π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Θανάσης Παπαθανασίου: «Έρχου και ίδε» 1
Συμμετέχουν:
• Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης
• Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.
• Θανάσης Παπαθανασίου, τ. Καθηγητής Ιεραποστολικής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Αγαπητές φίλες και φίλοι, καλησπέρα. Μία ακόμη εκπομπή από τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις του «Ενορία εν δράσει». Έχω σήμερα την εξαιρετική τιμή να αντικαθιστώ τον πατέρα Σπυρίδωνα Τσιμούρη, ο οποίος δεν μπορούσε εκτάκτως να βρίσκεται εδώ, και να συζητήσουμε με δύο εκλεκτούς καλεσμένους: τον πατέρα Θεοδόσιο από την Πρέβεζα, γνωστό επίσης από τα κείμενά του, από τις εξαιρετικές εκδόσεις «Ιωνάς» και από το σπουδαίο site enoriako.info. Μαζί μας, επίσης, ένας ακόμη φίλος, ο αγαπητός Θανάσης Παπαθανασίου, μέχρι πρόσφατα καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Αθήνας, συγγραφέας πολλών και εξαιρετικών πονημάτων και διευθυντής του πολύ γνωστού περιοδικού «Σύναξη».
Ο τίτλος της σημερινής μας συνάντησης είναι λιτός και, πιστεύουμε, πλούσιος σε περιεχόμενο: «Έρχου και ίδε». Πατέρα Θεοδόσιε.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Καλησπέρα σας.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Καλησπέρα. Σήμερα το «Έρχου και ίδε»: ποιος θα μπορούσε να το πει στην Εκκλησία και σε ποιον θα μπορούσε να απευθυνθεί;
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Όπως και περιγράφεται στο Ευαγγέλιο και στην πράξη είναι καταφανές, είναι μια πρόσκληση σε κάποιον που αγνοεί την υπόθεση να έρθει, αφού τον ενδιαφέρει, να μάθει στην πράξη αυτό το οποίο αγνοεί και να δει αν αξίζει να συμμετάσχει, να συμπαρασταθεί, να γίνει μέλος αυτού για το οποίο ψάχνει. Και το είδε, υποτίθεται, σαρκωμένο — πρέπει να το δει σαρκωμένο — σε αυτόν ο οποίος τον καλεί. Ο Χριστός είπε ότι «εσείς είστε το φως του κόσμου».
Είναι περισσότερο κάθε χριστιανός, στη διαδοχή των Αποστόλων, ένα φως παρά ένα στόμα. Είμαστε πιο εύκολοι εμείς, ειδικά οι κληρικοί, [στο να μιλάμε παρά στο] να δείχνουμε. Υπάρχει, όμως, μια μεγάλη παλαιά ιστορία στην Αλεξάνδρεια, που λέει ότι κάποτε, που πατριάρχευε ο άγιος Κύριλλος, ο μέγας αυτός θεολόγος της Παναγίας και της Εκκλησίας γενικά, ο Αυγουστάλιος, ο οποίος πήγε εκεί, προφανώς επηρεασμένος από αρειανικές επιρροές, ισχυριζόταν ότι δεν αποδέχεται εύκολα τη θεότητα του Χριστού.
Το είπαν κάποιοι στον Πατριάρχη και τον ρώτησαν: «Τι να του πούμε ή πώς να τον αντιμετωπίσουμε;». Και λέει: «Δεν χρειάζεται να του πούμε, να τον αντιμετωπίσουμε. Πείτε του, αν θέλει και το επιθυμεί, να έρθει να ζήσει μαζί μας έναν χρόνο και να έχει μια ιδιογνώμονα άποψη από τον τρόπο, τα αξιολογικά κριτήρια, την ποιότητα της ζωής, την καθημερινότητα την οποία θα δει και θα αντιμετωπίσει, και να αποφασίσει μετά ο ίδιος αν ακριβώς αυτό που είδε αξίζει ή δεν αξίζει».
Νομίζω ότι οι οφθαλμοί είναι αξιοπιστότεροι των ώτων, όπως λέγανε και οι παππούδες μας, οι αρχαίοι. Και η εμπειρία της καθημερινότητας, με την ατμόσφαιρα η οποία γεννιέται και μέσα στην οποία ο άνθρωπος ανασαίνει, είναι αυτή η οποία πείθει ή δημιουργεί απώθηση στην προοπτική ή στη σκέψη να είναι συμμέτοχος σε αυτόν τον τρόπο ζωής κάποιος, κάθε άνθρωπος.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Ωραία, ευχαριστούμε. Αγαπητέ Θανάση, ασχολείσαι συστηματικά με την ιεραποστολική θεολογία. Το «Έρχου και ίδε» είναι μία πρόσκληση που λειτουργεί κατεξοχήν στο πεδίο της ιεραποστολής.
Θανάσης Παπαθανασίου: Οφείλει να λειτουργεί, γιατί η ιεραποστολή — εδώ χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις κάθε φορά που μιλάμε γι’ αυτό —, αλλά η ιεραποστολή, η μαρτυρία, να το πούμε διαφορετικά, δεν είναι απλώς μία υπόθεση ρητορικής. Δηλαδή, κάτι το οποίο απλώς θα λεχθεί ή, πολύ περισσότερο, κάτι το οποίο θα διαφημιστεί. Και αν μπορέσουμε να ορίσουμε — παρένθεση ανοίγω — τις τεράστιες διαφορές που έχει η μαρτυρία της Εκκλησίας από το μάρκετινγκ, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον.
Είναι πολύ διαφορετικά πράγματα, παρόλο που σε πολλούς μοιάζουν. Το πρώτο το οποίο οφείλει να είναι μαρτυρία, ώστε να στέκει, να βρίσκει απόκριση στο «Έρχου και ίδε», είναι καθαυτός ο τρόπος ζωής και ο τρόπος ακόμα συγκρότησης και λειτουργίας της εκκλησιαστικής κοινότητας. Εδώ καταλαβαίνετε ότι πέφτει ιδιαίτερο βάρος, τελικά, όχι μόνο σε αυτόν ο οποίος λαμβάνει την πρόσκληση «Έρχου και ίδε». Είναι απαιτητικό, δεν είναι επαναπαυτικό το «Έρχου και ίδε». Τον καλεί, δηλαδή, να φορτωθεί, να αναλάβει μία διαδικασία.
Πρώτα απ’ όλα, να κινηθεί. Κανείς δεν του κάνει απαγωγή ούτε τον σαγηνεύει. «Έρχου»: πρέπει να πάρει τα ποδάρια του και να πάει θελημένα προς κάπου. Και εκεί το «ίδε» έχει μία διαδικασία εξέτασης, μία διαδικασία αυτοψίας, αυτό που είπε ο πατήρ Θεοδόσιος.
Και επειδή, αν κάτι το παπαγαλίζουμε μόνο, γίνεται πολύ αλαζονικό και παραπέμπει σε κάποιον αυτοματισμό — θα έρθει, θα δει και θα τρελαθεί, ας πούμε, θα εντυπωσιαστεί —, να θυμηθούμε ότι στο Ευαγγέλιο και στη ζωή της Εκκλησίας, κανονικά, δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός. Εδώ, δηλαδή, αν κοιτάξουμε και άλλα πράγματα που μας λέει το Ευαγγέλιο ακριβώς για τη μαρτυρία, τη μαρτυρία, την ιεραποστολική πρόσκληση, όλα αυτά, τέλος πάντων, τα οποία οφείλει να ακτινοβολεί και να προσκαλεί σε αυτά η Εκκλησία, θα δούμε ότι μας λέει και άλλα.
Δηλαδή, λέει όχι απλώς «ελάτε για να εντυπωσιαστείτε» ή «αν εντυπωσιαστείτε, καλά πάτε», γιατί μπορεί να δει πολλά φανταχτερά κ.λπ. Αλλά λέει «θα τους γνωρίσετε από τους καρπούς», για παράδειγμα. Θέλει μια υπομονή στην εξεταστική ματιά, με καλή έννοια εξεταστική ματιά.
Και είναι και κάποια άλλα πραγματάκια, νομίζω, στο Ευαγγέλιο που είναι πολύ σημαντικό, νομίζω, να τα έχουμε προ οφθαλμών σε κάθε επίπεδο μαρτυρίας περί ιεραποστολής. Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια τη ζωή της κοινότητας, εδώ ή αλλού ή παραέξω ή σε άλλον πολιτισμό κ.λπ. Δηλαδή, θυμηθείτε ποιες περιπτώσεις κακού εντυπωσιασμού φοβάται το Ευαγγέλιο και ο Χριστός.
Μιλάει για τάφους οι οποίοι είναι καταπληκτικοί. Άρα, είναι έργα πολιτισμού, υψηλού πολιτισμού, τέχνης ενδεχομένως. Αλλά τους ονόμαζε τάφους που είναι καλοασβεστωμένοι, ας το πούμε, και από κάτω έχουν οποιαδήποτε σαπίλα. Για τέτοιο πράγμα μιλάει.
Και άλλα πολλά τέτοια σημεία. Και, ξέρετε, μερικές φορές νομίζω δικαιούται κάποιος πιστός, ο οποίος λαμβάνει στα σοβαρά το Ευαγγέλιο και την πρόσκληση του Χριστού, να πει «Έρχου και ίδε» απ’ τη μια· απ’ την άλλη, μπορεί μερικές φορές να είναι «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
Δηλαδή, πάντα υπάρχει αυτή η εξεταστική ματιά — όχι εξεταστική, έτσι, εγωπαθής, δηλαδή «εγώ είμαι το απόλυτο κριτήριο» — [αλλά με αυτό που πείθει την ύπαρξή μας να κρίνεται η πίστη]. Αυτό μας λέει: ελάτε, δείτε τι ίσταται και τι όχι. Εμπειρικά, έτσι, πραγματικά να το ζήσεις.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Εξαιρετικά. Ήδη, πατέρα Θεοδόσιε, ο Θανάσης προχώρησε το εμπειρικό, το βιωματικό στοιχείο που θέσατε κι εσείς. Στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα, τι θα σήμαινε το «Έρχου και ίδε»; Τι θα έβλεπε ο άνθρωπος της εποχής μας στην περίπτωση που είχε μια καλή προαίρεση να προχωρήσει παραμέσα και να δει τι γίνεται πίσω από την εξώπορτα της Εκκλησίας;
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Νομίζω ότι αυτό είναι το όλο θέμα: ότι ο Χριστός αυτό το οποίο μας ζητάει σε όλη την Εκκλησία είναι να μην έχουμε δύο όψεις. Μία φαινόμενη και μία εσωτερική, να είμαστε ντουμπλ φας. Αυτό θέλει να το καταργήσει. Το έχει ήδη δει στους προηγούμενους εκπροσώπους του και δεν το θέλει, γιατί είναι ένα ψέμα.
Κάθε αμαρτία είναι ένα ψέμα. Τα θέματα μέσα στην Εκκλησία χωρίζουν στη λογική όχι του καλού και του κακού, σαν γενική φιλοσοφική αξιολόγηση, αλλά σαν αλήθεια και ψέμα, σαν αρρώστια και σαν υγεία. Όταν αυτό το καταλάβουμε, από εκεί και μετά θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός θέλει αυτή τη διευκρίνιση να κάνει, την οποία [έδινε] με αυτά που είπε ο Θανάσης: τους κεκονιαμένους τάφους, την παροψίδα και το εξωτερικό περιεχόμενο του ποτηριού. Τα έλεγε ως απευκταίους κινδύνους.
Πάρα πολλές φορές, όμως, αυτοί οι κίνδυνοι διαπερνάνε το προστατευτικό κέλυφος, με την καλή έννοια, της Εκκλησίας και μπαίνουν μέσα και αλλοιώνουν τα πράγματα. Εκείνος ο μεγάλος συγγραφέας, ο Τζοβάνι Παπίνι, έκανε μια παρατήρηση: «Οι Φαρισαίοι αποδείχθηκαν αθάνατοι. Πέρασαν απ’ τη Συναγωγή στην Εκκλησία».
Ένα θέμα είναι αυτό. Και ένα δεύτερο, για τον άνθρωπο που έρχεται να πλησιάσει στην Εκκλησία, είναι ότι θα πρέπει εμείς, που είμαστε ήδη, υποτίθεται, θεωρητικά μέσα στην Εκκλησία, να του δίνουμε την εικόνα και τον αέρα να καταλαβαίνει ότι δεν είναι κακό ούτε απαράδεκτο να διαγνώσεις ότι είσαι άρρωστος. Και σαν θεσμικό πλαίσιο, όχι μόνο σαν προσωπική πνευματική κατάσταση: ότι έχεις στοιχεία τα οποία πρέπει να θεραπεύσεις ή καταστάσεις οι οποίες δεν είναι σωστές.
Ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκι, αυτός ο πελώριος, ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους που είχε η Εκκλησία σε όλη της τη ζωή, έλεγε: «Η Εκκλησία στην οποία πιστεύουμε και η Εκκλησία την οποία ζούμε πολλές φορές διαφέρουν». Έχει ένα κεφάλαιο εντυπωσιακό μέσα στο βιβλίο «Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση», που αφορά τη φύση και τον χαρακτήρα της Εκκλησίας και κάνει επισημάνσεις οι οποίες είναι καίριες στο να μας απελευθερώσουν από το να φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τα κακώς κείμενα.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Όταν κάτι είναι κακώς κείμενο, θα πρέπει να βρει τη σωστή του βάση, να μην είναι κείμενο σε κακή βάση. Με το να λέμε «Α, έτσι αυτό γινόταν» ή «Τι να κάνεις, δεν γίνεται αλλιώτικα», αναιρούμε και καταργούμε τη μετάνοια. Άμα δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, πώς θα γυρέψω από τον άνθρωπο που έρχεται να εξομολογηθεί ή να πλησιάσει στην Εκκλησία [να καταλάβει] ότι είναι ένας τρόπος άλλης θέασης των πραγμάτων, κατά την άποψη του Χριστού και κατά το βλέμμα και την τοποθέτηση που δίνει ο Χριστός μέσα στα Ευαγγέλια στον καθέναν από εμάς;
Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε το δίλημμα. Λέει ο Απόστολος στην Προς Ρωμαίους, εκεί στο δωδέκατο κεφάλαιο: «Προσφέρετε τα σώματά σας θυσία ζωντανή, αγία, τέτοια που να είναι αρεστή στον Θεό, και έτσι πρέπει να είναι η πνευματική σας λατρεία». Πολλές φορές, όμως, εμείς, ειδικά οι κληρικοί — τώρα μιλάω ως κληρικός —, παθαίνουμε τη νίλα να μπερδεύουμε το θυσιαστήριο με το θέατρο.
Το θέατρο είναι μια υπόθεση εικόνας για τους άλλους· το θυσιαστήριο είναι μια κατάσταση αυτοπροσφοράς. Γιατί, θυμάστε, από την Παλαιά Διαθήκη υπήρχαν το θυσιαστήριο των θυμιαμάτων και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων. Και τα δύο ήταν προσφορά, αλλά το δεύτερο ήταν προσφορά όλου του σώματος. Ο σημερινός άνθρωπος δεν περιμένει πλέον να ακούσει λόγια· περιμένει να δει φωτισμένες ζωές. Τι είναι, όμως, μια φωτισμένη ζωή για έναν σημερινό άνθρωπο;
Να ζήσει κάποιος ως χριστιανός χωρίς να χάσει ούτε τη χαρά ούτε το χιούμορ ούτε την ομορφιά της καθημερινότητάς του. Να αποκτήσουν, ίσα ίσα, όλα αυτά — και η χαρά και το χιούμορ και η ομορφιά — τη μεγαλύτερη δυνατή αρτιότητα και ένταση. Άμα αυτά δεν περπατάνε, ο σημερινός άνθρωπος, όπως έχει και πάρα πολλές προτάσεις τρόπου ζωής και πάρα πολλές προκλήσεις για τον τρόπο που θα σχηματίσει τη ζωή του, κινδυνεύει να απομακρυνθεί κουρασμένος. Και το χειρότερο είναι αυτό που λένε οι Εγγλέζοι: να πετάξει μαζί με το νερό και το μωρό.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Θανάση, προεκτείνοντας τη σκέψη του πατρός Θεοδοσίου, υπάρχει κίνδυνος, πιστεύεις, να έχουμε ένα δίπολο μιας ιδεατής Εκκλησίας, η οποία θα λειτουργεί όπως θα έπρεπε να λειτουργεί, και μιας Εκκλησίας πτωτικής, με παθογένειες και αδυναμίες, και να λειτουργήσουμε σχιζοειδώς, πιστεύεις;
Θανάσης Παπαθανασίου: Ναι, υπάρχει αυτό. Δηλαδή, υπάρχει ο κίνδυνος αυτός μιας οξείας αντιδιαστολής μεταξύ της υπαρκτής, της ιστορικής Εκκλησίας και μιας αόρατης, ιδεατής κ.λπ. Αν έρθουμε στα σημερινά, στα πραγματικά, μπορούμε να ψηλαφίσουμε όντως πολλούς κινδύνους.
Μπορεί να γίνει και εντός του σώματος της Εκκλησίας. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει, για παράδειγμα, μια κοινότητα με έναν ηγέτη ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του χαρισματικό κ.λπ. Και να μην το λέει, βέβαια, ρητά, αλλά όλα τα μέλη και ο ίδιος να αντιδιαστέλλουν κατηγορηματικά και ξεκάθαρα τους εαυτούς τους και τη μεγαλοσύνη τους, ας πούμε, ή την ακρίβειά τους, τη δογματική τους ακρίβεια κ.λπ., από την υπόλοιπη Εκκλησία κ.λπ.
Ναι, αυτές οι πολώσεις γίνονται. Και, ξέρετε, είναι ένα πολύ λεπτό θέμα, πάρα πολύ κρίσιμο στις μέρες μας, νομίζω, σημαντικό και κρίσιμο. Είναι ότι ο κριτικός λόγος μάς χρειάζεται. Η κριτική σκέψη μάς χρειάζεται.
Δηλαδή, και μόνο να σκεφτούμε ότι χριστιανός είναι αυτός ο οποίος οφείλει να είναι ασκητής πάντα και να έχει την ευθύνη να κρίνει, όσο μπορεί ο ίδιος, τι ίσταται, τι πίπτει σε σχέση με το θέλημα του Θεού κ.λπ. Αυτή η κριτική διάσταση πότε, ας το πούμε, είναι — θα το πω πολύ σχηματικά, όχι κατά κυριολεξία — κεντρομόλος; Δηλαδή, νοιάζεται για την κοινότητα, νοιάζεται να συμπεριλάβει, πονάει με τα τραύματα της κοινότητας. Δεν της αρέσουν τα τραύματα, αλλά πονάει μαζί με τα τραύματα και νοιάζεται και ασχολείται και τα καταδεικνύει κ.λπ.
Και μία κριτική που γίνεται φυγόκεντρη: «Εμείς και οι άλλοι». Ή είναι σαν κάποιον — το συναντάμε, δηλαδή, αυτό πολύ έντονα και εμφανίζεται ως θάρρος, ως μαγκιά, ως κάτι τέτοιο —, αλλά είναι σαν κάποιον που στέκει πάνω σε έναν πύργο, ώστε να εποπτεύει τους πάντες. Ο πύργος αυτός μπορεί να είναι πύργος, μπορεί να είναι γραφείο, ας το πούμε, ώστε να απονέμει καταδίκες. Αυτό δημιουργεί μία φυγόκεντρη τάση από την Εκκλησία.
Δηλαδή, πρέπει να βρεθεί αυτός ο τρόπος: να ζούμε τα οδυνηρά με πόνο, να έχουμε παρρησία, την πληγή να τη λέμε πληγή, να μην την εξωραΐζουμε, και ταυτόχρονα αυτό να μη γίνεται με έναν ναρκισσιστικό τρόπο. Δηλαδή, «κοίτα, εγώ τα λέω καθαρά» κ.λπ. Και η αναφορά στους Φαρισαίους είναι πάρα πολύ σημαντική.
Οι Φαρισαίοι, δηλαδή η παρουσία τους και ως μοντέλο πιστού και ως πραγματικότητα καθημερινή, είναι καίρια μέσα στην Εκκλησία. Δηλαδή, λέμε «φαρισαϊσμός» και «Φαρισαίοι υποκριτές». Υπάρχει και στο Ευαγγέλιο η διατύπωση κ.λπ.
Εδώ θέλει μία προσοχή. Οι Φαρισαίοι δεν ήταν υποκριτές. Δηλαδή, δεν το παίζανε, δεν ήταν ψεύτες.
Στ’ αλήθεια τα πιστεύανε αυτά που ζούσαν και κάνανε. Εδώ είναι το πρόβλημα. Δηλαδή, το φάλτσο τους, αυτό που ονομάζει το Ευαγγέλιο υποκρισία, είναι ότι είχαν μεταθέσει, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής τους και όλη την ειλικρίνεια της ύπαρξής τους — είχαν αφιερωθεί —, είχαν μεταθέσει το κέντρο βάρους κάπου αλλού, αλλά όχι στον ζωντανό Θεό.
Ποιο ήταν, όμως, αυτό το «κάπου αλλού»; Αυτό το «κάπου αλλού» μπορεί να υπήρχε σε χίλια δυο [οικεία τοπία]. Μπορεί να ήταν διατάξεις του νόμου.
Όχι, δηλαδή, οτιδήποτε άλλο, άλλη θρησκεία. Μπορεί να μην ήταν ακόμα ούτε καν δογματικά ξεστρατίσματα. Μπορεί να είχαν και δογματική ορθότητα.
Πιστεύαν στην Ανάσταση, για παράδειγμα. Όλα αυτά. Αλλά είχε μετατεθεί το κέντρο βάρους αλλού.
Και να μου επιτρέψετε να επαναλάβω κάτι το οποίο και στις συζητήσεις, όποτε έρχεται κουβέντα, και στην ιεραποστολή, για οποιαδήποτε έννοια: να προσέξουμε το εξής, πάλι στην παρουσία και σε αυτό το πανίσχυρο μοντέλο του Φαρισαίου, και χωρίς την ταμπέλα του Φαρισαίου.
Πολύ συχνά κομπάζουμε — σχετίζεται και με αυτό το «Έρχου και ίδε» — τι έχουμε εμείς εδώ, τι οργανώνουμε, για πόσες μέρες μπορεί να οργανώνουμε κάτι, πόσοι μπορούν να παρελάσουν, πόση λαμπρότητα που παραπέμπει — εγώ ισχυρίζομαι ότι η υπερβολική λαμπρότητα παραπέμπει — στη Βασιλεία κ.λπ. Και να έχουν, σε αυτές τις περιπτώσεις, και πλήθη. Θέλετε να τους πείτε πιστούς, πείτε τους· μπορεί να είναι οπαδοί. Πλήθη, όμως: αυτό είναι επαλήθευση αληθείας ντε και καλά; Πάλι πρέπει να δούμε τα κριτήρια.
Λοιπόν, ο Χριστός ένα από τα «ουαί», ένα από τα «αλίμονό σας», τα απευθύνει σε Φαρισαίους, σε ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά κόπιαζαν, όχι έλεγαν ψέματα ότι κόπιαζαν. Και τους λέει: «Αλίμονό σας, διότι τρέχετε πέρα δώθε, σε όλη τη γη, σε όλη τη θάλασσα κ.λπ.». Όντως κοπιάζετε, δεν το αρνήθηκε αυτό. Και όταν, στο τέλος, λέει «για να μεταστρέψετε έστω και έναν», έτσι, στην αληθινή πίστη, φαντάσου, δηλαδή, τι μπορεί να γράψει κανείς γι’ αυτό, τι δημοσιεύματα μπορεί να υπάρξουν, τι λιβανωτοί: «Ανάλωσα ογδόντα χρόνια της ζωής μου στο θυσιαστήριο ή στη μαρτυρία ή στην ιεραποστολή» κ.λπ. Και λέει: «Ωραία, και όταν τα καταφέρετε…». Ούτε αυτό το αρνείται.
Τα καταφέρατε, μεταστρέψατε κάποιον. Τον κάνετε…
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: Διπλότερον.
Θανάσης Παπαθανασίου: Χειρότερον απ’ ό,τι… Επιτρέψτε την έκφραση: σαν τα μούτρα σας. Το λέω αυτό γιατί η τόλμη του Ευαγγελίου είναι απείρως περισσότερες από ό,τι ψελλίζουμε εμείς. Τον κάνετε να αξίζει την κόλαση δύο φορές περισσότερο από ό,τι την αξίζετε εσείς. Δηλαδή, φανταστείτε μια τέτοια λαμπρή περίπτωση ενός ανθρώπου που έχει αναλωθεί στην κήρυξη του Ευαγγελίου κ.λπ. και όλα αυτά.
Να οργανώνει, να κάνει εράνους και να του λέει ο Κριτής όλων, άρα ο Κριτής και της Εκκλησίας, και να του πει: «Δεν σας ξέρω. Δεν σας ξέρω».
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: [Η κόλαση.]
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Πατέρα Θεοδόσιε, να μείνουμε λίγο σε αυτό το πνεύμα που άνοιξε ο Θανάσης.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Προφανέστατα. Αυτό είναι το όλο θέμα.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Ναι. Λοιπόν, είμαι, ας πούμε, εγώ ένας πιστός. Διαβάζω τα κείμενα. Θεωρώ ότι έχω υγιή κριτήρια. Βλέπω δίπλα μου παπάδες, δεσποτάδες, πιστούς να μην τα πηγαίνουν καλά, να μη συστοιχούνται με το πνεύμα του Ευαγγελίου. Δημιουργούνται κίνδυνοι για μένα, έτσι, σε αυτό το πνεύμα της κριτικής ή της απαισιοδοξίας απέναντι στα πράγματα;
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Κατ’ αρχάς, πριν από αυτά — θα σταθούμε εκεί —, να πάμε σε κάτι που νομίζω ότι θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε: ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις πληγές μας.
Άμα έχει ελπίδα στον Χριστό, δεν πρέπει να φοβάται την πληγή του. Γιατί μπορεί να του γίνει πολύ μεγάλο κέρδος: να τον προσγειώσει, να τον ενημερώσει για την κατάστασή του, για τις ευαισθησίες του. Αρκεί να θέλει να τη δει κατάματα, να περάσει μέσα από τη φωτιά. Και όταν καταφέρει και περάσει μέσα από τη φωτιά, θα βγει ανθεκτικότερος. Το να θέλει να μη βλέπει εσκεμμένα, κάνοντας ότι δεν βλέπει, που λέμε, από εκεί και μετά δεν γιατρεύεται τίποτα απολύτως.
Θανάσης Παπαθανασίου: Ναι. [Να κάνω μια παρέμβαση], συνηγορώντας σε αυτό. Ή όπως μπορεί να κάνει ένας κακός δικηγόρος, που μπορεί να δώσει μια γνωμάτευση κατά παραγγελία, ό,τι του ζητηθεί, εντός εισαγωγικών «τεκμηριωμένη νομικά», να είναι πρόθυμος να φτιάξει οποιαδήποτε απίστευτη θεολογική πατέντα για να δικαιολογηθούν πράγματα τα οποία απλούστατα δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν στην Εκκλησία.
Έτσι, από ό,τι έχει πει ο Χριστός, ας πούμε. Από την ίδια την άρνηση της κυριότητας του Χριστού μέχρι τη λατρεία του μαμωνά, μέχρι οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να βρεθούν, και γίνονται αδιάκοπα, απίστευτες θεολογικές πατέντες, ώστε να φανεί κάτι ότι είναι παραδοσιακό ή ότι είναι έγκυρο, μόνο και μόνο επειδή είναι παλαιό.
Αλλά τι έχουν πει οι άγιοι για την παλαιότητα; Χρονία πλάνη. Μπορεί να είναι χρονία πλάνη η παλαιότητα.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Την εποχή των μαρτυρίων, ας πούμε, ακόμα. Πριν να τελειώσουν τα μαρτύρια, ο άγιος Κυπριανός έλεγε ότι η επίκληση της αρχαιότητας ως τεκμηρίου αληθείας δεν είναι πάντοτε σαφής ούτε πραγματική, γιατί μπορεί να είναι απλώς χρονία πλάνη. Να είναι χρονία πλάνη.
Τώρα, εκείνο που έχει αξία και σημασία, νομίζω, σε όλα αυτά είναι ότι δεν μπορεί να κάθεται… Καθετί το οποίο κανείς δεν θέλει να δει θα γίνει μια φωλιά για να γεννηθούν καταστάσεις άρρωστες. Βασικό θέμα και αρχή της Εκκλησίας είναι ότι θα πρέπει να δει τα θέματα, τις πληγές της, κατάματα.
Αυτό που είπες πριν λίγο, Πέτρε: βλέπεις κάποιον άλλο που κάνει άλλα κ.λπ. Το πρόβλημα μπαίνει ότι αυτού του είδους οι ενέργειες δημιουργούν σύγχυση κριτηρίων, σύγχυση διδασκαλίας και, από εκεί και μετά, μπορεί να γεννηθούν άπειρα τερατογεννήματα. Άμα κανείς την αγάπη για τον άνθρωπο την κάνει αφορμή για δική του προβολή — πόσα πιάτα μοιράζω —, άμα βγαίνω στην τηλεόραση να μοιράσω τα πιάτα που παίρνουν οι άνθρωποι για να βοηθηθούν στη συνθήκη ανάγκης που έχουν, τότε δεν τους αγαπάω. Τους έχω εφαλτήριο για να πατήσω πάνω τους, να φανώ περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να με βλέπει ένας άνθρωπος.
Αυτό δεν μπορεί να είναι αποδεκτό τη στιγμή που ο Κύριος της Εκκλησίας λέει σε εμένα, στον Θανάση, σε όλους τους παπάδες: «Το δεξί σου χέρι να μην ξέρει τι κάνει το αριστερό σου». Η ποιότητα των πραγμάτων χάνεται όταν γίνει δημόσιο θέαμα. Οι Εβραίοι, για να δείξουν διδασκαλία και τα λοιπά στον λαό, οι διδάσκαλοι του νόμου, προσευχόντουσαν στις πλατείες, προσευχόντουσαν στη γωνία του ναού, και ο Χριστός τους κοροϊδεύει.
Λέει: υπάρχουν πράγματα τα οποία, όταν γίνουν δημόσιο θέαμα, εξαφανίζονται ή αρρωσταίνουν, ακόμα χειρότερα. Γιατί, αν επαναληφθούν και κάποιος το θεωρήσει αυτό τρόπο, από εκεί και μετά αλλοιώθηκαν τα κριτήρια. Και δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερος και φοβερότερος κίνδυνος από αυτό: να αλλοιωθούν τα κριτήρια και τα κριτήρια της Εκκλησίας να γίνουν ισχύς, όποιας μορφής — πολιτική, οικονομική, οποιαδήποτε —, άγνοια Αυτού ο οποίος ταπεινώθηκε έως εσχάτου, φόβος για μια τέτοιου είδους ταπείνωση. Και, από εκεί και μετά, όλοι αυτοί οι ψευδείς ή πραγματικοί ψυχολογικοί φόβοι να είναι κριτήρια για ενέργειες μιας Εκκλησίας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: «Οι πύλες του Άδη δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας του Χριστού». Αυτό είναι μια έκφραση την οποία την κάνουμε λάστιχο πολλές φορές.
Δεν θα κατισχύσουν οι πύλες του Άδη του μυστηρίου της Εκκλησίας του Χριστού. Όχι των τοπικών Εκκλησιών. Ένα σωρό τοπικές Εκκλησίες έχουν εξαφανιστεί. Χαθήκανε. Δεν υπάρχουν. Αλλού είναι το κριτήριο.
Είναι στο πόσο προσπαθώ να σαρκώσω ειλικρινά, με αυθεντικότητα, το «όπως Εκείνος τη θέλει», όχι όπως εγώ τη στρεβλώνω ή τη διαστρέφω. Το κακό είναι πάντοτε μια υπόθεση πολύ σκληρή και δύσκολη. Ένα μοτίβο του κακού από τα πιο επικίνδυνα είναι η μεταμφίεση.
Όταν φοράει ένα ρούχο το οποίο καλύπτει με «ευπρέπεια», εντός εισαγωγικών. Γι’ αυτό ο μοραλισμός ή η ηθική συμπεριφορά δεν ήταν ποτέ κάτι υγιές. Δεν άλλαζε τους ανθρώπους. Τους προσάρμοζε στη λογική μιας στρατιωτικής ή μιας προσκοπικής συμμόρφωσης, χωρίς η καρδιά να αλλάζει. Και το ζητούμενο μέσα στην Εκκλησία είναι να αλλάξει η καρδιά.
Λέει κάποιος μια ωραία παρατήρηση. Θα τη διαβάσω όπως τη λέει: «Ένα από τα πιθανότερα μέρη για να βρει κανείς μεταμφιεσμένους ανθρώπους είναι μέσα στην Εκκλησία. Ελκόμαστε όλοι προς την ευλάβεια για την κάλυψη και τη μεταμφίεση που μπορεί να μας προσφέρει».
Αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο θέμα. Και, ατυχώς, πολλές φορές ευχαρίστως υποχωρούμε, γιατί η αγωνία της εικόνας είναι πολύ μεγάλη και βαθιά αγωνία ανθρώπινη: [τι εικόνα] έχει ο Θανάσης από αυτό που βλέπει από μένα;
Ενώ το πρόβλημα δεν είναι να με αποδέχεται από αυτά που βλέπει, αλλά από αυτά που είμαι. Πάρα πολλοί άνθρωποι πλέον βασανιζόμαστε όλοι ανάμεσα στη διαφήμιση και στην εικόνα. Και στήνουμε έναν κόσμο πάνω σε αυτά τα δύο πόδια.
Και από πίσω είναι ένα χαοτικό κενό, το οποίο και ψυχολογικά και πνευματικά μπάζει από παντού. Κι αν η Εκκλησία μπει σε αυτό το τρυπάκι και οι χριστιανοί δεν το έχουν κατανοήσει αυτό, ότι είναι ο κίνδυνος που αφορά εμένα, τον οποιονδήποτε, από τον Πατριάρχη μέχρι αυτόν που βαφτίστηκε σήμερα, από εκεί και μετά έχουμε μπερδευτεί.
Θα ψάξουμε να βρούμε ένα θεσμικό κάλυμμα για να κρύψουμε από πίσω του τη γύμνια μας. Και το παραμύθι είναι κλασικό: ο βασιλιάς είναι γυμνός. Όποιος βλέπει, βλέπει τον γυμνό βασιλιά. Όποιοι δεν βλέπουν θα τον χειροκροτάνε τον βασιλιά.
Θανάσης Παπαθανασίου: Ξέρετε, είναι μερικές φορές μία επικέντρωση, ας το πούμε, στη φράση «η αλήθεια του Χριστού». Δηλαδή, βρισκόμαστε σε μια φάση… Αν προσέξει κανείς και τη διαδρομή από τη δεκαετία του ’60, όπου υπήρξε μια σπουδαία θεολογική ανανέωση και αναγέννηση, στο μεσοδιάστημα [προέκυψαν] υπέροχες διατυπώσεις, γεμάτες νόημα, που παρέπεμπαν σε πράγματα, σε εμπράγματη ζωή.
Στη συνέχεια, εύκολα λεηλατήθηκαν σε επίπεδο λόγου. Δηλαδή, είναι εύκολο μια φράση που έχει νόημα να την κρατήσει κανείς ως φανταχτερή, που δεν θα παραπέμπει πουθενά. Και μπαίνει το θέμα, λοιπόν, της χρήσης των διαφόρων διακηρύξεων, εννοιών και τα λοιπά, και της ανταπόκρισής τους με περιεχόμενο.
Λοιπόν, γίνεται συχνά ένα κλίμα, ας το πούμε, πολεμικό και τα λοιπά, με τη δήλωση για την αλήθεια του Χριστού, που είναι πολύτιμο πράγμα. Έτσι; Γιατί κάθε βαπτισμένος θα αναγνωρίσει τον Χριστό ως την αλήθεια. Είναι πολύτιμο· μιλώ για τη ρητορική.
Ένας λόγος περί αληθείας, ο οποίος διατυπώνεται με τρόπο άσχετο προς τον τρόπο του Χριστού, κάνει αυτή την αλήθεια του Χριστού να μην είναι του Χριστού. Να είναι ένα πολεμικό όργανο, να είναι μια σφαίρα που την πετάς στον άλλον. Έτσι; Που, από μόνο του, αυτό λέει [μεν] για τον Χριστό, λέει σωστά πράγματα.
Ο τρόπος του Χριστού, η κένωση του Χριστού, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Χωρίς αυτήν παύει· μένει ένα κουφάρι, μια σκέτη ταμπέλα. Και εκεί μπερδευόμαστε όλοι, μπερδευόμαστε πάρα πολύ.
Εδώ, λοιπόν, πώς θα υπάρξει ένας λόγος, δηλαδή μια παρουσία με παρρησία; Δεν κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το είπαμε: την πληγή πρέπει να την πούμε πληγή.
Και να πούμε ότι όχι, δεν μας αξίζει η πληγή, δηλαδή. Θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με αυτήν. Ούτε θα το βάλουμε στα πόδια ούτε οτιδήποτε άλλο.
Θανάσης Παπαθανασίου: Παρουσία. Αλλά αυτή η παρουσία, όπως λέει στο Ευαγγέλιο, «ειπέ τη Εκκλησία». Την οφείλουμε αυτή την παρουσία, και όσοι ενοχλούνται από αυτή την παρουσία θα πρέπει να το ξανασκεφτούν.
Να το ξανακοιτάξουν γιατί ενοχλούνται. Εδώ αυτό έχει διαφορά από εκείνον τον λόγο, αυτό το «εγώ και οι άλλοι» και τα λοιπά που λέγαμε προηγουμένως, ο οποίος μπορεί να έχει μέσα κάτι αστείες δηλώσεις στο στιλ «Τον τάδε τον αγαπάμε, βεβαίως, αλλά…». Και από το «αλλά» και μετά αρχίζει, ας το πούμε, μία δολοφονία, στην κυριολεξία. Αυτό είναι το ένα χαρακτηριστικό. Δηλαδή, είναι κάτι το οποίο δεν αφήνει ανάσα αναμέτρησης — εγώ δεν θα έλεγα κατευθείαν συμφωνίας, αλλά αναμέτρησης αδερφικής — μεταξύ Πέτρου και Παύλου.
Δεν το αφήνει αυτό, κόβει. Ένα άλλο σύμπτωμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα άλλο σύμπτωμα είναι στη ρητορική αυτή η δημιουργία συνειρμών. Δηλαδή, βλέπεις έναν λόγο να διατυπώνεται, ο οποίος κάνει νοητικά άλματα, μιλάει με τον εαυτό του μόνο και λέει «είναι το τάδε, άρα το τάδε, άρα το τάδε, άρα το τάδε» και βγάζει, ας το πούμε, ότι αυτό το ποτήρι, για παράδειγμα, στο τέλος θα πω ότι είναι γάτα.
Κάποτε θυμάμαι στη «Σύναξη», στο περιοδικό, που θέταμε θέματα λειτουργικής ανανέωσης επί τη βάσει των κριτηρίων της Εκκλησίας, έτσι, και του Ευαγγελίου, ένας άνθρωπος αξιοπρεπής, τέλος πάντων, πνευματικός κ.λπ., θυμάμαι ότι μας είχε κατηγορήσει — πριν από χρόνια αυτό, και έχουν αλλάξει μερικά πράγματα — ότι το να ζητάμε το στοιχειώδες, για παράδειγμα το «Πάτερ ημών» να το λέμε όλοι μαζί, είναι νεοεποχίτικης έμπνευσης. Διότι αυτομάτως μαζοποιεί το ακροατήριο. Και στη συνέχεια, μετά από αυτή τη δήλωση, ακολουθούσαν άλλες πέντε σελίδες συνειρμών δικών του, για να δείξει πόσο κακό είναι η Νέα Εποχή.
Τι βοηθάει τη συζήτηση εδώ, για παράδειγμα; Ένα κλικ θέλει ο κριτικός λόγος να γίνει αυτοαναφορικός. Είπα προηγουμένως για Πέτρο και Παύλο. Αυτό το πράγμα, στις Πράξεις των Αποστόλων και σε επιστολές του Παύλου που υπάρχει, πρέπει να προσεχθεί. Ένας θησαυρός.
Αυτή η διαφωνία, η σύγκρουση, το θάρρος, ιδίως του Παύλου, να του πει: «Κάτσε μια στιγμούλα, κάτσε μια στιγμούλα. Εδώ έχουμε δει μερικά πράγματα».
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: Κατά πρόσωπο.
Θανάσης Παπαθανασίου: Κατά πρόσωπο, ακριβώς. «Είχαμε δει μερικά πράγματα. Συμφωνείς κι εσύ σε μερικά πράγματα. Γιατί κάνεις πίσω; Ποιοι σε τρομοκράτησαν;». Και λέει: σε τρομοκράτησαν αυτοί που, στο όνομα της — με μικρό όμικρον — «ορθοδοξίας», χώνονται ανάμεσά μας και μας κατασκοπεύουν, ώστε να μας στερήσουν την ελευθερία που μας χάρισε ο Θεός.
Αυτό το πράγμα δεν είναι παλικαριά. Αυτό είναι ακριβώς αφυδάτωση της Εκκλησίας, νέκρωση της Εκκλησίας: ο τρόμος ή το μίσος απέναντι σε αυτή την παρρησία, η οποία, επαναλαμβάνω, όχι αυτοαναφορικά και ναρκισσιστικά, αλλά να παραπέμπει στην ίδια την Εκκλησία.
Αν, δηλαδή, για παράδειγμα, στο σπίτι μας μπάζουν τα κεραμίδια, μας νοιάζει να μην μπάζουν τα κεραμίδια. Έτσι; Δεν θέλω να…
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Και στο χωρίο λέει: «Οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών ην έχομεν εν Χριστώ».
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Πατέρα Θεοδόσιε, σε αυτά που λέει ο Θανάσης, πού θα εντοπίζατε το βασικότερο ζήτημα; Είναι αναντιστοιχία λόγου και πράξης; Είναι απροθυμία ουσιαστικής κοινωνίας; Είναι απροθυμία ανάληψης προσωπικού κόστους, προσωπικής ευθύνης για τα πράγματα; Όλα αυτά; Κάτι άλλο;
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Η αναντιστοιχία είναι, σε έναν βαθμό, ένα γεγονός που το βιώνουμε όλοι μας κάθε μέρα. Αυτό που και ο Απόστολος Παύλος το είπε, λέγοντας ότι «αυτό που δεν θέλω κάνω», αυτό είναι μια αναντιστοιχία. Είναι μικρότερο αυτό.
Το χειρότερο είναι η στρέβλωση της αληθείας και το γεγονός ότι… Να κάνεις το μαύρο άσπρο και τον μείζονα λόγο ελάσσονα και να μπαίνεις σε μία λογική… Δεν ξέρω αν έχετε δει την ταινία «Χαρούμενα Χριστούγεννα», που περιγράφει εκεί έναν παπά στα χαρακώματα, δίπλα από τον ποταμό Σομ εκεί και τα λοιπά, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που κατάφερε να γιορτάσουν μαζί οι αντίπαλοι τα Χριστούγεννα.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος [πιθανώς]: Οι Γερμανοί με τους Άγγλους, τους Γάλλους.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Ναι, να γιορτάσουν μαζί. Αυτό μαθεύτηκε και πήγε ο δεσπότης. Ο δεσπότης τον επιτίμησε και τον έδιωξε από εκεί και τα λοιπά, λέγοντάς του το φρικαλέο: «Δεν είπε ο Χριστός “Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη αλλά μάχαιρα”;». Δηλαδή, καθιέρωνε τον πόλεμο, διαστρέφοντας τελείως τον Χριστό.
Μετά μπαίνουμε στη λογική που έλεγε ο δικός μας, [λόγω Πρεβέζης] — τριάντα μέρες εκεί στην Πρέβεζα ο άνθρωπος —, ο Καρυωτάκης, που λέει: «“Υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “Δεν υπάρχεις!”».
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος εξαφανίζεται, γιατί δεν έχει την ποιότητα που απαιτεί η θέση. Ο χριστιανός, όμως, από κάτω το βλέπει. Είπα αυτό και πριν: ο βασιλιάς είναι γυμνός.
Εκεί θα πρέπει να ξεκαθαρίσει κανείς ότι το «ειπέ τη Εκκλησία» είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο, γιατί το «ειπέ τη Εκκλησία» είναι η παρουσίαση των κριτηρίων. Σε αυτόν τον άνθρωπο δεν έχουμε επί προσωπικού αντίρρηση. Επί της αλλοιώσεως έχουμε αντίρρηση.
Όταν αλλοιώνει την πίστη, την αλήθεια — γιατί η πίστη και η αλήθεια ταυτίζονται —, από εκεί και μετά κάνει τη δουλειά του αντιπάλου, όχι του Χριστού. Κάνει του εχθρού του Χριστού τη δουλειά. Και έστω κι αν είναι καθωσπρέπει και είναι όλα σχηματικά εν τάξει, που λέγανε οι παλιότεροι.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Θανάση, εσύ πού θα έβλεπες την παθογένεια αυτής της διφορούμενης, της διπλοειδούς στάσης;
Θανάσης Παπαθανασίου: Είναι πολλά, αλλά νομίζω ότι παίζει ιδιαίτερο ρόλο η περί παλαιότητας, που λέγαμε προηγουμένως, αντίληψη. Καθετί παλαιό, ας το πούμε, είναι [θεϊκό] κ.λπ.
Συνεχίζεται
ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΛΟΙΠΟΝ:
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Η σωτηρία της ψυχής

Αυτός είναι ο σκοπός της πίστεως. Όποιος γνωρίζει την αξία της ανθρώπινης ψυχής, πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε πιο απαραίτητο ή πιο ωφέλιμο από την πίστη. Ένας έμπορος που μεταφέρει πολύτιμους λίθους σ’ ένα πήλινο σκεύος, συντηρεί επιμελώς το σκεύος και το διαφυλάσσει, το κρύβει και το επιτηρεί. Μήπως ο έμπορος μεριμνά και επιβλέπει με τόση φροντίδα το σκεύος, χάριν του σκεύους; Όχι, φροντίζει για τους πολύτιμους λίθους που αυτό περιέχει.
Όλος ο επίγειος βίος μας είναι σαν ένα πήλινο σκεύος στο οποίο κρύβεται ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός είναι η ψυχή μας! Ένα σκεύος είναι κάτι ευτελές, αλλά ένας θησαυρός είναι πολύτιμος. Πρέπει να έχει κανείς πίστη, πρώτον στην ανθρώπινη ψυχή· δεύτερον, στη μέλλουσα λάμψη και ένδοξη ζωή της ψυχής στη Βασιλεία του Θεού· τρίτον στον Ζωντανό Θεό που προσκαρτερεί την επιστροφή της ψυχής, την οποία Εκείνος μάς έδωσε· τέταρτον, στην πιθανότητα μία ψυχή να χαθεί στη δίνη αυτού του κόσμου. Όποιος έχει πίστη στα τέσσερα αυτά στοιχεία θα γνωρίζει πώς να προστατεύσει την ψυχή του κι επιπλέον θα γνωρίζει ότι η σωτηρία της ψυχής του είναι το τέλος του δρόμου του – ο σκοπός της πίστεώς του, ο καρπός της ζωής του, ο σκοπός της υπάρξεώς του επάνω στη γη, και η δικαίωση όλων των βασάνων του.
Πιστεύουμε χάριν της σωτηρίας των ψυχών ημών. Όποιος έχει αληθινή πίστη πρέπει να γνωρίζει πως η πίστη υπάρχει χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Όποιος νομίζει πως η πίστη εξυπηρετεί άλλον σκοπό, διαφορετικό από τη σωτηρία, αυτός δεν έχει αληθινή, πίστη – ούτε γνωρίζει την αξία της ψυχής του.
Ω Πανθαύμαστε Κύριε Ιησού, Συ ο Οποίος μας έδωσες τη φωτοφόρο και νικηφόρο Πίστη: δυνάμωσε και διατήρησέ την μέσα μας, ώστε να αξιωθούμε ανεπαισχύντως να σταθούμε προ της Κρίσεώς σου, με τις ψυχές μας αγνές και λαμπροφόρες.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν
Όλος ο επίγειος βίος μας είναι σαν ένα πήλινο σκεύος στο οποίο κρύβεται ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός είναι η ψυχή μας! Ένα σκεύος είναι κάτι ευτελές, αλλά ένας θησαυρός είναι πολύτιμος. Πρέπει να έχει κανείς πίστη, πρώτον στην ανθρώπινη ψυχή· δεύτερον, στη μέλλουσα λάμψη και ένδοξη ζωή της ψυχής στη Βασιλεία του Θεού· τρίτον στον Ζωντανό Θεό που προσκαρτερεί την επιστροφή της ψυχής, την οποία Εκείνος μάς έδωσε· τέταρτον, στην πιθανότητα μία ψυχή να χαθεί στη δίνη αυτού του κόσμου. Όποιος έχει πίστη στα τέσσερα αυτά στοιχεία θα γνωρίζει πώς να προστατεύσει την ψυχή του κι επιπλέον θα γνωρίζει ότι η σωτηρία της ψυχής του είναι το τέλος του δρόμου του – ο σκοπός της πίστεώς του, ο καρπός της ζωής του, ο σκοπός της υπάρξεώς του επάνω στη γη, και η δικαίωση όλων των βασάνων του.
Πιστεύουμε χάριν της σωτηρίας των ψυχών ημών. Όποιος έχει αληθινή πίστη πρέπει να γνωρίζει πως η πίστη υπάρχει χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Όποιος νομίζει πως η πίστη εξυπηρετεί άλλον σκοπό, διαφορετικό από τη σωτηρία, αυτός δεν έχει αληθινή, πίστη – ούτε γνωρίζει την αξία της ψυχής του.
Ω Πανθαύμαστε Κύριε Ιησού, Συ ο Οποίος μας έδωσες τη φωτοφόρο και νικηφόρο Πίστη: δυνάμωσε και διατήρησέ την μέσα μας, ώστε να αξιωθούμε ανεπαισχύντως να σταθούμε προ της Κρίσεώς σου, με τις ψυχές μας αγνές και λαμπροφόρες.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 44-46)
ΠΕΡΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ
Στη δημιουργία του κόσμου ο Θεός είπε: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν.1, 26). Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκδηλώνεται στις νοητικές του ικανότητες, στην εξουσία του πάνω στη φύση, στην ισχύ του, στην δυνατότητά του να δημιουργεί. Η ομοίωση του Θεού εκφράζεται με τις ηθικές του τελειότητες, τις πνευματικές του αναζητήσεις, τη δυνατότητα να φτάσει στην αγιότητα.
Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.
Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.
Για να επιστραφεί στον άνθρωπο η πρωτόπλαστη εγγύτητα στον Θεό, κατέβηκε στη γη και ενσαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Έλαβε πάνω Του όλη την ανθρώπινη φύση, έγινε σε όλα άνθρωπος, εκτός της αμαρτίας. Ήρθε για να ανακτήσει το δημιουργηθέν κατ΄ εικόνα του Θεού κάλλος μας. Ναι μεν, ο Θεός δημιούργησε κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσή Του τον άνθρωπο, που μέχρι τότε δεν υπήρχε, και ναι μεν, ο άνθρωπος δεν συμμετείχε με κανένα τρόπο στη δημιουργία του, όμως, για την ανάκτηση της πρώτης εικόνας απαιτείται η συμμετοχή και του ίδιου του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να τείνει προς την τελειότητα, έτσι ώστε με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού να την αποκτήσει. Ο Κύριος έδειξε, με τη διδασκαλία Του, το δρόμο προς την τελειότητα. Με το παράδειγμά Του το έδειξε. Αυτός είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης, της αυταπάρνησης, της ετοιμότητας για να αποβάλει κάποιος κάθε τι το αμαρτωλό. Η αμαρτία μπήκε πολύ βαθιά στην ανθρώπινη φύση, σαν να έγινε ένα με αυτήν. Ο άνθρωπος γεννιέται με τους βλαστούς της αμαρτίας και η απελευθέρωσή του από αυτήν είναι κάτι σαν πάλη με τον εαυτό του. Γι΄ αυτό, αυτή η πάλη είναι βασανιστική. Όμως, είναι αναγκαία για να πλησιάσουμε στον Θεό. Ο Χριστός εἶπε: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μτ 16, 24). Ο Σταυρός που πρέπει να πάρει κανείς είναι ακριβώς αυτή η πάλη με τις αδυναμίες, τα κακά και την αμαρτία μας.
Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.
“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:
«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»
"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980
Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.
Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.
Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»
ΣΤΗΝ ΖΩΗ Ή ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΙΑ ΑΙΩΝΕΣ ΚΡΑΤΗΣΑΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΕΚΛΕΙΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΝΩΡΙΣΑΝ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
ΝΙΚΗΘΗΚΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ;
ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΝ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ. ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου