Συνέχεια από Τετάρτη 21. Ιανουαρίου 2026
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ 2Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
ΕΝΑΥΣΜΑ: ΕΚ-ΣΤΑΣΕΙΣ, ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ, ΠΛΟΕΣ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Κάθε συνταρακτικὴ ἱστορία σχετικὴ μὲ τὸ Θεὸ δὲν ἀρ χίζει μὲ μιὰν ἀναχώρηση; "Ας διηγηθοῦμε μιὰ τέτοια, πα ράξενη, μελλοντικὴ ἱστορία...
Στὴν νουβέλλα του Αρμενίζοντας γιὰ τὸ Βυζάντιο (Sailing to Byzantium, Alien 1994) ὁ Robert Silverberg παρουσιάζει τὸν ἥρωά του Τσάρλς Φίλιπς νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς ἔχει μυστηριωδώς μεταφερθεί ἀπὸ τὸ 1984 στὸν 50ὸ αἰώνα μ.Χ. Τεσσερισήμισυ χιλιάδες ἀθανάτων ἀνθρώπων ζοῦν στὸν πλανήτη, μὲ μόνο περιεχό μενο τῆς ζωῆς τους τὴ διασκέδασή τους. Ἡ ἀέναη κατα-σκευή, κάθε τόσο, πέντε κάθε φορὰ καινούργιων πόλεων ποὺ ἀποτελοῦν ἀκριβῆ ἀντίτυπα μεγάλων καὶ φημισμένων πόλεων τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ κάποιους μεγαλοφυεῖς πλὴν μυστηριώδεις τεχνικούς, προσφέρει νέους διηνεκῶς τόπους γιὰ τὴν πλαισίωση τῆς ἀνεξάντλητης καὶ ἀέναης αὐτονο-μημένης εὐδαιμονίας τῶν ἡμιθέων αὐτῶν, ποὺ δὲν ἔχουν πιὰ κανένα φόβο, καμμιὰ ἀπορία, κανένα δίλημμα. Οἱ πόλεις αὐτές –σὰν τὴ Ρώμη τῶν Καισάρων, τὴν ᾿Αλεξάνδρεια τῶν Πτολεμαίων, τὴ Βενετία τῶν Δόγηδων, τὸ Τσαγκ-ὰν τῶν Τάνγκ- ἀνακυκλώνονται θαυματουργικὰ καὶ πειστι κότατα μὲ τὴν πλήρη, πλὴν πρόσκαιρη, ἀνακατασκευή ὅλου τοῦ ἄψυχου καὶ ἔμψυχου περιεχομένου τους, οὕτως ὥστε οἱ ἀθάνατοι νὰ ζοῦν ταυτόχρονα καὶ διαδοχικὰ σ' ὅλες τὶς πόλεις κι ὅλες τὶς ἐποχές, ὅλες τις χάρες κι ὅλες τὶς ἡδονές τους.
Βαθμιαίως ὁ ἥρωας ἀνακαλύπτει δύο συγκλονιστικά πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι πὼς ὁ ἴδιος, ἐπισκέπτης φερμένος ἀπὸ τὸν 20ὸ αἰώνα, μαζὶ μὲ ἑτέρους δύο, ἕναν ἀπ' τὸν 16ο καὶ ἕναν ἄλλον ἀπ' τὸν 25ο αἰώνα, δὲν ἀποτελοῦν πραγματικὰ ἀνθρώπινα ὄντα ἀλλὰ σοφτγουέαρ, πραγμα-τοποιημένα ἰδιοφυῆ προγράμματα ὑπολογιστή, διανοητικές προβολές, «σύνολο ἐντολῶν, ἀνταποκρίσεων καὶ ἀναφορῶν, ποὺ ἐπενεργοῦν σ' ἕνα εἶδος τεχνητοῦ σώματος», τὸ τελει ότερο δημιούργημα τῶν ἀθανάτων πρὸς τέρψη τους. Ο σοφτγουέαρ ἥρωας αὐτὸς εἶναι ὡστόσο τόσο ἀληθοφανής, τόσο πραγματικὸς στὴν τεχνική του τελειότητα, ὥστε ν' ἀποτελεῖ, ἐπαρκῶς, αὐτόβουλο καὶ αὐτοκαθοριζόμενο έαυ-τὸ, πληρότητα αἰσθημάτων, συναισθημάτων καὶ στοχα σμῶν αὐτοπροαιρέτων, κλεισμένων σ' ἕνα ἐπίσης ἀθάνατο καὶ ἀγέραστο τεχνητὸ σῶμα. Ἡ δεύτερη μεγάλη ἀνακά-λυψη τοῦ ἥρωα εἶναι πὼς ἡ κοπέλα τὴν ὁποία ἐρωτεύεται συνοδεύοντας τὰ ἀέναα ταξίδια της ἀπὸ τὴ μιὰ ἀνακυ κλούμενη πόλη στὴν ἄλλη, λόγῳ κάποιου μυστηριώδους ἀτυχήματος, δὲν εἶναι ἀγέραστη καὶ ἀθάνατη ἀλλὰ «βρα-χύβια», θνητὴ μέσα σ' ἕνα μεγάλο μήκος χρόνου. Ἡ ἀπειλὴ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὴν κοπέλα στὴν αὐτοαπομάκρυνση ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Τσάρλς, ὁ ἔρως τοῦ ὁ ποίου ὡστόσο τὸν ἐξωθεῖ σὲ μακρὰ καταδίωξή της. Ἡ τε λικὴ συνάντηση τῆς γερασμένης Τζόϊα μὲ τὸν ἀγαπημένο της εἶναι δραματική: ὁ σοφτγουέαρ γήινος τοῦ 20οῦ αἰώνα τῆς ζητᾶ εἴτε νὰ μοιρασθεῖ ἐκεῖνος τὸ θάνατο (μεταποιού μενος τεχνικῶς σὲ θνητό) μαζί της, ἢ νὰ δεχθεῖ ἐκείνη νὰ γίνει ἐπίσης, ἐγκαταλείποντας τὸ φθειρόμενο ψυχοσωμα τικὸ εἶναι της, ἕνα σοφτγουέαρ πλάσμα ἀθάνατο σὰν ἐκεῖνον. Ο έρως νικᾶ, καὶ οἱ δύο ἐραστὲς ἀποπλέουν γιὰ ποῦ ἀλλοῦ; – τὸ Βυζάντιο, τὴν καινούργια πόλη που μόλις δημι ουργήθηκε, τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἡ Τζόϊα θὰ παραδοθεῖ στοὺς τεχνικοὺς ποὺ θὰ τὴν βοηθήσουν στὴν μεγάλη ἀναχώρησης τὴν ἔκ-σταση ἀπ' τὴν θνητή της φύση, πρὸς τὴν ριζικὴ καὶ ἀπόλυτη ναρκισσικὴ φαντασίωση, τὸν ἀθάνατο καὶ ἄτρωτο σοφτγουέαρ ἑαυτὸ καὶ συνεπῶς τὸ ᾿Απόλυτο, τὸ Θεὸ τῶν σοφτγουέαρ πλασμάτων. ᾿Απόλυτο ποὺ ὅμως ὑπόσχεται ζωὴ ἀπερίσταλτη καὶ θεία χωρίς φθορὰ καὶ θάνατο καὶ ἀκόμη –τἱ εὐτυχία! – δίχως καμμιά ἀπολύτως τύψη...[ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ.ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΙΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΙΚΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΜΟΥ. Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΗΔΗ ΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ, ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.... ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ. ΚΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΥΚΟ ΣΤΗΝ ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ ΘΑ ΑΔΕΙΑΣΕΙ ΤΗ ΦΩΛΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]
Ὅλα λοιπὸν;;; τὰ μεγάλα θέματα τοῦ μυστικοῦ μας πα ρελθόντος βρίσκονται νομίζω, παραδόξως, μέσα στὴν τολμηρὴ καὶ παράξενα ἀληθοφανῆ αὐτὴ νουβέλλα. Ἐννοῦ τοῦ νεοπλατωνικοῦ βασικὰ μυστικισμοῦ ποὺ γιὰ τὴν Δύση, μέχρι τὶς ἡμέρες μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕνα σημαντικό μέρος τῆς ᾿Ανατολῆς, ἐπίσης μέχρι τὶς μέρες μας, ἀποτελεῖ τὸν μόνο, κατ' οὐσίαν, μυστικισμό. Καὶ πρῶτα ἀπ' ὅλα, ἡ ἔκ-σταση. ᾿Αφοῦ ἡ πτώση μας εἶναι πτώση μέσα σ' αὐτὴ τὴ θνητή φύση, ἡ λύτρωση, ἀπ' τὸν Πλωτίνο (καὶ μ' ἄλλο τρόπο, τὸν Αὐγουστίνο) ὡς τοὺς Δυτικούς Μυστικοὺς καὶ διὰ τῶν Ρώσσων θρησκευτικῶν φιλοσόφων ὡς τοὺς ὀρθοδόξους θεολόγους, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ ἔκσταση, τὸ πρόσωπο ὡς ἔκ-σταση ἀπ' τὴ θνητὴ φύση/πτώση αὐτή. Πρόσωπο εἶναι ἔτσι ἡ μεγάλη ἀναχώρηση, ὁ μέγας ἀπόπλους ἀπὸ τὴ φύση, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως στὸν Πλωτίνο, ὅπου ἡ ἔκσταση εἶναι ἡ ἀναχώρηση τοῦ φανταστικοῦ ἐκείνου καὶ θείου ἄνω μέρους τῆς ψυχῆς πρὸς τό... Βυζάντιο, τὸ σωτήριο δηλαδὴ ἄπειρο τοῦ Ἑνός. Στὴ σύγχρονη μάλιστα ὀρθόδοξη θεολο γία ἡ ἐκστατικὴ ἀναχώρηση εἶναι τέτοια ποὺ κινδυνεύει τελικὰ τὸ ἀνθρώπινο ὂν νὰ γίνει μιὰ καθαρὴ ἄδεια ὑπόστα ση, ένα πρόσωπο δίχως φύση ποὺ ὑποστασιάζει στὴν κενό τητά του μόνον τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες! (Βλ. Χ. Γιανναρᾶ, Τὸ Ρητὸ καὶ τὸ ᾿Αρρητο, Ίκαρος, ᾿Αθήνα 1999, σ. 209. Γιὰ τὴν ταύτιση φύσεως καὶ πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου βλ. σ. 177. §5.2.2: «Δηλώνεται ὑπαρκτικὰ ἡ φύση ὡς ἔτερος νόμος ἀντιστρατευόμε νος τὴν ἐλευθερία τῆς ὑποστατικῆς ἑτερότητας. Δηλώνεται καὶ ὡς ὑπαρκτικό γίγνεσθαι ἀναπότρεπτης φθορᾶς καὶ τελικῆς ἀπόσβεσης τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν (σωματικῶν καὶ ψυχικῶν) ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἀτο μικὴ ὕπαρξη: ὡς ἀσθένεια καὶ θάνατος». Νομίζω πὼς ὁ καθένας ποὺ διαθέτει μιὰ γνώση τῆς ἑλληνικῆς τουλάχιστον πατερικῆς παραδόσεως θὰ συμφωνοῦσε πὼς ἡ φθορά, ἡ κατάρρευση καὶ ὁ θάνατος δὲν συνιστούν τὴν μοναδική «δήλωση» τῆς φύσεως, ἀλλὰ τὴν φανέρωσή της στην κατ τάσταση τῆς πτώσεως καὶ μόνον. Παράλληλη ἀποκλειστικὴ σύνδεση φύσεως καὶ πτώσεως συναντούμε στην νεοπλατωνική παράδοση – α κρως χαρακτηριστικὸ χωρίο εἶναι αὐτὸ τοῦ Πλωτίνου, Ἐνν. VI, 4, 14. Δὲν θεωρῶ βεβαίως τὸν Χ. Γιανναρᾶ νεοπλατωνικό, ἀλλὰ δέσμιο μιᾶς ἐκφραστικῆς ὑπόλογης, μέσῳ μιᾶς μακρᾶς ἀλύσεως ποὺ ἀπὸ τὸν Αὐτ γουστίνο καὶ τὸν ᾿Ακινάτη φθάνει ὡς τὸν Heidegger ἀλλὰ καὶ τὸν Βer-ακον, στὸ «νεοπλατωνικὸ ἀρχέτυπο» ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμού) Ιδιοφυής ὅσο καὶ ἀθέλητη διατύπωση τῆς πεμπτουσίας τοῦ μονοφυσιτι σμοῦ (ἀφοῦ ὅταν δὲν διαθέτω φύση καὶ μαζὶ τὶς φυσικές της ἐνέργειες τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεξιωθῶ τις φυσικὲς ἐνέργειες τοῦ Ἄλλου – ἁπλῶς κατακλύζομαι ἀπὸ αὐτές, αὐτοαπολλύμενος ἐντός τους) ή μυστικὴ αὐτὴ θεολο για μᾶς παραπέμπει ἐπίσης στὸ ἄλλο μεγάλο ζήτημα τῆς νουβέλλας ποὺ διαβάσαμε ἀλλὰ καὶ τοῦ μυστικισμοῦ τὸ ζήτημα τοῦ ὑποκειμένου.[Η ΦΥΣΗ ΔΕΝ ΕΠΕΣΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Η ΟΥΣΙΑ , Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ. ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ Ο ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΣ ΠΛΕΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ , ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΝΟΗΣ ΖΩΗΣ. ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΕΚΤΟΤΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΛΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ Η ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΡΑ. Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΑΜΑΝΟΣ ΖΗΖΙΟΥΛΙΝΟ. ]
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
ΕΝΑΥΣΜΑ: ΕΚ-ΣΤΑΣΕΙΣ, ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ, ΠΛΟΕΣ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Κάθε συνταρακτικὴ ἱστορία σχετικὴ μὲ τὸ Θεὸ δὲν ἀρ χίζει μὲ μιὰν ἀναχώρηση; "Ας διηγηθοῦμε μιὰ τέτοια, πα ράξενη, μελλοντικὴ ἱστορία...
Στὴν νουβέλλα του Αρμενίζοντας γιὰ τὸ Βυζάντιο (Sailing to Byzantium, Alien 1994) ὁ Robert Silverberg παρουσιάζει τὸν ἥρωά του Τσάρλς Φίλιπς νὰ συνειδητοποιεῖ πὼς ἔχει μυστηριωδώς μεταφερθεί ἀπὸ τὸ 1984 στὸν 50ὸ αἰώνα μ.Χ. Τεσσερισήμισυ χιλιάδες ἀθανάτων ἀνθρώπων ζοῦν στὸν πλανήτη, μὲ μόνο περιεχό μενο τῆς ζωῆς τους τὴ διασκέδασή τους. Ἡ ἀέναη κατα-σκευή, κάθε τόσο, πέντε κάθε φορὰ καινούργιων πόλεων ποὺ ἀποτελοῦν ἀκριβῆ ἀντίτυπα μεγάλων καὶ φημισμένων πόλεων τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ κάποιους μεγαλοφυεῖς πλὴν μυστηριώδεις τεχνικούς, προσφέρει νέους διηνεκῶς τόπους γιὰ τὴν πλαισίωση τῆς ἀνεξάντλητης καὶ ἀέναης αὐτονο-μημένης εὐδαιμονίας τῶν ἡμιθέων αὐτῶν, ποὺ δὲν ἔχουν πιὰ κανένα φόβο, καμμιὰ ἀπορία, κανένα δίλημμα. Οἱ πόλεις αὐτές –σὰν τὴ Ρώμη τῶν Καισάρων, τὴν ᾿Αλεξάνδρεια τῶν Πτολεμαίων, τὴ Βενετία τῶν Δόγηδων, τὸ Τσαγκ-ὰν τῶν Τάνγκ- ἀνακυκλώνονται θαυματουργικὰ καὶ πειστι κότατα μὲ τὴν πλήρη, πλὴν πρόσκαιρη, ἀνακατασκευή ὅλου τοῦ ἄψυχου καὶ ἔμψυχου περιεχομένου τους, οὕτως ὥστε οἱ ἀθάνατοι νὰ ζοῦν ταυτόχρονα καὶ διαδοχικὰ σ' ὅλες τὶς πόλεις κι ὅλες τὶς ἐποχές, ὅλες τις χάρες κι ὅλες τὶς ἡδονές τους.
Βαθμιαίως ὁ ἥρωας ἀνακαλύπτει δύο συγκλονιστικά πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι πὼς ὁ ἴδιος, ἐπισκέπτης φερμένος ἀπὸ τὸν 20ὸ αἰώνα, μαζὶ μὲ ἑτέρους δύο, ἕναν ἀπ' τὸν 16ο καὶ ἕναν ἄλλον ἀπ' τὸν 25ο αἰώνα, δὲν ἀποτελοῦν πραγματικὰ ἀνθρώπινα ὄντα ἀλλὰ σοφτγουέαρ, πραγμα-τοποιημένα ἰδιοφυῆ προγράμματα ὑπολογιστή, διανοητικές προβολές, «σύνολο ἐντολῶν, ἀνταποκρίσεων καὶ ἀναφορῶν, ποὺ ἐπενεργοῦν σ' ἕνα εἶδος τεχνητοῦ σώματος», τὸ τελει ότερο δημιούργημα τῶν ἀθανάτων πρὸς τέρψη τους. Ο σοφτγουέαρ ἥρωας αὐτὸς εἶναι ὡστόσο τόσο ἀληθοφανής, τόσο πραγματικὸς στὴν τεχνική του τελειότητα, ὥστε ν' ἀποτελεῖ, ἐπαρκῶς, αὐτόβουλο καὶ αὐτοκαθοριζόμενο έαυ-τὸ, πληρότητα αἰσθημάτων, συναισθημάτων καὶ στοχα σμῶν αὐτοπροαιρέτων, κλεισμένων σ' ἕνα ἐπίσης ἀθάνατο καὶ ἀγέραστο τεχνητὸ σῶμα. Ἡ δεύτερη μεγάλη ἀνακά-λυψη τοῦ ἥρωα εἶναι πὼς ἡ κοπέλα τὴν ὁποία ἐρωτεύεται συνοδεύοντας τὰ ἀέναα ταξίδια της ἀπὸ τὴ μιὰ ἀνακυ κλούμενη πόλη στὴν ἄλλη, λόγῳ κάποιου μυστηριώδους ἀτυχήματος, δὲν εἶναι ἀγέραστη καὶ ἀθάνατη ἀλλὰ «βρα-χύβια», θνητὴ μέσα σ' ἕνα μεγάλο μήκος χρόνου. Ἡ ἀπειλὴ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὴν κοπέλα στὴν αὐτοαπομάκρυνση ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Τσάρλς, ὁ ἔρως τοῦ ὁ ποίου ὡστόσο τὸν ἐξωθεῖ σὲ μακρὰ καταδίωξή της. Ἡ τε λικὴ συνάντηση τῆς γερασμένης Τζόϊα μὲ τὸν ἀγαπημένο της εἶναι δραματική: ὁ σοφτγουέαρ γήινος τοῦ 20οῦ αἰώνα τῆς ζητᾶ εἴτε νὰ μοιρασθεῖ ἐκεῖνος τὸ θάνατο (μεταποιού μενος τεχνικῶς σὲ θνητό) μαζί της, ἢ νὰ δεχθεῖ ἐκείνη νὰ γίνει ἐπίσης, ἐγκαταλείποντας τὸ φθειρόμενο ψυχοσωμα τικὸ εἶναι της, ἕνα σοφτγουέαρ πλάσμα ἀθάνατο σὰν ἐκεῖνον. Ο έρως νικᾶ, καὶ οἱ δύο ἐραστὲς ἀποπλέουν γιὰ ποῦ ἀλλοῦ; – τὸ Βυζάντιο, τὴν καινούργια πόλη που μόλις δημι ουργήθηκε, τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἡ Τζόϊα θὰ παραδοθεῖ στοὺς τεχνικοὺς ποὺ θὰ τὴν βοηθήσουν στὴν μεγάλη ἀναχώρησης τὴν ἔκ-σταση ἀπ' τὴν θνητή της φύση, πρὸς τὴν ριζικὴ καὶ ἀπόλυτη ναρκισσικὴ φαντασίωση, τὸν ἀθάνατο καὶ ἄτρωτο σοφτγουέαρ ἑαυτὸ καὶ συνεπῶς τὸ ᾿Απόλυτο, τὸ Θεὸ τῶν σοφτγουέαρ πλασμάτων. ᾿Απόλυτο ποὺ ὅμως ὑπόσχεται ζωὴ ἀπερίσταλτη καὶ θεία χωρίς φθορὰ καὶ θάνατο καὶ ἀκόμη –τἱ εὐτυχία! – δίχως καμμιά ἀπολύτως τύψη...[ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ.ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΠΕΙΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΙΚΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΜΟΥ. Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΗΔΗ ΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ, ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.... ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ. ΚΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΥΚΟ ΣΤΗΝ ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ ΘΑ ΑΔΕΙΑΣΕΙ ΤΗ ΦΩΛΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ]
Ὅλα λοιπὸν;;; τὰ μεγάλα θέματα τοῦ μυστικοῦ μας πα ρελθόντος βρίσκονται νομίζω, παραδόξως, μέσα στὴν τολμηρὴ καὶ παράξενα ἀληθοφανῆ αὐτὴ νουβέλλα. Ἐννοῦ τοῦ νεοπλατωνικοῦ βασικὰ μυστικισμοῦ ποὺ γιὰ τὴν Δύση, μέχρι τὶς ἡμέρες μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕνα σημαντικό μέρος τῆς ᾿Ανατολῆς, ἐπίσης μέχρι τὶς μέρες μας, ἀποτελεῖ τὸν μόνο, κατ' οὐσίαν, μυστικισμό. Καὶ πρῶτα ἀπ' ὅλα, ἡ ἔκ-σταση. ᾿Αφοῦ ἡ πτώση μας εἶναι πτώση μέσα σ' αὐτὴ τὴ θνητή φύση, ἡ λύτρωση, ἀπ' τὸν Πλωτίνο (καὶ μ' ἄλλο τρόπο, τὸν Αὐγουστίνο) ὡς τοὺς Δυτικούς Μυστικοὺς καὶ διὰ τῶν Ρώσσων θρησκευτικῶν φιλοσόφων ὡς τοὺς ὀρθοδόξους θεολόγους, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ ἔκσταση, τὸ πρόσωπο ὡς ἔκ-σταση ἀπ' τὴ θνητὴ φύση/πτώση αὐτή. Πρόσωπο εἶναι ἔτσι ἡ μεγάλη ἀναχώρηση, ὁ μέγας ἀπόπλους ἀπὸ τὴ φύση, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως στὸν Πλωτίνο, ὅπου ἡ ἔκσταση εἶναι ἡ ἀναχώρηση τοῦ φανταστικοῦ ἐκείνου καὶ θείου ἄνω μέρους τῆς ψυχῆς πρὸς τό... Βυζάντιο, τὸ σωτήριο δηλαδὴ ἄπειρο τοῦ Ἑνός. Στὴ σύγχρονη μάλιστα ὀρθόδοξη θεολο γία ἡ ἐκστατικὴ ἀναχώρηση εἶναι τέτοια ποὺ κινδυνεύει τελικὰ τὸ ἀνθρώπινο ὂν νὰ γίνει μιὰ καθαρὴ ἄδεια ὑπόστα ση, ένα πρόσωπο δίχως φύση ποὺ ὑποστασιάζει στὴν κενό τητά του μόνον τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες! (Βλ. Χ. Γιανναρᾶ, Τὸ Ρητὸ καὶ τὸ ᾿Αρρητο, Ίκαρος, ᾿Αθήνα 1999, σ. 209. Γιὰ τὴν ταύτιση φύσεως καὶ πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου βλ. σ. 177. §5.2.2: «Δηλώνεται ὑπαρκτικὰ ἡ φύση ὡς ἔτερος νόμος ἀντιστρατευόμε νος τὴν ἐλευθερία τῆς ὑποστατικῆς ἑτερότητας. Δηλώνεται καὶ ὡς ὑπαρκτικό γίγνεσθαι ἀναπότρεπτης φθορᾶς καὶ τελικῆς ἀπόσβεσης τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν (σωματικῶν καὶ ψυχικῶν) ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἀτο μικὴ ὕπαρξη: ὡς ἀσθένεια καὶ θάνατος». Νομίζω πὼς ὁ καθένας ποὺ διαθέτει μιὰ γνώση τῆς ἑλληνικῆς τουλάχιστον πατερικῆς παραδόσεως θὰ συμφωνοῦσε πὼς ἡ φθορά, ἡ κατάρρευση καὶ ὁ θάνατος δὲν συνιστούν τὴν μοναδική «δήλωση» τῆς φύσεως, ἀλλὰ τὴν φανέρωσή της στην κατ τάσταση τῆς πτώσεως καὶ μόνον. Παράλληλη ἀποκλειστικὴ σύνδεση φύσεως καὶ πτώσεως συναντούμε στην νεοπλατωνική παράδοση – α κρως χαρακτηριστικὸ χωρίο εἶναι αὐτὸ τοῦ Πλωτίνου, Ἐνν. VI, 4, 14. Δὲν θεωρῶ βεβαίως τὸν Χ. Γιανναρᾶ νεοπλατωνικό, ἀλλὰ δέσμιο μιᾶς ἐκφραστικῆς ὑπόλογης, μέσῳ μιᾶς μακρᾶς ἀλύσεως ποὺ ἀπὸ τὸν Αὐτ γουστίνο καὶ τὸν ᾿Ακινάτη φθάνει ὡς τὸν Heidegger ἀλλὰ καὶ τὸν Βer-ακον, στὸ «νεοπλατωνικὸ ἀρχέτυπο» ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμού) Ιδιοφυής ὅσο καὶ ἀθέλητη διατύπωση τῆς πεμπτουσίας τοῦ μονοφυσιτι σμοῦ (ἀφοῦ ὅταν δὲν διαθέτω φύση καὶ μαζὶ τὶς φυσικές της ἐνέργειες τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεξιωθῶ τις φυσικὲς ἐνέργειες τοῦ Ἄλλου – ἁπλῶς κατακλύζομαι ἀπὸ αὐτές, αὐτοαπολλύμενος ἐντός τους) ή μυστικὴ αὐτὴ θεολο για μᾶς παραπέμπει ἐπίσης στὸ ἄλλο μεγάλο ζήτημα τῆς νουβέλλας ποὺ διαβάσαμε ἀλλὰ καὶ τοῦ μυστικισμοῦ τὸ ζήτημα τοῦ ὑποκειμένου.[Η ΦΥΣΗ ΔΕΝ ΕΠΕΣΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Η ΟΥΣΙΑ , Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ. ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ Ο ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΣ ΠΛΕΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ , ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΝΟΗΣ ΖΩΗΣ. ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΕΚΤΟΤΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΛΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ Η ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΡΑ. Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΑΜΑΝΟΣ ΖΗΖΙΟΥΛΙΝΟ. ]
Η, καλύτερα, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτό. Τὸ ὑποκείμενο, ἡ ὑποκειμενικότητα, κοστίζει, εἶναι γόνιμη ὑπόθεση ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνη. Πόσο καλύτερα θὰ ἦταν ἄν τὸ ὑποκείμενο, τὸ καρτεσιανό, διανοητικό, ὑπερεξηρμένο καὶ ἀποσυνδεδεμένο ψυχικὸ ὑποκείμενο αὐτὸ τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας (μὲ τὶς νεωτερικές ἔστω σωματοποιητικές προσ πάθειές του), ἦταν ἕνα σοφτγουέαρ ὑποκείμενο! Οἱ ἀντικειμενικές νόρμες, οἱ προαποφασισμένες δομὲς θὰ ὑπερκάλυπταν τὰ πολλαπλά απλὰ δράματα τῆς ἐσωτερικότητας, τὰ λάθη, τὶς παραδρομὲς καὶ τὰ τραύματά της. Ὑποκείμενο λοιπὸν ἢ δομή; Αὐτὴ ἡ ἀγωνία, ὡς τὶς μέρες μας, δὲν εἶναι ποὺ τροφοδότησε σειρὰ ὁλόκληρη «ἀποδομήσεων» τοῦ κλασσι κοῦ ὑποκειμενισμοῦ, ἀπὸ τὸν Levi Strauss, τὸν Foucault καὶ τὸν Lacan ὡς τὸν Derrida; Τί εἶναι λοιπὸν ὁ στρουκτου ραλισμός, ἂν ὄχι ἡ προσπάθεια νὰ σώσουμε τὸ ὑποκείμενο στὴν ἀσφάλεια (τῶν ἀσυνειδήτων γιὰ τὸ ἴδιο) δομῶν, ἀπαλλάσσοντάς το ἀπ' τὰ πολλαπλὰ δεινὰ τῆς αὐτο-ἐνδοσκοπούμενης ὑποκειμενικότητας; Νὰ σωθοῦμε ἀπ' τὸ ζων τανὸ καὶ ἀνυπόφορο ὑποκείμενο χωρὶς νὰ τὸ χάσουμε – τὸ ὑποκείμενο νὰ εἶναι πάντοτε κάπου ἐκεῖ χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκατασταθεῖ πουθενά· οὔτε στὴν ψυχὴ οὔτε στὸ σῶμα οὔτε στὴ γλώσσα οὔτε στὴ συνείδη ση, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ τέμνονται καὶ ὁρίζονται ἀπὸ δομὲς πολὺ βαθύτερές τους, ἀρχαϊκότερες καὶ πρωταρχικότερες. Ἔτσι ὁ κλασσικός δυτικός «μυστικισμὸς τοῦ ὑποκειμένου», ὅ-πως τὸν ὀνομάζει ὁ Υ. Belaval, μεταβλήθηκε εὐλόγως σὲ μυστικισμὸ τῆς ἀποδομήσεώς του – πράγμα στὸ ὁποῖο σή μερα μπορεῖ νὰ συνεισφέρει καὶ ἡ θεολογία, ὅπως θὰ δοῦμε, τόσο μάλιστα ἡ δυτικὴ ὅσο καὶ ἡ ὀρθόδοξη. Τὸ ὑποκείμενο τῆς θρησκευτικῆς λοιπὸν ἀναζητήσεως, ἐπίσης προβληματικὸ καὶ ἀπαιτητικό, δὲν θὰ ἦταν καλύτερα ν' ἀποδομηθεί ἐπίσης κι αὐτό, εἰσερχόμενο σὲ δομὲς ἀντικειμενικές, κατὰ πολὺ πρωταρχικότερες καὶ βαθύτερές τους Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ἴσως κανεὶς καὶ γιὰ τὸ τρίτο μεγάλο θέμα τοῦ μυστικισμοῦ καὶ τῆς νουβέλλας μας. Το θέμα τῆς κοινωνίας. Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι ἐλαφρῶς που λυπλοκότερα. Τὸ ἐρώτημα μοιάζει νὰ εἶναι: Εἶναι ἡ ὀντο-λογική κοινωνία μεταξὺ πραγματικῶν φθειρομένων καὶ θνητῶν ὑποκειμένων δυνατή; Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦταν ἀσυγκρίτως καλύτερη ἄν, πέρα ἀπ' τὴν συνάντη ση τῶν ὄντων αὐτῶν στὸν φανταστικὸ καὶ εὐφρόσυνο τόπο τῆς ἀρχῆς τῆς Ἡδονῆς (κατὰ Freud, καὶ ὄχι σ' αὐτὸν τῆς ἀρχῆς τῆς Πραγματικότητας), θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ εἶναι καὶ αὐτή (ἡ κοινωνία) προκαθορισμένη ἀπὸ δομὲς καὶ νόρμες τεχνηέντως τοποθετημένες ἀπὸ τὰ πρὶν στὸν τόπο τῆς προαιρέσεώς τους; "Αν ἡ ἔκσταση εἶναι ὁ τρόπος τοῦ ὑποκειμένου νὰ εἶναι ὄντως, ἀνυψωνόμενο ἀπ' τὴν θνητή του φύση, τότε ἡ ἀθάνατη καὶ αἰώνια δομὴ δὲν εἶναι ὁ καλύτε ρος τρόπος ἐκστάσεως τόσο ἀπ᾿ τὴν ταλαίπωρη ἐσωτερικότητα ὅσο καὶ ἀπ᾿ τὰ καθημερινὰ δράματα μιᾶς ἀνεξέλεγκτης διϋποκειμενικότητας; Κοινωνικές δομὲς ὅπως ἐ-πίσης καὶ ἐκκλησιαστικὲς δομὲς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησι-μεύσουν πρὸς τοῦτο...
᾿Αλλὰ ἐπειδὴ τὸ τελευταῖο τοῦτο ζήτημα εἶναι κάπως πιὸ περίπλοκο, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ λεπτολογήσω περισσό-τερο, ὅσον ἀφορᾶ κυρίως στὸ θεολογικό του μέρος. Θὰ χρει ασθεῖ ὅμως ἐδῶ μιὰ σύντομη ἱστορικοσυστηματική περι-διάβαση. Τὸ ζήτημα τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων ἢ τῆς διϋποκειμενικότητας, λοιπόν, ἔχει λάβει πλέον πράγματι σήμερα σημαντικές διαστάσεις στὴ χριστιανική θεολογία. Στὸ ρωμαιοκαθολικὸ αἴφνης χῶρο, μετὰ μάλιστα τὴ δυ σκολία τῆς Β΄ Βατικανῆς νὰ κατανοήσει τὴν ἔννοια τῆς κοινωνίας ὡς πρωταρχικῆς ὀντολογικά, στὸ χῶρο τῆς ἐκ κλησιολογίας, νέες συνειδητοποιήσεις προκλήθηκαν. Ἔτσι ὁ J. Moltmann (Βλ. J. Moltmann, The Trinity and the Kingdom: The Doctrine of God, Harper and Row, San Fransisco 1981) ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπαναπροσδιορίσει τὴν κοινω νία καὶ μάλιστα τὴν κατεξοχήν κοινωνία, αὐτὴ τῆς ᾿Αγίας Τριάδας, ὡς «πρόσωπα-ἐν-σχέσει». Τὸ πρόσωπο καὶ οἱ σχέσεις του εἶναι δηλαδὴ γενετικά συνδεδεμένα καὶ ἀνα-δύονται ταυτόχρονα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Moltmann ἐπι-χειρεῖ νὰ ὑπερβεῖ τόσο αὐτὸ ποὺ κατανοεῖ ὡς ἐλάττωση τῆς ἔννοιας τοῦ «προσώπου» στὴν ἔννοια τῆς «σχέσεως», πράγμα ποὺ θεωρεῖ ὡς Δυτικὴ τάση (ὁδηγοῦσα σ' ἕνα εἶ-δος modalismus, μιὰν ἄσκηση δηλαδὴ τριπλῆς αὐτο-ἐπανά-ληψης τοῦ Θεοῦ), ὅσον καὶ τὴν ᾿Ανατολική τάση τῆς μειώ σεως τῆς πραγματικότητας τῶν σχέσεων σὲ ἁπλὲς φανε-ρώσεις τῶν προσώπων. Συνδέοντας τὴν τάση αὐτὴ μὲ τὴν, ἐπίσης ἀνατολική, κυριαρχικὴ ὑπερέξαρση τοῦ Θεοῦ Πατρός, θεωρεῖ ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπίσης μειώνει, ἀντίστοιχα, τὴν πραγματικότητα τῆς πλήρους ἀγάπης καὶ κοινωνίας τῶν Τριῶν Προσώπων.
᾿Ακολουθεῖ ὁ L. Boff (Βλ. L. Boff, Trinity and Society, Orbis Books, Maryknoll, NY 1988), ποὺ ἐπίσης θεμελιώνει τὴν κοι νωνία καταρχὴν στὴν ψυχική κοινωνητικὴ ἀνοικτότητα τῶν προσώπων μεταξύ τους, στὸ γεγονὸς δηλαδὴ πὼς ἡ ὕ-παρξή τους εἶναι μιὰ «ὕπαρξη-γιά» (being-for) κοινωνία. Πρότυπο αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως εἶναι ὁ Τριαδικός Θεὁς, ὁ Ὁποῖος στὴν δυναμικὴ καὶ ὑπερβλύζουσα ἐσωτερική του κοινωνικότητα συνιστᾶ τὸ θεολογικό θεμέλιο κάθε ἀνθρώπινης κοινωνίας, κυρίως δὲ τῆς Ἐκκλησίας. ᾿Απ᾿ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ δὲν ἔμεινε ἔξω ἄλλωστε ἕνας W. Kasper (Βλ. W. Kasper, The God of Jesus Christ, Crossroad, NY 1984), ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκοντας νὰ διορθώσει τὴ δυτικὴ ἀτομοκρατία συλλαμβάνει τὸ πρόσωπο ὡς δια-προσωπικὸ καὶ τὴν ὑπο κειμενικότητα ὡς διυποκειμενική. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ὑπάρχει, μᾶς λέγει, μόνον σ' ἕνα πλέγμα σχέσεων τοῦ τύ που Ἐγώ -Ἐσύ -Ἐμεῖς, μὲ τὸν τρόπο δὲ αὐτὸν βρίσκει τὴν θεμελίωσή του στὴν αἰώνια Θεία Τριάδα.
Οἱ παραπάνω δυτικοὶ θεολόγοι (μαζὶ μὲ κάποιους ἄλ λους ἐπίσης, ἀπ' τοὺς ὁποίους, ἐκ τῶν νεωτέρων, θὰ μνη μόνευα τὸν R. Panikkar (.Βλ. R. Panikkar, The Trinity and the Religious Experience of Man: Icon Person Mystery, Orbis Books, NY: Darton, Longman and Todd, London 1973) καὶ τὴν C. La Cugna (B. C. La Cugna, God for Us: The Trinity and Christian Life, Harper, San Fransisco 1991) ὅσον ἀφορᾶ κυρίως στὴν διάκριση μεταξὺ ἀτόμου καὶ προσώπου στὸν πρῶτο, καὶ στὴν ἀπόλυτη σύνδεση τῆς προσωπικότητας μὲ τὴν «σχεσιακότητα» –ἢ ὅπως ἀλλιῶς μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ ὁ δυσμετάφραστος ὅρος relationality- στὴ δεύτερη) ἔχουν βαθειές ρίζες. Κατὰ τὴ ρητὴ δήλωση τοῦ Moltmann, οἱ ρί ζες αὐτὲς εἶναι κυρίως οἱ δυτικοὶ μυστικοὶ τοῦ 12ου καὶ τοῦ 13ου αιώνα (Meister Echart, Jacob Boehme, Angelus Sile-sius, Ruysbroec) μὲ κορυφὴ τὸν Richard τοῦ Saint-Victor, ἀλλὰ καὶ, πράγμα γιὰ μερικοὺς παράδοξο, οἱ Ρῶσσοι θρη σκευτικοί φιλόσοφοι τῶν δύο τελευταίων αἰώνων. Κοινὸ θέμα ὅλων αὐτῶν τὸ κοινωνητικὸ ἢ περιχωρητικό-ἀγαπητικὸ μοντέλο κατανοήσεως τῆς ῾Αγίας Τριάδας.
"Ας θυμηθοῦμε δι' ὀλίγων τὴν ρωσσικὴ ἱστορία τοῦ πράγματος. Ἡ ὁποία ξεκίνησε βεβαίως μὲ τὸν Vladimir Soloviev (Κυρίως στὸ V. Soloviev, The meaning of Love, transl. T.R. Beyer, Lindisfarne Press 1985.), ὁ ὁποῖος στὸ φημισμένο ἔργο του Διαλέξεις γιὰ τὴν Θεανθρωπία ἐπιχειρεῖ νὰ τοποθετήσει τὴν κατηγορία τοῦ προσώπου στὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση τοῦ ὄντος, ἀφοῦ ἡ σύγχρονή του φιλοσοφία ἀρκοῦνταν στὸ νὰ τὴν θεωρεῖ ὡς ἕνα ἁπλῶς ἐπιπρόσθετο ἢ δευτερεύον στοιχείο του. (Ἡ νεώτερη ἑλληνικὴ θεολογικὴ ὀντολογία τοῦ προσώπου κατάγεται ἀπ' τὶς θέσεις αὐτές.) ᾿Αξιοποιώντας τὸν Πρόκλο, τὸν Ηegel, τοὺς μυστικούς Βικτωρίνους καὶ ἐν μέρει τὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ Soloviev εἶναι αὐτὸς ποὺ εἰσάγει στὴν νεώτερη θεολογία τὴν ὀντολογία τῆς ἀγάπης ὡς θείας σχέσεως ἐνδοτριαδικῆς (χωρὶς ν' ἀποφύγει νατουραλιστικές ὑπερβο λές, καθὼς ἀποδίδει πρῶτος αὐτὸς μιὰ τέτοια ἱερὴ ἀγάπη στὴ διαφυλικὴ ἐπίσης ἐρωτική σχέση καθαυτής – σημαν τικοὶ Ρῶσσοι καὶ σύγχρονοι "Ελληνες θεολόγοι τὸν ἀκο λούθησαν σ' αὐτό). Ένα ὁλόκληρο σμήνος σημαντικῶν Ρώσσων θρησκευτικῶν στοχαστῶν συνέδραμαν τὸν Soloνίεν πάραυτα, συνεισφέροντας φυσικὰ καὶ νέα στοιχεῖα στὴν ὀντολογία αὐτὴ τοῦ προσώπου ὡς κοινωνίας/σχέσε ως/ἀγάπης ἤ, περιεκτικότερα, ὡς sobornost. Ν' ἀναφέρου με τὸν Viacheslav Ivanov, τὸν Dimitri Merezhkovsky, τὸν Sergei Trubetskoi καὶ νὰ σταματήσουμε στὸν Pavel Flo-rensky. Ἡ περσοναλιστική Τριαδολογία τοῦ τεράστιου αὐτ τοῦ στοχαστῆ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν δυναμική κοσμολογία τοῦ Bergson, τὴν ἰδεαλιστικὴ ἀντίληψη περὶ Ἐγὼ τοῦ Fichte, καὶ τὴ διδασκαλία περὶ ὀντολογικῆς ἀγάπης στὸ Θεό, τοῦ Βερνάρδου τοῦ Clairvaux. "Ὅπως στὸν Bergson, ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης δὲν εἶναι, στὸν Θεό, ποσοτικὴ ἀλλὰ ποιο τική: Ἡ Τριὰς εἶναι ἡ ποιότητα τῆς ᾿Αγάπης ποὺ βεβαιώνει, ὡς ὑπέρτατη συγκέντρωση ενέργειας, τὴν ἀπόλυτη ἑνότητα (μὲ τὴν φιχτιανὴ ἔννοια) τοῦ Θείου Ἐγώ. Ταυτόχρονα, πέρα ἀπ᾿ τὸν Φίχτε, τὸ Ἐγὼ αὐτὸ δὲν ἴσταται μόνο του, ἀλλὰ προϋποθέτει ὀντολογικῶς καὶ ἀνυπερθέτως ἕνα Σύ. Ἡ προϋπόθεση ὑπάρξεως τοῦ Ἐγὼ στὸν Florensky είναι τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα τῆς κοινωνίας ὡς κενωτικῆς ἀγάπης ὅπως στὸν Soloviev (. Γιὰ τὴν σκέψη τοῦ Florensky βλ. τὸ βιβλίο τοῦ R. Slesinski, Pavel Florensky, A Metaphysics of Love, SVS Press, NY 1984. Στὴν σελ. 225 ἐ, διαβάζουμε πὼς ὁ ἀνιδιοτελὴς ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μετέχει στὴν πληρότητά του εἶναι: He is the friendly man, the man constituted by the friend, the one who begins his speculations about reality, starting not from his a priori selfhood in a naturalist, Cartesian fashion, but from the a priori fact of the communion with others». Στη συνέχεια ὁ συγγραφέας ἀποδίδει παρόμοιες θέσεις στὸν G. Marcel), ἐνῶ ἡ Τριάδα εἶναι ἡ ὑπέρτατη δομὴ αὐτῆς τῆς ἀγάπης: «Εγώ-Σύ-Αὐτό» γιὰ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ Τριαδικά Πρόσωπα.
Ἡ τριαδική μεταφυσικὴ αὐτὴ τῆς ἀγάπης θὰ συμπλη-ρωθεῖ ἀπὸ τὸν Karsavin καὶ διὰ τοῦ Berdiaev θὰ ὁλοκληρωθεῖ στὸν Boulgakov. Γιὰ τὸν Berdiaev, ἡ ὕπαρξη ἐκδιπλώνεται ὡς κοινωνία καὶ διάλογος μὲ τοὺς ἄλλους, μέσα μάλιστα σὲ μιὰ συγκεκριμένη κοινότητα. Κατὰ τὸν συνήθη νεωτερικό, ἀνθρωποκεντρικό τρόπο, προβάλλει ὁ Berdiaev (Βλ. Ν. Berdiaev, Πέντε στοχασμοὶ περὶ Ὑπάρξεως, Κοινότητα, ᾿Αθήνα 1993. Το βιβλίο αὐτὸ περιέχει ἕναν ὁλόκληρο πλοῦτο ἰδεῶν γιὰ τὴν αὐθεντικὴ ἐσωτερικὴ διάσταση τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ κόσμου του, τὴν ἀληθινὴ καὶ τὴν ψευδή κοινωνικότητα, τὴν ἀξία καὶ τοὺς κινδύνους τῆς κοινοτικῆς ζωῆς.) μὲ τὴ βοήθεια, ἄλλωστε, σειρᾶς Δυτικῶν μυστικῶν ὅπως ὁ Eckhart, ὁ Boehme καὶ ὁ Richard τοῦ Saint Victor τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνικότητα σ' αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ Θεία Τριάδα. Στὸ γνωστὸ βιβλίο του Ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώ που ἔτσι, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ εἶναι πραγματικὴ καὶ ὀντολογικὴ ὑπαρξιακή δια-κοινωνία. Ἡ δια-κοινωνία αὐτὴ εἶναι τὸ περίφημο sobornost, στὴν ἔννοια τοῦ ὁποίου, ὡς πε-ριχωρητικῆς ἀμοιβαιότητας καὶ κοινωνίας, ὁ Boulgakov θὰ προσθέσει στὴ συνέχεια τὴν ἰδέα τῆς ὑπαρκτικῆς θυσια-στικῆς κενώσεως, ἀκόμη καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Τριάδας. Ἔτσι, ὁ θυσιαστικὸς χαρακτήρας τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρὸς φανερώνεται μὲ τὴν αὐτοκένωσή Του στὴν γέννηση τοῦ Υἱοῦ. Ἡ ἀγαπητικὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ ἔγκειται στὸ νὰ παρα-μένει ἀϊδίως τὸ γέννημα τοῦ Πατρός, καὶ ἡ θυσιαστικὴ ἀ-γάπη τοῦ Πνεύματος βρίσκεται ἐπίσης στὴν κένωσή Του ἐνώπιον τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, καθὼς ἀποτελεῖ τὸν «δεσμό» μεταξύ τους (Βλ. S. Boulgakov, Le Paraclet, Aubier, Paris 1946, σσ. 246 έξ). Συνέπεια ἀνθρωπολογικὴ τῆς Τρι αδολογίας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἔννοιας τῆς ἀνθρώ πινης συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ τῆς λογικότητας ὡς «συνοδικῆς», κοινωνικῆς καὶ ἀγαπητικῆς ἀναβλύσεως· τὸ καρτεσιαvò cogito ergo sum γίνεται γιὰ τὸν Boulgakov, amo ergo sum.
Αὐτὴ ἡ ἀκροθιγὴς περιδιάβαση δὲν θὰ ἦταν φυσικά πλήρης γιὰ μᾶς, ἂν δὲν προσθέταμε πώς, ὡς γνωστόν, ὅλη αὐτὴ ἡ πρωτογενής, ἐκρηκτικὴ καὶ πολυσήμαντη ρωσσική φιλοσοφικοθεολογικὴ παραγωγὴ γύρω κυρίως ἀπὸ τὴν ὀν τολογία τοῦ προσώπου καὶ τῆς κοινωνίας του μετακενώ-θηκε στὰ καθ' ἡμᾶς κυρίως ἀπ᾿ τὸν Χρ. Γιανναρᾶ καὶ τὸν Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, μὲ τὴν παράπλευρη βεβαίως συνεισφορὰ καὶ ἄλλων θεολόγων καὶ στο χαστῶν ὅπως ὁ Ν. Νησιώτης, ὁ Π. Νέλλας, ὁ Ν. Ματσούκας, ὁ Σ. Ράμφος. Νέες θεωρήσεις καὶ διαισθήσεις προστέθηκαν καὶ ἡ συζήτηση διαρκεί μέχρι σήμερα.[ΤΑ ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ ΔΕΝ ΑΠΩΘΟΥΝΤΑΙ. ΜΕΝΟΥΝ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΑ.]
᾿Ἀλλὰ ἐμεῖς ἂς ξαναγυρίσουμε ἀπότομα στη νουβέλλα μας. Τὸ τραυματικό, παρὰ τὴν πελώρια σημασία αὐτῶν τῶν ὀντολογικῶν ἀναβλυσμάτων τοῦ χριστιανικοῦ στοχα σμοῦ, ἐρώτημα τῆς πολύπαθης θεολογικῆς μετανεωτερι κότητας εἶναι ἐν προκειμένῳ, ἴσως, τὸ ἑξῆς: Πῶς ὅλη αὐτὴ ἡ εὐτυχὴς πείρα τῆς προσωπικῆς ἐκ-στάσεως καὶ τῆς κοι νωνητικῆς συλλογικῆς πραγματώσεως ἀληθεύει; Εἶναι τὸ θεολογικὸ ὑποκείμενο ἕνα σοφτγουέαρ ὑποκείμενο ποὺ ἡ ἐκστατική του κοινωνικότητα ἀποδομεῖ τὴν δυστυχισμένη του συνείδηση διασπείροντάς την στὸ ἐρωτικὸ ἄπειρο τοῦ sobornost; "Αν λοιπὸν ἕνα τέτοιο πρόσωπο μαζὶ μὲ τὸ ἐρωτικό του σύμπαν εἶναι τυχὸν πραγματικό, τι σχέση έχει αὐτὸ μὲ τὴν ἐκκλησιολογία; Πῶς θὰ ζήσουμε καὶ θὰ ἐρμηνεύσουμε τὴν Ἐκκλησία ὥστε ἐντός της νὰ ὑπάρξει καὶ ν' ἀναπτυχθεῖ στ᾿ ἀλήθεια ἕνα τέτοιο πρόσωπο; Κι ἀκόμη περισσότερο: πῶς ἡ ἐκκλησιολογία θὰ διορθώσει καὶ θὰ με-ταμορφώσει τὸν ὑπερβατισμὸ καὶ τὴ φαντασίωση ποὺ σπαράσσει ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιοφυεῖς θεολογικές προβολὲς τοῦ πεπερασμένου στὸ ῎Απειρο; Τί εἶναι λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία προσώπων;
Ποιό εἶναι τὸ ἐκκλησιολογικῶς πραγματικό;
Συνεχίζεται με:
1. ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ
11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς. Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνησαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».
12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε. Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπειτα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τελείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πειρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζομαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά». Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.
13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθένας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαιτίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέβαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού καταδικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.
14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σωματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων εναντίον μας από τον νοητό εχθρό.
15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζητείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδήποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας. Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών. Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρασμούς βίο.
16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πειρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.
12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε. Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπειτα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τελείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πειρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζομαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά». Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.
13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθένας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαιτίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέβαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού καταδικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.
14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σωματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων εναντίον μας από τον νοητό εχθρό.
15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζητείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδήποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας. Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών. Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρασμούς βίο.
16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πειρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου