποδίδει απάνθρωπες ιδιότητες σε αυτό το υπέροχο Όνομα και κρύβει τη θέα του, και από εμάς και από τους άλλους.
«Θεία δίκη. Θεία δικαιοσύνη. Καλά να πάθεις. Το ’ξερα εγώ ότι θα σου συμβεί». Αν αυτός ήταν ο αληθινός Θεός, δεν θα υπήρχε κόσμος τώρα. Θα είχε σβήσει τα πάντα. Δεν θα υπήρχε τίποτα όρθιο. Αν ο Θεός έβλεπε με τη δικαιοσύνη, με την ανταπόδοση, με τη σοβαρότητα όπως την εννοούμε εμείς, δεν θα υπήρχε τίποτα.
Δεν βλέπει έτσι. Τι βλέπει; Βλέπει με τα μάτια της αγάπης. Έναν παροξυσμό αγάπης —όπως λέει ο Παύλος— που κατεβαίνει μέσα στον κόσμο.
Ο Θεός δεν βλέπει αυτό που κάνεις. Βλέπει εσένα.
Βλέπει αυτό που βαθιά μέσα σου έχει αποθέσει ο ίδιος και περιμένει να ανθίσει αυτό ως πόθος — δικός Του πόθος. Έστω και την τελευταία στιγμή. Έτσι.
Για να μπορέσει να γίνει η σχέση που θέλει. Όσο το αφήνεσαι σήμερα, στη μετανεωτερικότητα ο Θεός έγινε επιεικής. Μέχρι αδιαφορίας, θα έλεγα. Ο ίδιος ο εισαγγελικός, δικαστικός Θεός — έτσι δεν τον βαφτίσαμε; Έτσι δεν είναι;
Και παρ’ όλα αυτά, δεν θέλουμε να κόψουμε εντελώς κάθε επικοινωνία μαζί Του. Λέμε: «Έλα μωρέ, εντάξει, ο Θεός θα ασχοληθεί; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Πλάσμα είμαι, τίποτα». «Να κάνω αυτό, να κάνω το άλλο. Σιγά μη ασχολείται ο Θεός μαζί μου».
Ο Θεός είναι στην πληρότητα, στην ομορφιά, στη χάρη. Ναι, ναι, ναι. Αλλά εγώ μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Αυτά είναι ανοησίες. Είναι λάθος. Ο εισαγγελέας-Θεός είναι ένα τερατούργημα. Και ο αδιάφορος Θεός είναι το αντίθετο τερατούργημα, που το δημιουργήσαμε νεότερα.
Και βέβαια, αν είναι αδιάφορος, είναι και αδιάκριτος.
«Μπήκε στη θέση μου ο Θεός να δει τα προβλήματά μου; Τι μου δίνεις εντολές, ρε Πάτερ;» Όχι. Δεν είναι έτσι. Δεν μπορεί να δίνει εντολές με αυτόν τον τρόπο.
Το Κοράνι είναι γεμάτο εντολές. Και κάθε δεύτερη σελίδα είναι γεμάτη από φρικτές απειλές: για φωτιές που καίνε, για τιμωρίες δημόσιες, και όλα αυτά επιβαρύνουν κυρίως τη γυναίκα. «Να πρόσεχες».
Αλλά εδώ είναι ακριβώς το πρόβλημα: πρώτον, είναι αδιάκριτος· και δεύτερον, υποτίθεται ότι είναι και απρόνοος. «Σιγά να έχει πρόνοια ο Θεός».
Όλος ο Αριστοτέλης χτίζεται πάνω σε αυτό. Ο Ντεϊσμός, ο νεότερος, το ίδιο. Τι πρόνοια να έχει ο Θεός να ασχολείται με τα όντα; Από την πληρότητά Του, λέει, δεν γίνεται.
Έτσι ο Θεός γίνεται τόσο ασήμαντος. Τόσο μικρός. Τόσο μακρινός.
Βάλτε όλα αυτά μαζί. Είπαμε: εισαγγελέας από τη μια, αδιάφορος από την άλλη, αδιάκριτος, απρόνοος.
Θα ήταν αδιάκριτος, όμως, αν δεν είχε γίνει σάρκα. Αν δεν είχε γίνει σάρκα, τότε ναι, θα ήταν αδιάκριτος.
Αυτό λέει για τους Φαρισαίους: «Δεσμεύετε φορτία δυσβάστακτα και τα βάζετε στους ώμους των ανθρώπων, ενώ εσείς δεν τα αγγίζετε ούτε με το δάχτυλό σας».
Αυτός που δείχνει ο Χριστός δεν βάζει κανένα φορτίο. Γιατί το σήκωσε ο ίδιος όλο το φορτίο. Αυτό εννοεί όταν λέει ότι «αίρει την αμαρτία του κόσμου».
Δεν είναι νομική έννοια. Είναι ότι σηκώνει το λάθος. Και αυτό είναι φοβερό — γιατί αναλαμβάνει την ευθύνη για το δικό σου λάθος, σαν πολύ καλός πατέρας.
Δεν λέει: «Εσύ φταις, εγώ δεν φταίω». Αναλαμβάνει ο ίδιος να σηκώσει αυτό το βάρος: της απόλυτης υπακοής που δεν κάνει ο άνθρωπος, της απόλυτης προσφοράς της αγάπης. Και αυτό Τον οδηγεί στον σταυρό.
Γιατί κανένας δεν το θέλει αυτό δίπλα του. Ούτε οι ίδιοι του Ισραήλ. Δεν θέλουν αυτή την ανταπόδοση, αυτή την ανταγάπη, αυτόν τον αντέρωτα.
Και βέβαια, λένε μετά, είναι ανελεύθερος. Έχει ανάγκη τον κόσμο. Όπως λέει και ο Καζαντζάκης. «Κάθομαι μόνος, κουτσός σαν γέρος, και θέλω κάποιον απέναντι να μου κάνει τον υπηρέτη, να τον έχω εκεί να παίζει, να μου κάνει τα θελήματα».
Αυτό είναι στην απλοϊκή του μορφή.
Οι Γερμανοί μυστικοί, ο Άγγελος Σιλέσιος ή ο μεγάλος Χέγκελ, το κάνουν φιλοσοφία αυτό.
Το Έν, ο Θεός, συνειδητοποιείται τελικά μέσα μου. Αν δεν υπάρχω εγώ, δεν υπάρχει Εκείνος.
Ή ο Χέγκελ: όλη η πορεία της ανθρωπότητας και της δημιουργίας είναι η πορεία της αυτοσυνειδησίας του Θεού. Ο Θεός συνειδητοποιείται τη στιγμή που υπάρχω εγώ, γιατί μόνο εγώ μπορώ να Τον ονομάσω.
Αυτό θα ίσχυε, αν δεν υπήρχε πριν ο Θεός μου. Που σημαίνει ότι δεν με χρειάζεται για την αυτοσυνειδησία Του. Καταλάβατε;
Είμαι ευδεχόμενος, αλλά όχι αναγκαίος. Είμαι κάτι παραπάνω: είμαι κάτι καινούριο. Αυτός ο «θεός», όμως, είναι ιδιοτελής. Θέλει να δοξαστεί, όχι να αγαπήσει. Θέλει δόξα. Θέλει υποτέλεια. Θέλει να αποδείξει τη σοβαρότητά του και την υπεροχή του.
Με χρησιμοποιεί για το μεγαλείο του. Και για να το πιστέψει κανείς αυτό, προχωρά στο επόμενο βήμα: ότι ο Θεός είναι νομικιστής, ηθικολόγος, εγωκεντρικός. Νομικιστής, γιατί πρέπει συνεχώς να συμμορφώνεσαι. Ιδιοτελής.

Συνεχίζεται

Γλωσσολαλία Γιατί όχι; Ποιός καταλαβαίνει;

Δεν υπάρχουν σχόλια: