Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΗ ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ …
Το κακό ούτε είχε ούτε έχει ούτε θα έχη σύμφωνα με μια δική του φύση πραγματική υπόσταση – γιατί δεν έχει και καμμιάν ουσία ή φύση ή υπόσταση ή δύναμη ή ενέργεια στα όντα – , ούτε είναι ποιότητα ούτε ποσότητα ούτε σχέση ούτε τόπος ούτε χρόνος ούτε θέση ούτε ποίηση ούτε κίνηση ούτε έξη ούτε πάθος, που να ενθεωρείται φυσικώς σε κάποιο απ’ τα όντα – κι ούτε είχε βέβαια ουδαμώς σε όλα αυτά σύμφωνα με μια φυσική κλίση πραγματικήν υπόσταση –, και δεν είναι ούτε αρχή ούτε μεσότητα ούτε τέλος, αλλά, για να το πω σαν να το περιλαμβάνω μέσα σε όρια, το κακό είναι η έλλειψη της τελειοποιούς (προς το τέλος) ενέργειας των ενυπαρχουσών στη φύση δυνάμεων, και τίποτα απολύτως άλλο.
Ή πάλι, το κακό είναι η αλόγιστη κίνηση των φυσικών δυνάμεων κατ’ εσφαλμένη κρίση προς κάτι άλλο πλην του τέλους∙ και λέω τέλος την αιτία των όντων, την οποία φυσικώς επιθυμούν όλα, έστω κι αν αφού εκάλυψε στον υπέρτατο βαθμό με την παραποίηση της εύνοιας τον φθόνο ο πονηρός, και παρέπεισε (εξαπάτησε…) με δόλο τον άνθρωπο να κινήση την έφεσή του προς κάτι άλλο απ’ τα όντα πλην της αιτίας, δημιούργησε την άγνοια της αιτίας.
Κι αφού εγκατέλειψε λοιπόν την κίνηση τής προς το τέλος ενέργειας των κατά φύσιν δυνάμεων ο πρώτος άνθρωπος, ενόσησε την άγνοια της ίδιας του της αιτίας, νομίζοντας πως είναι εκείνο θεός με τη συμβουλή του όφεως, το οποίο είχε διατάξει ακριβώς να είναι απαγορευμένο (απώμοτον) ο της θείας εντολής λόγος. Κι αφού έγινε έτσι παραβάτης και αγνόησε τον Θεό, αναμιγνύοντας ισχυρά προς τη σύνολη αίσθηση τη σύνολη νοερή δύναμη, προσκάλεσε τη σύνθετη και ολέθρια και ενεργούσα προς το πάθος γνώση των αισθητών, και «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς», ενεργώντας και ζητώντας και επιθυμώντας τα ίδια κατά πάντα τρόπον μ’ αυτά, κι έχοντας γίνει πια άλογος με την αλλαγή τού κατά φύσιν λόγου απ’ το παρά την φύσιν.
‘Οσον επιμελείτο λοιπόν κατά μόνη την αίσθηση τη γνώση των ορωμένων ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο σφιχταγκάλιαζε στον εαυτό του την άγνοια του Θεού∙και όσο συνέσφιγγε τον δεσμό αυτής της άγνοιας, τόσο περισσότερο προσηλωνόταν στην πείρα της αισθητικής απόλαυσης των υλικών πραγμάτων που γνώριζε∙ και όσο γέμιζε απ’ αυτήν την πείρα, τόσο περισσότερο διήγειρε τον έρωτα της φιλαυτίας που γεννάται απ’ αυτήν∙ κι όσο περιποιόταν με φροντίδα τον έρωτα της φιλαυτίας, τόσο περισσότερο επινοούσε πολλούς τρόπους συστάσεως της ηδονής, που είναι και γέννημα και τέλος της φιλαυτίας∙ κι επειδή εκ φύσεως φθείρεται μαζί με τους τρόπους που τη συνιστούν κάθε κακία, κι ανακαλύπτοντας μέσα απ’ αυτήν την πείρα ότι είναι πάντως η οδύνη διάδοχος κάθε ηδονής, κατηύθυνε μεν προς την ηδονή όλη του την ορμή, προς δε την οδύνη όλη του την αποφυγή, υπερασπίζοντας τη μεν με όλη του τη δύναμη, και πολεμώντας τη δε με όλη του την προσπάθεια, νομίζοντας, που ήταν ακριβώς αμήχανο, πως θα τις διαστείλη μ’ αυτό το τέχνασμα τη μια απ’ την άλλη και θα συνδέη μόνο με την ηδονή τη φιλαυτία, χωρίς καμμιάν εμπειρία οδύνης, αγνοώντας απ’ το πάθος, όπως φαίνεται, ότι δεν ενδέχεται να υπάρχη ποτέ ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι αναμεμειγμένος με την ηδονή ο πόνος της οδύνης, έστω κι αν μοιάζη να διαφεύγη της προσοχής όσων την κατέχουν λόγω της κυριαρχίας του πάθους της ηδονής,επειδή διαφαίνεται απ’ τη φύση του πάντα αυτό που επικρατεί, καλύπτοντας την αίσθηση εκείνου που βρίσκεται κοντά του.
Από εδώ εισήλθε φθοροποιός ο πολύς και αναρίθμητος όχλος των παθών στον βίο των ανθρώπων∙ από εδώ έγινε πολυστένακτη η ζωή μας, τιμώντας τις αφορμές της ίδιας της τής αναίρεσης και επινοώντας και φροντίζοντας στον εαυτό της τις προφάσεις της φθοράς λόγω της άγνοιας∙ από εδώ καταμερίσθηκε σε μύρια τμήματα η μια φύση και είμαστε εμείς που έχουμε την ίδια φύση με τον τρόπο των ερπετών και των θηρίων παραναλώματα (καταστρεφόμενοι ματαίως…) ο ένας του άλλου. Γιατί σφετεριζόμενοι την ηδονή λόγω της φιλαυτίας και προσπαθώντας να αποφύγουμε πάλι την οδύνη για τον ίδιον λόγο, επινοούμε τις αμύθητες γενέσεις των φθοροποιών παθών. Όπως, όταν φροντίζουμε μεν τη φιλαυτία με την ηδονή, γεννάμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, τη φυσίωση, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία, την τυραννία, την καύχηση, την αλαζονεία, την απεγνωσμένη εξέγερση, τη μανία, την οίηση, τη ματαιοφροσύνη, την καταφρόνηση, την ύβρη, τη φαυλότητα, τη βωμολοχία, την ασωτία, την ακολασία, τη φαντασία, τον μετεωρισμό, τη βλακεία, την προσποίηση, τον χλευασμό, την πολυλογία, την ακαιρολογία, την αισχρολογία, και όσα άλλα ανήκουν σ’ αυτό το γένος∙ κι όταν βασανίζεται μάλλον με την οδύνη ο τρόπος της φιλαυτίας, γεννάμε τον θυμό, τον φθόνο, το μίσος, την έχθρα, τη μνησικακία, την κακολογία, την καταλαλιά, τη συκοφαντία, τη λύπη, την ανελπιστία, την απόγνωση, τη διαβολή της πρόνοιας, την ακηδία, την ολιγωρία, τη δυσθυμία, την αθυμία, την ολιγοψυχία, το άκαιρο πένθος, τον θρήνο, την κατήφεια, τον οδυρμό, την ζήλεια, την ζηλοτυπία, τη δυσαρέσκεια, και όσα άλλα ανήκουν στη διάθεση που στερήθηκε τις κατά την ηδονή αφορμές. Κι απ’ την ανάμειξη που γίνεται για κάποιες άλλες αιτίες της ηδονής με την οδύνη, απ’ τη μοχθηρία δηλαδή – γιατί έτσι ονομάζουν κάποιοι τη σύνθεση απ’ τα αντίθετα μέρη της κακίας - γεννάμε την υποκρισία, την ειρωνεία, τον δόλο, την προσποίηση, την κολακεία, την ανθρωπαρέσκεια, και όλα τα άλλα επινοήματα της μικτής πανουργίας. Γιατί δεν είναι υποφερτό να τα απαριθμήσουμε τώρα και να τα πούμε όλα μαζί με τα οικεία τους σχήματα και τρόπους και αιτίες και καιρούς, αφήνοντας να ερευνηθή η εξέτασή τους ως ιδιαίτερη υπόθεση, με τη δύναμη που μας χαρίζει ο Θεός.Το κακό είναι λοιπόν, όπως προείπα, η άγνοια της αγαθής αιτίας των όντων, η οποία, έχοντας ακρωτηριάσει τον ανθρώπινο νου, κι έχοντας διανοίξει τρανώς την αίσθηση, αποξένωσε μεν τον νου παντελώς απ’ τη θεία γνώση, τον επλήρωσε δε με την εμπαθή γνώση των αισθητών∙ την οποίαν αμελώς μεταλαμβάνοντας μόνο με την αίσθηση, με τον τρόπο των αλόγων κτηνών, ο άνθρωπος και βρίσκοντας με την πείρα πως είναι συστατική της ορατής σωματικής του φύσης η μετάληψη των αισθητών, παρεγνώρισε (διέγνωσε σφαλερά…) εύλογα, και καθώς είχε ήδη παραστρατίσει απ’ το νοητό κάλλος της θείας ωραιότητας, τη φαινόμενη κτίση σε θεό, θεοποιώντας την λόγω της χρησιμότητάς της στη σύσταση του σώματος, και αγάπησε όπως είναι φυσικό το ίδιο του το σώμα, που ήταν οικείο κατά τη φύση προς την κτίση που είχε νομίσει πως είναι θεός, «λατρεύων» με όλη του την προσπάθεια λόγω της φροντίδας και επιμελείας του σώματος μόνο, «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Γιατί δεν μπορεί να λατρεύη κανείς με διαφορετικόν τρόπο την κτίση, χωρίς να περιποιείται το σώμα, όπως ακριβώς δεν μπορεί και να λατρεύη κανείς τον Θεό, χωρίς να καθαρίζη πλήρως την ψυχή με τις αρετές∙ επιτελώντας σύμφωνα μ’ αυτό το σώμα τη φθοροποιό λατρεία ο άνθρωπος και γενόμενος σύμφωνα μ’ αυτό φίλαυτος είχε ατελείωτα ενεργούμενη την ηδονή και την οδύνη, εσθίοντας (τρώγοντας…) πάντοτε το ξύλο της παρακοής, έχοντας έτσι αναμεμιγμένη τη γνώση του καλού και του κακού σύμφωνα με την αίσθηση και μέσω της πείρας. Κι αν πη τυχόν κανείς πως είναι ξύλο που γνωρίζει το καλό και το πονηρό η φαινόμενη κτίση δεν θα αστοχήση ως προς την αλήθεια∙ γιατί δημιουργεί με φυσικό τρόπο την ηδονή και την οδύνη η μετάληψή της.
Ή πάλι∙ επειδή έχει και λόγους πνευματικούς των ορωμένων και που διατρέφουν τον νου η κτίση, και δύναμη πάλι φυσική, που τέρπει μεν την αίσθηση, διαστρέφει δε τον νου, γι’ αυτό και ονομάσθηκε ξύλο που γνωρίζει το καλό και το κακό, έχοντας μεν γνώση του καλού, όταν θεωρείται πνευματικά, γνώση δε του κακού, όταν λαμβάνεται σωματικά. Γιατί γίνεται δάσκαλος παθών σ’ αυτούς που τη μεταλαμβάνουν σωματικά , επιφέροντάς τους λήθη των θείων. Γι’ αυτό και απαγόρευσε ίσως στον άνθρωπο αναβάλλοντας για κάποιον χρόνο τη μετάληψή της ο Θεός, ώστε αφού διακρίνει προηγουμένως, όπως ήταν δικαιότατο, με τη μετοχή στη χάρι την ίδια του την αιτία και ενδυναμώσει μ’ αυτήν τη μετάληψη προς απάθεια και ατρεψία τη δοθείσα κατά χάριν αθανασία, γενόμενος ήδη με τη θέωση ως θεός, να σκεφθή αβλαβώς και κατά παραχώρησιν (επ’ αδείας) σε όλη τους την έκταση μαζί με τον Θεό τα κτίσματα του Θεού και να αναλάβη τη γνώση τους ως θεός κι όχι ως άνθρωπος, έχοντας την ίδια με τον Θεό κατά χάριν μετά σοφίας γνώση των όντων λόγω της προς θέωσιν μεταποίησης του νου και της αίσθησης.
Έτσι πρέπει να αντιληφθούμε λοιπόν εδώ τα περί του ξύλου σύμφωνα με την αναγωγή που μπορεί να είναι κατάλληλη σε όλους, φυλάσσοντας τον μυστικότερο και υψηλότερο λόγο για τους μυστικούς στη διάνοια και τιμώντας τον εμείς με τη σιωπή. Θυμήθηκα δε τώρα παροδικά το ξύλο της παρακοής, θέλοντας να φανερώσω πως η άγνοια του Θεού θεοποίησε την κτίση, της οποίας λατρεία σαφής είναι η κατά το σώμα φιλαυτία του γένους των ανθρώπων, που γύρω απ’ αυτήν υπάρχει όπως ακριβώς μια ανάμεικτη γνώση η πείρα της ηδονής και της οδύνης, για τις οποίες και επεισήλθε στον βίο των ανθρώπων όλος ο βούρκος των κακών συνιστάμενος με διαφορετικό και ποικίλο και, σαν να μη μπορή να τον παρουσιάση κάποιος λόγος, πολύμορφο τρόπο, καθόσον έχει ο καθένας απ’ αυτούς που μεταλαμβάνουν την ανθρώπινη φύση ζωντανή και κατά το ποσόν και κατά το ποιόν στον εαυτό του και πράττουσα τη γύρω απ’ το ορατό (φαινόμενον) του μέρος, και εννοώ το σώμα, φιλία, που τον αναγκάζει δουλοπρεπώς να επινοή λόγω της επιθυμίας της ηδονής και του φόβου της οδύνης πολλές ιδέες παθών, σύμφωνα με τη σύμπτωση των καιρών και των πραγμάτων, και όπως το επιδέχεται ο τρόπος αυτών των παθών, ώστε να μπορέση τη μεν ηδονή να τη λάβη διαπαντός προς συμβίωση, να διαμείνη δε παντελώς ανέπαφος απ’ την οδύνη, διδάσκοντάς τον να επαγγέλλεται το αμήχανο (το ακατόρθωτο…) και να μη μπορή να φτάση στο σύμφωνα με τον σκοπό του πέρας. Γιατί καθώς είναι φθαρτή και διαλυτή η σύνολη φύση των σωμάτων, με όσους τρόπους κι αν επιμελείται να τη συστήση κανείς, καθιστά μάλλον ισχυρότερη τη φθορά της, φοβούμενος και μη θέλοντας πάντοτε εκείνο για το οποίο αισθάνεται στοργή και περιποιούμενος παρά τη γνώμη του ανεπαισθήτως μέσω αυτού για το οποίο αισθάνεται στοργή εκείνο για το οποίο δεν αισθάνεται, εξαρτημένος από εκείνα που απ’ τη φύση τους δεν μπορούν να παυθούν και αλλοιώνοντας (μεταβάλλοντας πλήρως…) γι’αυτό μαζί με τα διαλυτά και τη διάθεση της ψυχής που διεξέρχεται αστάτως μαζί μ’ αυτά που ρέουν και μη κατανοώντας την ίδια του την απώλεια λόγω της παντελούς προς την αλήθεια τύφλωση της ψυχής.
Απαλλαγή δε απ’ όλα αυτά τα κακά και σύντομη προς σωτηρίαν οδός είναι η αληθινή κατ’ επίγνωσιν αγάπη του Θεού και η καθολική απάρνηση της κατά ψυχήν στοργής και προς το σώμα και προς τον κόσμο αυτόν, κατά την οποία, αφού αποβάλλουμε της μεν ηδονής την επιθυμία, της δε οδύνης τον φόβο, ελευθερωνόμαστε απ’ την κακή φιλαυτία, έχοντας αναβιβασθή προς τη γνώση του κτίσαντος, και, έχοντας ανταλλάξει την πονηρή με την αγαθή και νοερή φιλαυτία, αποχωρισμένη απ’ τη σωματική στοργή, δεν παύουμε να λατρεύουμε τον Θεό μ’ αυτήν την καλή φιλαυτία, ζητώντας συνέχεια απ’ τον Θεό τη σύσταση της ψυχής. Γιατί αυτή είναι η αληθινή και η όντως θεάρεστη λατρεία, η ακριβής δια των αρετών επιμέλεια της ψυχής.
Αυτός που δεν επιθυμεί λοιπόν την ηδονή και δεν φοβάται παντελώς την οδύνη έχει γίνει απαθής σ’ αυτές, φόνευσε ομοθυμαδόν μαζί με τη φιλαυτία που τις γεννάει όλα τα λόγω αυτών και εξ αυτών μαζί με την αρχηγικώτατη των κακών άγνοια πάθη, και γεννήθηκε όλος απ’ το ιστάμενο και μένον και όντας κατά τον ίδιον πάντα τρόπο φύσει καλό, διαμένοντας σε εντελώς όλα ακίνητος μαζί του και «ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν του Θεού κατοπτριζόμενος», θεώμενος απ’ την στον εαυτό του φωτοειδή λαμπρότητα τη θεία και απρόσιτη δόξα.
Αφού μας φανερώθηκε λοιπόν απ’ τον λόγο η ορθή και εύκολη οδός των σωζομένων, ας αρνηθούμε με όση δύναμη έχουμε την ηδονή της παρούσας ζωής και την οδύνη και ας διδάξουμε με πολλή παράκληση τους υφισταμένους μας (τους υφ’ ημάς) να το κάνουν αυτό, και θα έχουμε απαλλαγή και θα έχουμε απαλλάξει παντελώς από κάθε επίνοια (επινόημα…) και δαιμονιώδη κακουργία των παθών∙ και ας εγείρουμε αξίωση μόνο για τη θεία αγάπη, και κανείς δεν θα μπορέση να μας χωρίση απ’ τον Θεό, ούτε θλίψη, ούτε στεναχώρια, ούτε μεγάλη πείνα, ούτε κίνδυνος, ούτε μάχαιρα, ούτε όσα απαριθμήθηκαν απ’ τον άγιον απόστολο στο συγκεκριμένο χωρίο, αφού θα μένη η κατ’ ενέργειαν γνώση, η αγάπη ακίνητη (εδραία…) σε μας, προμηθευόμενοι αιώνια και άρρητη απ’ αυτό ευφροσύνη και σύσταση της ψυχής∙ της οποίας αφού αξιωθούμε, θα έχουμε προς μεν αυτόν τον κόσμο τη σώζουσα άγνοια, χωρίς να βλέπουμε πλέον δίχως σώφρονα λογισμό, όπως προηγουμένως, «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της αισθήσεως ως δόξα την επιφάνεια των αισθητών, γύρω απ’ την οποία γεννώνται προδήλως τα πάθη, αλλά «κατοπτριζόμενοι» μάλλον «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της διανοίας, απαλλαγμένου από κάθε αισθητό κάλυμμα, την εν αρεταίς και γνώσει δόξα του Θεού, κατά την οποία (καθ’ ήν) γίνεται εκ φύσεως η κατά χάριν προς τον Θεό ένωση, που αφυπνίζει (διεγείρει) τον νου από κάθε άγνοια και πτώση. Γιατί όπως δραττόμαστε, αφού αγνοήσαμε τον Θεό, την απολαυστικώς με την αίσθηση γνωσθείσα κτίση λόγω της εφικτής με τη νόηση κατ’ ενέργειαν γνώσης του Θεού, ας αγνοήσουμε, λόγω της εξ αυτού συστάσεως και προς το είναι και προς το ευ είναι και προς το αεί είναι της ψυχής, κάθε και κάθε αίσθησης πείρα.
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…)
Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…)
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο .
Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. 6, 15). Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο(Ιω. 16, 33), ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση.
Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).
Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Τὸ μυστήριο τῆς θείας Ἐνανθρώπησης
Άγιος Μάξιμος Ομολογητής
η΄. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μιὰ φορὰ γεννήθηκε κατὰ σάρκα, γεννιέται πάντοτε ἀπὸ φιλανθρωπία πνευματικὰ σὲ ὅσους θέλουν, καὶ γίνεται βρέφος, διαπλάθοντας σ’ αὐτοὺς τὸν ἑαυτό του μὲ τὶς ἀρετές, καὶ σὲ τόσο βαθμὸ φανερώνεται, ὅσο γνωρίζει ὅτι μπορεῖ νὰ χωρέσει αὐτὸς ποὺ τὸν δέχεται, χωρὶς νὰ μικραίνει ἀπὸ φθόνο τὴ φανέρωση τοῦ μεγέθους του, ἀλλὰ σταθμίζει μὲ μέτρο τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ ποθοῦν νὰ τὸν δοῦν. Ἔτσι, ἂν καὶ φαίνεται πάντοτε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ στὶς ἐκδηλώσεις ἐκείνων ποὺ τὸν μετέχουν ὅμως παραμένει πάντα ἀπὸ ὑπερβολὴ τοῦ μυστηρίου ἀθέατος σὲ ὅλους. Γι’ αὐτὸ ἐξετάζοντας μὲ σοφία τὸ νόημα τοῦ μυστηρίου ὁ θεῖος Ἀπόστολος λέγει, «Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἴδιος χθὲς καὶ σήμερα καὶ στοὺς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πάντοτε νέο τὸ μυστήριο καὶ δὲν παλιώνει ποτὲ ἐπειδὴ περιλαμβάνεται ἀπὸ τὸν νοῦ.
θ΄. Γεννιέται ὁ Χριστὸς ὁ Θεός, κι ἔγινε ἄνθρωπος μὲ πρόσληψη τῆς σάρκας, ποὺ ἔχει ψυχὴ νοερή. Αὐτὸς ἔδωσε στὰ ὄντα τὴ γένεσή τους ἀπὸ τὰ μὴ ὄντα, τὸν ὁποῖο γεννώντας ἡ Παρθένος δὲν διέλυσε κανένα ἀποδεικτικὸ σημάδι τῆς παρθενίας. Ὅπως δηλαδὴ ἐκεῖνος ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος οὔτε τὴ φύση του ἀλλοίωσε οὔτε τὴ δύναμή του ἄλλαξε, ἔτσι ἐκείνην ποὺ τὸν γέννησε καὶ μήτερα τὴν κάνει καὶ παρθένο τὴ διατηρεῖ, ἑρμηνεύοντας ταυτόχρονα τὸ θαῦμα μὲ θαῦμα καὶ συνάμα κρύβοντας τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του εἶναι πάντοτε μυστήριο κατὰ τὴν οὐσία, τόσο μόνον ἐξέρχεται ἀπὸ τὴ φυσικὴ κρυφιότητα, ὅσο γιὰ νὰ τὴν κάνει ἀκόμα πιὸ κρυφὴ μὲ τὴ φανέρωσή της. Καὶ τόσο πάλι κάνει τὴ μητέρα ποὺ τὸν γέννησε παρθένο, ὅσο ἀπεργάζεται τὴν κύηση ἄλυτο δεσμὸ τῆς παρθενίας.
ι΄. Ἐμφανίζονται νέες φύσεις καὶ ὁ Θεὸς γίνεται ἀνθρωπος· ὄχι μόνο ἡ θεία καὶ σταθερὴ καὶ ἀκίνητη κινούμενη πρὸς τὴν κινούμενη καὶ ἄστατη γιὰ νὰ τὴ σταματήσει ἀπὸ τὴν κίνησή της, οὔτε μόνο ἡ ἀνθρώπινη ποὺ δίχως σπορὰ ὑπὲρ φύση παράγει τὴν σάρκα τελειοποιούμενη ἀπὸ τὸν Λόγο, γιὰ νὰ σταματήσει τὴν κίνησή της, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀστέρας ποὺ φαίνεται τὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ ὁδηγεῖ τοὺς μάγους (Ματθ. 2, 1 ἑξ.) στὸν τόπο τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου, γιὰ νὰ δείξει μὲ τρόπο μυστικὸ ὅτι νικᾶ τὴν αἴσθηση ὁ λόγος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν καὶ ὁδηγεῖ τὰ ἔθνη πρὸς τὸ μέγιστο φῶς τῆς ἐπίγνωσης. Γιατὶ ὁλοκάθαρα ὁ νομικὸς καὶ προφητικὸς λόγος, σὰν ἀστέρας, μὲ εὐσεβὲς νόημα ὁδηγεῖ στὴν ἐπίγνωση τοῦ Λόγου ποὺ σαρκώθηκε (Ρωμ. 8, 28) ἐκείνους ποὺ ἔχουν κληθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν πρόθεσή τους μὲ τὴ δύναμη τῆς χάριτος.
ια΄. Ἐπειδὴ ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος θέλοντας παρέβηκα τὴ θεία ἐντολὴ καὶ δελεάζοντάς με μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς θεότητας ἔσυρε τὴ στερεότητα τῆς φύσης μου ὁ διάβολος στὴν ἡδονή, ποὺ καυχιόταν δίνοντας μ’ αὐτὴν ὑπόσταση στὸν θάνατο, ἀπολαμβάνοντας τὴ φθορὰ τῆς φύσης, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς γίνεται τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς ν’ ἀλλάξει τίποτε ἀπὸ τὴ φύση μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καθόσον δὲν ἦταν τῆς φύσης μας, ὥστε προβάλλοντας τὴ σάρκα νὰ δελεάσει καὶ νὰ ἐρεθίσει τὸν ἄπληστο δράκοντα, ποὺ περιμένει μ’ ἀνοιχτὸ στόμα νὰ καταπιεῖ τὴ σάρκα, κι ἔτσι νὰ γίνει γι’ αὐτὸν δηλητήριο, καταστρέφοντάς τον τελείως μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ κλείνει μέσα της, ἐνῷ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση φάρμακο ἀνάκλησης στὴν ἀρχική της χάρη μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ κλείνει μέσα της. Ὅπως δηλαδὴ αὐτὸς χύνοντας τὸ δηλητήριο τῆς κακίας μὲ τὸ ξύλο τῆς γνώσης κατέστρεψε τὴ φύση ποὺ τὸ γεύθηκε, ἔτσι κι ὁ ἴδιος θέλοντας νὰ φάει τὴ σάρκα τοῦ Κυρίου καταστράφηκε μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητας ποὺ εἶχε μέσα της.
ιβ΄. Τὸ μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρώπησης παραμένει πάντα μυστήριο, ὄχι μόνο γιατί, ὅπως ἐκδηλώνεται σύμμετρα μὲ τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ σώζει, ἔχει μεγαλύτερο ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπεται ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸ ποὺ φανερώθηκε, ἀλλ’ ἐπειδὴ κι αὐτὸ ποὺ φάνηκε μένει ἀκόμα τελείως κρυφό, χωρὶς νὰ μπορεῖ μὲ κανένα λογισμὸ νὰ γνωσθεῖ πῶς εἶναι. Κι ἂς μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτὸ ποὺ λέγω. Γιατὶ ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι ὑπερούσιος καὶ πιὸ πάνω ἀπὸ κάθε ὑπερουσιότητα, ὅταν θέλησε νὰ εἰσέλθει στὴν οὐσία, ἔγινε οὐσία μὲ τρόπο ὑπερούσιο. Γι’ αὐτὸ ὡς φιλάνθρωπος, καὶ ἐνῷ ἔγινε γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν οὐσία τῶν ἀνθρώπων, ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρεῖ ἀφανέρωτο γιὰ πάντα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔγινε ἄνθρωπος. Γιατὶ ἔγινε ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ ἄνθρωπο.
ιγ΄. Ἂς δοῦμε μὲ πίστη τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρώπησης κι ἂς δοξολογήσομε μακριὰ ἀπὸ περιέργεια Ἐκεῖνον ποὺ εὐδόκησε νὰ γίνει ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας. Γιατί ποιός, ἔχοντας πεποίθηση στὴ δύναμη τῆς λογικῆς ἀπόδειξης, θὰ μπορέσει νὰ πεῖ πῶς γίνεται ἡ σύλληψη τοῦ Θεοῦ Λόγου, πῶς γίνεται σάρκα χωρὶς σπορά, πῶς γίνεται γέννηση χωρὶς νὰ προκληθεῖ φθορά, πῶς γίνεται μητέρα ἐκείνη ποὺ καὶ μετὰ τὴ γέννα ἔμεινε παρθένος, πῶς ὁ πέρα ἀπὸ κάθε τελειότητα προόδευε καθὼς μεγάλωνε (Λουκᾶ 2, 52), πῶς βαφτιζόταν ὁ καθαρός, πῶς ἔτρεφε τὰ πλήθη Ἐκεῖνος ποὺ πεινοῦσε, πῶς χάριζε δύναμη Ἐκεῖνος ποὺ ὑποβαλλόταν σὲ κόπους, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ ὑπέφερε πρόσφερε θεραπεῖες, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ πέθαινε ἔδινε ζωή; Καὶ γιὰ νὰ πῶ τελευταῖο τὸ πρῶτο, πῶς ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, καὶ τὸ πιὸ μυστηριῶδες βέβαια ἀπὸ ὅλα, πῶς στὴν ὑπόστασή του ὁ Λόγος παίρνει τὴν οὐσία τῆς σάρκας, αὐτὸς ποὺ κατὰ τὴν οὐσία ὑπάρχει ὑποστατικὰ ὅλος μέσα στὸν Πατέρα; Πῶς ὁ ἴδιος καὶ ὅλος Θεὸς εἶναι κατὰ τὴ φύση, καὶ ὅλος πάλι ἔγινε κατὰ φύση ἄνθρωπος, χωρὶς ν’ ἀρνηθεῖ καθόλου καμμιὰ φύση, οὔτε τὴ θεία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι Θεός, οὔτε τὴ δική μας κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε ἄνθρωπος; Αὐτὰ τὰ μυστήρια μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νὰ τὰ χωρέσει, ποὺ εἶναι ὑπόσταση τῶν πέρα ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὸν λόγο πραγμάτων.
ιδ΄. Ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοή του δίδαξε τὴ γένεση τῆς φύσης μας νὰ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή, ὁ Κύριος ὅμως ἀπομακρύνοντας αὐτὴν ἀπὸ τὴ φύση μας δὲν δέχθηκε νὰ γίνει ἡ σύλληψή του μὲ σπορά. Ἡ γυναίκα μὲ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς ἔκανε φανερὸ ὅτι ἡ γέννηση τῆς φύσης μας ἀρχίζει μὲ ὀδύνη, ὁ Κύριος ὅμως ἀποτινάζοντας αὐτὴν ἀπὸ τὴ φύση, δὲν ἐπέτρεψε κατὰ τὴ γέννησή του νὰ ὑποστεῖ φθορὰ ἐκείνη ποὺ τὸν γέννησε, γιὰ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴ φύση μᾶς τόσο τὴν ἑκούσια ἡδονή, ὅσο καὶ τὴν ἐξαιτίας τῆς χωρὶς τὴ θέλησή της ἡδονή, τῶν ὁποίων βέβαια δὲν ἦταν δημιουργός, ἔγινε ὡστόσο ὁ καταλυτής τους, καὶ νὰ διδάξει μυστικὰ μὲ τὴ γνώμη μας ν’ ἀρχίσομε ἄλλη ζωή, ποὺ ἀρχίζει τυχὸν ἀπὸ ὀδύνη καὶ πόνους, καταλήγει ὅμως σὲ θεία ἡδονὴ καὶ εὐφροσύνη δίχως τέλος. Γι’ αὐτὸ γίνεται ἄνθρωπος καὶ γεννιέται σὰν ἄνθρωπος ὁ ποιητὴς τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ θεραπεύοντας, μὲ τὰ πάθη τὰ πάθη, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι πάθος τῶν δικῶν μας παθῶν (Ἑβρ. 11, 1), ποὺ ἀνανεώνει φιλάνθρωπα μὲ τρόπο ὑπερφυὴ μὲ τὶς δικές του στερήσεις τῆς σάρκας τὶς δικές μας πνευματικὲς δυνάμεις.
ιε΄. Αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν θεῖο πόθο νίκησε τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα, ἔγινε ἀπερίγραφος, ἔστω κι ἂν εἶναι περιγραμμένος μέσα στὸ σῶμα. Γιατὶ ὁ Θεὸς ποὺ ἕλκει τὸν πόθο ἐκείνου ποὺ τὸν ποθεῖ, εἶναι ἀσύγκριτα ὑψηλότερος ἀπὸ ὅλα καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὸν ποθητή του νὰ προσηλώσει τὸν πόθο του σὲ κάτι ἀπὸ τὰ ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂς ποθήσομε λοιπὸν τὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φύσης μας κι ἂς καταστήσομε τὴν προαίρεσή μας ἀδούλωτη ἀπὸ ὅλα τὰ σωματικά. Ἂς ὑψωθοῦμε μὲ τὴν προαίρεσή μας πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητὰ καὶ νοητὰ ὄντα κι ἂς μὴ ζημιωθοῦμε σὲ τίποτε ἀπολύτως ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς μας περιγραφῆς στὸ νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ τὸν ἀπερίγραφο ἀπὸ τὴ φύση του.
Ἀπὸ τὴ σειρὰ ΕΠΕ, τόμος 15Δ, Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς».
Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἰγνάτιος Σακαλής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου