Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (30)

Συνέχεια από: Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

Tὁ «χάρισμα τῶν δακρύων» εἶναι ἕνα κεφάλαιο τῆς ἀνθρωπολογίας τῶν ἀσκητῶν Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ πρέπει νὰ κατανοηθῆ στὰ πλαίσια τῆς «μεταφυσικῆς» τοῦ σώματος. Πρόκειται γιὰ μιὰ «φυσική», σωματική φανέρωση τοῦ «ὑπερφυσικοῦ» γεγονότος τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Πρέπει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ προσδιορίσουμε μιὰ οὐσιαστική διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ «χάρισμα» τῶν δακρύων, ὅπως κατανοήθηκε καὶ βιώθηκε στὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης Ανατολῆς, καὶ στὶς συγκινήσεις καὶ τὶς ἐκστατικές καταστάσεις του θρησκευτικοῦ συναισθηματισμοῦ καὶ μυστικισμοῦ. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται στὴν ἐμπειρία ἢ στὴ στέρηση τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου1.
Τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, χωρὶς νὰ παύη νὰ εἶναι μιὰ ἐκδήλωση φυσικὴ ποὺ προϋποθέτει τὴν κτιστὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἔχει ταυτόχρονα ἄμεση σχέση μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς ἄκτιστης Χάρης, ἔχει οὐσιαστικὴ ἀναφορὰ στὴν «ἀνάπλαση» τῆς φύσεως ἀπὸ τὴ Χάρη. Γι' αὐτὸ καὶ ἀποτελεῖ γεγονὸς καθολικώτερο ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ ἔκφραση τοῦ βιώματος τῆς μετανοίας καὶ τοῦ πένθους τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ ἀφορμὴ τὸν ἅγιο Συμεών, τὸν Νέο Θεολόγο, ὁ Karl Holl εἶχε μιλήσει γιὰ μιὰ «Θεολογία τῶν δακρύων»2, προσπαθώντας νὰ προσδιορίση αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν δακρύων στὸ καθολικὸ γεγονὸς τῆς ἀνακαινίσεως τῆς φύσεως, τῆς μετοχῆς τῆς φύσεως στὸν χώρο τῆς «γνώσεως» τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι ἁπλῶς στὴν αἰσθητὴ ἔκφραση τοῦ πένθους τῆς μετανοίας.
Στὸ κείμενο τῆς Κλίμακος τοῦ Ἰωάννου προτάσσεται ὁ φωτισμὸς τῆς διακρίσεως ὡς προϋπόθεση ἐπιγνώσεως τῶν δακρύων ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς Χάρης, σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ «φυσικὸν καὶ ἀχαρίτωτὸν δάκρυον».
«Ἐκ πολλῶν γὰρ καὶ διαφόρων τρόπων
ταῦτα (τὰ δάκρυα) τίκτεσθαι λέγεται·
λέγω δὴ ἐκ φύσεως·
ἐκ Θεοῦ·
ἐκ θλίψεως ἐναντίας·
ἐξ ἐπαινουμένης·
ἐκ κενοδοξίας·
ἐκ πορνείας·
ἐξ ἀγάπης·
ἐκ μνήμης θανάτου καὶ ἑτέρων πολλῶν»3.
Σὲ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὴν πνευματική - ψυχική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἡ θλίψη, ἡ κενοδοξία, ὁ ἔρωτας, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, τὸ σῶμα μετέχει «φυσικῶς» μὲ τὰ δάκρυα. ᾿Αλλὰ τὰ δάκρυα αὐτὰ «τῆς φύσεως» πρέπει νὰ διακριθοῦν ἀπὸ τὸ δῶρο τῆς Χάρης, ἀπὸ τὰ δάκρυα τὰ «ἐκ Θεοῦ». Ἡ ἐμπειρία τῆς Κλίμακος τονίζει ἐπανειλημμένα αὐτὴ τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὰ «ἀγαθὰ» καὶ στὰ «πονηρά» δάκρυα4, στὰ «σωματικὰ» καὶ στὰ «ψυχικά» δάκρυα5, στὸ «ἀνέννοιον» καὶ στὸ «λογικὸν» δάκρυον6, στὰ «φυσικά» καὶ στὰ «πνευματικά» δάκρυα7, στὰ «δάκρυα τοῦ φόβου», καὶ στὰ «δάκρυα τῆς ἀγάπης»8. Καὶ προσδιορίζει ἡ Κλίμακα καὶ τὰ κριτήρια τῆς διακρίσεως.
Κριτήριο καὶ ἀφετηρία τῶν χαρισματικῶν δακρύων εἶναι ἡ μετάνοια ὡς ἐπίγνωση ἀπωλείας τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα «χάρισμα» καὶ αὐτὴ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι φωτισμὸς αὐτογνωσίας ποὺ προϋποθέτει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ σὰν μέτρο τῆς ἀνθρώπινης ἐλλείψεως καὶ πτωχείας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μετάνοια δὲν ἀναφέρεται στὴν παράβαση ἑνὸς κάποιου «Νόμου», δὲν εἶναι ψυχολογικὸ συναίσθημα καὶ σύμπλεγμα ἐνοχῆς, ἀλλὰ ἐπίγνωση τῆς στερήσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Ἡ λύπη γιὰ τὴν παράβαση τοῦ Νόμου ἔχει ὡς κέντρο τὸ ἀνθρώπινο «ἐγὼ» καὶ εἶναι δύσκολο νὰ διακριθῆ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη κενοδοξία. Ἐνῶ τὸ πένθος τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ὀδύνη γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δίψα γιὰ τὸν Θεό, ἡ θλίψη γιὰ τὴν ἀπουσία Του.
«Κατὰ Θεὸν πένθος ἐστι,
σκυθρωπότης ψυχῆς,
ἐνωδύνου καρδίας διάθεσις,
ἀεὶ τὸ διψώμενον ἐμμανῶς ζητοῦσα,
καὶ ἐν τῇ τούτου ἀποτυχίᾳ ἐμπόνως καταδιώκουσα,
καὶ ὄπισθεν τούτου ὀδυνηρῶς ὁλολύζουσα».9
᾿Αλλὰ ἡ προσωπικὴ αὐτὴ ἐπίγνωση τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι μόνο χαρισματική, προϋποθέτει μιὰ πρώτη ἀποκάλυψη τοῦ Προσώπου Του.[ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ;] Μόνο τότε μπορεῖ νὰ πενθήση ὁ ἄνθρωπος ὅταν γνωρίζη τἱ ἀκριβῶς ἔχει ἀπωλέσει καὶ αἰσθάνεται τὴν ἀπώλεια σὰν προσωπική στέρηση. Ἡ ὀδύνη προϋποθέτει τὴ διακοπὴ μιᾶς προσωπικής κοινωνίας – ποτὲ δὲν θρηνοῦμε γιὰ τὴ στέρηση ἑνὸς ἄγνωστου προσώπου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ αὐθεντικό βίωμα τῆς μετανοίας ἀναφέρεται τελικὰ στὴν ἀφετηριακὴ ἐκείνη ἀπώλεια τῆς προσωπικής κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, στὴν ἔξωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσωπική ἁμαρτωλότητα, ὡς συγκεκριμένο χρονικὸ γεγονὸς ἀποτυχίας εἶναι μιὰ ἀφετηρία ἐπιγνώσεως τοῦ καθολικοῦ γεγονότος τῆς πτώσεως, τῆς ἀπωλείας τῆς «ἀρχεγόνου πληρότητος», τῆς στερήσεως τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ὁ Θεός.[ΕΝ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ ΕΚΙΣΣΗΣΕ ΜΕ(ΕΚΥΗΣΕ) Η ΜΗΤΗΡ ΜΟΥ. ΓΕΝΝΙΩΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. ΑΛΛΑ;ΒΙΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΜΑΣ. ΠΩΣ; ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ] Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς πνευματικότητος δὲν ὑπάρχει συνήθως ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ βαρύτερα καὶ ἐλαφρότερα ἁμαρτήματα, θανάσιμα καὶ ὄχι θανάσιμα. Οποιαδήποτε παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ ἐπανάληψη καὶ διαιώνιση τῆς πρώτης ἐκείνης ἀνταρσίας καὶ ἀνυπακοῆς, ποὺ εἶχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καθολικὴ πτώση τῆς φύσεως. Ἔτσι μετέχει κάθε ἄνθρωπος στὴν καθολική πτώση, εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν καθολικὴ πτώση, καὶ κάθε προσωπικὸ ἁμάρτημα εἶναι μιὰ στέρηση τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἀπώλεια τῆς ζωῆς. Στὴν καθολικὴ αὐτὴ στέρηση καὶ ἀπώλεια ἀναφέρεται ἡ μετάνοια:
«Εἰ πενθεῖς,
διὰ τοῦτο μᾶλλον θρήνει,
ὅτι ἐξ ἀπόνου τάξεως
εἰς ἐπίπονον σεαυτὸν κατήγαγες
διὰ τῶν σῶν πταισμάτων».10
Ἡ μετάνοια, ἑπομένως, δὲν εἶναι μιὰ ἐπιμέρους πράξη, ἀλλὰ μιὰ στάση ζωῆς· προϋποτίθεται μακρόχρονη πορεία καὶ ἐπίπονη ἄσκηση γιὰ νὰ ὁδηγηθῆ ὁ ἄνθρωπος στὸ αὐθεντικό βίωμα τῆς μετανοίας, νὰ μετατεθῆ ἀπὸ τὴ λύπη τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς στὴν ἐνώδυνη δίψα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΣ;].
«Χρόνῳ σπανίζεται θάλασσα,
ὡς φησιν Ἰώβ·
καὶ χρόνῳ καὶ ὑπομονῇ, κατὰ μικρὸν
τὰ εἰρημένα ἐν ἡμῖν προσγίνονται
καὶ τελειοῦνται».11
Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο τὰ ἀσκητικὰ κείμενα ἐμφανίζουν τὴ μετάνοια σὰν δρόμο ἀτέλεστο, καὶ τὸν βίο τῶν μοναχῶν σὰν πένθος ἀδιάκοπο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ.[ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΝΕΚΕΝ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑΚΤΩΝ Ο ΚΛΕΦΤΗΣ]
«Οὐκ ἐγκληθησόμεθα, ὦ οὗτοι,
οὐκ ἐγκληθησόμεθα ἐν ἐξόδῳ ψυχῆς,
διότι οὐ τεθαυματουργήκαμεν,
οὐδ᾽ ὅτι οὐ τεθεολογήκαμεν,
οὐδ᾽ ὅτι θεωρητικοὶ οὐ γεγόναμεν·
ἀλλὰ λόγον πάντως δώσομεν τῷ Θεῷ,
διότι ἀδιαλείπτως οὐ πεπενθήκαμεν»12.
[Μετάφραση:«Δεν θα κατηγορηθούμε, φίλοι μου,
δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα που η ψυχή μας θα φύγει,
επειδή δεν κάναμε θαύματα,
ούτε επειδή δεν θεολογήσαμε,
ούτε επειδή δεν φτάσαμε στη θεωρία·
αλλά οπωσδήποτε θα δώσουμε λόγο στον Θεό,
επειδή δεν πενθήσαμε αδιάκοπα.»]
᾿Ακριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη πτώση καὶ ἡ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ καθημερινή δυνατότητα καὶ μιὰ καθημερινή πραγματοποίηση,[ΓΕΝΝΙΩΜΑΣΤΕ] γι' αὐτὸ καὶ ἡ μετάνοια πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἀδιάκοπη ἐπιστροφὴ καὶ ἕνα μόνιμο πένθος τῆς συνειδήσεως ποὺ γρηγορεῖ μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἀπωλείας.
Τονίστηκε, ὡστόσο, παραπάνω ὅτι ἡ ἐπίγνωση αὐτὴ προυποθέτει τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὡς μέτρο τῆς στερήσεως καὶ τῆς πτωχείας τοῦ ἀνθρώπου[ΒΑΠΤΙΖΟΜΑΣΤΕ]. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ πένθος τῆς μετανοίας δὲν εἶναι μιὰ ἀδιέξοδη θλίψη γιὰ τὰ ἀτομικὰ παραπτώματα, ἀλλὰ «πένθος χαροποιόν», ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας καὶ ἡ ταυτόχρονη ἐπίγνωση τοῦ πλούτου τῆς Χάρης καὶ τοῦ κάλλους τοῦ Δεσποτικού Προσώπου. Ἡ αἰσθητὴ ἔκφραση τῆς διπλῆς αὐτῆς ἐπιγνώσεως εἶναι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, ποὺ περιγράφεται στὴν Κλίμακα ὡς
«ἐνωδύνου ψυχῆς ἀνάψυξις, νηπίου δίκην
ἐν ἑαυτῷ κλαυθμυριζομένου ἅμα
καὶ φαιδρῶς βοῶντος»13.
[Μετάφραση:«Ανάπαυση για την πονεμένη ψυχή,
σαν ένα νήπιο που μέσα του
ταυτόχρονα κλαψουρίζει και φωνάζει χαρούμενα.»]
Ὑπάρχει στὴ μετάνοια ἡ ὀδύνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη πτώση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ χαρὰ γιὰ τὴν ἀναγωγὴ αὐτῆς τῆς πτώσεως σὲ μέτρο τοῦ πληρώματος τῆς Χάρης καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτὸ «κάλλος πένθους»14, ἡ «μακαρία τῆς ὁσίας κατανύξεως χαρμολύπη»15, ἡ ταυτόχρονη βίωση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐπανάληψη τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Στὴν Κλίμακα ὀνομάζεται ἡ μετάνοια βάπτισμα δεύτερο «ἐν τῷ ὕδατι τῶν δακρύων». Τὸ πρῶτο βάπτισμα μᾶς ἐγκεντρίζει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποκαθιστᾶ τὴν ὀργανική κοινωνία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως μὲ τὴ θεωμένη φύση τοῦ σαρκωμένου Λόγου[ΣΒΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΕΑΝ ΕΓΚΕΝΤΡΙΖΕΙ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ. ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΠΟΤΕ]. Το δεύτερο βάπτισμα μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ Πρόσωπο τοῦ Λόγου, ἀποκαθιστᾶ τὴν προσωπική κοινωνία μαζί Του μέσα ἀπὸ τὴν ὀδύνη τῆς ἐμπειρίας τοῦ θανάτου ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία16. Τὸ πρῶτο βάπτισμα εἶναι ἡ μυστική καταβολὴ τῆς δυνατότητος τῆς σωτηρίας, τὸ δεύτερο εἶναι ἡ προσωπικὴ ἀξιοποίηση αὐτῆς τῆς δυνατότητος.[ΜΟΝΟ ΕΑΝ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ] Γι' αὐτὸ καὶ βεβαιώνει ἡ Κλίμακα ὅτι
«μείζων τοῦ βαπτίσματος μετὰ τὸ βάπτισμα
ἡ τῶν δακρύων πηγή καθέστηκεν,
εἰ καὶ τολμηρὸν πώς ἐστι τὸ λεγόμενον·
διότι ἐκεῖνο μέν,
τῶν προγεγονότων ἡμῖν κακῶν ἐστι καθαρτήριον,
κἀκεῖνο μέν,
τοῦτο δὲ, τῶν μεταγενεστέρων·
νήπιοι πάντες λαμβάνοντες, ἐμολύναμεν,
διὰ τούτου δὲ κἀκεῖνο ἀνακαθαίρομεν·
ὅ, εἰ μὴ ἐκ Θεοῦ φιλανθρώπως ἐδωρήθη τοῖς ἀνθρώποις,
σπάνιοι ὄντως καὶ δυσεύρετοι οἱ σωζόμενοι»17.
[Μετάφραση: «Μετά το βάπτισμα, η πηγή των δακρύων
έχει καταστεί μεγαλύτερη από το ίδιο το βάπτισμα,
όσο κι αν το να το πει κανείς αυτό είναι κάπως τολμηρό·
διότι εκείνο (το βάπτισμα) είναι καθαρτήριο για τα κακά που είχαμε προηγουμένως,
ενώ αυτό (τα δάκρυα) για τα μεταγενέστερα.
Το βάπτισμα το πήραμε όλοι ως νήπια και το μολύναμε·
με αυτό όμως (με τα δάκρυα) καθαρίζουμε και εκείνο πάλι.
Και αν αυτό δεν είχε δοθεί φιλάνθρωπα από τον Θεό στους ανθρώπους,
πραγματικά λίγοι και δυσεύρετοι θα ήταν αυτοί που θα σωζόταν.»]
Γιὰ τὸν εἰκονισμὸ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βαπτίσματος χρησιμοποιεῖται στὴν Κλίμακα τὸ γεγονὸς τῆς διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, γεγονὸς ποὺ ἔχει χρησιμοποιηθῆ στὴ χριστιανικὴ γραμματεία καὶ γιὰ τὸν εἰκονισμὸ τοῦ πρώτου βαπτίσματος.
«Ἐὰν καὶ ἐν ἡμῖν γένηται ὁ μεταστρέφων τὴν θάλασσαν εἰς ξηράν,
διαβήσεται πάντως αὐτὴν ἀκυμάντως καὶ ὁ καθ᾿ ἡμᾶς Ἰσραήλ,
ἤγουν ὁ τὸν Θεὸν ὁρῶν νοῦς,
καὶ ὄψεται τοὺς Αἰγυπτίους ἐν τῷ ὕδατι τῶν δακρύων ἀποπνιγέντας»18.

[Μετάφραση: «Κι αν μέσα μας υπάρξει Εκείνος που μετατρέπει τη θάλασσα σε ξηρά,
τότε αναγκαστικά θα την περάσει χωρίς κύματα και ο δικός μας Ισραήλ,
δηλαδή ο νους που βλέπει τον Θεό,

και θα δει τους Αιγυπτίους πνιγμένους μέσα στα νερά των δακρύων.»]
Στὰ δάκρυα τοῦ πένθους καὶ τῆς μετανοίας ἀποπνίγεται ὁ νοητὸς Φαραὼ καὶ καταλύεται ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία τῶν δαιμόνων,[Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ] ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ προϋποθέτει τὴν ὅραση τοῦ Θεοῦ, τὴ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν «νοῦ» τοῦ ἀνθρώπου [ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ, ΤΟΝ ΜΩΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ]. Ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς Χάρης, ἡ Ἐκκλησία, ἐξέρχεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὴ χώρα τῆς δουλείας καὶ τοῦ θανάτου ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία, καὶ στὴν ἔξοδο αὐτὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται ἄμεσα καὶ προσωπικὰ ὁδηγώντας τὸ λαό Του στην ἐπηγγελμένη σωτηρία. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ μέτρο καὶ ὁ ὁδηγὸς στὴν πορεία τῆς τελειώσεως μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἡ δύναμη τῶν δαιμόνων δὲν μπορεῖ νὰ παραβλάψη οὐσιαστικὰ αὐτὴ τὴν ἀδιάκοπη ἀναφορὰ στὸ μέτρο τῆς θείας προσωπικῆς Παρουσίας, [ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ] ἀφοῦ καὶ οἱ ἀνθρώπινες πτώσεις καὶ ἀποτυχίες ἐκεῖ τελικὰ ἀναφέρονται καὶ προσδιορίζουν τὸ μέγεθος τῆς Χάρης καὶ τῆς Φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ βίωση αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς συνιστᾶ τὴ «χαρμολύπη» τῆς μετανοίας, τὴν οὐσιαστικὴ ἀναίρεση τῆς ἁμαρτίας. Καὶ εἶναι
«ἄπτωτος ἀληθῶς,
ὁ τὰς ἑαυτοῦ παρειὰς ἐκ μνήμης θανάτου καὶ πταισμάτων
διηνεκῶς καταβρέχων τοῖς ζῶσιν ὕδασιν»19.
[Μετάφραση: «Πραγματικά είναι απρόσβλητος
αυτός που διαρκώς βρέχει τα μάγουλά του
με ζωντανά νερά,
από τη μνήμη του θανάτου και των σφαλμάτων του.»]
Τὸ πένθος τῆς ἀναφορᾶς στὴν ἀνθρώπινη ἀποτυχία καὶ στὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου, τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐξασφαλίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε πτώση, γίνεται ἀφετηρία ζωῆς καὶ γεγονὸς ζωῆς.

Σημειώσεις


1. Βλ. V. LOSSKY, Théologie mystique... σελ. 228. Στη δυτική πνευματικὴ παράδοση τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴ μυστική εμπειρία τοῦ ἀκτίστου καὶ στὴ μυστικιστική «θρησκευτική» έκσταση δὲν εἶναι πάντοτε διακεκριμένα. Βλ. κάποιες χαρακτηριστικὲς ἐκφράσεις τοῦ Πάπα Γρηγορίου του Α ́ (604) στὸ ἄρθρο τοῦ Ρ. Basilius STEIDLE, Die Tränen, ein mystisches Problem im alten Monchtum, Benediktinische Monatschrift 20 [Τα δάκρυα, ένα μυστικιστικό πρόβλημα στην αρχαία μοναχική ζωή, Μηνιαίο περιοδικό των Βενεδικτίνων 20] (1938) σελ. 186. Χαρακτηριστικὴ καὶ ἡ διαπραγμάτευση τοῦ λήμματος Mystik στο ρωμαιοκαθολικό Lexikon für Theologie und Kirche (Λεξικό για τη θεολογία και την εκκλησία), τόμος 7ος, στ. 732 κ.ε. καὶ στὸ προτεσταντικό λεξικό Die Religion in Geschichte und Gegenwart (Η θρησκεία στην ιστορία και στο παρόν), τόμος 4ος στ. 1237 κ.ε. Βλ. ἐπίσης M. LOT - BORODINE, Doctrine de la déification dans Eglise grecque (Το δόγμα της θέωσης στην ελληνική Εκκλησία), στο Revue de l'Histoire des Religions (Επισκόπηση της Ιστορίας των Θρησκειών), 105 (1932) σελ. 41 - 42.
2. Karl HOLL, Enthusiasmus und Bussgewalt beim griechischen Mönchtum - Eine Studie zu Symeon dem neuen Theologen [Ενθουσιασμός και δύναμη μετάνοιας στην ελληνική μοναχική ζωή - Μια μελέτη για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο], Leipzig 1898, σελ. 61. Η ίδια διατύπωση ὑπάρχει καὶ στὸν Ρ. HAUSHERR: Vita de S. Syméon, Introduction: Les Byzantins ont connu une véritable «théologie des larmes» [Βιογραφία του Αγίου Συμεών, Εισαγωγή: Οι Βυζαντινοί γνώρισαν μια πραγματική «θεολογία των δακρύων»]. Παρά LOT - BORODINE, Doctrine de la déification... σελ. 557.
3. Ζ΄ λδ΄ 65.
4. Ζ΄ λστ΄ 65.
5. ΚΣΤβ΄ κζ΄ 140.
6. Ζ΄ κ΄ 64.
7. Ζ΄ λστ΄ 65.
8. Ζ΄ ξζ΄ 69.
9. Ζ΄ α΄ 62.
10. Ζ΄ κδ' 64. Βλ. καὶ Μ. LOT - BORODINE, Le mystère du «don des larmes» dans l’orient chrétien (Το μυστήριο του «χαρίσματος των δακρύων» στην χριστιανική Ανατολή), στὸ περιοδικό : La Vie spirituelle 48 (1936) σελ. 65 - 110.
11. Ζ΄ κβ΄ 64.
12. Ζ΄ ογ΄ 70. Βλ. καὶ ᾿Ανδρ. ΦΥΤΡΑΚΗ, «Ταῖς τῶν δακρύων ροαῖς...» - ὁ κλαυθμὸς τῶν μοναχῶν, ἐν ᾿Αθήναις 1946, σελ. 7.
13. Ζ΄ νγ΄ 68.
14. Ζ΄ κη΄ 65.
15. Ζ' ια΄ 63.
16. Βλ. καὶ Μ. LOT-BORODINE, Doctrine de la déification... σελ. 556.
17. Ζ΄ η΄ 63.
18. ΚΣΤ΄ κε΄ 128.
19. Ζ΄ μβ΄ 66.

Δεν υπάρχουν σχόλια: