Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝΠραγματικά, λοιπόν, μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ μιὰ «Θεολογία τῶν δακρύων», γιὰ μιὰ πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ κλαυθμοῦ τῆς μετανοίας. Ἡ πορεία ἔχει στάδια καὶ διαδοχικές φάσεις, ἀρχίζει μὲ τὸν φόβο καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ καταλήγει «εἰς κάλλος πένθους» – στὴν ἀγάπη καὶ στὸν ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό.
«Οἱ μὲν στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια, βοῶσι πρὸς Κύριον·
τὰ δὲ ἐκ φόβου δάκρυα, πρεσβεύουσι
τὰ δὲ τῆς παναγίας ἀγάπης,
τὴν ἱκεσίαν ἡμῶν προσδεχθεῖσαν ἡμῖν ἐμφανίζουσιν»20
[Μετάφραση: «Οι στεναγμοί και η κατήφεια κραυγάζουν προς τον Κύριο·
τα δάκρυα όμως που προέρχονται από φόβο μεσιτεύουν·
ενώ εκείνα που προέρχονται από την πανάγια αγάπη
μάς φανερώνουν ότι η ικεσία μας έγινε δεκτή.»]
Σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς βαθμιαίας αὐτῆς εἰσδοχῆς στὸν χῶρο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος μετέχει ὁλόκληρος, σὰν ψυχὴ καὶ σῶμα. Οἱ στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια, τὰ δάκρυα τοῦ φόβου καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ αἰσθητὴ ἔκφραση τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν ἀποδοχὴ καὶ τῆς ὑποδοχῆς τῆς Χάρης ἀπὸ τὴ φύση. Ἡ Θεολογία τῶν δακρύων δὲν εἶναι ὅπως ἡ θεολογία τῶν ἀκαδημαϊκῶν κατηγοριών – μιὰ μάθηση περὶ τοῦ Θεοῦ –, ἀλλὰ μιὰ καθολικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ· τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, λέει ἡ Κλίμακα, συχνὰ ἄσχετη μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια καὶ προετοιμασία.
«Ὅταν ἡ ψυχή,
καὶ ἡμῶν μὴ σπευσάντων,
μηδέ τι ἐπιτηδευσάντων,
δακρυώδης καὶ κάθυγρος καὶ ἡπία γένηται,
δράμωμεν·
ὁ γὰρ Κύριος ἀκλήτως ἐλήλυθε,
σπόγγον ἡμῖν διδοὺς λύπης θεοφιλοῦς,
καὶ ὕδωρ ἀναψύξεως δακρύων θεοσεβῶν»21.
[Μετάφραση: Ὅταν, χωρὶς καμμία ἰδική μας προσπάθεια καὶ ἐνέργεια, κατανυχθῇ ἡ ψυχή μας καὶ ὑγρανθῇ καὶ μαλακώση ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἂς τρέξωμε (νὰ ἁρπάξωμε τὴν εὐκαιρία). Διότι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέφθηκε ἀπρόσκλητος καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ σφουγγάρι τῆς θεαρέστου λύπης καὶ τὸ δροσιστικὸ ὕδωρ τῶν εὐλαβικῶν δακρύων, γιὰ νὰ ἐξαλείψωμε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας.]
Εἶναι ἡ ψυχὴ ποὺ γίνεται «δακρυώδης» καὶ «κάθυγρος»· τὰ «θεοσεβή» δάκρυα δὲν εἶναι ἕνα σωματικό, βιολογικό σύμπτωμα, ἀλλὰ ἡ ἐμπειρία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, σὲ κάθε πτυχὴ τῆς ὑπάρξεώς του. Τότε, τὰ φυσικὰ δάκρυα ἀποκαλύπτουν τὴ μεταμόρφωση τῆς «καρδίας» τοῦ ἀνθρώπου, τὴ μεταβολὴ τῶν λίθινων καρδιῶν σὲ καρδιὲς σάρκινες22, τὴ συνάντηση τῆς κτιστῆς φύσεως μὲ τὴν ἄκτιστη Χάρη. Δὲν εἶναι πιὰ ὁ θρήνος τῆς ὀδυνηρῆς γεύσεως τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ τὰ δάκρυα τοῦ πληρώματος τῆς χαρᾶς ποὺ προξενεῖ ἡ συνάντηση μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, καὶ ταυτόχρονα ἡ «θεοφιλής» λύπη γιὰ τὴν προηγούμενη στέρηση τοῦ θείου Προσώπου «διὰ τὴν ἐν τοσούτῳ χρόνῳ τοῦ καλοῦ κάλλους στέρησιν» [Μετάφραση: «για τη στέρηση του ωραίου κάλλους επί τόσο πολύ χρόνο»] 23. Ἡ διπλὴ αὐτὴ ὄψη τοῦ χαρίσματος τῶν δακρύων, ἡ στέρηση καὶ ταυτόχρονα ἡ πληρότητα, ἡ δίψα καὶ ταυτόχρονα ὁ χορτασμός, εἶναι ἕνα «μυστήριο»:
«Ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν τῆς κατανύξεως ποιότητα ἐννοῶν, ἐξίσταμαι·
πῶς πένθος, καὶ λύπη λεγομένη,
τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐφροσύνην ἔνδοθεν
ὥσπερ μέλι κηρίῳ συμπεπλεγμένην κέκτηται·
τι οὖν ἐκ τούτου μανθάνομεν;
ὅτι κυρίως Κυρίου δῶρον ἡ τοιαύτη κατάνυξις ὡμολόγηται·
οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ψυχῇ τότε ἀνήδονος ἡδονή,
τοῦ Θεοῦ λεληθότως παρακαλοῦντος
τοὺς συντεθλασμένους τῇ καρδίᾳ»24.
[Μετάφραση: Ἐγώ, καθὼς σκέπτομαι τὴν ποιότητα τῆς κατανύξεως, μένω ἔκθαμβος.
Πῶς αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται πένθος καὶ λύπη εἶναι συμπεπλεγμένο μὲ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως τὸ μελί μὲ τὸ κερί! Καὶ τί διδασκόμεθα ἀπὸ αὐτό; Ὅτι ἡ κατάνυξις εἶναι καθ᾿ ἑαυτὸ δῶρο τοῦ Κυρίου. Καὶ στὴν ψυχὴ ποὺ κατανύσσεται ὑπάρχει μία ἀληθινὴ ἡδονή, διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ μυστικὸ τρόπο παρηγορεῖ τοὺς «συντετριμμένους τῇ καρδίᾳ».]
Ἡ ὁριστικὴ κατάληξὴ τοῦ κλαυθμοῦ τοῦ πένθους καὶ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ἀλυπία καὶ ἡ θεία εὐφροσύνη, δὲν ὑπάρχει τελικὰ ὀδύνη καὶ πένθος ὅταν ἡ ἁμαρτία καταργηθῆ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποκατασταθῆ στὴ χαρισματικὴ ἀκεραιότητα τῆς «καινῆς κτίσεως»:
«῎Ανελε τὴν ἁμαρτίαν καὶ περιττὸν
τὸ κατώδυνον δάκρυον τοῖς αἰσθητοῖς ὄμμασιν·
οὐ χρεία γὰρ ξηρίου, μὴ ὑπάρχοντος μώλωπος.
Οὐκ ἦν ἐν τῷ ᾿Αδὰμ πρὸ τῆς παραβάσεως δάκρυον·
ὥσπερ οὐδὲ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λοιπόν,
καταργουμένης τῆς ἁμαρτίας.
εἶπερ ἀπέδρα τότε ὀδύνη, λύπη, καὶ στεναγμός»25.
[Μετάφραση: Θανάτωσε τὴν ἁμαρτία, καὶ τότε θὰ εἶναι περιττὰ τὰ δάκρυα τῆς ὀδύνης στοὺς ὀφθαλμούς σου. Ὅπου δὲν ὑπάρχει πληγή, δὲν χρειάζεται νυστέρι. Στὸν Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν παράβασι δὲν ὑπῆρχαν δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ (στοὺς δικαίους) μετὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχῃ καταργηθῆ ἡ ἁμαρτία καὶ «θὰ ἔχει ἐξαφανισθῆ ἡ ὀδύνη, ἡ λύπη καὶ ὁ στεναγμός» (Ἡσ. λε´ 10).]
Ἡ ἀλυπία καὶ ἡ εὐφροσύνη εἶναι τὸ δώρημα καὶ ὁ καρπὸς τῆς ἐσχατολογικῆς πληρότητος, ἡ ἐμπειρική βεβαιότητα τῆς τελικῆς ἀναστάσεως. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἡ τελικὴ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπινου προορισμοῦ:
«Οὐ δεῖται, οὐδὲ βούλεται ὁ Θεὸς
ἄνθρωπον ἐξ ὀδύνης καρδίας πενθεῖν·
ἀλλ᾽ ἢ μᾶλλον ἐξ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν,
ἐν γέλωτι ψυχῆς ἀγάλλεσθαι»26.
[Μετάφραση: Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ πενθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς του, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὸν βλέπη νὰ ἀγάλλεται καὶ νὰ εὐθυμῆ ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του πρὸς Αὐτόν.]
Ἡ ἀναφορὰ στὴν τελικὴ κατάργηση τῶν δακρύων ὑπενθυμίζει ὅτι τὸ πένθος δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μόνον ὁ δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ περάση ὅποιος βαδίζει πρὸς τὴν ἀνθρώπινη τελειότητα. Ἡ ἐμπειρία τῆς Κλίμακος ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο «τὸ μέσο αὐτὸ ἐναντίον τῶν παθῶν νὰ ἀποβῆ τὸ ἴδιο ἕνα πάθος»27. Καὶ θυμόμαστε τὰ λόγια ἑνὸς ἄλλου ἁγίου ἀσκητοῦ, τοῦ Νείλου, ποὺ γράφει: «Μὴ εἰς πάθος τρέψῃ τὸ τῶν παθῶν ἀλέξημα, ἵνα μὴ πλέον παροργίσῃς τὸν δεδωκότα τὴν χάριν· πολλοὶ δακρύοντες ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, ἐπιλαθόμενοι τοῦ τῶν δακρύων σκοποῦ, μανέντες ἐξεπλάγησαν»[Μετάφραση: Μην μετατρέψεις σε πάθος το φάρμακο κατά των παθών, για να μη προκαλέσεις ακόμη περισσότερο την οργή Εκείνου που σου έδωσε τη χάρη· γιατί πολλοί, κλαίγοντας για τις αμαρτίες τους και ξεχνώντας τον σκοπό των δακρύων, παραφρόνησαν και οδηγήθηκαν στην πλάνη]28. Ἡ ὁδὸς τῶν δακρύων τότε μόνο συνιστᾶ μιὰν αὐθεντικὴ Θεολογία, ὅταν ὁδηγῆ στὴν αἰσθητὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν γεγονὸς μυστικῆς ἀνακαινίσεως μεταβάλλει τὸ πένθος σὲ χαρά, τὸ θρῆνο τῆς πτώσεως σὲ βεβαιότητα ἀναστάσεως. Ἡ Θεολογία τῶν δακρύων δὲν εἶναι, τελικά, Θεολογία πένθους, διότι
«οὐχ ἁρμόσει πενθοῦσι θεολογία·
διαλύειν γὰρ αὐτῶν τὸ πένθος πέφυκεν»29.
[Μετάφραση: Σὲ ὅσους πενθοῦν δὲν ἁρμόζει νὰ θεολογοῦν, διότι ἡ θεολογία συνήθως διασκορπίζει τὸ πένθος τους.]
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη μιὰ καθολικὴ πληρότητα ζωῆς, μιὰ μετοχὴ ἄμεση στὴν ἀγαλλίαση τῆς θείας δόξας;;;;;.
20. Ζ΄ θ΄ 63.
21. Ζ΄ κζ΄ 64-65.
22. Β΄ Κορ. 3, 3 καὶ LOT - BORODINE ε.ά., σελ. 248.
23. Ζ΄ νζ΄ 68.
24. Z΄ v΄ 67.
25. Ζ΄ μστ΄ 66.
26. Ζ΄ με΄ 66.
27. VI. LOSSKY, Théologie mystique... σελ. 203.
28. Περί προσευχῆς Η΄ Migne P.G. 79, 1169 AB.
29. Ζ΄ κστ΄ 64.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ ΖΩΗΣ;
3.«Καὶ ἰδού», λέγει, «ἦταν ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, πού ἦταν μάλιστα ἀρχιτελώνης. Ἦταν δὲ πλούσιος αὐτὸς κι’ ἐζητοῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ ὄχλου, διότι ἦταν μικρὸς στὸ σῶμα». Ὄχι δὲ μόνο ἦταν μικρός, ἀλλὰ ἦταν καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ• διότι ἂν ἐπλησίαζε, ἔστω καὶ μικρόσωμος, δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς θέας. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοῦτος ἑλκυόταν καὶ ἀναχαιτιζόταν ἀρρήτως ἀπὸ τὴν θεία δύναμι τοῦ Ἰησοῦ• ἑλκυόταν δηλαδή, ἐπειδὴ εἶχε τρόπο χρηστὸ καὶ ψυχὴ κατάλληλη γιὰ τὴν ἀρετή, γι’ αὐτὸ κι’ ἐπιθυμοῦσε κι’ ἐπιχειροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ• ἀναχαιτιζόταν δὲ ἀπὸ τὴ θεία δύναμι, διότι αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα στὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ τὸν πλοῦτο. Αὐτὰ νομίζω δεικνύοντας καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς συνετοὺς μὲ λίγα λόγια, ἐφ’ ὅσον μὲν ἦταν θαυμάσιος στοὺς τρόπους, εἶπε γι’ αὐτόν, «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, ἐφ’ ὅσον δὲ ἦταν πιασμένος στοὺς βρόχους τῆς κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης, καὶ βέβαια πλούσιος». Πραγματικὰ τὸ μὲν «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας» λέγεται στὶς περιπτώσεις τῶν ἀξιολόγων πού δὲν ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Καὶ πρὸς αὐτὸ τείνει ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνδρός• διότι δὲν ἦταν ἀπὸ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Δαβίδ, «δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους διὰ τῶν χειλέων μου». Τὸ ὅτι δὲ ἐμαρτύρησε ὅτι δὲν ἦταν μόνο τελώνης, ἀλλὰ καὶ ἀρχιτελώνης καὶ γι’ αὐτὸ πλούσιος, ἔδειξε ὅτι ἦταν διακεκριμένος σὲ κακία. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς μικρόσωμος καὶ ἀπομακρυσμένος ὁ Ζακχαῖος, δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, λέγει, «ἔτρεξε ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ· διότι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐπρόκειτο νὰ περάση». Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.
4.Κι’ ἐκεῖνος ἔκαμε τοῦτες τὶς ἐνέργειες σοφῶς καὶ φιλοθέως μὲ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος καὶ προτρέχοντας στὴν ὁδό, μὲ πτερὰ πόθου ἀνυψούμενος κι’ ἀνεβαίνοντας στὸ δένδρο. Τί δὲ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐνυπόστατος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς πού λέγει διὰ τοῦ Σολομῶντος, «ἐγὼ ἀγαπῶ ὅσους μὲ ἀγαποῦν· ὅσοι δὲ μὲ ἀγαποῦν, θὰ εὕρουν χάριν, «ὁ ὁποῖος καὶ στοὺς δρόμους ἀκόμη τοὺς φέρεται μὲ εὐμένεια;».
Φθάνει τὸν Ζακχαῖο, τὸν βλέπει πρῶτος, τὸν προσφωνεῖ φιλικώτατα καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐπίσκεψι καὶ διαμονὴ στὸν οἶκο του. Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου». Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ’ ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. Ἐππλέον δὲ καὶ προστάσσει νὰ σπεύση στὸ σπίτι, ὥστε μὲ ἀφθονία νὰ πράξη καὶ νὰ ἀποκομίση τὰ τέλη τῆς θεοφιλίας ἀπὸ αὐτὸν πού δίδει μὲ τὸ παραπάνω ὅσα ζητοῦμε ἢ σκεπτόμαστε.
5.«Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία; Μόλις λοιπὸν εἶδε ὅτι καὶ ἡ ἐπαγγελία ἐπραγματοποιήθηκε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐχαιρόταν πού συνευρισκόταν μὲ τὸν ποθούμενο καὶ ἤδη ἐγευόταν τὶς ἄφθαρτες χάριτες ἀπὸ τὴν πηγή· οἱ δὲ βλέποντες, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπαν μὲ σύνεσι, λέγει, «ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας ὅτι εἰσῆλθε στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου».
6.Ἀλλὰ ὁ τελώνης, ἀμιλλώμενος σὲ φιλοτιμία μὲ αὐτὸν πού ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς μὲ σάρκα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία ἐσήκωσε τὸν ὀνειδισμό μας, «ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό
4.Κι’ ἐκεῖνος ἔκαμε τοῦτες τὶς ἐνέργειες σοφῶς καὶ φιλοθέως μὲ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος καὶ προτρέχοντας στὴν ὁδό, μὲ πτερὰ πόθου ἀνυψούμενος κι’ ἀνεβαίνοντας στὸ δένδρο. Τί δὲ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐνυπόστατος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς πού λέγει διὰ τοῦ Σολομῶντος, «ἐγὼ ἀγαπῶ ὅσους μὲ ἀγαποῦν· ὅσοι δὲ μὲ ἀγαποῦν, θὰ εὕρουν χάριν, «ὁ ὁποῖος καὶ στοὺς δρόμους ἀκόμη τοὺς φέρεται μὲ εὐμένεια;».
Φθάνει τὸν Ζακχαῖο, τὸν βλέπει πρῶτος, τὸν προσφωνεῖ φιλικώτατα καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐπίσκεψι καὶ διαμονὴ στὸν οἶκο του. Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου». Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ’ ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. Ἐππλέον δὲ καὶ προστάσσει νὰ σπεύση στὸ σπίτι, ὥστε μὲ ἀφθονία νὰ πράξη καὶ νὰ ἀποκομίση τὰ τέλη τῆς θεοφιλίας ἀπὸ αὐτὸν πού δίδει μὲ τὸ παραπάνω ὅσα ζητοῦμε ἢ σκεπτόμαστε.
5.«Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία; Μόλις λοιπὸν εἶδε ὅτι καὶ ἡ ἐπαγγελία ἐπραγματοποιήθηκε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐχαιρόταν πού συνευρισκόταν μὲ τὸν ποθούμενο καὶ ἤδη ἐγευόταν τὶς ἄφθαρτες χάριτες ἀπὸ τὴν πηγή· οἱ δὲ βλέποντες, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπαν μὲ σύνεσι, λέγει, «ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας ὅτι εἰσῆλθε στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου».
6.Ἀλλὰ ὁ τελώνης, ἀμιλλώμενος σὲ φιλοτιμία μὲ αὐτὸν πού ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς μὲ σάρκα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία ἐσήκωσε τὸν ὀνειδισμό μας, «ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό
ΛΕΙ ΛΟΙΠΟΝ
Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.
....Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου
Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ’ ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται.
5.«Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία;
...«ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ. ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΕΑΡΟ ΠΛΟΥΣΙΟ . ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΑ ΟΛΑ, ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ, ΑΡΟΝ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ. ΄
Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΕΙΣΑΓΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου