
Το όραμα της κλήσης
Από το βιβλίο „ EMANUEL SWEDENBORG-Naturforscher und Seher“ του Ernst Benz, 1948, (σελ. 210-217)
Η θρησκευτική κρίση του Swedenborg ολοκληρώνεται με την εμπειρία της κλήσης του. Η εμπειρία αυτή δεν έχει, βέβαια, καταγραφεί στο ημερολόγιό του· ο ίδιος όμως ο Swedenborg την αφηγήθηκε στον φίλο του Robsahm, ο οποίος την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του για τον Swedenborg. Επιμέρους λεπτομέρειες επιβεβαιώνονται και από νύξεις που βρίσκονται διάσπαρτες στα μεταγενέστερα συγγράμματα του Swedenborg. Η εμπειρία αυτή, που ως προς τον χαρακτήρα της εντάσσεται πλήρως στη σειρά των προηγούμενων οραμάτων του ημερολογίου, τον αιφνιδιάζει στο Λονδίνο, στα μέσα Απριλίου του 1745. Στο διάστημα μεταξύ Μαΐου 1744 και Απριλίου 1745 είχαν τυπωθεί ο τρίτος τόμος του «Regnum Animale» και το πρώτο και δεύτερο μέρος του συγγράμματός του «Περί της σοφίας και της αγάπης του Θεού». Δεν είχε ακόμη αποκτήσει σαφή αντίληψη για τη μορφή που θα έπαιρνε η νέα του ζωή και για τον τρόπο με τον οποίο θα εκδηλωνόταν η αναμενόμενη νέα γνώση, όταν του συμβαίνει το εξής:
«Βρισκόμουν στο Λονδίνο και έτρωγα αργά το μεσημεριανό μου στο συνηθισμένο μου εστιατόριο, όπου είχα κρατήσει ένα δωμάτιο για τον εαυτό μου. Οι σκέψεις μου ήταν απασχολημένες με τα θέματα για τα οποία είχαμε μόλις συζητήσει. Πεινούσα και έτρωγα με μεγάλη όρεξη. Προς το τέλος του γεύματος παρατήρησα ότι ένα είδος ομίχλης απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Η ομίχλη πύκνωσε και είδα το δάπεδο του δωματίου μου καλυμμένο με τα πιο αποκρουστικά ζώα που έρπονταν, όπως φίδια, φρύνους και άλλα παρόμοια. Έμεινα κατάπληκτος, γιατί είχα πλήρη διαύγεια και απόλυτη συνείδηση. Το σκοτάδι γινόταν ολοένα πυκνότερο, εξαφανίστηκε όμως ξαφνικά, και τότε είδα σε μια γωνιά του δωματίου έναν άνδρα να κάθεται, ο οποίος με τρόμαξε με τα λόγια του, καθώς ήμουν εντελώς μόνος. Μου είπε συγκεκριμένα: “Μην τρως τόσο πολύ!” Έπειτα όλα σκοτείνιασαν πάλι, αλλά ξαφνικά έγινε και πάλι φως και είδα ότι ήμουν μόνος στο δωμάτιο».
«Ένας τόσο απροσδόκητος τρόμος με έκανε να επιστρέψω βιαστικά στο σπίτι. Δεν άφησα τον σπιτονοικοκύρη μου να αντιληφθεί τίποτε, συλλογίστηκα όμως πολύ προσεκτικά όσα μου είχαν συμβεί και δεν μπορούσα να τα θεωρήσω αποτέλεσμα της τύχης ή κάποιου φυσικού αιτίου. Πήγα στο σπίτι, αλλά την επόμενη νύχτα ο ίδιος άνδρας εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου. Ο άνδρας είπε ότι ήταν ο Θεός, ο Κύριος, ο Δημιουργός του κόσμου και Λυτρωτής· ότι με είχε επιλέξει για να ερμηνεύσω στους ανθρώπους το πνευματικό νόημα της Αγίας Γραφής και ότι ο ίδιος θα μου υπαγόρευε όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτό το θέμα. Την ίδια εκείνη νύχτα, για να πειστώ, ανοίχτηκαν μπροστά μου ο κόσμος των πνευμάτων, η κόλαση και ο ουρανός, όπου συνάντησα αρκετούς γνωστούς μου από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από εκείνη την ημέρα απαρνήθηκα κάθε κοσμική λογιοσύνη και εργαζόμουν πλέον μόνο πάνω σε πνευματικά ζητήματα, σύμφωνα με όσα με πρόσταζε ο Κύριος να γράψω. Στη συνέχεια ο Κύριος μου άνοιγε καθημερινά τα μάτια του πνεύματός μου, έτσι ώστε να μπορώ, ενώ βρισκόμουν σε πλήρη εγρήγορση, να βλέπω όσα συνέβαιναν στον άλλο κόσμο και, εντελώς ξύπνιος, να συνομιλώ με αγγέλους και πνεύματα».
Η γνησιότητα αυτής της αφήγησης έχει αμφισβητηθεί, και μάλιστα από εκείνους τους απολογητές του Swedenborg που είχαν μπροστά στα μάτια τους την εικόνα του ηλικιωμένου ασκητικού οραματιστή και σκανδαλίζονταν από το γεγονός ότι τα πρώτα λόγια του Θεού προς τον Swedenborg συνίσταντο στην προτροπή να μην τρώει τόσο πολύ. Ωστόσο, με βάση τις κρίσεις που είχαν προηγηθεί στη θρησκευτική εξέλιξη του Swedenborg, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος να αμφιβάλλουμε για τη γνησιότητα της εμπειρίας. Η πορεία των κρίσεών του δείχνει, άλλωστε, ότι επανειλημμένα, με αφορμή συγκεκριμένες οραματικές εμπειρίες, έπαιρνε την απόφαση να υποβάλει τον εαυτό του σε ασκητικές στερήσεις και ότι ακριβώς σε αυτό το σημείο υποτροπίαζε ξανά και ξανά. Γι’ αυτό ακριβώς το ιδιόμορφο μείγμα πεζότητας και μεγαλείου αποτελεί ένδειξη της γνησιότητας αυτής της αφήγησης. Αν ο Swedenborg ήθελε να καυχηθεί για την κλήση του ως προφήτη και ως εκείνου που φέρνει τη νέα Εκκλησία, θα είχε γίνει ευκολότερα πιστευτός αν είχε περιβάλει το όραμα της κλήσης του με τις επιβλητικές εικόνες ενός Ησαΐα. Εδώ όμως περιγράφει ένα γεγονός που συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη σειρά των εμπειριών του και την ολοκληρώνει, καθώς κλιμακώνεται σταδιακά: από τη δοκιμασία των εμφανίσεων ζώων και από τη φρίκη της συνάντησης με έναν απόκοσμο επισκέπτη, φτάνει στην εμπειρία μιας απελευθερωτικής, οριστικής κάθαρσης και μιας θαυμαστής κλήσης.
Αυτό που βιώνει αρχικά ο Swedenborg είναι η απελευθέρωση από το τελευταίο κατάλοιπο των εγκόσμιων συνηθειών και ορμών του, το οποίο ήδη κατά τους προηγούμενους μήνες είχε αισθανθεί ως εμπόδιο στη νέα πνευματική ζωή του: από τη μεγάλη του όρεξη για φαγητό. Στα «Adversaria» του περιέγραψε ρητά το ίδιο όραμα με τα έρποντα ζώα ως μια τέτοια κάθαρση. Εκεί αναφέρει: «Το μεσημέρι, ενώ έτρωγα, ένας άγγελος που βρισκόταν κοντά μου μου είπε ότι δεν έπρεπε να ενδίδω τόσο πολύ στην κοιλιά μου όταν καθόμουν στο τραπέζι. Τότε μου φάνηκε ακριβώς σαν να έβγαινε από τους πόρους του σώματός μου μια αναθυμίαση, σαν υδρατμός, που ήταν καθαρά ορατός και κατέβαινε προς το δάπεδο· εκεί εμφανίστηκε ένα χαλί, πάνω στο οποίο συγκεντρώθηκε η αναθυμίαση και μεταμορφώθηκε σε κάθε λογής σκουλήκια, που μαζεύτηκαν πάνω στο τραπέζι και κάηκαν ακαριαία με έναν κρότο. Έπειτα εμφανίστηκε στο σημείο εκείνο ένα πύρινο φως και ακούστηκε ένα τρίξιμο. Μου φάνηκε σαν να είχαν έτσι αποβληθεί και καεί όλα τα σκουλήκια που μπορούν να γεννηθούν από την υπερβολική όρεξη και σαν να είχα τώρα καθαριστεί από αυτά. Από αυτό μπορεί κανείς να καταλάβει τι περικλείουν ο τρυφηλός τρόπος ζωής και τα παρόμοια. Απρίλιος 1745». Η αναφορά αυτή είναι σαφέστερη από την αφήγηση του Robsahm, στον βαθμό που εδώ τα σκουλήκια στο δάπεδο εμφανίζονται ως το κατακάθισμα του ατμού που βγαίνει από τους πόρους του Swedenborg. Αισθάνεται και βλέπει με τα ίδια του τα μάτια την έως τότε αμετρία του να εγκαταλείπει τα μέλη του, να εκδηλώνεται με τη μορφή αποκρουστικών ζωντανών πλασμάτων και κατόπιν να καίγεται με μεγάλο θόρυβο. Τώρα η δαιμονική δύναμη που τον κατείχε έως τότε τον έχει εγκαταλείψει με ορατό τρόπο: αισθάνεται ελεύθερος και καθαρός. Με αυτό συνδέεται η εμφάνιση της απόκοσμης μορφής που τον προτρέπει στην εγκράτεια. Εξωτερικά η μορφή δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο, του προκαλεί όμως τεράστιο τρόμο. Η εμπειρία βρίσκει την ερμηνεία της σε μια τρίτη πράξη: ο ίδιος ο Θεός τού εμφανίζεται και τον καλεί στο προφητικό λειτούργημα. Μόνο τώρα, ύστερα από την ορατή κάθαρση και την έξοδο κάθε δαιμονικού στοιχείου από τα μέλη του, βιώνει ο Swedenborg τη θεϊκή κλήση του και την ανάληψη του λειτουργήματος που περίμενε τόσο καιρό: λαμβάνει από τον ίδιο τον Θεό την εντολή να ερμηνεύσει στον κόσμο το πνευματικό, εσωτερικό νόημα της Αγίας Γραφής και αναλαμβάνει την αποστολή του οραματιστή, στην πένα του οποίου ο Θεός θέλει να υπαγορεύσει τα λόγια των αποκαλύψεών του. Ως επιστέγασμα ακολουθεί η θαυμαστή επιβεβαίωση αυτής της κλήσης: του ανοίγεται η εσωτερική όραση, του αποκαλύπτεται ο κόσμος των πνευμάτων, αφυπνίζεται μέσα του η δυνατότητα να βλέπει τον ουρανό και την κόλαση, τα πνεύματα αρχίζουν να του μιλούν και να του αποκαλύπτουν τα μυστικά του άνω κόσμου.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται γνήσια εμπειρία προφητικής κλήσης, η οποία, μέσα στην ιστορία της χριστιανικής ευσέβειας, απέχει πολύ από το να είναι τόσο μοναδική όσο τείνει κανείς να πιστεύει. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας είναι ότι ήδη κατά τον δεύτερο αιώνα οι ελεύθερες εκδηλώσεις του Πνεύματος με τη μορφή της προφητείας και του οράματος αναχαιτίστηκαν και ότι τη θέση τους καταλάμβαναν ολοένα περισσότερο το εκκλησιαστικό αξίωμα και η εκκλησιαστική διδασκαλία. Η Εκκλησία δεν ανεχόταν τη συνέχιση της ελεύθερης προφητείας και την αυθόρμητη περαιτέρω ανάπτυξη της αποκάλυψης του Πνεύματος, αλλά της έθεσε ένα όριο, παγιώνοντας την προφορική και γραπτή παράδοση των αποστόλων στον λόγο της Γραφής και στην ιερή διδασκαλία. Ήδη στις αρχές του δεύτερου αιώνα η εκ νέου ανάπτυξη μιας ελεύθερης προφητείας στο πρόσωπο του Μοντανού και των μαθητών του, οι οποίοι επικαλούνταν νέες αποκαλύψεις μέσω των αγγέλων, απορρίφθηκε από την Εκκλησία ως αίρεση και ως παραβίαση της αποστολικής παράδοσης. Η μόνη μορφή προφητείας που εξακολουθούσε να γίνεται ανεκτή μέσα στην Εκκλησία δεν ήταν η ελεύθερη περαιτέρω ανάπτυξη της αποκάλυψης με βάση άμεσες εμπνεύσεις, αλλά μια προφητεία δεσμευμένη στο γράμμα της Αγίας Γραφής, η οποία παρουσιαζόταν ως ερμηνεία και αποκάλυψη του προφητικού νοήματος της Αγίας Γραφής. Η εμπειρία που αφηγείται εδώ ο Swedenborg είναι χαρακτηριστική της μεταγενέστερης εκκλησιαστικής προφητείας. Με τον ίδιο τρόπο όπως ο Swedenborg, ο προφητικός ηγούμενος Joachim von Fiore, για παράδειγμα, τον 13ο αιώνα, βίωσε την «πνευματική γνώση» του ως αποκάλυψη του κρυφού νοήματος της Αγίας Γραφής και κατέγραψε τις αποκαλύψεις του με τη μορφή προφητικής ερμηνείας των βιβλικών βιβλίων. Και η δική του προφητεία ανάγεται σε μια εμπειρία κλήσης που του δόθηκε ένα πρωινό της Πεντηκοστής, κατά την εορτή της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος.
Αλλά και από τον χώρο του γερμανικού πιετιστικού μυστικισμού είναι γνωστές διάφορες εμπειρίες κλήσης, κατά τις οποίες ορισμένοι ευσεβείς άνθρωποι βίωσαν, με εντελώς παρόμοιο τρόπο, την απροσδόκητη αποκάλυψη του νοήματος της Γραφής και τη γνώση της κρυφής εσωτερικής συνάφειας της θείας αποκάλυψης, και αισθάνθηκαν τόσο έντονα τη δύναμη αυτής της εμπειρίας, ώστε τοποθετούσαν σε εκείνο το γεγονός την αρχή της νέας ζωής τους. Έτσι, για παράδειγμα, η προφητική ερμηνεία της Αποκάλυψης από τον ανώτερο κληρικό της Βυρτεμβέργης Johann Albrecht Bengel ανάγεται σε μια παρόμοια εμπειρία, η οποία, αν και δεν συνοδευόταν από όραμα, συνίστατο σε μια αιφνίδια πνευματική φώτιση, κατά την οποία του έγινε διαισθητικά σαφής η εσωτερική συνάφεια ολόκληρης της ιστορίας της σωτηρίας. Και στον Jakob Boehme η διάνοιξη του βλέμματος προς την «ουσία όλων των όντων», η οποία συντελείται ως εμπειρία που μπορεί να χρονολογηθεί, οδηγεί σε μια προφητική ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Το κύριο έργο του, το «Mysterium Magnum», είναι μια προφητική ερμηνεία της βιβλικής αφήγησης της δημιουργίας, με βάση τη διάνοιξη του «βλέμματος» που του χαρίστηκε.
Ο Swedenborg βίωσε αυτό το όραμα της κλήσης ως ολοκλήρωση της κρίσης του. Κατά τη διάρκεια των αγώνων του είχε γεννηθεί μέσα του η προαίσθηση ότι ο Θεός τον είχε επιλέξει για ένα ιδιαίτερο έργο, και είχε προετοιμαστεί εσωτερικά και εξωτερικά γι’ αυτό. Τώρα μαθαίνει οριστικά σε τι θα συνίσταται το έργο αυτό. Ενώ έως τότε προσπαθούσε, μέσω της επιστήμης του, να διερευνήσει τη θεία αποκάλυψη στο βιβλίο της φύσης, τώρα βλέπει ότι παραπέμπεται στην Αγία Γραφή ως την ύψιστη μορφή της θείας αποκάλυψης και αισθάνεται εξουσιοδοτημένος να αποσπάσει το εσωτερικό νόημα από το εικονιστικό, παραβολικό περίβλημα του γράμματος. Αποστολή του είναι στο εξής η αποκάλυψη του πνευματικού περιεχομένου της θείας αποκάλυψης που εμπεριέχεται στην Αγία Γραφή. Θεωρεί ότι εξουσιοδοτείται γι’ αυτό το έργο μέσω ενός χαρίσματος που αποτελεί την εκπλήρωση ολόκληρης της έως τότε ορμητικής δίψας του για γνώση: βιώνει το άνοιγμα του ίδιου του πνευματικού κόσμου μπροστά του· του χαρίζεται η θέαση του Αδάμ. Ακριβώς σε αυτό έγκειται το ιδιαίτερο στοιχείο της κλήσης του: ο υπερβατικός κόσμος αρχίζει να του αποκαλύπτεται· τα ίδια τα πνεύματα και οι άγγελοι τον διδάσκουν για το κρυφό θεμέλιο του είναι. Το μοναδικό στον τύπο ευσέβειας του Swedenborg δεν είναι ότι προσφέρει μια προφητική ερμηνεία της Αγίας Γραφής: αυτό το είχαν κάνει πριν από αυτόν και ευσεβείς οραματιστές όπως ο Joachim von Fiore, ο Jakob Boehme και ο Albrecht Bengel. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι σε αυτόν η προφητική αυτή θεολογία στηρίζεται στη θέαση του κόσμου των πνευμάτων.[ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ]
Εμείς, οι σύγχρονοι ενός κόσμου που βαρύνεται από μια υλιστική φιλοσοφία, πρέπει, όταν αξιολογούμε αυτή την εμπειρία κλήσης, να έχουμε υπόψη μας ότι η πίστη στην ύπαρξη και στην απτή υπόσταση ενός κόσμου πνευμάτων και αγγέλων παρέμενε στα μέσα του 18ου αιώνα απολύτως ζωντανή, τόσο στις θρησκευτικές αντιλήψεις του εκκλησιαστικού λαού όσο και σε εκείνες των μεγάλων στοχαστών της εποχής. Για έναν Leibniz, έναν Pascal, η ύπαρξη ενός κόσμου αγγέλων και πνευμάτων δεν ήταν απλώς εξίσου πραγματική, αλλά σημαντικά πιο πραγματική και πληρέστερη ως προς το είναι από την ύπαρξη, λόγου χάρη, του τραπεζιού στο οποίο έγραφε τα έργα του ή του δωματίου στο οποίο καθόταν. Ούτε καν ο Διαφωτισμός ενός Christian Wolff δεν εξάλειψε αυτή την πίστη. Ακόμη και για τις ηγετικές μορφές του γερμανικού ιδεαλισμού, η ύπαρξη του κόσμου των πνευμάτων είναι πιο πραγματική από εκείνη του επίγειου κόσμου. Μόνο από τότε που, στους αριστερούς εγελιανούς, ο ιδεαλισμός του δασκάλου τους μεταστράφηκε σε διαλεκτικό υλισμό, το αισθητήριο για τον υπερβατικό κόσμο εξαφανίστηκε βήμα προς βήμα από τη σύγχρονη σκέψη ή, ακριβέστερα, εκριζώθηκε από αυτήν. Το ότι ο Swedenborg πίστευε σε έναν κόσμο αγγέλων και πνευμάτων δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση διακριτικό γνώρισμά του μέσα στην εποχή του: την πίστη αυτή τη συμμεριζόταν με όλους τους μεγάλους συγχρόνους του και με όλους τους πιστούς χριστιανούς της εποχής του. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι δήλωνε πως είχε άμεση πρόσβαση σε αυτόν τον κόσμο και πως συνομιλούσε με τους αγγέλους και τα πνεύματα σε κατάσταση εγρήγορσης, όπως με ομοίους του.
Στον Swedenborg το αισθητήριο για τον υπεραισθητό κόσμο είχε ήδη διεγερθεί από τη θρησκευτική αγωγή του. Στο πατρικό του σπίτι είχε μάθει να ερμηνεύει τα συμβάντα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής ως επιδράσεις κακών ή αγαθών πνευματικών δυνάμεων. Η παιδική του πίστη έβλεπε τον επίγειο κόσμο παντού διαποτισμένο από αγγέλους και δαίμονες, και το κήρυγμα και η στάση του πατέρα του δεν μπορούσαν παρά να τον ενισχύουν σε αυτή την αντίληψη. Αυτός ο κόσμος των αγγέλων, των διαβόλων και των πνευμάτων δεν ήταν γι’ αυτόν ένα βασίλειο παραμυθιού, αλλά μια πραγματικότητα που θεωρούσε ότι καθόριζε και την προσωπική του ζωή και για την οποία διέθετε μια σειρά από σαφείς επιμέρους παραστάσεις, λόγου χάρη σχετικά με τη μορφή, τη γλώσσα και τη δραστηριότητα των αγγέλων. Κατά την περίοδο των φυσικοεπιστημονικών ερευνών του είχε προσπαθήσει να θεμελιώσει επιστημονικά και φιλοσοφικά την πίστη σε έναν κόσμο μακαρίων και αγγέλων, διαβόλων και δαιμόνων. Υπό την επίδραση των μεταγενέστερων οραματικών εμπειριών του, οι παραστάσεις αυτές αποκτούν τώρα νέα σημασία.
Ο Swedenborg είχε κατανοήσει τα οράματα, τα όνειρα και τις φωτίσεις του ως συνάντηση με τον πνευματικό κόσμο ήδη από τις απαρχές της θρησκευτικής κρίσης του, το 1743/44. Οι εμπειρίες αυτές δεν ήταν εκείνες που τον έκαναν για πρώτη φορά να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει πνευματικός κόσμος· η ύπαρξή του ήταν γι’ αυτόν αυτονόητη από την παιδική του ηλικία. Το νέο στοιχείο συνίστατο μάλλον στο ότι τώρα βλέπει τον εαυτό του να τίθεται σε άμεση σχέση με αυτόν τον κόσμο, στο ότι εκείνος αρχίζει να επιδρά πάνω του. Μεταφέρεται σε ουράνια τοπία των πνευμάτων. Ο νεκρός πατέρας του τού εμφανίζεται σε κατάσταση δόξας. Βρίσκει τον εαυτό του δεκτό στην κοινωνία των μακαρίων. Αναζητεί μια κατοικία μέσα σε ουράνια ανάκτορα. Μπροστά στα εσωτερικά του μάτια εμφανίζονται τα πλήθη των λυτρωμένων, που φορούν στέμματα στα κεφάλια τους. Κατανοεί τα οράματά του ως αποτέλεσμα της αποκατάστασης της διακομμένης σύνδεσης μεταξύ ουρανού και γης. Και τους πειρασμούς του τους θεωρεί επεμβάσεις δαιμονικών δυνάμεων στην πορεία της ψυχικής του εξέλιξης.
Μετά το όραμα του Χριστού τον βρίσκουμε ήδη εσωτερικά προετοιμασμένο να αποκτήσει μια ανώτερη και τελειότερη γνώση του πνευματικού κόσμου. Τώρα, στο όραμα της κλήσης του, αισθάνεται ότι του χαρίζεται εκείνο που από καιρό λαχταρούσε και προαισθανόταν: η εποπτεία του Αδάμ, το βλέμμα του πρωταρχικού ανθρώπου, η αρχέγονη μορφή της ανθρώπινης γνώσης, η ανεμπόδιστη θέαση του πνευματικού κόσμου, η συναναστροφή με αγγέλους και πνεύματα, που τον εισάγουν άμεσα στις γνώσεις και στις αποκαλύψεις του ανώτερου κόσμου. Έτσι, η ζωή του έχει αποκτήσει το νέο περιεχόμενο που λαχταρούσε και τη νέα μορφή που προαισθανόταν: στο εξής σπεύδει να αποβάλει τον παλιό, έως τότε τρόπο ζωής του και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη νέα κλήση. Ο ερευνητής της φύσης έχει γίνει οραματιστής.
Η εξέλιξη της θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας
Από το βιβλίο „ EMANUEL SWEDENBORG-Naturforscher und Seher“ του Ernst Benz, 1948, (σελ. 210-217)
Η θρησκευτική κρίση του Swedenborg ολοκληρώνεται με την εμπειρία της κλήσης του. Η εμπειρία αυτή δεν έχει, βέβαια, καταγραφεί στο ημερολόγιό του· ο ίδιος όμως ο Swedenborg την αφηγήθηκε στον φίλο του Robsahm, ο οποίος την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του για τον Swedenborg. Επιμέρους λεπτομέρειες επιβεβαιώνονται και από νύξεις που βρίσκονται διάσπαρτες στα μεταγενέστερα συγγράμματα του Swedenborg. Η εμπειρία αυτή, που ως προς τον χαρακτήρα της εντάσσεται πλήρως στη σειρά των προηγούμενων οραμάτων του ημερολογίου, τον αιφνιδιάζει στο Λονδίνο, στα μέσα Απριλίου του 1745. Στο διάστημα μεταξύ Μαΐου 1744 και Απριλίου 1745 είχαν τυπωθεί ο τρίτος τόμος του «Regnum Animale» και το πρώτο και δεύτερο μέρος του συγγράμματός του «Περί της σοφίας και της αγάπης του Θεού». Δεν είχε ακόμη αποκτήσει σαφή αντίληψη για τη μορφή που θα έπαιρνε η νέα του ζωή και για τον τρόπο με τον οποίο θα εκδηλωνόταν η αναμενόμενη νέα γνώση, όταν του συμβαίνει το εξής:
«Βρισκόμουν στο Λονδίνο και έτρωγα αργά το μεσημεριανό μου στο συνηθισμένο μου εστιατόριο, όπου είχα κρατήσει ένα δωμάτιο για τον εαυτό μου. Οι σκέψεις μου ήταν απασχολημένες με τα θέματα για τα οποία είχαμε μόλις συζητήσει. Πεινούσα και έτρωγα με μεγάλη όρεξη. Προς το τέλος του γεύματος παρατήρησα ότι ένα είδος ομίχλης απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Η ομίχλη πύκνωσε και είδα το δάπεδο του δωματίου μου καλυμμένο με τα πιο αποκρουστικά ζώα που έρπονταν, όπως φίδια, φρύνους και άλλα παρόμοια. Έμεινα κατάπληκτος, γιατί είχα πλήρη διαύγεια και απόλυτη συνείδηση. Το σκοτάδι γινόταν ολοένα πυκνότερο, εξαφανίστηκε όμως ξαφνικά, και τότε είδα σε μια γωνιά του δωματίου έναν άνδρα να κάθεται, ο οποίος με τρόμαξε με τα λόγια του, καθώς ήμουν εντελώς μόνος. Μου είπε συγκεκριμένα: “Μην τρως τόσο πολύ!” Έπειτα όλα σκοτείνιασαν πάλι, αλλά ξαφνικά έγινε και πάλι φως και είδα ότι ήμουν μόνος στο δωμάτιο».
«Ένας τόσο απροσδόκητος τρόμος με έκανε να επιστρέψω βιαστικά στο σπίτι. Δεν άφησα τον σπιτονοικοκύρη μου να αντιληφθεί τίποτε, συλλογίστηκα όμως πολύ προσεκτικά όσα μου είχαν συμβεί και δεν μπορούσα να τα θεωρήσω αποτέλεσμα της τύχης ή κάποιου φυσικού αιτίου. Πήγα στο σπίτι, αλλά την επόμενη νύχτα ο ίδιος άνδρας εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου. Ο άνδρας είπε ότι ήταν ο Θεός, ο Κύριος, ο Δημιουργός του κόσμου και Λυτρωτής· ότι με είχε επιλέξει για να ερμηνεύσω στους ανθρώπους το πνευματικό νόημα της Αγίας Γραφής και ότι ο ίδιος θα μου υπαγόρευε όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτό το θέμα. Την ίδια εκείνη νύχτα, για να πειστώ, ανοίχτηκαν μπροστά μου ο κόσμος των πνευμάτων, η κόλαση και ο ουρανός, όπου συνάντησα αρκετούς γνωστούς μου από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από εκείνη την ημέρα απαρνήθηκα κάθε κοσμική λογιοσύνη και εργαζόμουν πλέον μόνο πάνω σε πνευματικά ζητήματα, σύμφωνα με όσα με πρόσταζε ο Κύριος να γράψω. Στη συνέχεια ο Κύριος μου άνοιγε καθημερινά τα μάτια του πνεύματός μου, έτσι ώστε να μπορώ, ενώ βρισκόμουν σε πλήρη εγρήγορση, να βλέπω όσα συνέβαιναν στον άλλο κόσμο και, εντελώς ξύπνιος, να συνομιλώ με αγγέλους και πνεύματα».
Η γνησιότητα αυτής της αφήγησης έχει αμφισβητηθεί, και μάλιστα από εκείνους τους απολογητές του Swedenborg που είχαν μπροστά στα μάτια τους την εικόνα του ηλικιωμένου ασκητικού οραματιστή και σκανδαλίζονταν από το γεγονός ότι τα πρώτα λόγια του Θεού προς τον Swedenborg συνίσταντο στην προτροπή να μην τρώει τόσο πολύ. Ωστόσο, με βάση τις κρίσεις που είχαν προηγηθεί στη θρησκευτική εξέλιξη του Swedenborg, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος να αμφιβάλλουμε για τη γνησιότητα της εμπειρίας. Η πορεία των κρίσεών του δείχνει, άλλωστε, ότι επανειλημμένα, με αφορμή συγκεκριμένες οραματικές εμπειρίες, έπαιρνε την απόφαση να υποβάλει τον εαυτό του σε ασκητικές στερήσεις και ότι ακριβώς σε αυτό το σημείο υποτροπίαζε ξανά και ξανά. Γι’ αυτό ακριβώς το ιδιόμορφο μείγμα πεζότητας και μεγαλείου αποτελεί ένδειξη της γνησιότητας αυτής της αφήγησης. Αν ο Swedenborg ήθελε να καυχηθεί για την κλήση του ως προφήτη και ως εκείνου που φέρνει τη νέα Εκκλησία, θα είχε γίνει ευκολότερα πιστευτός αν είχε περιβάλει το όραμα της κλήσης του με τις επιβλητικές εικόνες ενός Ησαΐα. Εδώ όμως περιγράφει ένα γεγονός που συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη σειρά των εμπειριών του και την ολοκληρώνει, καθώς κλιμακώνεται σταδιακά: από τη δοκιμασία των εμφανίσεων ζώων και από τη φρίκη της συνάντησης με έναν απόκοσμο επισκέπτη, φτάνει στην εμπειρία μιας απελευθερωτικής, οριστικής κάθαρσης και μιας θαυμαστής κλήσης.
Αυτό που βιώνει αρχικά ο Swedenborg είναι η απελευθέρωση από το τελευταίο κατάλοιπο των εγκόσμιων συνηθειών και ορμών του, το οποίο ήδη κατά τους προηγούμενους μήνες είχε αισθανθεί ως εμπόδιο στη νέα πνευματική ζωή του: από τη μεγάλη του όρεξη για φαγητό. Στα «Adversaria» του περιέγραψε ρητά το ίδιο όραμα με τα έρποντα ζώα ως μια τέτοια κάθαρση. Εκεί αναφέρει: «Το μεσημέρι, ενώ έτρωγα, ένας άγγελος που βρισκόταν κοντά μου μου είπε ότι δεν έπρεπε να ενδίδω τόσο πολύ στην κοιλιά μου όταν καθόμουν στο τραπέζι. Τότε μου φάνηκε ακριβώς σαν να έβγαινε από τους πόρους του σώματός μου μια αναθυμίαση, σαν υδρατμός, που ήταν καθαρά ορατός και κατέβαινε προς το δάπεδο· εκεί εμφανίστηκε ένα χαλί, πάνω στο οποίο συγκεντρώθηκε η αναθυμίαση και μεταμορφώθηκε σε κάθε λογής σκουλήκια, που μαζεύτηκαν πάνω στο τραπέζι και κάηκαν ακαριαία με έναν κρότο. Έπειτα εμφανίστηκε στο σημείο εκείνο ένα πύρινο φως και ακούστηκε ένα τρίξιμο. Μου φάνηκε σαν να είχαν έτσι αποβληθεί και καεί όλα τα σκουλήκια που μπορούν να γεννηθούν από την υπερβολική όρεξη και σαν να είχα τώρα καθαριστεί από αυτά. Από αυτό μπορεί κανείς να καταλάβει τι περικλείουν ο τρυφηλός τρόπος ζωής και τα παρόμοια. Απρίλιος 1745». Η αναφορά αυτή είναι σαφέστερη από την αφήγηση του Robsahm, στον βαθμό που εδώ τα σκουλήκια στο δάπεδο εμφανίζονται ως το κατακάθισμα του ατμού που βγαίνει από τους πόρους του Swedenborg. Αισθάνεται και βλέπει με τα ίδια του τα μάτια την έως τότε αμετρία του να εγκαταλείπει τα μέλη του, να εκδηλώνεται με τη μορφή αποκρουστικών ζωντανών πλασμάτων και κατόπιν να καίγεται με μεγάλο θόρυβο. Τώρα η δαιμονική δύναμη που τον κατείχε έως τότε τον έχει εγκαταλείψει με ορατό τρόπο: αισθάνεται ελεύθερος και καθαρός. Με αυτό συνδέεται η εμφάνιση της απόκοσμης μορφής που τον προτρέπει στην εγκράτεια. Εξωτερικά η μορφή δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο, του προκαλεί όμως τεράστιο τρόμο. Η εμπειρία βρίσκει την ερμηνεία της σε μια τρίτη πράξη: ο ίδιος ο Θεός τού εμφανίζεται και τον καλεί στο προφητικό λειτούργημα. Μόνο τώρα, ύστερα από την ορατή κάθαρση και την έξοδο κάθε δαιμονικού στοιχείου από τα μέλη του, βιώνει ο Swedenborg τη θεϊκή κλήση του και την ανάληψη του λειτουργήματος που περίμενε τόσο καιρό: λαμβάνει από τον ίδιο τον Θεό την εντολή να ερμηνεύσει στον κόσμο το πνευματικό, εσωτερικό νόημα της Αγίας Γραφής και αναλαμβάνει την αποστολή του οραματιστή, στην πένα του οποίου ο Θεός θέλει να υπαγορεύσει τα λόγια των αποκαλύψεών του. Ως επιστέγασμα ακολουθεί η θαυμαστή επιβεβαίωση αυτής της κλήσης: του ανοίγεται η εσωτερική όραση, του αποκαλύπτεται ο κόσμος των πνευμάτων, αφυπνίζεται μέσα του η δυνατότητα να βλέπει τον ουρανό και την κόλαση, τα πνεύματα αρχίζουν να του μιλούν και να του αποκαλύπτουν τα μυστικά του άνω κόσμου.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται γνήσια εμπειρία προφητικής κλήσης, η οποία, μέσα στην ιστορία της χριστιανικής ευσέβειας, απέχει πολύ από το να είναι τόσο μοναδική όσο τείνει κανείς να πιστεύει. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας είναι ότι ήδη κατά τον δεύτερο αιώνα οι ελεύθερες εκδηλώσεις του Πνεύματος με τη μορφή της προφητείας και του οράματος αναχαιτίστηκαν και ότι τη θέση τους καταλάμβαναν ολοένα περισσότερο το εκκλησιαστικό αξίωμα και η εκκλησιαστική διδασκαλία. Η Εκκλησία δεν ανεχόταν τη συνέχιση της ελεύθερης προφητείας και την αυθόρμητη περαιτέρω ανάπτυξη της αποκάλυψης του Πνεύματος, αλλά της έθεσε ένα όριο, παγιώνοντας την προφορική και γραπτή παράδοση των αποστόλων στον λόγο της Γραφής και στην ιερή διδασκαλία. Ήδη στις αρχές του δεύτερου αιώνα η εκ νέου ανάπτυξη μιας ελεύθερης προφητείας στο πρόσωπο του Μοντανού και των μαθητών του, οι οποίοι επικαλούνταν νέες αποκαλύψεις μέσω των αγγέλων, απορρίφθηκε από την Εκκλησία ως αίρεση και ως παραβίαση της αποστολικής παράδοσης. Η μόνη μορφή προφητείας που εξακολουθούσε να γίνεται ανεκτή μέσα στην Εκκλησία δεν ήταν η ελεύθερη περαιτέρω ανάπτυξη της αποκάλυψης με βάση άμεσες εμπνεύσεις, αλλά μια προφητεία δεσμευμένη στο γράμμα της Αγίας Γραφής, η οποία παρουσιαζόταν ως ερμηνεία και αποκάλυψη του προφητικού νοήματος της Αγίας Γραφής. Η εμπειρία που αφηγείται εδώ ο Swedenborg είναι χαρακτηριστική της μεταγενέστερης εκκλησιαστικής προφητείας. Με τον ίδιο τρόπο όπως ο Swedenborg, ο προφητικός ηγούμενος Joachim von Fiore, για παράδειγμα, τον 13ο αιώνα, βίωσε την «πνευματική γνώση» του ως αποκάλυψη του κρυφού νοήματος της Αγίας Γραφής και κατέγραψε τις αποκαλύψεις του με τη μορφή προφητικής ερμηνείας των βιβλικών βιβλίων. Και η δική του προφητεία ανάγεται σε μια εμπειρία κλήσης που του δόθηκε ένα πρωινό της Πεντηκοστής, κατά την εορτή της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος.
Αλλά και από τον χώρο του γερμανικού πιετιστικού μυστικισμού είναι γνωστές διάφορες εμπειρίες κλήσης, κατά τις οποίες ορισμένοι ευσεβείς άνθρωποι βίωσαν, με εντελώς παρόμοιο τρόπο, την απροσδόκητη αποκάλυψη του νοήματος της Γραφής και τη γνώση της κρυφής εσωτερικής συνάφειας της θείας αποκάλυψης, και αισθάνθηκαν τόσο έντονα τη δύναμη αυτής της εμπειρίας, ώστε τοποθετούσαν σε εκείνο το γεγονός την αρχή της νέας ζωής τους. Έτσι, για παράδειγμα, η προφητική ερμηνεία της Αποκάλυψης από τον ανώτερο κληρικό της Βυρτεμβέργης Johann Albrecht Bengel ανάγεται σε μια παρόμοια εμπειρία, η οποία, αν και δεν συνοδευόταν από όραμα, συνίστατο σε μια αιφνίδια πνευματική φώτιση, κατά την οποία του έγινε διαισθητικά σαφής η εσωτερική συνάφεια ολόκληρης της ιστορίας της σωτηρίας. Και στον Jakob Boehme η διάνοιξη του βλέμματος προς την «ουσία όλων των όντων», η οποία συντελείται ως εμπειρία που μπορεί να χρονολογηθεί, οδηγεί σε μια προφητική ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Το κύριο έργο του, το «Mysterium Magnum», είναι μια προφητική ερμηνεία της βιβλικής αφήγησης της δημιουργίας, με βάση τη διάνοιξη του «βλέμματος» που του χαρίστηκε.
Ο Swedenborg βίωσε αυτό το όραμα της κλήσης ως ολοκλήρωση της κρίσης του. Κατά τη διάρκεια των αγώνων του είχε γεννηθεί μέσα του η προαίσθηση ότι ο Θεός τον είχε επιλέξει για ένα ιδιαίτερο έργο, και είχε προετοιμαστεί εσωτερικά και εξωτερικά γι’ αυτό. Τώρα μαθαίνει οριστικά σε τι θα συνίσταται το έργο αυτό. Ενώ έως τότε προσπαθούσε, μέσω της επιστήμης του, να διερευνήσει τη θεία αποκάλυψη στο βιβλίο της φύσης, τώρα βλέπει ότι παραπέμπεται στην Αγία Γραφή ως την ύψιστη μορφή της θείας αποκάλυψης και αισθάνεται εξουσιοδοτημένος να αποσπάσει το εσωτερικό νόημα από το εικονιστικό, παραβολικό περίβλημα του γράμματος. Αποστολή του είναι στο εξής η αποκάλυψη του πνευματικού περιεχομένου της θείας αποκάλυψης που εμπεριέχεται στην Αγία Γραφή. Θεωρεί ότι εξουσιοδοτείται γι’ αυτό το έργο μέσω ενός χαρίσματος που αποτελεί την εκπλήρωση ολόκληρης της έως τότε ορμητικής δίψας του για γνώση: βιώνει το άνοιγμα του ίδιου του πνευματικού κόσμου μπροστά του· του χαρίζεται η θέαση του Αδάμ. Ακριβώς σε αυτό έγκειται το ιδιαίτερο στοιχείο της κλήσης του: ο υπερβατικός κόσμος αρχίζει να του αποκαλύπτεται· τα ίδια τα πνεύματα και οι άγγελοι τον διδάσκουν για το κρυφό θεμέλιο του είναι. Το μοναδικό στον τύπο ευσέβειας του Swedenborg δεν είναι ότι προσφέρει μια προφητική ερμηνεία της Αγίας Γραφής: αυτό το είχαν κάνει πριν από αυτόν και ευσεβείς οραματιστές όπως ο Joachim von Fiore, ο Jakob Boehme και ο Albrecht Bengel. Η ιδιαιτερότητά του είναι ότι σε αυτόν η προφητική αυτή θεολογία στηρίζεται στη θέαση του κόσμου των πνευμάτων.[ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ]
Εμείς, οι σύγχρονοι ενός κόσμου που βαρύνεται από μια υλιστική φιλοσοφία, πρέπει, όταν αξιολογούμε αυτή την εμπειρία κλήσης, να έχουμε υπόψη μας ότι η πίστη στην ύπαρξη και στην απτή υπόσταση ενός κόσμου πνευμάτων και αγγέλων παρέμενε στα μέσα του 18ου αιώνα απολύτως ζωντανή, τόσο στις θρησκευτικές αντιλήψεις του εκκλησιαστικού λαού όσο και σε εκείνες των μεγάλων στοχαστών της εποχής. Για έναν Leibniz, έναν Pascal, η ύπαρξη ενός κόσμου αγγέλων και πνευμάτων δεν ήταν απλώς εξίσου πραγματική, αλλά σημαντικά πιο πραγματική και πληρέστερη ως προς το είναι από την ύπαρξη, λόγου χάρη, του τραπεζιού στο οποίο έγραφε τα έργα του ή του δωματίου στο οποίο καθόταν. Ούτε καν ο Διαφωτισμός ενός Christian Wolff δεν εξάλειψε αυτή την πίστη. Ακόμη και για τις ηγετικές μορφές του γερμανικού ιδεαλισμού, η ύπαρξη του κόσμου των πνευμάτων είναι πιο πραγματική από εκείνη του επίγειου κόσμου. Μόνο από τότε που, στους αριστερούς εγελιανούς, ο ιδεαλισμός του δασκάλου τους μεταστράφηκε σε διαλεκτικό υλισμό, το αισθητήριο για τον υπερβατικό κόσμο εξαφανίστηκε βήμα προς βήμα από τη σύγχρονη σκέψη ή, ακριβέστερα, εκριζώθηκε από αυτήν. Το ότι ο Swedenborg πίστευε σε έναν κόσμο αγγέλων και πνευμάτων δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση διακριτικό γνώρισμά του μέσα στην εποχή του: την πίστη αυτή τη συμμεριζόταν με όλους τους μεγάλους συγχρόνους του και με όλους τους πιστούς χριστιανούς της εποχής του. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι δήλωνε πως είχε άμεση πρόσβαση σε αυτόν τον κόσμο και πως συνομιλούσε με τους αγγέλους και τα πνεύματα σε κατάσταση εγρήγορσης, όπως με ομοίους του.
Στον Swedenborg το αισθητήριο για τον υπεραισθητό κόσμο είχε ήδη διεγερθεί από τη θρησκευτική αγωγή του. Στο πατρικό του σπίτι είχε μάθει να ερμηνεύει τα συμβάντα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής ως επιδράσεις κακών ή αγαθών πνευματικών δυνάμεων. Η παιδική του πίστη έβλεπε τον επίγειο κόσμο παντού διαποτισμένο από αγγέλους και δαίμονες, και το κήρυγμα και η στάση του πατέρα του δεν μπορούσαν παρά να τον ενισχύουν σε αυτή την αντίληψη. Αυτός ο κόσμος των αγγέλων, των διαβόλων και των πνευμάτων δεν ήταν γι’ αυτόν ένα βασίλειο παραμυθιού, αλλά μια πραγματικότητα που θεωρούσε ότι καθόριζε και την προσωπική του ζωή και για την οποία διέθετε μια σειρά από σαφείς επιμέρους παραστάσεις, λόγου χάρη σχετικά με τη μορφή, τη γλώσσα και τη δραστηριότητα των αγγέλων. Κατά την περίοδο των φυσικοεπιστημονικών ερευνών του είχε προσπαθήσει να θεμελιώσει επιστημονικά και φιλοσοφικά την πίστη σε έναν κόσμο μακαρίων και αγγέλων, διαβόλων και δαιμόνων. Υπό την επίδραση των μεταγενέστερων οραματικών εμπειριών του, οι παραστάσεις αυτές αποκτούν τώρα νέα σημασία.
Ο Swedenborg είχε κατανοήσει τα οράματα, τα όνειρα και τις φωτίσεις του ως συνάντηση με τον πνευματικό κόσμο ήδη από τις απαρχές της θρησκευτικής κρίσης του, το 1743/44. Οι εμπειρίες αυτές δεν ήταν εκείνες που τον έκαναν για πρώτη φορά να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει πνευματικός κόσμος· η ύπαρξή του ήταν γι’ αυτόν αυτονόητη από την παιδική του ηλικία. Το νέο στοιχείο συνίστατο μάλλον στο ότι τώρα βλέπει τον εαυτό του να τίθεται σε άμεση σχέση με αυτόν τον κόσμο, στο ότι εκείνος αρχίζει να επιδρά πάνω του. Μεταφέρεται σε ουράνια τοπία των πνευμάτων. Ο νεκρός πατέρας του τού εμφανίζεται σε κατάσταση δόξας. Βρίσκει τον εαυτό του δεκτό στην κοινωνία των μακαρίων. Αναζητεί μια κατοικία μέσα σε ουράνια ανάκτορα. Μπροστά στα εσωτερικά του μάτια εμφανίζονται τα πλήθη των λυτρωμένων, που φορούν στέμματα στα κεφάλια τους. Κατανοεί τα οράματά του ως αποτέλεσμα της αποκατάστασης της διακομμένης σύνδεσης μεταξύ ουρανού και γης. Και τους πειρασμούς του τους θεωρεί επεμβάσεις δαιμονικών δυνάμεων στην πορεία της ψυχικής του εξέλιξης.
Μετά το όραμα του Χριστού τον βρίσκουμε ήδη εσωτερικά προετοιμασμένο να αποκτήσει μια ανώτερη και τελειότερη γνώση του πνευματικού κόσμου. Τώρα, στο όραμα της κλήσης του, αισθάνεται ότι του χαρίζεται εκείνο που από καιρό λαχταρούσε και προαισθανόταν: η εποπτεία του Αδάμ, το βλέμμα του πρωταρχικού ανθρώπου, η αρχέγονη μορφή της ανθρώπινης γνώσης, η ανεμπόδιστη θέαση του πνευματικού κόσμου, η συναναστροφή με αγγέλους και πνεύματα, που τον εισάγουν άμεσα στις γνώσεις και στις αποκαλύψεις του ανώτερου κόσμου. Έτσι, η ζωή του έχει αποκτήσει το νέο περιεχόμενο που λαχταρούσε και τη νέα μορφή που προαισθανόταν: στο εξής σπεύδει να αποβάλει τον παλιό, έως τότε τρόπο ζωής του και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη νέα κλήση. Ο ερευνητής της φύσης έχει γίνει οραματιστής.
Η εξέλιξη της θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας
ΑΣ ΧΑΡΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ. Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΠΑΝΔΡΩΝΕΤΑΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ ΤΗΣ. ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΣΑΝ ΘΕΟΙ ΘΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑ, ΕΚΕΙ ΚΑΙ Ο ΜΠΕΡΝΤΙΑΕΦ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΩΦ ΚΑΙ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΩΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΩΝ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ, ΤΟΥ ΚΑΝΤ, ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ, ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ. Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΗΔΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΔΙΔΕΙ ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΤΟΥ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου