Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 11

Συνέχεια από Δευτέρα 26. Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 11

John M. Rist

ΙΙΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η επισκόπηση που μόλις ολοκλήρωσα μας φέρνει έως την εποχή κατά την οποία ο Βασίλειος ήταν φοιτητής στην Αθήνα. Οι γενικοί της στόχοι ήταν οι εξής: να υποδείξει ότι το είδος του πλατωνισμού που απαντούσε στις σχολές τις οποίες παρακολούθησε ο Βασίλειος κατά την περίοδο εκείνη ήταν σε μεγάλο βαθμό μεσοπλατωνικού τύπου, και ότι η σημασία του φιλοσοφικού έργου του Πλωτίνου και του Πορφυρίου ήταν ελάχιστη· να προσθέσει ότι η μόνη ενδεχομένως εξέχουσα παραλλαγή του μεσοπλατωνισμού που θα μπορούσε να βρεθεί σε αυτές τις σχολές ήταν η πιο εξωτική παράδοση που προερχόταν από τον Ιάμβλιχο – μια παράδοση η οποία παραμερίστηκε ή απορρίφθηκε από τους Χριστιανούς τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και, σύντομα, στο πρόσωπο του Ιουλιανού, και σε πολιτικό επίπεδο. Περαιτέρω, ότι οι άμεσοι χριστιανοί προκάτοχοι και «αυθεντίες» του Βασιλείου είχαν επίσης διαπαιδαγωγηθεί σε αυτό που μπορεί ευρέως να ονομαστεί μεσοπλατωνική παράδοση και όχι στη πιο σύγχρονη φιλοσοφία του Πλωτίνου και του Πορφυρίου. Συνεπώς, θα μπορούσε κανείς εκ των προτέρων να υποστηρίξει ότι είναι πολύ απίθανο να βρούμε περισσότερα από περιορισμένη χρήση του Πλωτίνου και του Πορφυρίου – πόσο μάλλον του Ιαμβλίχου – στα ίδια τα συγγράμματα του Βασιλείου. Φυσικά, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ο Βασίλειος ενδέχεται να κατέστη βαθύς γνώστης της πλωτινικής παράδοσης μετά τα φοιτητικά του χρόνια. Δεδομένης όμως της φύσης της σταδιοδρομίας του, και αυτό θα φαινόταν και πάλι απίθανο. Σκοπός μου τώρα είναι, ωστόσο, να εξετάσω σε ποιον βαθμό αυτή η εκ των προτέρων άποψη για τη φιλοσοφική μύηση του Βασιλείου συμφωνεί με όσα βρίσκουμε στα έργα του. Η έρευνα αυτή έχει κάτι από τη γοητεία, τον ενθουσιασμό, την αγωνία και την απροσδόκητη λύση μιας αστυνομικής ιστορίας.

Ας αρχίσουμε με μια επισκόπηση του βασιλείου υλικού το οποίο οι μελετητές έχουν συχνά συνδέσει με τον Πλωτίνο. Ο πρώτος σύγχρονος μελετητής που ισχυρίστηκε σημαντική επίδραση του Πλωτίνου στον Βασίλειο ήταν ο Jahn,2⁴⁸ του οποίου το έργο υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από τον Paul Henry στο κεφάλαιο 5 του Les États du texte de Plotin.2⁴⁹ Ο Henry υποστηρίζει ότι ο Βασίλειος κάνει χρήση του Πλωτίνου ως εξής:

στο EGNaz. [2] χρησιμοποιεί τις Εννεάδες 5.1 και 6.9·
στο Ἑξαήμερον χρησιμοποιεί τις 1.6 και 2.8·
στο Κατὰ Εὐνομίου χρησιμοποιεί τις 2.8 και 5.1·
στο Περὶ πίστεως [15] χρησιμοποιεί τις 1.6, 5.1 και 6.9·
στο Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χρησιμοποιεί τις 1.6, 1.7, 2.9, 5.1, 5.8, 6.7 και 6.9·
στο De spiritu χρησιμοποιεί τη 5.1.

Σε αυτόν τον κατάλογο ο Daniélou πρόσθεσε μνεία πλωτινικού υλικού στο De baptismo,2⁵⁰ αν και δεν παραθέτει ακριβείς αναφορές για να στηρίξει τον ισχυρισμό του. Όμως, μέχρι τη στιγμή που ο Henry (μαζί με τον H. R. Schwyzer) ολοκλήρωσε το Index Testium της έκδοσής τους του Πλωτίνου,2⁵¹ ο κατάλογος είχε και πάλι συρρικνωθεί και είχε ως εξής:

στο De spiritu ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τη 5.1·
στο Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αναφέρεται στον τίτλο της 5.1·
στο Περὶ πίστεως [15] χρησιμοποιεί τις 5.1 και 6.9.

Ο κύριος λόγος για αυτούς τους πιο μετριοπαθείς ισχυρισμούς ήταν η εμφάνιση της μονογραφίας του Hans Dehnhard με τίτλο Das Problem der Abhängigkeit des Basilius von Plotin.¹⁵² Η βασική θέση του Dehnhard είναι ότι στο νεανικό De spiritu (γραμμένο περί το 360;) ο Βασίλειος πράγματι παραθέτει την Εννεάδα 5.1, αλλά ότι το πλωτινικό υλικό «ελέγχεται» από τη χρήση που κάνει ο Βασίλειος διαφόρων κειμένων του Ωριγένη και του Ευσεβίου, καθώς και του Συμβόλου του Γρηγορίου του Θαυματουργού, αποστόλου της Καππαδοκίας. Αργότερα, υποστηρίζει ο Dehnhard, το 375, όταν ο Βασίλειος συνέταξε το Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος για τον Αμφιλόχιο Ικονίου, άντλησε, μεταξύ άλλων πηγών, όχι από τον Πλωτίνο, αλλά από το δικό του προγενέστερο De spiritu, το οποίο βεβαίως εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον Πλωτίνο. Στο Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τον Dehnhard, δεν υπάρχει άμεση επίδραση του Πλωτίνου.

Δεν είναι σαφές πόσο από όλα αυτά θα ήταν αποδεκτό για τον Henry και τον Schwyzer, των οποίων το Index testium εξακολουθεί να υποδηλώνει ότι ο Βασίλειος στο Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (De Sp. S.) χρησιμοποιεί τον Πλωτίνο άμεσα, αν και ο Gribomont²⁵³ και (προφανώς) ο Daniélou²⁵⁴ έχουν αποδεχθεί τη θέση ότι το άμεσο νεοπλατωνικό υπόβαθρο του De Sp. S. δεν είναι ο ίδιος ο Πλωτίνος αλλά το De spiritu (De sp.). Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του Dehnhard έχει επανατονίσει ότι η σχέση μεταξύ De sp. και De Sp. S. βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του προβλήματος της σχέσης μεταξύ Βασιλείου και Πλωτίνου. Όλα τα σχετικά κείμενα αξίζουν να εξεταστούν εκ νέου, τουλάχιστον για να ελεγχθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί του Henry υπό το φως νεότερων σχολίων. Εκεί όπου έχει ήδη συγκεντρωθεί αποφασιστικό αποδεικτικό υλικό, δεν θα επιμείνω· ωστόσο, ορισμένα σημεία χρειάζονται περαιτέρω διευκρίνιση.

Πάντοτε θεωρούνταν ότι η Εννεάδα 5.1 είναι το πλωτινικό κείμενο που ο Βασίλειος είναι πιο πιθανό να γνώριζε. Στο De sp. χρησιμοποιείται ιδιαίτερα αυτή η πραγματεία και δεν υπάρχει λόγος να επανεξετάσουμε το έδαφος που έχουν ήδη καλύψει ο Henry και ο Dehnhard: το De sp. κάνει εκτεταμένη χρήση της Εννεάδας 5.1.

Πέντε ερωτήματα, ωστόσο, ανακύπτουν αμέσως:
Ποια είναι, αν υπάρχει, η σημασία του γεγονότος ότι το De sp. χρησιμοποιεί μόνο την 5.1;
Είναι ο συγγραφέας του De sp. ο Βασίλειος, και αν όχι, ποιος είναι;
Είναι ορθή η θέση του Dehnhard ότι το κεφ. 9 του De Sp. S. εξαρτάται από το De sp. ως προς το πλωτινικό υλικό;
Μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχει πλωτινική επίδραση στο De Sp. S. πέρα από το κεφάλαιο 9;
Χρησιμοποιεί ο Βασίλειος στο De Sp. S. τον Πλωτίνο άμεσα;


Εάν αυτά τα ζητήματα μπορέσουν να διευκρινιστούν, τότε μπορεί κανείς να στραφεί στην πιθανότητα άλλων νεοπλατωνικών επιδράσεων στον Βασίλειο και, στη συνέχεια, στο ευρύτερο και γενικότερο ερώτημα της χρήσης του Πλάτωνα και των προγενέστερων πλατωνικών από τον Βασίλειο.

Β. ΤΟ DE SPIRITU ΚΑΙ Η ΕΝΝΕΑΔΑ 5.1


Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο συγγραφέας του De sp. χρησιμοποιεί οποιοδήποτε άλλο κείμενο του Πλωτίνου πέρα από την Εννεάδα 5.1. Ωστόσο, εξίσου δεν υπάρχει άμεσος λόγος να υποθέσουμε ότι δεν γνώριζε κανένα άλλο κείμενο του Πλωτίνου εκτός από την 5.1. Έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι η 5.1 είναι ένα από τα δύο κείμενα του Πλωτίνου που χρησιμοποιεί ο Ευσέβιος Καισαρείας στην Προπαρασκευή Ευαγγελική. Είναι λοιπόν απολύτως πιθανό ότι, αν ο συγγραφέας του De sp. γνωρίζει περισσότερα έργα του Πλωτίνου από όσα παραθέτει ο Ευσέβιος, η πηγή του De sp. είναι η ίδια με εκείνη του Ευσεβίου, δηλαδή, κατά πάσα πιθανότητα, κάποια μη πορφυριανή εκδοχή του έργου του Πλωτίνου. Ενδεχομένως – αλλά όχι κατ’ ανάγκην – ο συγγραφέας του De sp. να απέκτησε αυτό το υλικό στη βιβλιοθήκη της Καισαρείας. Μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς, όπως ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο Θεοδώρητος, μαρτυρούν ότι η 5.1 ήταν ένα ασυνήθιστα γνωστό και επιδραστικό κείμενο του Πλωτίνου.

Γ. Η ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ DE SPIRITU: ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Ακολουθώντας τις υποδείξεις του Jahn, ο Henry ισχυρίστηκε²⁵⁵ ότι αποκατέστησε την πατρότητα του De sp. στον Βασίλειο, και ο Dehnhard έχει ελάχιστα να προσθέσει σε αυτή την αποκατάσταση. Και για τον ίδιο, η σύνθεση του De sp. από τον Βασίλειο σε νεαρή ηλικία μας παρέχει σαφή ένδειξη ότι ο ίδιος ο Βασίλειος ήταν εξοικειωμένος τουλάχιστον με ένα πλωτινικό κείμενο από πρώτο χέρι. Είναι όμως βέβαιο ότι ο Βασίλειος ήταν ο συγγραφέας του De sp.; Η αμφιβολία έχει τεθεί εκ νέου από τον Gribomont· και ίσως ούτε ο ίδιος ο Gribomont δεν έχει ακολουθήσει τα συμπεράσματά του και τα δεδομένα μέχρι το πιο πιθανό τους τέλος. Πριν ρίξουμε μια ματιά στα χειρόγραφα και στις ενδείξεις που προκύπτουν από την ίδια την πραγματεία – και μόνο με τα τελευταία έχει ασχοληθεί ο Dehnhard – θα πρέπει να εξετάσουμε τον γενικό χαρακτήρα του πλωτινικού υλικού στο De sp.. Όπως έχει δικαίως ειπωθεί, το De sp. είναι ένα πλωτινικό cento· όμως το να ειπωθεί αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άρνηση της πρόσθετης επίδρασης του Ωριγένη και του Γρηγορίου του Θαυματουργού, την οποία έχει προτείνει ο Dehnhard. (Θα επανέλθουμε σε αυτό αργότερα.) Ωστόσο, ο τόνος του De sp. καθιστά σαφές ότι ο συγγραφέας του τρέφει βαθύτατο σεβασμό για τον Πλωτίνο που γνωρίζει. Έχει μελετήσει προσεκτικά την Εννεάδα 5.1 και την έχει εκτιμήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μεταγράφει σχεδόν αυτολεξεί ένα σημαντικό τμήμα της. Αυτό το γεγονός και μόνο θα μπορούσε να καταστήσει την πατρότητα του Βασιλείου απίθανη. Διότι, όπως ήδη δείξαμε, δύσκολα θα μπορούσε ο Βασίλειος να έχει γνωρίσει φλογερούς θαυμαστές του Πλωτίνου ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στην Αθήνα, όπου σπούδασε· και ο ίδιος, παρά τη μακρά αλλά κυρίως ρητορική παιδεία του, δεν αναφέρει τον Πλωτίνο ονομαστικά στα μεταγενέστερα έργα του.

Πράγματι, αν η θεωρία του Dehnhard είναι ορθή, τότε ο Βασίλειος ενδέχεται να μη χρησιμοποιεί ξανά άμεσα κάποιο κείμενο του Πλωτίνου στα μεταγενέστερα έργα του, μετά τον ενθουσιασμό της νεότητάς του που αποτυπώνεται στο De sp.. Ωστόσο, θα μπορούσε να αντιταχθεί κανείς λέγοντας ότι, εκτός από την πρώιμη Φιλοκαλία, ο Βασίλειος μνημονεύει τον Ωριγένη μόνο μία φορά, και μάλιστα όχι με εντελώς ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό, στο ύστερο De Spiritu Sancto·²⁵⁶ επομένως αυτό το επιχείρημα εκ σιωπής δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Δεν θα μπορούσε άραγε ο συν-συγγραφέας της ωριγενιστικής συλλογής που είναι γνωστή ως Φιλοκαλία να είναι – και περίπου την ίδια περίοδο – και ο συγγραφέας του πλωτινικού cento που είναι γνωστό ως De spiritu;

Το περισσότερο που μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια σε αυτό το στάδιο είναι ότι είναι, τουλάχιστον, παράξενο το γεγονός πως ένας άνθρωπος που επιδεικνύει στο De sp. τόσο έντονη αφοσίωση στην Εννεάδα 5.1, θα έδειχνε, αν πράγματι πρόκειται για τον Βασίλειο, τόσο μικρό ενδιαφέρον για τον Πλωτίνο σε άλλα έργα του, ακόμη και σε έργα σχεδόν σύγχρονα. Ας στραφούμε, λοιπόν, σε άλλα είδη τεκμηρίων.

Όσον αφορά τα χειρόγραφα, τα ουσιώδη σημεία έχουν συγκεντρωθεί αλλού:²⁵⁷ κανένα από τα χειρόγραφα του Βασιλείου Κατὰ Εὐνομίου (C. Eun.) που μαρτυρούν μόνο τα τρία γνήσια βιβλία δεν περιέχει το De sp., ούτε το De sp. απαντά αυτοτελώς. Το De sp. εμφανίζεται μόνο ως το τελευταίο τμήμα του νόθου πέμπτου βιβλίου του C. Eun., το οποίο συχνά αποδίδεται στον Δίδυμο τον Τυφλό.²⁵⁸ Αλλά ακόμη και αν το έργο αυτό ανήκει πράγματι στον Δίδυμο – πράγμα που μπορεί κάλλιστα να αμφισβητηθεί – αυτό δεν φαίνεται να βοηθά ιδιαίτερα την υπόθεση του De sp.. Η βαθιά εξάρτηση του De sp. από την Εννεάδα 5.1 δεν έχει παράλληλο ούτε στον Δίδυμο, ούτε στον συγγραφέα των C. Eun. 4–5, ούτε βεβαίως στον ίδιο τον Βασίλειο. Δεν υπάρχει, μάλιστα, κανένας ιδιαίτερος λόγος να πιστεύουμε ότι ο συγγραφέας του De sp. και ο συγγραφέας των C. Eun. 4–5 είναι το ίδιο πρόσωπο. Έτσι, αν και στα χειρόγραφα το De sp. αποτελεί το τέλος του C. Eun. 5, δεν υπάρχει εσωτερική εξήγηση για αυτή τη σύνδεση. Είναι απολύτως εύλογο να υποτεθεί ότι όποιος πρώτος προσάρτησε τα C. Eun. 4–5 στα γνήσια C. Eun. 1–3 του Βασιλείου, εισήγαγε ταυτόχρονα και το De sp.. Συνεπώς, το γεγονός ότι τα βιβλία τέσσερα και πέντε του C. Eun. δεν ανήκουν στον Βασίλειο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι και το De sp. δεν είναι βασιλιανό.

Γιατί, λοιπόν, ο Dehnhard εξακολουθεί να θεωρεί ότι το De sp. γράφτηκε από τον Βασίλειο; Ίσως εν μέρει επειδή ο Τιμόθεος Αἴλουρος (460–475) παραθέτει τα C. Eun. 4–5 ως έργα του Βασιλείου, γεγονός που δείχνει ότι αυτή η απόδοση κυκλοφορούσε ήδη περίπου εκατό χρόνια μετά τη σύνθεση του De sp..²⁵⁹ Ο Gribomont προτείνει ότι ίσως οι εκτελεστές της διαθήκης του Βασιλείου βρήκαν το De sp. στο γραφείο του μαζί με τα C. Eun. και τα νόθα C. Eun. 4–5 και τα συνέθεσαν όλα μαζί.²⁶⁰ Όμως αυτή η υπόθεση, αν και δυνατή, μοιάζει να πιάνεται από άχυρα· το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι μέσα σε εκατό χρόνια από τον θάνατο του Βασιλείου, γνωρίζοντας πως ο Βασίλειος είχε γράψει για το Άγιο Πνεύμα και κατά του Ευνομίου, κάποιος πρόσθεσε τα βιβλία 4 και 5 κατά του Ευνομίου, καθώς και το De sp., στα αναμφίβολα βασιλιανά C. Eun. 1–3.

Ο Dehnhard, στην πραγματικότητα, σχεδόν δεν προσφέρει κανένα επιχείρημα για να θεωρηθεί το De sp. έργο του Βασιλείου, εκτός αν θελήσει κανείς να αντλήσει ένα τέτοιο επιχείρημα από τον ισχυρισμό του ότι ο Βασίλειος, όταν συνέγραφε το De Spiritu Sancto, χρησιμοποίησε το De sp. ως πηγή· ή, εναλλακτικά, αν θελήσει να συναγάγει από τον ισχυρισμό ότι το De sp. παρουσιάζει δεσμούς με το Σύμβολο Πίστεως του Γρηγορίου Θαυματουργού ότι ο συγγραφέας του πρέπει να είναι ο Βασίλειος. Αυτό φαίνεται πράγματι να είναι το νόημα της συζήτησης του Dehnhard γύρω από το κεφάλαιο 29 του De Spiritu Sancto,²⁶¹ όπου εφιστά την προσοχή στη σημασία που αποδίδει ο Βασίλειος στον Ωριγένη και στους μαθητές του, και ιδίως στον Γρηγόριο Θαυματουργό. Όμως όλα όσα προκύπτουν από αυτό είναι ότι ο Βασίλειος (μαζί, αναμφίβολα, με τους περισσότερους άλλους «Καππαδόκες») έτρεφε σεβασμό για τον Γρηγόριο Θαυματουργό και τον Ωριγένη· όχι ότι μόνον αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Γρηγόριο για να «εκχριστιανίσει» τον Πλωτίνο.

Ως απάντηση στον Dehnhard, και μάλιστα με τους δικούς του όρους, το σχόλιο του Gribomont είναι εύστοχο:²⁶² το De sp., λέει, προέρχεται από ένα καππαδοκικό περιβάλλον· εξαρτάται από τον Γρηγόριο Θαυματουργό και συνδέεται με τον Βασίλειο. Τα περαιτέρω επιχειρήματα του Dehnhard, στα οποία θα επανέλθουμε αργότερα, σχετικά με παραλληλισμούς του De sp. σε γνήσιες βασιλιανές πηγές, θα έδειχναν απλώς ότι ο Βασίλειος χρησιμοποίησε το De sp., όχι ότι το έγραψε — ένα συμπέρασμα που ίσως επιβεβαιώνεται από τα μη βασιλιανά χαρακτηριστικά του ύφους, τα οποία ο Gribomont έχει παρατηρήσει ακριβώς σε εκείνα τα χωρία του De sp. όπου ο συγγραφέας δεν ακολουθεί τον Πλωτίνο.²⁶³ Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να επιμείνουμε ότι η πατρότητα του De sp. παραμένει αβέβαιη.

Σημειώσεις:

248. A. Jahn, Basilius Magnus plotinizans (Βέρνη 1838).
249. États, σσ. 159–166.
250. Βιβλιοκρισία του H. Dehnhard, Das Problem der Abhängigkeit des Basilius von Plotin (Βερολίνο 1964), στο RSR 53 (1965), σ. 161.
251. Editio maior (1973), τόμ. 3.
252. (Βερολίνο 1964).
253. J. Gribomont, βιβλιοκρισία του Dehnhard, RHE 60 (1965), σ. 492· (επίσης, ο ίδιος, «Intransigencia e irenismo en S. Basilio», ETrin 9 [1975], σ. 240, σημ. 61).
254. J. Daniélou, βιβλιοκρισία του Dehnhard, σ. 161.
255 Πρβλ. π.χ. États, σσ. 162–169.
256 De Sp. S. 29.73, έκδ. Pruche, σ. 506· PG 32: 204A–B.
257 Gribomont, κριτική του Dehnhard, σ. 488.
258 Για ορισμένα μάλλον ανοργάνωτα σχόλια σχετικά με το ζήτημα αυτό, βλ. W. M. Hayes, The Greek Ms. Tradition of (Ps.)-Basil’s Adversus Eunomium (Λέιντεν 1972), σσ. 25–39. Για επιφυλάξεις ως προς την επίκληση του Διδύμου, βλ. W. A. Bienert, «Allegoria» und «Anagoge» bei Didymos dem Blinden von Alexandria (Βερολίνο 1972), σσ. 10–12.
259 Hayes, The Greek Ms. Tradition, σσ. 5–6.
260 Gribomont, κριτική του Dehnhard, σ. 482.
261 Dehnhard, Das Problem, σσ. 32–38.
262 Gribomont, κριτική του Dehnhard, σ. 492.
263 Ό.π., σ. 491.
264 Ph. 67A· Phaedr. 250C–D· Rep. 611B κ.ε.

Συνεχίζεται με:

Δ. Το De Spiritu Sancto εκτός του κεφαλαίου 9

Δεν υπάρχουν σχόλια: