Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Θεολογικοὶ προβληματισμοὶ ἐπὶ σπανίων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»; (4)

Συνέχεια από: Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

 Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100*

Ἀγαθαγγέλου Σίσκου**

ΙΙΙ. Ἡ θεολογία τῶν ἀνθρωπόμορφων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»;

Ἀναφορικὰ μὲ τὴ μελέτη τῆς σύλληψης τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα Καστοριάς (1360-1365), δὲν ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὴ σύγχρονη ἡσυχαστικὴ παράδοση, καθὼς ἐκφράζει εἰκονογραφικὰ τὶς θεολογικές θέσεις τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπως αὐτὲς διατυπώθηκαν στὰ Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, ἡ συγγραφὴ τῶν ὁποίων τοποθετεῖται χρονικὰ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1350. Συγκεκριμένα στὸ Κεφάλαιο 36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς «ἔρως ἀπόῤῥρητος» μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ35, στὸ πλαίσιο τῆς διακειμενικῆς σχέσεως καὶ μετακειμενικῆς χρήσεως ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἐνδοτριαδικὴ ἀγάπη (caritas)37. Ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐλάβεια ἄλλωστε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ἦταν ἰδιαίτερα διαδεδομένη στην Καστοριάς, ὅπως μαρτυροῦν καὶ οἱ σωζόμενες σύγχρονες ἀπεικονίσεις του στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Βουνοῦ (1368-1385)39 καὶ στοὺς Ἁγίους Τρεῖς (1400/1)40, ποὺ ἱστορήθηκαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξη, ὅπως καὶ ἡ καθιέρωση ναοῦ στη μνήμη του προτοῦ ἀκόμη ἁγιοκαταταγεῖ μὲ τὴ σχετικὴ ἔκδοση τῆς τοπικῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1368)41, ὁ ὁποίος δυστυχῶς σήμερα δὲν σώζεται.

Ἡ φράση «ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἅγιον ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων»42 τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἄρρητη κοινωνία ἀγάπης μεταξύ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζεται μὲ ποιόν τρόπο καὶ ἀφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, υἱοθετεῖται μετακειμενικὰ ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπὸ κοινοῦ ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα τροφοδότησε τὴν παρερμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ αὐγουστίνειου χωρίου γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς μεσαιωνικῆς καὶ σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque43. Ὁ Παλαμᾶς, διακρίνοντας τὶς ἀίδιες ὑπαρκτικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν θείων προσώπων προσέδωσε μετακειμενικό περιεχόμενο στην αὐγουστίνεια ψυχολογική τριάδα νοῦς-γνῶσις-ἀγάπη, ἀποκαθαίροντας τὴν Τριαδολογία τοῦ Αὐγουστίνου ἀπὸ τὴ μεσαιωνική παρερμηνεία τῆς σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, οὕτως ὥστε νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν προγενέστερη πατερικὴ καὶ συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκκλησίας. Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς ἀπόῤῥητος ἔρως ποὺ ἔχει ὁ γεννήτορας πρὸς τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον, δηλώνει τὴν ἀίδια ὑπαρκτική σχέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν Πατέρα κατὰ τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ, ὅπως τὸν ἴδιο ἔρωτα ἔχει καὶ ὁ ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς πρὸς τὸν γεννήτορα, ὄχι ὅμως ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἔχει ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς «συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον»44.


Ἂν καὶ ὁ Παλαμᾶς διαφωνεῖ ἐμφανῶς στὸ Κεφάλαιο 38 μὲ τὴ μεσαιωνικὴ καὶ σχολαστικὴ διδασκαλία τοῦ Filioque, ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὴ θεώρηση τῆς προέλευσης τοῦ πνευματικοῦ ἔρωτος ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὸν ἐσώτατό του λόγο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καταλήγει στη θεώρηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἔρωτος ἀποῤῥήτου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεται στὸν ἀγαπητὸ Υἱὸ ἀιδίως. Ἔτσι λόγῳ τῆς αἰτιώδους σχέσεως ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑφίσταται ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος Λόγος τῆς Ἀληθείας, χωρὶς ὅμως ὁ Υἱὸς νὰ καθίσταται αἴτιος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ μόνος αἴτιος εἶναι ὁ Πατέρας. Γι' αὐτὸ ὀρθὰ ὁ ζωγράφος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C / X(PICTO)C ἑκατέρωθεν τῶν φωτοστεφάνων, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων, μὲ ἐγγεγραμμένο σταυρό, ποὺ στὶς κεραίες φέρουν τὴν ἐπιγραφή: Ο ΩΝ, παραπέμποντας στὴν ὁμοουσιότητα καὶ ἀιδιότητα τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς γεννημένος ἀχρόνως καὶ ἀιδίως Υἱὸς φέρει ἀπὸ τὸν Πατέ
ρα.

Ἀπὸ τὸν Πατέρα ὅμως δὲν προέρχεται μόνον ὁ Υἱός, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι ἀσφαλῶς ὡς γεννώμενον, ὅπως ὁ Υἱός, ἀλλὰ ὡς ἐκπορευόμενον, γι' αὐτὸ στὴν εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἰκονίζεται ὑπὸ μορφὴ περιστερᾶς, καθήμενο μάλιστα στὸν βραχίονα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα βέβαια ὡς κοινὸν ἀμφοτέρων ἀνήκει καὶ στὸν Υἱό, ὁ Ὁποῖος τὸ ἔχει «παρὰ τοῦ πατρός [...] ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα» 45. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ζωγράφος τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C/X(PICTO)C ἄνωθεν τοῦ φωτοστέφανου τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, ἀφοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς Πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτου Λόγου εἶναι ὁ ἀπόῤῥρητος ἔρως τοῦ Γεννήτορα πρὸς τὸν γεννηθέντα Λόγο, ἡ προαιώνια χαρὰ καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Σημειώσεις
35. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
36. Άγ. Σίσκος, Ἡ θέση τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ό.π., σ. 238 κ.ε.
37. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος VI, 5, 7, τ. 1, σ. 399, 3-8: «Διὰ δὴ ταῦτα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν τῇ αὐτῇ ἑνότητι καὶ ἰσότητι τῆς οὐσίας καθέστηκεν. Εἴτε γὰρ ἑνότης ἐστὶν ἀμφοῖν εἴτε ἁγιότης εἴτε ἀγάπη, εἴτε διὰ τοῦτο ἑνότης διότι ἀγάπη, καὶ διὰ τοῦτο ἀγάπη διότι ἁγιότης, φανερὸν ὡς οὐδέτερόν ἐστι τῶν δύο, ᾧπερ ἑκάτερος συνάπτεται, δι' οὗ ἂν ὁ γεννώμενος παρὰ τοῦ γεννῶντος ἀγαπῷτο καὶ τὸν ἑαυτοῦ γεννήτορα ἀγαπώη» ΧV. 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ' ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶᾷ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἀρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἁγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων,».
38. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος τῆς θεραπείας μιᾶς αἱμοροούσας γυναίκας ἀπὸ τὴν Καστοριὰ μὲ τὸ ὄνομα Ζωή βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 647D: «Γυναικί τινι τῶν εὐπατριδῶν καὶ κοσμίων. Ζωῇ τοὔνομα, δριμεῖά τις οδύνη προσγίνεται κατὰ τῶν ἐγκάτων, οὕτω τοι σφοδρῶς ἐκεῖνα πιέζουσα καὶ στροβοῦσα, ὡς καὶ ὀχετοὺς αἱμάτων ἐκεῖθεν κάτω καθ' ἑκάστην προχεῖσθαι».
39. Εἰκονίζεται σὲ μετάλλιο στὸ εἰκονογραφικό πρόγραμμα ποὺ διατρέχει τὸν δυτικὸ τοῖχο τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσωνυμία Ο ΑΓΙ(ΟΣ) / ГРН/ГОРІ/ОС / О ПА/ΛАМ(АС) K(AI) NE/OC / ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ καὶ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀπεικονίσεις του, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξή του τὸ 1368. Βλ. Alexandra Trifonova, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Συμβολή στη μελέτη τῆς ζωγραφικῆς τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 14ου αἰώνα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μακεδονίας, διδακτορική διατριβή. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 244-248, εἰκ. 65 καὶ 137· ἡ ἴδια, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχείο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ΔΧΑΕ 32 (2011), σσ. 85-94, εἰκ. 1-2- Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), ό.π., σσ. 136-137, εἰκ. 84 0 ἴδιος, «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στη Θεσσαλονίκη καὶ στὸ Ἅγιον Όρος», στο: Πρακτικὰ Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν Συνεδρίων «Ὁ ἄγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ἱστορία καὶ τὸ παρόν», Ἅγιον Ὄρος 2000, σσ. 193-216· ὁ ἴδιος. «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας. Συμβολὴ στὴν εἰκονογραφία τοῦ ἁγίου», στο: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 263-294, εἰκ. 1-20-Χρυσάνθη Μαυροπούλου-Τσιούμη, «Οἱ πρῶτες ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴ Θεσσαλονίκη», στο: Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 247-257. Βλ. Εἰκ. 4, σ. 99.
40. Απεικονίζεται στὴν κόγχη τοῦ διακονικοῦ ὁλόσωμος ὡς λειτουργὸς μὲ ὠμοφόριο, πολυσταύριο φαιλόνιο καὶ στιχάριο, φέροντας Εὐαγγελιστάριο, ἐνῶ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟ(ΠΟ)Σ / ΘEC(C)ΑΛ(Ο)ΝΗΚΙΣ K(AI) NE(O)C ΧΡΥΣΟΣΤΟΜ)OC Ο ΠΑΛ/Α/(MAC)· βλ. Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), σσ. 280-281, 290-291, εἰκ. 206 καὶ 214· «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας», σσ. 264, 275, εἰκ. 1-2- Alexandra Trifonova, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνού στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχεῖο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ὅ.π., σ. 87, εἰκ. 3. Βλ. Εἰκ. 5, σ. 100.
41. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον. Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 648D-649A: «Ἐντεῦθεν οἱ θεοφιλέστεροί τε καὶ προὔχοντες τῶν ἐκεῖ, καὶ μάλιστα τῶν εἰς ἱερέας τελούντων, εἰς ταὐτὸ συνιόντες, εἰκόνα τε ἱερὰν ἱστῶσι τῷ Γρηγορίῳ, καθὰ δὴ καὶ φθάσας εἰρήκειν, ἑορτήν τε λαμπρὰν καὶ πάνδημον ἄγουσι τῆς αὐτοῦ τελειώσεως τὴν ἡμέραν, καὶ νεῶν αὐτῷ οἱα δὴ καὶ Χριστοῦ λαμπρῷ μαθητῇ σπεύδουσιν ἀνεγείρειν, οὐ συνόδους μεγίστας καὶ κοινάς τινας ἀναμείναντες ψήφους, ὥστ᾽ ἐκεῖνον ἀνακηρύξαι, οἷς καὶ χρόνος καὶ ὄκνος καὶ μέλησις καὶ πλεῖστὰ τινα τῶν ἀνθρωπίνων ἔστιν ὅτε προσίσταται, ἀλλὰ τῇ ἄνωθεν ψήφῳ τε καὶ ἀνακηρύξει καὶ τῇ λαμπρᾷ καὶ ἀναμφιβόλῳ τῶν πραγμάτων ὄψει καὶ πίστει καλῶς ἀρκεσθέντες».
42. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος ΧV, 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ᾿ ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἁρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἄγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων;».
43. Τῆς ἐκπορεύσεως δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ στὸ πλαίσιο τῆς ἀίδιας ὑπαρκτικής σχέσεως τῶν θείων προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τρόπον ὥστε νὰ δύναται κανεὶς νὰ πιστέψει ὅτι ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς δὲν μοιράζονται μόνο τὴν κατοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπαρκτική του σχέση, δηλαδὴ τὴν ἐκπόρευσή του ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἔτσι μοιράζονται τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκοινώνητα μεταξύ τους καὶ ἀμεταβίβαστα.
44. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
45. Ό.π. 36, τ. 5, σσ. 54, 29-55.7: «Παρ' οὗ λόγου, διὰ σαρκὸς ὁμιλήσαντος ἡμῖν, καὶ τὸ ὄνομα τῆς διαφόρου παρὰ τοῦ πατρὸς ὑπάρξεως ἐδιδάχθημεν τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ τοῦ πατρὸς εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ. "Τὸ πνεῦμα γάρ, φησί, τῆς αληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται", ἵν᾿ ἡμεῖς ἐπιγνῶμενο οὐ λόγον μόνον, ἀλλὰ καὶ πνεῦμα ἐκ τοῦ πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾽ ἐκπορευόμενον· ὂν δὲ καὶ τοῦ υἱοῦ, παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦτ᾽ ἔχοντος ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα».

ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΚΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΟΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥ;
ΤΟ ΚΕΦ. 36. Επειδή η Αγαθότητα που σαν από πηγή προήλθε με γέννηση από την Αγαθότητα-Νου, είναι Λόγος, και λόγο χωρίς πνεύμα (πνοή), κανένας που έχει νου δεν μπορεί να εννοήσει, γι’ αυτό ο εκ Θεού Θεός Λόγος έχει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο προέρχεται και αυτό από τον Πατέρα. Το Πνεύμα αυτό δεν είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει με τον προφορικό μας λόγο. Ούτε πάλι είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει, αν και ασωμάτως, με τον ενδιάθετο και τον κατά διάνοια λόγο μας· γιατί και τούτο είναι μια ορμή του νου που συνεκτείνεται χρονικά με το λόγο μας κι έχει ανάγκη από τα ίδια διαστήματα κι από το ατελές προχωρεί στο ολοκληρωμένο. Ενώ Εκείνο, το Πνεύμα του υπέρτατου Λόγου, είναι κατά κάποιο τρόπο ένας έρωτας ανέκφραστος του Πατέρα προς το Λόγο που γεννήθηκε με τρόπο απόρρητο. Το ίδιο Πνεύμα -Έρωτα έχει και ο αγαπημένος Λόγος και Υιός προς τον Πατέρα. Το έχει όμως ως συμπροερχόμενο με Αυτόν από τον Πατέρα και αναπαυόμενο σ’ Αυτόν λόγω της κοινής Τους φύσεως. Από τον Λόγο, που σαρκώθηκε και μας συναναστράφηκε, μάθαμε το όνομα της διαφορετικής προελεύσεως του Πνεύματος από τον Πατέρα, και ότι Αυτό δεν είναι μόνο του Πατέρα, αλλά και του Υιού. Μας είπε δηλαδή: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα»(Ιω. 15, 26). Από αυτό μαθαίνομε ότι δεν είναι μόνο ο Λόγος, αλλά και το Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Επίσης, ότι είναι και του Υιού που το έχει από τον Πατέρα, αφού είναι Πνεύμα αλήθειας και σοφίας και λόγου. Γιατί η αλήθεια και η σοφία είναι Λόγος κατάλληλος για τον Γεννήτορα. Αυτός ο Λόγος συγχαίρει με τον Πατέρα που χαίρεται γι’ Αυτόν, σύμφωνα μ’ εκείνο που Αυτός είπε με τον Σολομώντα: «Εγώ ήμουν που χαιρόμουν μαζί Του»(Παροιμ. 8, 30. Δεν είπε χαιρόμουν, αλλά χαιρόμουν μαζί Του. Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση (γι’ αυτό και στέλνεται και από τους δύο σ’ όσους είναι άξιοι), αλλά μόνο του Πατέρα κατά την ύπαρξη (γι’ αυτό και μόνο από Αυτόν εκπορεύεται ως ύπαρξη).

36.Επειδή η Ἀγαθότητα, ἡ ὡς ἀπὸ πηγῆς προελθοῦσα διὰ γεννήσεως ἀπὸ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Νοῦ, ἐστὶν ὁ Λόγος, καὶ λόγος ἄνευ πνεύματος (πνοῆς) οὐδεὶς ὁ ἔχων νοῦν δύναται νοῆσαι· διὸ ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς Λόγος ἔχει τὸ Αγιον Πνεῦμα, ὃ καὶ προέρχεται τοῦ Πατρός. Τοῦτο τὸ Πνεῦμα οὐχ ὡς τὸ σύνυπον τῷ προφορικῷ λόγῳ ἡμῶν ἐστίν, οὐδὲ ὡς τὸ σὺνυπον–ἄσωματως–τῷ ἐνδιάθετῳ καὶ τῷ διὰ διανοίας λόγῳ ἡμῶν· ὅτι καὶ τοῦτο ὁρμὴ τινὰ τοῦ νοὸς ἐστίν, ἥτις χρονίως σύνκειται τῷ λόγῳ ἡμῶν, καὶ ἀπαιτεῖ διάστημα χρόνου ἕως ὅτου ἡ ἀτελής ἐπὶ τὸ τετελειωμένον ἀναβήσεται. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπέρτατου Λόγου, ὡς ἔρωτα ἀπέκφραστον ἐκ τοῦ Πατρός εἰς τὸν Λόγον, ὃς ἐγεννήθη ῥᾷ τῷ τῆς ἀπορρήτου γεννήσεως τρόπῳ. Τὸ αὐτὸ Πνεῦμα–Ἔρως ἐστὶ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγαπητοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα.

Απόσπασμα από το δοκίμιο «ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΑΝ “ΚΟΙΝΩΝΙΑ”» του Joseph Ratzinger.

«Οι λέξεις “πνευματολογία” και “πνευματικότης” είναι ήδη συνδεδεμένες μεταξύ τους στην γλωσσολογία: η μία είναι η μετάφραση της άλλης! Το Άγιο Πνεύμα αναγνωρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο μορφώνει την ανθρώπινη ζωή. Η ζωή της πίστεως επίσης, παραπέμπει στο Άγιο Πνεύμα. Ο στοχασμός πάνω στην “χριστιανική πνευματικότητα” σημαίνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το γεγονός πως η ανθρώπινη ζωή αποκτά ένα καινούριο κέντρο. Ο λόγος για το Άγιο Πνεύμα συνεπάγεται τον καθορισμό του μέσα στον άνθρωπο στον οποίο έχει δοθεί, δωρισθεί!!
Ο Αυγουστίνος, πάνω στον οποίο θα στηριχθεί το δοκίμιο, προσπαθεί να αντλήσει κατά κάποιο τρόπο την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Αγίου Πνεύματος μελετώντας τις παραδοσιακές ονομασίες του και πάνω απ’ όλες αυτή του “Αγίου Πνεύματος”. Ακριβώς όμως αυτή η ονομασία τον θέτει μπροστά σε μια απορία. Ενώ στα ονόματα του “Πατρός” και του “Υιού” φανερώνεται αυτό που είναι ιδιαίτερο στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο της Τριάδος, δηλαδή το δόσιμο και η δεκτικότης, το Είναι σαν δώρο και το Είναι σαν δεκτικότης, σαν Λόγος και Απάντηση, παρότι πάντοτε κάτι απολύτως ένα, που γεννιέται σαν ενότης και όχι σαν κατωτερότης, το όνομα “Άγιο Πνεύμα” δεν φανερώνει καθόλου την ιδιαιτερότητα του τρίτου προσώπου. Αντιθέτως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μ’ αυτή την ονομασία οποιοδήποτε άλλο από τα άλλα πρόσωπα της Τριάδος και ιδιαιτέρως αυτόν τον ίδιο τον θεό, όπως διαβάζεται και στο κατά Ιωάννην 4, 24 “πνεύμα ο θεός”. Το πνεύμα και η Αγιότης αποτελούν την Ουσία αυτού του Ίδιου του θεού, αυτού που τον χαρακτηρίζει σαν θεό.
Έτσι λοιπόν προσπαθώντας να γνωρίσουμε κάτι από το Άγιο Πνεύμα, ξεκινώντας από τα ονόματά του, φτάνουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά στην οποία αποδεικνύεται το Άγιο Πνεύμα άγνωστο. Και εδώ ακριβώς ο Αυγουστίνος βλέπει την Ιδιαιτερότητα του Αγίου Πνεύματος. Εάν ονομάζεται μέσω αυτού που είναι το θείο του θεού, αυτού που είναι κοινό στον Πατέρα και στον Υιό, αυτό ακριβώς σημαίνει πως η Ουσία του είναι ακριβώς αυτή, να είναι η κοινωνία (communio) ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό! Η Ιδιαιτερότης του Αγίου Πνεύματος είναι ξεκάθαρα το γεγονός ότι είναι η κοινή πραγματικότης ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό. Η μοναδική του Ιδιαιτερότης είναι να είναι ενότης. Έτσι λοιπόν είναι αυτή η γενική ονομασία “Άγιο Πνεύμα” ο πιο ταιριαστός τρόπος, μέσα στη γενικότητά του, να εκφραστεί εντελώς παράδοξα αυτό που έχει απολύτως Ιδιαίτερο, που είναι ακριβώς η κοινότης.
Από αυτή την ανάλυση προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό: η σύνθεση του Πατρός και του Υιού σε μια τέλεια ενότητα δεν θεωρείται σαν μια γενική ομοουσιότητα, αλλά σαν κοινωνία (communio), όχι δηλαδή σαν μια ουσία με την μεταφυσική της έννοια, αλλά λόγω των προσώπων, σύμφωνα και με την φύση του θεού, η σύνθεση είναι κι’ αυτή προσωπική. Στην Τριάδα η Δυάς στρέφεται προς την ενότητα χωρίς να καταργεί τον διάλογο, ο οποίος αντιθέτως δυναμώνει. Μια ξανασύνθεση στην ενότητα, η οποία δεν θα ήταν και αυτή με την σειρά της πρόσωπο, θα διέλυε τον διάλογο των δύο προσώπων. Το πνεύμα είναι το πρόσωπο καθώς είναι ενότης, η ενότης καθώς είναι πρόσωπο!
Ο ορισμός του πνεύματος σαν Communio, που συνέλεξε ο Αυγουστίνος από την έκφραση “Άγιο Πνεύμα”, έχει βασικά εκκλησιολογική σημασία καθώς ανοίγει την πνευματολογία στην εκκλησιολογία και αναλόγως ξεκαθαρίζει την σχέση εκκλησιολογίας και θεο-λογίας! Να γίνεις Χριστιανός σημαίνει να γίνεις Communio και τοιουτοτρόπως την είσοδο στον ουσιώδη τρόπο υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν τον λόγο όμως αυτό μπορεί να συμβεί μόνον μέσω του Αγίου Πνεύματος, που είναι η αρετή της κοινωνίας, η δύναμις που μεσιτεύει, την προσφέρει και την κάνει δυνατή, και καθ’ εαυτή, είναι πρόσωπο και αυτή η ίδια!
Το πνεύμα είναι η ενότης την οποία δωρίζει ο θεός στον εαυτό του, στην οποία δωρίζεται στον εαυτό του, στην οποία Πατήρ και Υιός δωρίζονται μεταξύ τους. Η παράδοξη Ιδιαιτερότητά του είναι πως είναι communio, πως διαθέτει την υπέρτατη ταυτότητα του προσώπου ακριβώς επειδή υπάρχει ολόκληρο στην κίνηση της ενότητος. ΄Ετσι συμπεραίνεται εύκολα πως “πνευματικό” συνεπάγεται πάντοτε “ενοποιόν”, “κοινωνούν”!

.... Στις αρχές του ΧΧ αιώνος ο Harnack έγραψε το έργο «ουσία του Χριστιανισμού». Ένα βιβλίο που προτείνει μια μορφή Χριστιανισμού γεμάτο με την υπερηφάνεια και την αισιοδοξία του ορθολογισμού, σύμφωνα με τα οποία ο Φιλελευθερισμός είχε ξεκαθαρίσει το πρώτο πιστεύω. Μια βασική θέση αυτού του βιβλίου είναι η εξής "Όχι ο Υιός, αλλά μόνον ο πατήρ πρέπει να παραμείνει στο Ευαγγέλιο, ακριβώς όπως ο Υιός το ανακοίνωσε» πόσο απλό ακούγεται, πόσο απελευθερωτικό! Διότι ενώ η Ομολογία πίστεως στον Υιό χώρισε -Χριστιανούς από όχι-Χριστιανούς, Χριστιανούς διαφορετικών ομολογιών μεταξύ των- η γνώση του Πατρός μπορεί αντιθέτως να ενώσει. Ενώ ο Υιός ανήκει σε λίγους, ο πατήρ ανήκει σε όλους και όλοι ανήκουν σ' Αυτόν. Ενώ η πίστη χώρισε, η αγάπη μπορεί να ενώσει. Ο Ιησούς εναντίον του Χριστού, πράγμα που σημαίνει εγκαταλείπουμε το δόγμα και συνεχίζουμε με την φιλανθρωπία".

11 σχόλια:

Βασίλης είπε...

Π. Χρήστου - Εισαγωγή (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΟΓΔΟΟΣ ΤΟΜΟΣ) :
Κεφάλαια θεολογικά, 34-40

Τα καθ’ αυτό θεολογικά κεφάλαια του Γρηγορίου στα ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ είναι μόλις επτά και αυτά μάλιστα αναπτύσσουν το πρόβλημα σε συνδυασμό με τις πνευματικές λειτουργίες του ανθρώπου. Είναι συσσωματωμένα σε δύο ομάδες, από τις οποίες η πρώτη (34-36) αφιερώνεται στην παρουσίαση της τριαδικής φύσεως του Θεού, ενώ η δεύτερη (37-40) ασχολείται με την παρουσίαση της τριαδικής εικόνας στη λογική κτίση.

Όπως είπε προηγουμένως ο Γρηγόριος, η ανθρώπινη φύση έχει την αγαθότητα ως ποιότητα απλώς, ενώ ουσία έχει τη ζωή· ο ανώτερος όμως νους, ο Θεός, έχει την αγαθότητα ουσία («ο ανώτατος νους, το άκρον αγαθόν, ουσίαν έχει την αγαθότητα»), και στην ουσία, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης (Κατηγ. 5, 3b, 24ε.), τίποτε εναντίον δεν υπάρχει: «ουδέν ουδεμία εναντίον ουσία έστιν» (κ. 34).

Η παναγαθός αγαθότητα είναι βέβαια και πηγή αγαθότητας και, ως τελεία αγαθότητα, αποτελεί πηγή του Λόγου. Και επισημαίνει εδώ ο Γρηγόριος ότι αυτός δεν είναι όπως ο δικός μας προφορικός λόγος, ούτε όπως ο δικός μας ενδιάθετος λόγος, ούτε όπως ο δικός μας εσωτερικός λόγος μέσα στη διάνοια, αλλά είναι ο Λόγος ο «εναποκείμενος τω Νω», δηλαδή στον Θεό, έχοντας την αναλογία με τον έμφυτο σε εμάς λόγο, από τον οποίο και πλαστήκαμε κατ’ εικόνα του. Έχει πλήρη την ουσία του Πατρός και είναι συνεπώς Υιός του και ανώτατος Λόγος (κ. 35).

Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να νοηθεί λόγος χωρίς πνεύμα, ο ανώτατος Λόγος έχει το Άγιο Πνεύμα «συμπροϊόν εκ του Πατρός». Παρά την τολμηρότητα των διατυπώσεών του στα Κεφάλαια, ο Γρηγόριος φροντίζει να ακριβολογεί δογματικώς, αποδίδοντας στον μεν Λόγο το «έχειν» το Πνεύμα, ενώ στον Πατέρα το «εκπορεύειν». Περαιτέρω τονίζει ότι η χρήση του Πνεύματος είναι κοινή, άρα και η αποστολή γίνεται από κοινού: «διό και παρ’ αμφοτέρων και προς τους αξίους πέμπεται, μόνου δε του Πατρός καθ’ ύπαρξιν υπάρχον· διό και παρ’ αυτού μόνου εκπορεύεται καθ’ ύπαρξιν» (κ. 36).

Κατά την περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των τριαδικών υποστάσεων χρησιμοποιείται εδώ η λέξη «έρως», πολύ εύλογα μάλιστα. Αν δηλαδή η ουσία της θεότητος είναι η αγαθότητα και αυτή εκδηλώνεται ως αγάπη προς όλα τα δημιουργήματα, είναι φυσικό ότι εκδηλώνεται μεταξύ των θείων υποστάσεων ομοίως· έτσι το Πνεύμα χαρακτηρίζεται ως έρως του Πατρός προς τον Λόγο (κ. 36).

Την εικόνα εκείνου του ανώτατου έρωτος έχει και ο δικός μας νους, που κτίσθηκε από αυτόν κατ’ εικόνα προς τον λόγο του, τη γνώσι· επομένως ο εσωτερικός άνθρωπος, ως εικόνα, είναι τριπλός, αποτελούμενος από νου, λόγο και πνεύμα (κ. 37). Ομοίως και η φύση των αγγέλων, ως νοερά και λογική, έχει νου και λόγο από τον νου, καθώς και τον προς τον λόγο έρωτα του νου (= πνεύμα), αλλά το πνεύμα αυτό δεν είναι σε αυτήν ζωοποιό, διότι οι άγγελοι δεν φέρουν σώμα χοϊκό, ώστε να προσλάβουν και δύναμι ζωοποιό γι’ αυτό. Και ως προς αυτό διαφέρει η ανθρώπινη φύσις, όπου το πνεύμα, ο νοερός έρως, είναι ζωοποιός του σώματος (κ. 38).

Γι’ αυτό η φύσις της ψυχής έχει δημιουργηθεί από τον Θεό ως η μόνη κατ’ εικόνα αυτού, περισσότερο από τη φύσι των ασώματων αγγέλων (κ. 39). Η τριπλή λειτουργία λοιπόν του ανθρώπου, νους, λόγος, πνεύμα, είναι ο φορέας της θείας εικόνας, η οποία τον καθιστά «μετά την ανώτατη Τριάδα τριαδική φύση» (κ. 40). Στο θέμα αυτό επανέρχεται ο Γρηγόριος με τα κεφάλαια 61-64.

Ανώνυμος είπε...

Ἀλέξανδρος Ξαφόπουλος 1-50 ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΑΛΑΜΑ. Ἡ παροῦσα μελέτη ἀποτελεῖ παρουσίαση τῶν πρώτων 50 ἀπό τά 150 κεφάλαια τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ. Ἀκόμη, ἐπιχειρεῖται μία σύντομη ἀνάλυση τοῦ ἔργου ἀπό πλευρᾶς γραμματολογικῆς (ἱστορικοφιλολογικῆς) καί κυρίως θεολογικῆς.

Βασικές θέσεις

34. Ὁ ὑπέρτατος Νοῦς (Θεός), Ποιητής καί Κύριος τῆς κτίσεως, εἶναι ἀνεπίδεκτος κακίας καί ἀγαθότητας ἔχοντας τήν ἀγαθότητα ὡς οὐσία. Εἶναι πανάγαθη καί ὑπεράγαθη ἀγαθότητα καί αὐτό δείχνεται μόνο ἀπό τίς ἐνέργειές του πρός τήν κτίση. Ἡ ἀγαθότητα αὐτή συμπεριλαμβάνει ὅλα τά ἀγαθά (ζωή, σοφία, ἀϊδιότητα, μακαριότητα) κατά τρόπο συγκεντρωτικό, ἐνιαίο καί ἁπλούστατο. Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο αὐτό πού νοεῖται ἀπό αὐτούς πού νοοῦν μέ θεόσοφο νοῦ καί θεολογοῦν μέ πνευματοκίνητη γλώσσα, ἀλλά εἶναι ὑπεράνω ἀπό καί ἀχώρητος πρός τό λόγο καί τό νοῦ μας, καθώς δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐνιαία καί ὑπέρλογα ἁπλή κατάστασή του.

35. Ὁ Θεός ὡς ἀγαθός εἶναι καί πηγή ἀγαθότητας. Ὡς Νοῦς πηγάζει ἀπό αὐτόν Λόγος. Ὄχι σάν τόν ἀνθρώπινο προφορικό λόγο πού εἶναι τοῦ σώματος πού κινεῖται ἀπό τόν νοῦ. Οὔτε σάν τόν ἀνθρώπινο ἐνδιάθετο λόγο πού γίνεται ἐσωτερικά ἔχοντας σάν τύπους τούς φθόγγους. Οὔτε σάν τόν ἀνθρώπινο διανοητικό λόγο πού γίνεται ἄνευ φθόγγων μέ ἀσώματες κινήσεις· γιατί καί αὐτός εἶναι μετά τόν ἄνθρωπο καί χρειάζεται χρονικά διαστήματα· προχωρεῖ ἀπό τήν ἀτελῆ ἀρχή στό τελικό συμπέρασμα. Ὁ Λόγος που πηγάζει ἐκ Θεοῦ ἀντιστοιχεῖ στόν ἔμφυτο ἀνθρώπινο λόγο πού βρίσκεται στόν νοῦ ἀφότου ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη κατά εἰκόνα· εἶναι ἡ γνώση πού συνυπάρχει μέ τόν νοῦ. Ἡ θεία γνώση-Λόγος συνυπάρχει μέ τόν Νοῦ εἶναι ἀπαράλλακτα ὅσα καί ἐκεῖνος, ἐκτός ἀπό τό ὅτι προέρχεται ἀπό ἐκείνον καί ἔτσι λέγεται Υἱός. Εἶναι τέλειος μέ τέλεια ὑπόσταση, ἔχει τήν ὕπαρξη ἀπό τόν Πατέρα καί δέν ὑστερεί ἀπό αὐτόν κατά τήν οὐσία, ἀλλά διαφέρει κατά τήν ὑπόσταση, καθώς προέρχεται μέ θεοπρεπῆ γέννηση ἀπό τόν Πατέρα.

36. Ὁ λόγος νοεῖται μέ πνεῦμα. Ἔτσι, ὁ ἐκ Θεοῦ Θεός Λόγος ἔχει τό ἅγιο Πνεῦμα πού προέρχεται καί αὐτό ἀπό τόν Πατέρα, ὄχι ὅμως μέ γέννηση ἀλλά μέ ἐκπόρευση. Δέν εἶναι σάν τό πνεῦμα τοῦ προφορικοῦ, ἐνδιαθέτου καί διανοητικοῦ μας λόγου. Εἶναι ἕνας ἔρωτας ἀνέκφραστος τοῦ Πατέρα πρός τόν Λόγο. Τό ἴδιο Πνεύμα-ἔρωτα ἔχει καί ὁ Υἱός καί Λόγος πρός τόν Πατέρα. Συμπροέρχεται μέ αὐτόν ἀπό τόν Πατέρα καί ἀναπαύεται σέ αὐτόν ὄντας ὁμοούσιο. Ἀπό τόν σαρκωθέντα Λόγο, μάθαμε τή διαφορετική προέλευση τοῦ Πνεύματος ἀπό τόν Πατέρα. Ἐπίσης, ὅτι εἶναι καί τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα· εἶναι Πνεῦμα ἀληθείας, σοφίας καί λόγου. Ἡ ἀλήθεια καί ἡ σοφία εἶναι Λόγος γιά τόν Νοῦ. Ὁ Λόγος προαιωνίως συγχαίρει μέ τόν Πατέρα καί αὐτή ἡ χαρά εἶναι τό ἅγιο Πνεῦμα· ἀμφοτέρων κατά τή χρήση (στελλόμενο στον κόσμο), μόνο τοῦ Πατέρα κατά τήν ὕπαρξη (ἐκπορευόμενο).

37. Ἔρωτα, ὡς εἰκόνα τοῦ ὑπερτάτου ἔρωτα, ἔχει καί ὁ ἀνθρώπινος νοῦς πρός τή γνώση πού προέρχεται ἀπό αὐτόν. Ὁ ἔρωτας καί ἡ γνώση πηγάζουν ἀπό τόν νοῦ καί ὑπάρχουν ἀδιάκοπα μέσα του. Ἀπόδειξη ἡ ἀκόρεστη ἔφεση γιά γνώση. Ὁ θεῖος ἔρωτας ὅμως ἔχει τέλεια δική Του ὑπόσταση. Ὁ ἕνας ἁπλός τέλειος Θεός ὑπάρχει σέ γ’ τέλειες ὑποστάσεις. Εἶναι Τριάδα ἁγία, σεβάσμια καί προσκυνητή πού προαιώνια ρέει ἀρρεύστως ἀπό τόν ἑαυτό Της στόν ἑαυτό Της θεοπρεπῶς. Εἶναι ἀπεριόριστη καί αὐτοοριζόμενη· ἐκτείνεται πέρα ἀπό ὅλα καί κανένα ὄν δέν ἀφήνει ἔξω Της.

Ανώνυμος είπε...


38. Καί ἡ νοερή λογική ἀγγελική φύση ἔχει νοῦ, λόγο καί πνεῦμα. Ἀλλά πνεῦμα μή ζωοποιό. Ἐνώ ἡ νοερή λογική (ἀνθρώπινη) ψυχική φύση ἔλαβε ἐκ Θεοῦ ζωοποιό πνεῦμα πού συνέχει καί ζωοποιεῖ τό συνδεδεμένο σῶμα ὡς νοερός ἔρωτας. Εἶναι ἐντός τοῦ νοῦ καί τοῦ λόγου καί ἔχει ἐντός του τόν νοῦ καί τόν λόγο. Ἔτσι, ἡ ψυχή ἔχει διά τοῦ πνεύματος φυσική ἀγαπητική συνάφεια μέ τό σῶμα.

39. Μόνο ἡ νοερή λογική ψυχική φύση ἔχει νοῦ, λόγο καί ζωοποιό πνεῦμα, καί μόνο αὐτή ἔχει δημιουργηθεί κατά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνουσα σέ αὐτό καί τήν ἀσώματο ἀγγελική. Τό προνόμιο αὐτό τό ἔχει ἀμετάβλητο, ἔστω καί ἄν δέ φρονεῖ καί ζεῖ ἀντάξια τοῦ Θεοῦ. Μετά τήν παράβαση τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ἄνθρωποι ὑπέστησαν, πρίν ἀπό τόν σωματικό θάνατο, τόν ψυχικό θάνατο, δηλαδή τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό· χάθηκε τό κατά ὁμοίωσιν, ὄχι ὅμως τό κατά εἰκόνα. Ἡ ψυχή φωτίζεται καί ὀμορφαίνει μέ τήν ἀποστροφή πρός τά χειρότερα, μέ τήν προσκόλληση μέ ἀγάπη στόν Θεό καί τήν ὑπακοή στίς ἐντολές του, ἀπό τίς ὁποῖες λαμβάνει τήν αἰώνια ζωή. Μέ αὐτήν ἀθανατίζει καί τό συνδεδεμένο σῶμα πού θά ἐπιτύχει στόν ὁρισμένο καιρό τήν ὑποσχεμένη ἀνάσταση καί θά γίνει μέτοχο τῆς αἰώνιας δόξας. Ἄν ὅμως ἐγκαταλείψει τόν Θεό μέ τή στροφή στά χειρότερα, ἐγκαταλείπεται δίκαια ἀπό αὐτόν.

40. Ἡ τριαδική φύση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ὡς νοερή, λογική καί πνευματική, ὀφείλει ἀυτεξουσίως νά ἔχει ὑπακοή καί ὑποταγή μόνο στόν Θεό. Ἀκόμη, νά στολίζεται μέ τήν ἀκατάπαυστη καί ἔντονη μνήμη, θεωρία καί ἀγάπη του. Τότε ἐπιτυγχάνει τό «κατά εἰκόνα Θεοῦ καί ὁμοίωσιν» καί γίνεται χαριτωμένη, σοφή καί θεία· διδάσκεται νά ἀγαπᾶ τόν Θεό πάνω ἀπό τόν ἑαυτό της καί τόν πλησίον ὡς τόν ἑαυτό της· γνωρίζει καί διατηρεῖ τήν τάξη της, ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν ἑαυτό της καί γίνεται μέτοχος τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀντίθετα οἱ ἀγαπῶντες τήν ἀδικία μισοῦν τήν ψυχή τους καί καταστρέφουν τόν στολισμό τοῦ κατά εἰκόνα.

θεολογικά (κκ. λδ’-μ’):

♦ τριαδολογικά (κκ. λδ’-λς’): ὁ Θεός εἶναι νοητός καί μή (λδ’)· ἔχει μόνιμη ὑπεραγαθότητα πού φανερώνεται ἀπό τίς ἐνέργειές του πρός τήν κτίση (λδ’)· εἶναι τριαδικός κατά τίς ὑποστάσεις ὡς Νοῦς πού πηγάζει προαιωνίως κατά γέννησιν τόν Λόγο καί κατά ἐκπόρευσιν τό Πνεῦμα (λε’,λς’)· τό ἅγιο Πνεῦμα ἀποτελεῖ τόν ἔρωτα τοῦ Νοῦ πρός τόν Λόγο καί τήν κοινή χαρά τους (λς’)· εἶναι κοινό κατά τή χρήση, τοῦ Πατρός κατά τήν ὕπαρξη (λς’)·

♦ τριαδοανθρωπολογικά (κκ. λζ’-μ’): ἡ ψυχή ἔχει νοῦ, λόγο (γνώση) καί ζωοποιό πνεῦμα (ἔρωτα) πρός τό σῶμα (λζ’,λη’)· ἔχει δημιουργηθεῖ κατά εἰκόνα Θεοῦ σέ μέγιστο βαθμό μεταξύ τῶν κτισμάτων (λθ’)· μέ τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων χάθηκε τό κατά ὁμοίωσιν (ψυχικός θάνατος-χωρισμός Θεοῦ) ἀλλά ὄχι τό κατά εἰκόνα (λθ’)· ἡ ψυχή μέ τήν ὑπακοή στόν Θεό ἐπανακτᾶ τό κατά ὁμοίωσιν, ἀποκτᾶ τήν ἀληθινή γνώση καί ἀγάπη, λαμβάνει τήν αἰώνιο ζωή καί τή μεταδίδει στό σῶμα (λθ’,μ’)· μέ τήν ἀνυπακοή καταστρέφεται (μ’)·

Βασίλης είπε...

Αρχαί κείμενο :

34. Ὁ ἀνωτάτω νοῦς, τὸ ἄκρον ἀγαθόν, ἡ ὑπέρζωος καὶ ὑπέρθεος φύσις, πάντῃ τε καὶ πάντως ἀνεπίδεκτος οὖσα τῶν ἐναντίων, φανερῶς οὐ ποιότητα, ἀλλ’ οὐσίαν ἔχει τὴν ἀγαθότητα. Διὸ καὶ πᾶν ὅπερ ἂν ἐννοήσειέ τις ἀγαθόν, ἐν ἐκείνῳ ἐστί, μᾶλλον δὲ ἐκεῖνός ἐστι καὶ ὑπὲρ ἐκεῖνό ἐστι καὶ πᾶν ὅπερ ἐν ἐκείνῳ τις ἐννοήσειεν, ἀγαθόν ἐστι, μᾶλλον δὲ ἀγαθότης καὶ ὑπεράγαθος ἀγαθότης ἐστί. Καὶ ἡ ζωὴ ἐν αὐτῷ ἐστι, μᾶλλον δὲ αὐτός ἐστιν ἡ ζωή• ἀγαθὸν γὰρ ἡ ζωὴ καὶ ἀγαθότης ἐν αὐτῷ ἡ ζωή. Καὶ ἡ σοφία ἐν αὐτῷ ἐστι, μᾶλλον δὲ αὐτός ἐστιν• ἀγαθὸν γὰρ ἡ σοφία καὶ ἀγαθότης ἐν αὐτῷ ἡ σοφία καὶ ἡ ἀϊδιότης καὶ ἡ μακαριότης καὶ ἁπλῶς ἅπαν ὅ τις ἂν ἐννοήσειεν ἀγαθόν. Καὶ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ διαφορὰ ζωῆς καὶ σοφίας καὶ ἀγαθότητος καὶ τῶν τοιούτων πάντα γὰρ ἡ ἀγαθότης ἐκείνη συνειλημμένως καὶ ἑνιαίως καὶ ἁπλουστάτως συμπεριβάλλει• καὶ ἐκ πάντων καὶ νοεῖται καὶ καλεῖται τῶν ἀγαθῶν• καὶ ἕν καὶ ἀληθές ἐστιν, ὅπερ ἄν τις ἐννοήσειε καὶ εἴπῃ περὶ αὐτῆς ἀγαθόν. Ἐκείνη δὲ οὐ τοῦτό ἐστι μόνον, ὅπερ ἀληθῶς νοεῖται καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν θεοσόφῳ νῷ νοούντων καὶ πνευματοκινήτῳ γλώσσῃ θεολογούντων, ἀλλ’ ὡς ἄρρητός τε καὶ ἀπερινόητος, καὶ ὑπὲρ ταῦτά ἐστι καὶ τοῦ ἑνιαίου καὶ τῆς ὑπερφυοῦς ἁπλότητος οὐκ ἀπολείπεται, μία οὖσα πανάγαθος καὶ ὑπεράγαθος ἀγαθότης. Κατὰ τοῦτο γὰρ μόνον καὶ νοεῖται καὶ καλεῖται καὶ κατὰ τοῦτο παρὰ μόνων τῶν πρὸς τὴν κτίσιν οἰκείων ἐνεργειῶν ὁ ποιητὴς καὶ δεσπότης τῆς κτίσεως, ὅτι ἐστὶ πανάγαθος καὶ ὑπεράγαθος ἀγαθότης οὐσίαν ἔχων τὴν ἀγαθότητα. Διὸ καὶ τῆς πρὸς αὐτὴν ἐναντιότητος πάντῃ τε καὶ πάντως ἐστὶν ἀνεπίδεκτος• οὐδὲν γὰρ οὐδεμιᾷ ἐναντίον οὐσίᾳ ἐστίν.

35. Ἡ πανάγαθος ἀὕτη καὶ ὑπεράγαθος ἀγαθότης καὶ πηγή ἐστιν ἀγαθότητος• καὶ τοῦτο γὰρ ἀγαθὸν καὶ ἀγαθῶν τὸ ἀκρότατον καὶ οὐκ ἦν ἀπεῖναι τῆς παντελοῦς ἀγαθότητος. Ἐπεὶ δὲ νοῦς ἐστιν ἡ ὑπερτελὴς καὶ παντελὴς ἀγαθότης, τί ποτ’ ἂν ἕτερον εἴη τὸ παρ’ αὐτῆς ὡς ἐκ πηγῆς προϊὸν ἢ λόγος, καὶ λόγος οὐ κατὰ τὸν ἡμέτερον προφορικὸν λόγον, οὐ νοῦ γὰρ οὗτος, ἀλλὰ σώματος νῷ κινουμένου• οὐδὲ κατὰ τὸν ἡμέτερον ἐνδιάθετον λόγον, φθόγγων γὰρ οἱονεὶ τύποις κἀκεῖνος ἐν ἡμῖν διατιθέμενος γίνεται• ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὸν ἡμέτερον ἐν διανοίᾳ λόγον κἂν χωρὶς φθόγγων, ἐπιβολαῖς ἀσωμάτοις πάντῃ συμπεραιούμενος, κἀκεῖνος γὰρ μεθ’ ἡμᾶς ἐστι καὶ διαλειμμάτων δεῖται καὶ χρονικῶν οὐκ ὀλίγων διαστημάτων, διεξοδικῶς προϊὼν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἀτελοῦς πρὸς τὸ ἐντελὲς συμπέρασμα προαγόμενος ἀλλὰ κατὰ τὸν ἐμφύτως ἡμῖν, ἐξ οὗ γεγόναμεν παρὰ τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς κατ’ εἰκόνα οἰκείαν, ἐναποκείμενον τῷ νῷ λόγον, τὴν ἀεὶ συνυπάρχουσαν αὐτῷ γνῶσιν• ἥτις καὶ μάλιστα ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτω νοῦ τῆς παντελοῦς καὶ ὑπερτελοῦς ἀγαθότητος, παρ’ ἧ μηδὲν ἀτελές, πλὴν τοῦ ἐξ αὐτῆς εἶναι, πάντα ἐστὶν ἀπαραλλάκτως ὅσα ἐκείνη. Διὸ καὶ υἱὸς ὁ ἀνωτάτω λόγος ἐστὶ τε καὶ παρ’ ἡμῶν καλεῖται, ἵν’ ἐπιγνῶμεν αὐτὸν ὄντα τέλειον ἐν ὑποστάσει τελείᾳ τε καὶ ἰδίᾳ, ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ὄντα καὶ κατὰ μηδὲν λειπόμενον τῆς πατρικῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἀπαραλλάκτως τὸν αὐτὸν ἐκείνῳ ὄντα, εἰ καὶ μὴ καθ’ ὑπόστασιν, ἣ τὸ ἐξ ἐκείνου γεννητῶς θεοπρεπῶς εἶναι παρίστησι τὸν λόγον.

Βασίλης είπε...

36. Ἡ ἀγαθότης ἡ ὡς ἐκ πηγῆς τῆς νοερᾶς ἀγαθότητος προϊοῦσα γεννητῶς, ἐπεὶ λόγος ἐστί, λόγον δὲ πνεύματος χωρὶς οὐδ’ ἄν τις νοῦν ἔχων ἐννοήσειε, διὰ τοῦτο καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὁ ἐκ θεοῦ θεὸς λόγος συμπροϊὸν ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχει. Πνεῦμα δὲ οὐ κατὰ τὸ συνὸν τῷ ἡμετέρῳ διὰ τῶν χειλέων λόγῳ, σῶμα γὰρ τοῦτο καὶ δι’ ὀργανικῶν σωμάτων ἐναρμόζεται τῷ ἡμετέρῳ λόγῳ• ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὸ συνόν, εἰ καὶ ἀσωμάτως, τῷ καθ’ ἡμᾶς ἐνδιαθέτῳ καὶ κατὰ διάνοιαν λόγῳ, κἀκεῖνο γὰρ ὁρμή τίς ἐστι τοῦ νοῦ, τῷ ἡμετέρῳ λόγῳ συνδιατεινομένη χρονικῶς καὶ διαστημάτων δεομένη τῶν αὐτῶν καὶ ἐξ ἀτελοῦς προϊοῦσα εἰς τελείωσιν. Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόρρητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀπορρήτως γεννηθέντα λόγον, ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον. Παρ’ οὗ λόγου διὰ σαρκὸς ὁμιλήσαντος ἡμῖν καὶ τὸ ὄνομα τῆς διαφόρου παρὰ τοῦ πατρὸς ὑπάρξεως ἐδιδάχθημεν τοῦ πνεύματος• καὶ μὴ τοῦ πατρὸς εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ• τὸ πνεῦμα, γάρ φησι, τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἵν’ ἡμεις ἐπιγνῶμεν οὐ λόγον μόνον ἀλλὰ καὶ πνεῦμα ἐκ τοῦ πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ’ ἐκπορευόμενον, ὃν δὲ καὶ τοῦ υἱοῦ παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦτ’ ἔχοντος ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα• λόγος γὰρ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ σοφία τῷ γεννήτορι κατάλληλος, ὃς τῷ πατρὶ ἐπ’ αὐτῷ χαίροντι συγχαίρει, κατὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ διὰ τοῦ Σολομῶντος εἰρημένον• ἐγὼ ἤμην ἣ συνέχαιρον αὐτῷ. Οὐκ «ἔχαιρον» εἶπεν, ἀλλὰ συνέχαιρον, αὕτη γὰρ ἡ πατρός τε καὶ υἱοῦ προαιώνιος χαρὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιόν ἐστιν, ὡς κοινὸν μὲν αὐτοῖς κατὰ τὴν χρῆσιν. Διὸ παρ’ ἀμφοτέρων καὶ πρὸς τοὺς ἀξίους πέμπεται, μόνου δὲ τοῦ πατρὸς καθ’ ὕπαρξιν ὑπάρχον• διὸ καὶ παρ’ αὐτοῦ μόνου ἐκπορεύεται καθ’ ὕπαρξιν.

37. Τούτου τοῦ ἀνωτάτω ἔρωτος τὴν εἰκόνα καὶ ὁ κατ’ εἰκόνα τοῦ θεοῦ κτισθεὶς ἡμῶν ἔχει νοῦς πρὸς τὴν παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ διηνεκῶς ὑπάρχουσαν γνῶσιν, παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ καὶ τοῦτον ὄντα καὶ συμπροϊόντα παρ’ αὐτοῦ τῷ ἐνδοτάτῳ λόγῳ. Καὶ τούτου δεῖγμα ἐναργέστατον καὶ τοῖς μὴ τὰ ἐνδοτάτω ἑαυτῶν δυναμένοις καθορᾶν ἡ πρὸς τὸ εἰδέναι τῶν ἀνθρώπων ἀκόρεστος ἔφεσις. Ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ ἀρχετύπῳ, ἐν ἐκείνῃ τῇ παντελείῳ καὶ ὑπερτελεῖ ἀγαθότητι, παρ’ ἧ μηδὲν ἀτελὲς πλὴν τοῦ ἐξ αὐτῆς εἶναι, πάντα ἐστὶν ἀπαραλλάκτως ὁ θεῖος ἔρως ὅσα ἐκείνη. Διὸ καὶ πνεῦμα ἅγιον καὶ παράκλητος ἄλλος οὗτός ἐστί τε καὶ παρ’ ἡμῶν καλεῖται, ὡς τῷ λόγῳ συμπαρομαρτῶν, ἵν’ ἡμεῖς ἐπιγνῶμεν ὄντα τέλειον ἐν ὑποστάσει τελείᾳ τε καὶ ἰδίᾳ, κατὰ μηδὲν καὶ αὐτὸν λειπόμενον τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας, ἀλλ’ ἀπαραλλάκτως ὄντα τὸν αὐτὸν τῷ τε υἱῷ καὶ τῷ πατρί, εἰ καὶ μὴ καθ’ ὑπόστασιν, ἥτις ἐκ τοῦ πατρὸς θεοπρεπῶς ἐκπορευτῶς εἶναι τοῦτον παρίστησιν ἡμῖν· καὶ σεφθῶμεν ἕνα θεὸν ἀληθῆ τε καὶ τέλειον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν ἀληθιναῖς καὶ τελείαις, οὐ τριπλοῦν, ἄπαγε, ἀλλ’ ἁπλοῦν· οὐ γὰρ τριπλῆ τίς ἐστιν ἡ ἀγαθότης, οὐδὲ τριὰς ἀγαθοτήτων, ἀλλὰ τριὰς ἁγία καὶ σεβασμία καὶ προσκυνητὴ ἡ ἀνωτάτω ἀγαθότης ἐστίν, ἐξ ἑαυτῆς εἰς ἑαυτὴν χεομένη ἀρρεύστως καὶ ἐφ’ ἑαυτῆς ἑστῶσα πρὸ αἰώνων θεοπρεπῶς, ἀόριστός τε οὖσα καὶ παρὰ μόνης ἑαυτῆς ὡρισμένη καὶ τὰ πάντα ὁρίζουσα καὶ πάντων ὑπερεκτεινομένη καὶ μηδὲν τῶν ὄντων ἐκτὸς ἑαυτῆς ἐῶσα.

Βασίλης είπε...


38. Ἔχει μὲν οὖν καὶ ἡ τῶν ἀγγέλων νοερὰ καὶ λογικὴ φύσις νοῦν τε καὶ λόγον ἐκ τοῦ νοῦ καὶ τὸν πρὸς τὸν λόγον ἔρωτα τοῦ νοῦ, ὃς καὶ αὐτός ἐστιν ἐκ τοῦ νοῦ καὶ σύνεστιν ἀεὶ τῷ τε λόγῳ καὶ τῷ νῷ καὶ πνεῦμα ἂν καλοῖτο, ὡς τῷ λόγῳ φύσει συμπαρομαρτῶν. Ἀλλ’ οὐκ ἔχει καὶ ζωοποιὸν τὸ πνεῦμα τοῦτο, οὐδὲ γὰρ συνημμένον εἴληφεν ἐκ γῆς παρὰ θεοῦ σῶμα, ἵνα καὶ ζωοποιόν τε καὶ συνεκτικὴν λάβῃ πρὸς τοῦτο δύναμιν. Ἡ δὲ νοερὰ καὶ λογικὴ φύσις τῆς ψυχῆς, ἐπεὶ γηΐνῳ συνεκτίσθη σώματι καὶ ζωοποιὸν ἔλαβε τὸ πνεῦμα παρὰ τοῦ θεοῦ, δι’ οὗ συνέχει καὶ ζωοποιεῖ τὸ συνημμένον σῶμα, παρ’ οὗ καὶ δείκνυται τοῖς συνιοῦσιν, ὅτι νοερός ἐστιν ἔρως τὸ τοῦ ἀνθρώπου πνεῦμα, τὸ τοῦ σώματος ζωοποιόν, ὅπερ ἐκ τοῦ νοῦ ἐστι καὶ τοῦ λόγου ἐστὶ καὶ ἐν τῷ λόγῳ καὶ τῷ νῷ ἐστι καὶ ἐν ἑαυτῷ ἔχει τόν τε λόγον καὶ τὸν νοῦν. Τοσοῦτο γὰρ ἐρασμίαν ἔχει δι’ αὐτοῦ φυσικῶς τὴν πρὸς τὸ οἰκεῖον σῶμα ἡ ψυχὴ συνάφειαν, ὡς μηδέποτ’ ἀπολιπεῖν τοῦτο ἐθέλειν, μηδ’ ἀπολείπειν ὅλως, μὴ βίας ἐπενεχθείσης ἐκ νόσου δή τινος μεγίστης ἢ πληγῆς ἔξωθεν.

39. Ἡ νοερὰ καὶ λογικὴ φύσις τῆς ψυχῆς, μόνη νοῦν ἔχουσα καὶ λόγον καὶ πνεῦμα ζωοποιόν, μόνη καὶ τῶν ἀσωμάτων ἀγγέλων μᾶλλον κατ’ εἰκόνα τοῦ θεοῦ παρ’ αὐτοῦ δεδημιούργηται· καὶ τοῦτ’ ἔχει ἀμεταποίητον, κἂν μὴ ἐπιγνῷ τὴν ἑαυτῆς ἀξίαν καὶ τοῦ κτίσαντος κατ’ εἰκόνα οἰκείαν ἀξίως φρονῇ τε καὶ πολιτεύηται. Ταῦτ’ ἄρα καὶ μετὰ τὴν προγονικὴν ἐκείνην ἐν τῷ παραδείσῳ διὰ τοῦ ξύλου παράβασιν καὶ πρὸ τοῦ σωματικοῦ τὸν τῆς ψυχῆς ἡμεῖς ὑποστάντες θάνατον, ὅς ἐστιν ὁ ἀπὸ τοῦ θεοῦ ταύτης χωρισμός, τὸ καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι θείαν ἀποβαλόντες, τὸ κατ’ εἰκόνα οὐκ ἀπωλέσαμεν. Ἀποστέργουσα μὲν οὖν ἡ ψυχὴ τὴν πρὸς τὰ χείρω σχέσιν καὶ προσκολλωμένη δι’ ἀγάπης τῷ κρείττονι καὶ ὑποταττομένη τούτῳ διὰ τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων τῆς ἀρετῆς, φωτίζεταί τε παρ’ αὐτοῦ καὶ καλλύνεται, βελτιουμένη καὶ πειθομένη ταῖς ἐκείνου βουλαῖς καὶ παραινέσεσι, παρ’ ὧν καὶ τὴν ὄντως ζωὴν τὴν αἰώνιον ἀπολαμβάνει· δι’ αὐτῆς καὶ τὸ συνημμένον ἀπαθανατίζει σῶμα, τῆς ἐπηγγελμένης ἐξαναστάσεως κατὰ καιρὸν τυχὸν καὶ δόξης ἀϊδίου μετασχόν. Μὴ ἀποποιουμένη δὲ τὴν πρὸς τὰ χείρω σχέσιν καὶ ὑπόπτωσιν, παρ’ ἧς αἶσχος ἀτιμοποιὸν ἐμποιεῖ τῇ τοῦ θεοῦ εἰκόνι, ἀλλοτριοῦται καὶ ἀποικίζεται θεοῦ τῆς ὄντως μακαρίας καὶ ἀληθινῆς ζωῆς, ὡς ἐγκαταλιποῦσα τοῦτον αὐτὴ πρότερον, ἐγκαταλιμπανομένη δικαίως παρὰ τοῦ κρείττονος.

40. Ἡ μετὰ τὴν ἀνωτάτω τριάδα τριαδικὴ φύσις, ὡς παρ’ ἐκείνης κατ’ εἰκόνα ἐκείνης πεποιημένη μᾶλλον τῶν ἄλλων, νοερά, λογική τε καὶ πνευματικὴ (τοιαύτη δέ ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη ψυχή), φυλάττειν ὀφείλει τὴν ἑαυτῆς τάξιν καὶ μετὰ θεὸν εἶναι μόνον καὶ τούτῳ ὑπεζεῦχθαι μόνῳ καὶ ὑποκεῖσθαι καὶ πείθεσθαι καὶ πρὸς αὐτὸν ὁρᾶν μόνον καὶ κοσμεῖν ἑαυτὴν τῇ διηνεκεῖ τούτου μνήμῃ καὶ θεωρίᾳ καὶ τῇ θερμοτάτῃ πρὸς αὐτὸν καὶ διαπύρῳ ἀγάπῃ, δι’ ὧν θαυμαστῶς πρὸς ἑαυτὴν ἐπισπᾶται, μᾶλλον δὲ ἐπεσπᾶτο ἦν ὅτε τὴν τῆς φύσεως ἐκείνης μυστικὴν καὶ ἀπόρρητον αἴγλην καὶ τηνικαῦτα τὸ κατ’ εἰκόνα θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν ὡς ἀληθῶς ἔχει, ἐπίχαρις καὶ σοφὴ καὶ θεία διὰ ταύτης ἐκτελουμένη. Διδάσκεται γὰρ δι’ αὐτῆς ἢ παρούσης ἐμφανῶς ἢ ἐγγιζούσης ἀφανῶς, ὡς ἐπὶ μᾶλλον νῦν τὸν μὲν θεὸν ὑπὲρ ἑαυτήν, τὸν δὲ πλησίον ὡς ἑαυτὴν ἀγαπᾶν, κἀντεῦθεν καὶ τὴν ἑαυτῆς ἀξίαν τε καὶ τάξιν εἰδέναι καὶ συντηρεῖν καὶ ἑαυτὴν ὡς ἀληθῶς ἀγαπᾶν. Ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, καὶ τὸ κατ’ εἰκόνα εἶναι τοῦ θεοῦ διασπῶν τε καὶ ἀχρειῶν, παραπλήσιον ὑφίσταται πάθος τοῖς ὑπὸ μανίας ἀνεπαισθήτως τὰς ἑαυτῶν ἐλεεινῶς διασπαράττουσι σάρκας· ἀνεπαισθήτως γὰρ καὶ αὐτὸς λυμαίνεται καὶ ἀθλιώτατα διασπαράττει τὴν ἔμφυτον ἑαυτοῦ καλλονήν, διαρρήσσων ἀφρόνως τὸν ὑπὸ τῆς ἀγάπης ἔνδον συμπληρούμενον τριαδικὸν καὶ ὑπερκόσμιον κόσμον τῆς ἰδίας ψυχῆς. Τί γὰρ ἀδικώτερον, τί δὲ ὀλεθριώτερον, τοῦ τὸν κτίσαντα καὶ κοσμήσαντα κατ’ εἰκόνα οἰκείαν καὶ διὰ τοῦτο παρασχόντα τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀγάπης τὴν δύναμιν καὶ τοῖς ταύτῃ καλῶς χρωμένοις προσεπιδαψιλευόμενον τὰς ἀπορρήτους δωρεὰς καὶ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον μὴ μεμνῆσθαι καὶ καθορᾶν διηνεκῶς ἐθέλειν καὶ ἀγαπᾶν;

Βασίλης είπε...

Μετάφραση:
34. Ο ανώτατος Νους, το ύψιστο Αγαθό (τὸ ἄκρον ἀγαθόν), η υπερζώσα και υπέρθεη φύσις, η οποία είναι από κάθε άποψη και με κάθε τρόπο απρόσβλητη από τα αντίθετα, φανερά δεν έχει την αγαθότητα ως ποιότητα αλλά ως ουσία. Γι’ αυτό και καθετί που μπορεί κανείς να νοήσει ως αγαθό υπάρχει μέσα σε Εκείνον· ή μάλλον Εκείνος είναι το αγαθό και είναι υπεράνω αυτού· και καθετί που μπορεί να νοηθεί ως υπάρχον μέσα σε Εκείνον είναι αγαθό, ή μάλλον είναι αγαθότης και υπεράγαθη αγαθότης. Και η ζωή υπάρχει μέσα σε Αυτόν· ή μάλλον Αυτός είναι η ζωή· διότι η ζωή είναι αγαθό και αγαθότης είναι η ζωή μέσα σε Αυτόν. Και η σοφία υπάρχει μέσα σε Αυτόν· ή μάλλον Αυτός είναι η σοφία· διότι και η σοφία είναι αγαθό και η σοφία μέσα σε Αυτόν είναι αγαθότης, όπως και η αϊδιότητα και η μακαριότητα και γενικά κάθε τι που μπορεί να νοηθεί ως αγαθό.
Και εκεί δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε ζωή, σοφία, αγαθότητα και τα παρόμοια· διότι όλα αυτά η μία εκείνη αγαθότης τα περιλαμβάνει συνολικά, ενιαία και με απόλυτη απλότητα· και από όλα τα αγαθά νοείται και ονομάζεται, και είναι ένα και αληθινό ό,τι κανείς νοήσει και πει περί αυτής ως αγαθό.
Εκείνη όμως δεν είναι μόνο αυτό που αληθινά νοείται και από αυτούς που νοούν με θεόσοφο νου και θεολογούν με γλώσσα που κινείται από το Πνεύμα, αλλά ως άρρητη και απερινόητη είναι και υπεράνω όλων αυτών και δεν υστερεί ούτε ως προς την ενότητα ούτε ως προς την υπερφυσική απλότητα, αφού είναι μία, πανάγαθη και υπεράγαθη αγαθότης.
Κατά τούτο μόνο νοείται και ονομάζεται, και κατά τούτο ονομάζεται από τις προς την κτίση ενέργειές της δημιουργός (ποιητής) και δεσπότης της κτίσεως, επειδή είναι πανάγαθη και υπεράγαθη αγαθότης, έχοντας την αγαθότητα ως ουσία. Γι’ αυτό και είναι από κάθε άποψη και με κάθε τρόπο απρόσβλητη από κάθε αντίθεση· διότι καμία ουσία δεν έχει τίποτε αντίθετο προς αυτήν.

Βασίλης είπε...

35. Αυτή η πανάγαθη και υπεράγαθη αγαθότης είναι και πηγή αγαθότητας· και αυτό επίσης είναι αγαθό και το ύψιστο μεταξύ των αγαθών και δεν ήταν δυνατό να λείπει από την τέλεια αγαθότητα. Εφόσον λοιπόν η υπερτέλεια και τέλεια αγαθότης είναι Νους, τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτό που προέρχεται από αυτήν ως από πηγή, παρά Λόγος;
Και Λόγος όχι κατά τον δικό μας προφορικό λόγο — γιατί αυτός δεν είναι του νου αλλά του σώματος που κινείται από τον νου — ούτε κατά τον δικό μας ενδιάθετο λόγο, που σχηματίζεται μέσα μας σαν τύπος φθόγγων· ούτε ακόμη κατά τον λόγο της διανοίας μας, έστω και χωρίς φθόγγους, ο οποίος ολοκληρώνεται με άυλες νοητικές κινήσεις· διότι και αυτός είναι μεταγενέστερος από εμάς, έχει ανάγκη από διαλείμματα και από όχι λίγα χρονικά διαστήματα, προχωρεί σταδιακά και από ατελή αρχή οδηγείται σε τελικό συμπέρασμα.
Αλλά είναι κατά τον λόγο που υπάρχει έμφυτος σε εμάς, από τον οποίο δημιουργηθήκαμε από τον Δημιουργό μας κατ’ εικόνα Του, δηλαδή τον λόγο που είναι εναποκείμενος στον νου, τη γνώση που συνυπάρχει πάντοτε μαζί του· και αυτή κατεξοχήν εκεί, στον ανώτατο Νου της τέλειας και υπερτέλειας αγαθότητος, κοντά στην οποία τίποτε δεν είναι ατελές παρά μόνο το ότι προέρχεται από αυτήν, είναι ακριβώς ό,τι είναι εκείνη.
Γι’ αυτό και Υιός είναι και ονομάζεται από εμάς ο ανώτατος Λόγος, για να γνωρίσουμε ότι είναι τέλειος σε τέλεια και ιδιαίτερη υπόσταση, ως προερχόμενος από τον Πατέρα και μη υστερώντας σε τίποτε από την πατρική ουσία, αλλά όντας απαραλλάκτως ο ίδιος με Εκείνον, αν και όχι κατά την υπόστασι· διότι αυτή φανερώνει ότι ο Λόγος είναι γεννητός από Αυτόν με τρόπο θεοπρεπή.

Βασίλης είπε...

36. Η αγαθότης που προέρχεται γεννητώς από την νοερή αγαθότητα σαν από πηγή, επειδή είναι Λόγος — και λόγο χωρίς πνεύμα δεν μπορεί να νοήσει κανείς που έχει νου — γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα ο εκ Θεού Θεός Λόγος το έχει ως συμπροερχόμενο από τον Πατέρα.
Πνεύμα όμως όχι όπως αυτό που συνοδεύει τον δικό μας λόγο μέσω των χειλέων (διότι αυτό είναι σωματικό και αρμόζεται στον λόγο μας μέσω οργανικών σωμάτων), ούτε όπως εκείνο που συνοδεύει, έστω και ασώματα, τον ενδιάθετο και νοητικό (κατά διάνοια) λόγο μας· διότι και εκείνο είναι μια ορμή του νου, που εκτείνεται χρονικά μαζί με τον λόγο μας και χρειάζεται τα ίδια χρονικά διαστήματα και προχωρεί από το ατελές προς την τελείωση.
Αλλά το Πνεύμα του ανώτατου Λόγου είναι σαν ένας απόρρητος έρωτας του γεννήτορα προς τον άρρητα γεννημένο Λόγο, το οποίο χρησιμοποιεί και ο ίδιος ο αγαπητός στον Πατέρα Λόγος και Υιός προς τον γεννήτορά του, ως έχοντας αυτό το Πνεύμα προερχόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο συμφυώς μέσα Του.
Από τον Λόγο που μας μίλησε διά της σάρκας διδαχθήκαμε και το όνομα της διαφορετικής υπάρξεως του Πνεύματος από τον Πατέρα· και ότι δεν είναι μόνο του Πατέρα αλλά και δικό Του· διότι λέγει: «το Πνεύμα της αληθείας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα», για να γνωρίσουμε ότι δεν προέρχεται μόνο Λόγος από τον Πατέρα αλλά και Πνεύμα, όχι γεννώμενο αλλά εκπορευόμενο· και ότι είναι Πνεύμα του Υιού, εφόσον αυτό προέρχεται από τον Πατέρα που έχει τον Υιό ως Αλήθεια και Σοφία και Λόγο· διότι η αλήθεια και η σοφία είναι Λόγος αρμόζων στον γεννήτορα, ο οποίος χαίρεται σε Αυτόν και συγχαίρει μαζί Του, σύμφωνα με το ειπωμένο μέσω Σολομώντος: «ἐγὼ ἤμην ᾗ συνέχαιρον αὐτῷ». Δεν είπε «χαιρόμουν», αλλά «συγχαιρόμουν»· διότι αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το Άγιο Πνεύμα, ως κοινό σε αυτούς κατά τη χρήση.
Γι’ αυτό και αποστέλλεται από αμφότερους προς τους άξιους, αλλά υπάρχει ως προς την ύπαρξη μόνο από τον Πατέρα· και γι’ αυτό εκπορεύεται ως προς την ύπαρξη μόνο από Αυτόν.

Βασίλης είπε...

37. Την εικόνα αυτού του ανώτατου έρωτα έχει και ο νους μας, που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού, προς τη γνώση που υπάρχει από Αυτόν και μέσα σε Αυτόν διαρκώς· και αυτός υπάρχει από Αυτόν και μέσα σε Αυτόν και συμπροέρχεται από Αυτόν με τον εσωτερικό λόγο. Και σαφέστατη απόδειξη αυτού, ακόμη και για όσους δεν μπορούν να βλέπουν τα ενδότατα του εαυτού τους, είναι η ακόρεστη ανθρώπινη ορμή προς τη γνώση.
Αλλά σε εκείνο το αρχέτυπο, σε εκείνη την τέλεια και υπερτέλεια αγαθότητα, στην οποία τίποτε δεν είναι ατελές παρά μόνο το ότι προέρχεται από αυτήν, ο θείος έρωτας είναι απαραλλάκτως ό,τι είναι εκείνη. Γι’ αυτό και Άγιο Πνεύμα και άλλος Παράκλητος είναι και ονομάζεται από εμάς, ως συνοδοιπόρος του Λόγου, για να γνωρίσουμε ότι είναι τέλειος σε τέλεια και ιδιαίτερη υπόσταση και ότι δεν υστερεί σε τίποτε από την ουσία του Πατέρα, αλλά είναι απαραλλάκτως ο ίδιος με τον Υιό και τον Πατέρα, αν και όχι κατά την υπόσταση, η οποία μας δείχνει ότι Αυτός εκπορεύεται θεοπρεπώς από τον Πατέρα.
Και ας λατρεύουμε έναν Θεό αληθινό και τέλειο σε τρεις αληθινές και τέλειες υποστάσεις· όχι τριπλό — μη γένοιτο — αλλά απλό· διότι δεν είναι τριπλή η αγαθότητα ούτε τριάδα αγαθοτήτων, αλλά μία αγία και σεβάσμια και προσκυνητή Τριάδα είναι η ανώτατη αγαθότητα, η οποία εκχέεται από τον εαυτό της προς τον εαυτό της αδιάρρηκτα και στέκει στον εαυτό της προαιωνίως με τρόπο θεοπρεπή, αόριστη και οριζόμενη μόνο από τον εαυτό της και ορίζοντας τα πάντα και υπερεκτεινόμενη πάνω από όλα και μη αφήνοντας τίποτε από τα όντα έξω από τον εαυτό της.

Βασίλης είπε...

38.
Έχει λοιπόν και η νοερή και λογική φύση των αγγέλων νου και λόγο που προέρχεται από τον νου, καθώς και τον έρωτα του νου προς τον λόγο, ο οποίος και αυτός προέρχεται από τον νου και συνυπάρχει πάντοτε τόσο με τον λόγο όσο και με τον νου και θα μπορούσε να ονομαστεί πνεύμα, επειδή συνοδεύει φυσικά τον λόγο. Όμως το πνεύμα αυτό δεν είναι ζωοποιό, διότι δεν έλαβε σώμα από γη ενωμένο μαζί του από τον Θεό, ώστε να λάβει και ζωοποιό και συνεκτική προς αυτό δύναμη.

Η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή δημιουργήθηκε μαζί με γήινο σώμα και έλαβε ζωοποιό πνεύμα από τον Θεό, διά του οποίου συγκρατεί και ζωοποιεί το ενωμένο με αυτήν σώμα, δείχνει σε όσους το κατανοούν ότι το πνεύμα του ανθρώπου, το οποίο ζωοποιεί το σώμα, είναι νοερός έρωτας· ότι δηλαδή προέρχεται από τον νου και από τον λόγο και βρίσκεται μέσα στον λόγο και στον νου και έχει μέσα στον εαυτό του και τον λόγο και τον νου.

Τόσο μεγάλη είναι η φυσική ερωτική συνάφεια της ψυχής προς το οικείο σώμα μέσω αυτού, ώστε να μη θέλει ποτέ να το εγκαταλείψει ούτε να το αποχωριστεί καθόλου, αν δεν επιβληθεί βία από κάποια πολύ βαριά ασθένεια ή από εξωτερικό τραύμα.

39.
Η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή μόνη αυτή έχει νου και λόγο και ζωοποιό πνεύμα, έχει δημιουργηθεί από τον Θεό κατ’ εικόνα Του περισσότερο ακόμη και από τους ασώματους αγγέλους· και τούτο το έχει αμετάβλητο, ακόμη κι αν δεν γνωρίσει τη δική της αξία και δεν φρονεί και δεν πολιτεύεται αντάξια της εικόνας Εκείνου που τη δημιούργησε.

Έτσι λοιπόν, ακόμη και μετά την προγονική εκείνη παράβαση στον παράδεισο διά του ξύλου και πριν υποστούμε τον σωματικό θάνατο της ψυχής —ο οποίος είναι ο χωρισμός της από τον Θεό—, αν και χάσαμε το «καθ’ ομοίωσιν» με τον Θεό, δεν χάσαμε το «κατ’ εικόνα».

Όταν λοιπόν η ψυχή αποστρέφεται τη σχέση με τα κατώτερα και προσκολλάται με αγάπη στο ανώτερο και υποτάσσεται σε αυτό με τα έργα και τους τρόπους της αρετής, φωτίζεται από αυτό και ωραιοποιείται, βελτιώνεται και πείθεται στις βουλές και στις νουθεσίες του, από τις οποίες απολαμβάνει και την αληθινή, την αιώνια ζωή· και μέσω αυτής αθανατοποιεί και το ενωμένο μαζί της σώμα, αφού κατά τον καιρό που έχει υποσχεθεί θα αναστηθεί και θα μετάσχει στην αιώνια δόξα.

Αν όμως δεν απορρίπτει τη σχέση και την προσκόλληση προς τα κατώτερα, από την οποία προκαλείται αισχρό και ατιμωτικό στίγμα στην εικόνα του Θεού, αποξενώνεται και εξορίζεται από τον Θεό και από τη μακαρία και αληθινή ζωή, επειδή πρώτη η ίδια εγκατέλειψε Εκείνον και δικαίως εγκαταλείπεται από τον Ανώτερο.