Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Θεολογικοὶ προβληματισμοὶ ἐπὶ σπανίων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»; (4)

Συνέχεια από: Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

 Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100*

Ἀγαθαγγέλου Σίσκου**

ΙΙΙ. Ἡ θεολογία τῶν ἀνθρωπόμορφων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»;

Ἀναφορικὰ μὲ τὴ μελέτη τῆς σύλληψης τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα Καστοριάς (1360-1365), δὲν ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὴ σύγχρονη ἡσυχαστικὴ παράδοση, καθὼς ἐκφράζει εἰκονογραφικὰ τὶς θεολογικές θέσεις τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπως αὐτὲς διατυπώθηκαν στὰ Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, ἡ συγγραφὴ τῶν ὁποίων τοποθετεῖται χρονικὰ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1350. Συγκεκριμένα στὸ Κεφάλαιο 36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς «ἔρως ἀπόῤῥρητος» μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ35, στὸ πλαίσιο τῆς διακειμενικῆς σχέσεως καὶ μετακειμενικῆς χρήσεως ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἐνδοτριαδικὴ ἀγάπη (caritas)37. Ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐλάβεια ἄλλωστε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ἦταν ἰδιαίτερα διαδεδομένη στην Καστοριάς, ὅπως μαρτυροῦν καὶ οἱ σωζόμενες σύγχρονες ἀπεικονίσεις του στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Βουνοῦ (1368-1385)39 καὶ στοὺς Ἁγίους Τρεῖς (1400/1)40, ποὺ ἱστορήθηκαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξη, ὅπως καὶ ἡ καθιέρωση ναοῦ στη μνήμη του προτοῦ ἀκόμη ἁγιοκαταταγεῖ μὲ τὴ σχετικὴ ἔκδοση τῆς τοπικῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1368)41, ὁ ὁποίος δυστυχῶς σήμερα δὲν σώζεται.

Ἡ φράση «ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἅγιον ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων»42 τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἄρρητη κοινωνία ἀγάπης μεταξύ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζεται μὲ ποιόν τρόπο καὶ ἀφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, υἱοθετεῖται μετακειμενικὰ ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπὸ κοινοῦ ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα τροφοδότησε τὴν παρερμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ αὐγουστίνειου χωρίου γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς μεσαιωνικῆς καὶ σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque43. Ὁ Παλαμᾶς, διακρίνοντας τὶς ἀίδιες ὑπαρκτικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν θείων προσώπων προσέδωσε μετακειμενικό περιεχόμενο στην αὐγουστίνεια ψυχολογική τριάδα νοῦς-γνῶσις-ἀγάπη, ἀποκαθαίροντας τὴν Τριαδολογία τοῦ Αὐγουστίνου ἀπὸ τὴ μεσαιωνική παρερμηνεία τῆς σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, οὕτως ὥστε νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν προγενέστερη πατερικὴ καὶ συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκκλησίας. Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς ἀπόῤῥητος ἔρως ποὺ ἔχει ὁ γεννήτορας πρὸς τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον, δηλώνει τὴν ἀίδια ὑπαρκτική σχέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν Πατέρα κατὰ τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ, ὅπως τὸν ἴδιο ἔρωτα ἔχει καὶ ὁ ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς πρὸς τὸν γεννήτορα, ὄχι ὅμως ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἔχει ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς «συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον»44.


Ἂν καὶ ὁ Παλαμᾶς διαφωνεῖ ἐμφανῶς στὸ Κεφάλαιο 38 μὲ τὴ μεσαιωνικὴ καὶ σχολαστικὴ διδασκαλία τοῦ Filioque, ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὴ θεώρηση τῆς προέλευσης τοῦ πνευματικοῦ ἔρωτος ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὸν ἐσώτατό του λόγο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καταλήγει στη θεώρηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἔρωτος ἀποῤῥήτου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεται στὸν ἀγαπητὸ Υἱὸ ἀιδίως. Ἔτσι λόγῳ τῆς αἰτιώδους σχέσεως ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑφίσταται ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος Λόγος τῆς Ἀληθείας, χωρὶς ὅμως ὁ Υἱὸς νὰ καθίσταται αἴτιος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ μόνος αἴτιος εἶναι ὁ Πατέρας. Γι' αὐτὸ ὀρθὰ ὁ ζωγράφος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C / X(PICTO)C ἑκατέρωθεν τῶν φωτοστεφάνων, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων, μὲ ἐγγεγραμμένο σταυρό, ποὺ στὶς κεραίες φέρουν τὴν ἐπιγραφή: Ο ΩΝ, παραπέμποντας στὴν ὁμοουσιότητα καὶ ἀιδιότητα τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς γεννημένος ἀχρόνως καὶ ἀιδίως Υἱὸς φέρει ἀπὸ τὸν Πατέ
ρα.

Ἀπὸ τὸν Πατέρα ὅμως δὲν προέρχεται μόνον ὁ Υἱός, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι ἀσφαλῶς ὡς γεννώμενον, ὅπως ὁ Υἱός, ἀλλὰ ὡς ἐκπορευόμενον, γι' αὐτὸ στὴν εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἰκονίζεται ὑπὸ μορφὴ περιστερᾶς, καθήμενο μάλιστα στὸν βραχίονα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα βέβαια ὡς κοινὸν ἀμφοτέρων ἀνήκει καὶ στὸν Υἱό, ὁ Ὁποῖος τὸ ἔχει «παρὰ τοῦ πατρός [...] ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα» 45. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ζωγράφος τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C/X(PICTO)C ἄνωθεν τοῦ φωτοστέφανου τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, ἀφοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς Πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτου Λόγου εἶναι ὁ ἀπόῤῥρητος ἔρως τοῦ Γεννήτορα πρὸς τὸν γεννηθέντα Λόγο, ἡ προαιώνια χαρὰ καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Σημειώσεις
35. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
36. Άγ. Σίσκος, Ἡ θέση τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ό.π., σ. 238 κ.ε.
37. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος VI, 5, 7, τ. 1, σ. 399, 3-8: «Διὰ δὴ ταῦτα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν τῇ αὐτῇ ἑνότητι καὶ ἰσότητι τῆς οὐσίας καθέστηκεν. Εἴτε γὰρ ἑνότης ἐστὶν ἀμφοῖν εἴτε ἁγιότης εἴτε ἀγάπη, εἴτε διὰ τοῦτο ἑνότης διότι ἀγάπη, καὶ διὰ τοῦτο ἀγάπη διότι ἁγιότης, φανερὸν ὡς οὐδέτερόν ἐστι τῶν δύο, ᾧπερ ἑκάτερος συνάπτεται, δι' οὗ ἂν ὁ γεννώμενος παρὰ τοῦ γεννῶντος ἀγαπῷτο καὶ τὸν ἑαυτοῦ γεννήτορα ἀγαπώη» ΧV. 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ' ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶᾷ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἀρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἁγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων,».
38. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος τῆς θεραπείας μιᾶς αἱμοροούσας γυναίκας ἀπὸ τὴν Καστοριὰ μὲ τὸ ὄνομα Ζωή βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 647D: «Γυναικί τινι τῶν εὐπατριδῶν καὶ κοσμίων. Ζωῇ τοὔνομα, δριμεῖά τις οδύνη προσγίνεται κατὰ τῶν ἐγκάτων, οὕτω τοι σφοδρῶς ἐκεῖνα πιέζουσα καὶ στροβοῦσα, ὡς καὶ ὀχετοὺς αἱμάτων ἐκεῖθεν κάτω καθ' ἑκάστην προχεῖσθαι».
39. Εἰκονίζεται σὲ μετάλλιο στὸ εἰκονογραφικό πρόγραμμα ποὺ διατρέχει τὸν δυτικὸ τοῖχο τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσωνυμία Ο ΑΓΙ(ΟΣ) / ГРН/ГОРІ/ОС / О ПА/ΛАМ(АС) K(AI) NE/OC / ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ καὶ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀπεικονίσεις του, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξή του τὸ 1368. Βλ. Alexandra Trifonova, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Συμβολή στη μελέτη τῆς ζωγραφικῆς τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 14ου αἰώνα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μακεδονίας, διδακτορική διατριβή. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 244-248, εἰκ. 65 καὶ 137· ἡ ἴδια, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχείο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ΔΧΑΕ 32 (2011), σσ. 85-94, εἰκ. 1-2- Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), ό.π., σσ. 136-137, εἰκ. 84 0 ἴδιος, «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στη Θεσσαλονίκη καὶ στὸ Ἅγιον Όρος», στο: Πρακτικὰ Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν Συνεδρίων «Ὁ ἄγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ἱστορία καὶ τὸ παρόν», Ἅγιον Ὄρος 2000, σσ. 193-216· ὁ ἴδιος. «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας. Συμβολὴ στὴν εἰκονογραφία τοῦ ἁγίου», στο: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 263-294, εἰκ. 1-20-Χρυσάνθη Μαυροπούλου-Τσιούμη, «Οἱ πρῶτες ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴ Θεσσαλονίκη», στο: Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 247-257. Βλ. Εἰκ. 4, σ. 99.
40. Απεικονίζεται στὴν κόγχη τοῦ διακονικοῦ ὁλόσωμος ὡς λειτουργὸς μὲ ὠμοφόριο, πολυσταύριο φαιλόνιο καὶ στιχάριο, φέροντας Εὐαγγελιστάριο, ἐνῶ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟ(ΠΟ)Σ / ΘEC(C)ΑΛ(Ο)ΝΗΚΙΣ K(AI) NE(O)C ΧΡΥΣΟΣΤΟΜ)OC Ο ΠΑΛ/Α/(MAC)· βλ. Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), σσ. 280-281, 290-291, εἰκ. 206 καὶ 214· «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας», σσ. 264, 275, εἰκ. 1-2- Alexandra Trifonova, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνού στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχεῖο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ὅ.π., σ. 87, εἰκ. 3. Βλ. Εἰκ. 5, σ. 100.
41. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον. Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 648D-649A: «Ἐντεῦθεν οἱ θεοφιλέστεροί τε καὶ προὔχοντες τῶν ἐκεῖ, καὶ μάλιστα τῶν εἰς ἱερέας τελούντων, εἰς ταὐτὸ συνιόντες, εἰκόνα τε ἱερὰν ἱστῶσι τῷ Γρηγορίῳ, καθὰ δὴ καὶ φθάσας εἰρήκειν, ἑορτήν τε λαμπρὰν καὶ πάνδημον ἄγουσι τῆς αὐτοῦ τελειώσεως τὴν ἡμέραν, καὶ νεῶν αὐτῷ οἱα δὴ καὶ Χριστοῦ λαμπρῷ μαθητῇ σπεύδουσιν ἀνεγείρειν, οὐ συνόδους μεγίστας καὶ κοινάς τινας ἀναμείναντες ψήφους, ὥστ᾽ ἐκεῖνον ἀνακηρύξαι, οἷς καὶ χρόνος καὶ ὄκνος καὶ μέλησις καὶ πλεῖστὰ τινα τῶν ἀνθρωπίνων ἔστιν ὅτε προσίσταται, ἀλλὰ τῇ ἄνωθεν ψήφῳ τε καὶ ἀνακηρύξει καὶ τῇ λαμπρᾷ καὶ ἀναμφιβόλῳ τῶν πραγμάτων ὄψει καὶ πίστει καλῶς ἀρκεσθέντες».
42. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος ΧV, 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ᾿ ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἁρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἄγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων;».
43. Τῆς ἐκπορεύσεως δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ στὸ πλαίσιο τῆς ἀίδιας ὑπαρκτικής σχέσεως τῶν θείων προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τρόπον ὥστε νὰ δύναται κανεὶς νὰ πιστέψει ὅτι ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς δὲν μοιράζονται μόνο τὴν κατοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπαρκτική του σχέση, δηλαδὴ τὴν ἐκπόρευσή του ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἔτσι μοιράζονται τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκοινώνητα μεταξύ τους καὶ ἀμεταβίβαστα.
44. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
45. Ό.π. 36, τ. 5, σσ. 54, 29-55.7: «Παρ' οὗ λόγου, διὰ σαρκὸς ὁμιλήσαντος ἡμῖν, καὶ τὸ ὄνομα τῆς διαφόρου παρὰ τοῦ πατρὸς ὑπάρξεως ἐδιδάχθημεν τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ τοῦ πατρὸς εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ. "Τὸ πνεῦμα γάρ, φησί, τῆς αληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται", ἵν᾿ ἡμεῖς ἐπιγνῶμενο οὐ λόγον μόνον, ἀλλὰ καὶ πνεῦμα ἐκ τοῦ πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾽ ἐκπορευόμενον· ὂν δὲ καὶ τοῦ υἱοῦ, παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦτ᾽ ἔχοντος ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα».

ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΚΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΟΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥ;
ΤΟ ΚΕΦ. 36. Επειδή η Αγαθότητα που σαν από πηγή προήλθε με γέννηση από την Αγαθότητα-Νου, είναι Λόγος, και λόγο χωρίς πνεύμα (πνοή), κανένας που έχει νου δεν μπορεί να εννοήσει, γι’ αυτό ο εκ Θεού Θεός Λόγος έχει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο προέρχεται και αυτό από τον Πατέρα. Το Πνεύμα αυτό δεν είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει με τον προφορικό μας λόγο. Ούτε πάλι είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει, αν και ασωμάτως, με τον ενδιάθετο και τον κατά διάνοια λόγο μας· γιατί και τούτο είναι μια ορμή του νου που συνεκτείνεται χρονικά με το λόγο μας κι έχει ανάγκη από τα ίδια διαστήματα κι από το ατελές προχωρεί στο ολοκληρωμένο. Ενώ Εκείνο, το Πνεύμα του υπέρτατου Λόγου, είναι κατά κάποιο τρόπο ένας έρωτας ανέκφραστος του Πατέρα προς το Λόγο που γεννήθηκε με τρόπο απόρρητο. Το ίδιο Πνεύμα -Έρωτα έχει και ο αγαπημένος Λόγος και Υιός προς τον Πατέρα. Το έχει όμως ως συμπροερχόμενο με Αυτόν από τον Πατέρα και αναπαυόμενο σ’ Αυτόν λόγω της κοινής Τους φύσεως. Από τον Λόγο, που σαρκώθηκε και μας συναναστράφηκε, μάθαμε το όνομα της διαφορετικής προελεύσεως του Πνεύματος από τον Πατέρα, και ότι Αυτό δεν είναι μόνο του Πατέρα, αλλά και του Υιού. Μας είπε δηλαδή: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα»(Ιω. 15, 26). Από αυτό μαθαίνομε ότι δεν είναι μόνο ο Λόγος, αλλά και το Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Επίσης, ότι είναι και του Υιού που το έχει από τον Πατέρα, αφού είναι Πνεύμα αλήθειας και σοφίας και λόγου. Γιατί η αλήθεια και η σοφία είναι Λόγος κατάλληλος για τον Γεννήτορα. Αυτός ο Λόγος συγχαίρει με τον Πατέρα που χαίρεται γι’ Αυτόν, σύμφωνα μ’ εκείνο που Αυτός είπε με τον Σολομώντα: «Εγώ ήμουν που χαιρόμουν μαζί Του»(Παροιμ. 8, 30. Δεν είπε χαιρόμουν, αλλά χαιρόμουν μαζί Του. Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση (γι’ αυτό και στέλνεται και από τους δύο σ’ όσους είναι άξιοι), αλλά μόνο του Πατέρα κατά την ύπαρξη (γι’ αυτό και μόνο από Αυτόν εκπορεύεται ως ύπαρξη).

36.Επειδή η Ἀγαθότητα, ἡ ὡς ἀπὸ πηγῆς προελθοῦσα διὰ γεννήσεως ἀπὸ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Νοῦ, ἐστὶν ὁ Λόγος, καὶ λόγος ἄνευ πνεύματος (πνοῆς) οὐδεὶς ὁ ἔχων νοῦν δύναται νοῆσαι· διὸ ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς Λόγος ἔχει τὸ Αγιον Πνεῦμα, ὃ καὶ προέρχεται τοῦ Πατρός. Τοῦτο τὸ Πνεῦμα οὐχ ὡς τὸ σύνυπον τῷ προφορικῷ λόγῳ ἡμῶν ἐστίν, οὐδὲ ὡς τὸ σὺνυπον–ἄσωματως–τῷ ἐνδιάθετῳ καὶ τῷ διὰ διανοίας λόγῳ ἡμῶν· ὅτι καὶ τοῦτο ὁρμὴ τινὰ τοῦ νοὸς ἐστίν, ἥτις χρονίως σύνκειται τῷ λόγῳ ἡμῶν, καὶ ἀπαιτεῖ διάστημα χρόνου ἕως ὅτου ἡ ἀτελής ἐπὶ τὸ τετελειωμένον ἀναβήσεται. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπέρτατου Λόγου, ὡς ἔρωτα ἀπέκφραστον ἐκ τοῦ Πατρός εἰς τὸν Λόγον, ὃς ἐγεννήθη ῥᾷ τῷ τῆς ἀπορρήτου γεννήσεως τρόπῳ. Τὸ αὐτὸ Πνεῦμα–Ἔρως ἐστὶ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγαπητοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα.

Απόσπασμα από το δοκίμιο «ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΑΝ “ΚΟΙΝΩΝΙΑ”» του Joseph Ratzinger.

«Οι λέξεις “πνευματολογία” και “πνευματικότης” είναι ήδη συνδεδεμένες μεταξύ τους στην γλωσσολογία: η μία είναι η μετάφραση της άλλης! Το Άγιο Πνεύμα αναγνωρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο μορφώνει την ανθρώπινη ζωή. Η ζωή της πίστεως επίσης, παραπέμπει στο Άγιο Πνεύμα. Ο στοχασμός πάνω στην “χριστιανική πνευματικότητα” σημαίνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το γεγονός πως η ανθρώπινη ζωή αποκτά ένα καινούριο κέντρο. Ο λόγος για το Άγιο Πνεύμα συνεπάγεται τον καθορισμό του μέσα στον άνθρωπο στον οποίο έχει δοθεί, δωρισθεί!!
Ο Αυγουστίνος, πάνω στον οποίο θα στηριχθεί το δοκίμιο, προσπαθεί να αντλήσει κατά κάποιο τρόπο την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Αγίου Πνεύματος μελετώντας τις παραδοσιακές ονομασίες του και πάνω απ’ όλες αυτή του “Αγίου Πνεύματος”. Ακριβώς όμως αυτή η ονομασία τον θέτει μπροστά σε μια απορία. Ενώ στα ονόματα του “Πατρός” και του “Υιού” φανερώνεται αυτό που είναι ιδιαίτερο στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο της Τριάδος, δηλαδή το δόσιμο και η δεκτικότης, το Είναι σαν δώρο και το Είναι σαν δεκτικότης, σαν Λόγος και Απάντηση, παρότι πάντοτε κάτι απολύτως ένα, που γεννιέται σαν ενότης και όχι σαν κατωτερότης, το όνομα “Άγιο Πνεύμα” δεν φανερώνει καθόλου την ιδιαιτερότητα του τρίτου προσώπου. Αντιθέτως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μ’ αυτή την ονομασία οποιοδήποτε άλλο από τα άλλα πρόσωπα της Τριάδος και ιδιαιτέρως αυτόν τον ίδιο τον θεό, όπως διαβάζεται και στο κατά Ιωάννην 4, 24 “πνεύμα ο θεός”. Το πνεύμα και η Αγιότης αποτελούν την Ουσία αυτού του Ίδιου του θεού, αυτού που τον χαρακτηρίζει σαν θεό.
Έτσι λοιπόν προσπαθώντας να γνωρίσουμε κάτι από το Άγιο Πνεύμα, ξεκινώντας από τα ονόματά του, φτάνουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά στην οποία αποδεικνύεται το Άγιο Πνεύμα άγνωστο. Και εδώ ακριβώς ο Αυγουστίνος βλέπει την Ιδιαιτερότητα του Αγίου Πνεύματος. Εάν ονομάζεται μέσω αυτού που είναι το θείο του θεού, αυτού που είναι κοινό στον Πατέρα και στον Υιό, αυτό ακριβώς σημαίνει πως η Ουσία του είναι ακριβώς αυτή, να είναι η κοινωνία (communio) ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό! Η Ιδιαιτερότης του Αγίου Πνεύματος είναι ξεκάθαρα το γεγονός ότι είναι η κοινή πραγματικότης ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό. Η μοναδική του Ιδιαιτερότης είναι να είναι ενότης. Έτσι λοιπόν είναι αυτή η γενική ονομασία “Άγιο Πνεύμα” ο πιο ταιριαστός τρόπος, μέσα στη γενικότητά του, να εκφραστεί εντελώς παράδοξα αυτό που έχει απολύτως Ιδιαίτερο, που είναι ακριβώς η κοινότης.
Από αυτή την ανάλυση προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό: η σύνθεση του Πατρός και του Υιού σε μια τέλεια ενότητα δεν θεωρείται σαν μια γενική ομοουσιότητα, αλλά σαν κοινωνία (communio), όχι δηλαδή σαν μια ουσία με την μεταφυσική της έννοια, αλλά λόγω των προσώπων, σύμφωνα και με την φύση του θεού, η σύνθεση είναι κι’ αυτή προσωπική. Στην Τριάδα η Δυάς στρέφεται προς την ενότητα χωρίς να καταργεί τον διάλογο, ο οποίος αντιθέτως δυναμώνει. Μια ξανασύνθεση στην ενότητα, η οποία δεν θα ήταν και αυτή με την σειρά της πρόσωπο, θα διέλυε τον διάλογο των δύο προσώπων. Το πνεύμα είναι το πρόσωπο καθώς είναι ενότης, η ενότης καθώς είναι πρόσωπο!
Ο ορισμός του πνεύματος σαν Communio, που συνέλεξε ο Αυγουστίνος από την έκφραση “Άγιο Πνεύμα”, έχει βασικά εκκλησιολογική σημασία καθώς ανοίγει την πνευματολογία στην εκκλησιολογία και αναλόγως ξεκαθαρίζει την σχέση εκκλησιολογίας και θεο-λογίας! Να γίνεις Χριστιανός σημαίνει να γίνεις Communio και τοιουτοτρόπως την είσοδο στον ουσιώδη τρόπο υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν τον λόγο όμως αυτό μπορεί να συμβεί μόνον μέσω του Αγίου Πνεύματος, που είναι η αρετή της κοινωνίας, η δύναμις που μεσιτεύει, την προσφέρει και την κάνει δυνατή, και καθ’ εαυτή, είναι πρόσωπο και αυτή η ίδια!
Το πνεύμα είναι η ενότης την οποία δωρίζει ο θεός στον εαυτό του, στην οποία δωρίζεται στον εαυτό του, στην οποία Πατήρ και Υιός δωρίζονται μεταξύ τους. Η παράδοξη Ιδιαιτερότητά του είναι πως είναι communio, πως διαθέτει την υπέρτατη ταυτότητα του προσώπου ακριβώς επειδή υπάρχει ολόκληρο στην κίνηση της ενότητος. ΄Ετσι συμπεραίνεται εύκολα πως “πνευματικό” συνεπάγεται πάντοτε “ενοποιόν”, “κοινωνούν”!

.... Στις αρχές του ΧΧ αιώνος ο Harnack έγραψε το έργο «ουσία του Χριστιανισμού». Ένα βιβλίο που προτείνει μια μορφή Χριστιανισμού γεμάτο με την υπερηφάνεια και την αισιοδοξία του ορθολογισμού, σύμφωνα με τα οποία ο Φιλελευθερισμός είχε ξεκαθαρίσει το πρώτο πιστεύω. Μια βασική θέση αυτού του βιβλίου είναι η εξής "Όχι ο Υιός, αλλά μόνον ο πατήρ πρέπει να παραμείνει στο Ευαγγέλιο, ακριβώς όπως ο Υιός το ανακοίνωσε» πόσο απλό ακούγεται, πόσο απελευθερωτικό! Διότι ενώ η Ομολογία πίστεως στον Υιό χώρισε -Χριστιανούς από όχι-Χριστιανούς, Χριστιανούς διαφορετικών ομολογιών μεταξύ των- η γνώση του Πατρός μπορεί αντιθέτως να ενώσει. Ενώ ο Υιός ανήκει σε λίγους, ο πατήρ ανήκει σε όλους και όλοι ανήκουν σ' Αυτόν. Ενώ η πίστη χώρισε, η αγάπη μπορεί να ενώσει. Ο Ιησούς εναντίον του Χριστού, πράγμα που σημαίνει εγκαταλείπουμε το δόγμα και συνεχίζουμε με την φιλανθρωπία".

Δεν υπάρχουν σχόλια: