Συνέχεια από Παρασκευή 24. Απριλίου 2026
Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 3
ΩΡΙΓΕΝΗΣ
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
Β. Χειρόγραφη παράδοση
Το ελληνικό πρωτότυπο του Περὶ ἀρχῶν φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα· τουλάχιστον έως τώρα δεν έχει εμφανιστεί κανένα ίχνος ύπαρξης ενός ελληνικού χειρογράφου που να περιείχε ολόκληρο το έργο. Ο τελευταίος που είδε ένα τέτοιο χειρόγραφο ήταν ο λόγιος Φώτιος, ο οποίος το περιέγραψε στη Βιβλιοθήκη του —κώδ. 8. Το ότι όμως το Περὶ ἀρχῶν στο ελληνικό πρωτότυπο πέρασε κατά τους αιώνες μετά τον Φώτιο από την Ανατολή στη Δύση, μου φαίνεται απίθανο. Ο Bessarion, ο πιο δραστήριος συλλέκτης χειρογράφων του Ωριγένη¹, θα είχε ασφαλώς φροντίσει να γίνει ένα αντίγραφο, αν είχε λάβει μέσω των πρακτόρων του είδηση για το πρωτότυπο. Αλλά σε αυτόν, όπως και στους συγχρόνους του, ήταν γνωστά μόνο τα δύο ελληνικά αποσπάσματα που παραδίδονται στη Φιλοκαλία. Από τότε όμως και οι βιβλιοθήκες της Ανατολής έχουν ερευνηθεί τόσο συχνά και τόσο προσεκτικά, ώστε μάλλον πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα επανεύρεσης του πρωτοτύπου.
Η γνώση μας για το Περὶ ἀρχῶν στηρίζεται επομένως κυρίως στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου, η οποία σώζεται σε πολυάριθμα χειρόγραφα. Για τη συμπλήρωση και τη διόρθωσή της χρησιμεύουν δύο μεγαλύτερα και περισσότερα μικρότερα ελληνικά αποσπάσματα· ακόμη, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου υπέρ του Ωριγένη, μεταφρασμένο στα λατινικά από τον Ρουφίνο· και τέλος ορισμένα κατάλοιπα της δυστυχώς χαμένης λατινικής μετάφρασης του Ιερωνύμου.
Ι. Η μετάφραση του Ρουφίνου
1. Τα χειρόγραφα
Παρουσιάζω εδώ πρώτα τα σημαντικότερα χειρόγραφα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν όλα για την αποκατάσταση του κειμένου, και κατόπιν αφήνω να ακολουθήσουν τα αποδεδειγμένα αντίγραφά τους και τα μεταγενέστερα χειρόγραφα που δεν λαμβάνονται υπόψη για την αποκατάσταση του κειμένου.
A
1. Codex Augiensis, σήμερα αριθ. CLX στη Μεγαλοδουκική Αυλική και Κρατική Βιβλιοθήκη της Βάδης στην Καρλσρούη, όπου, σύμφωνα με τον κατάλογο αυτής της βιβλιοθήκης —1, 1891, σ. 18— μεταφέρθηκε η συλλογή χειρογράφων του βενεδικτινού μοναστηριού στο νησί Reichenau, όπως είχε το 1804. Στο μπροστινό κάλυμμα είναι κολλημένος ένας παλαιός αριθμός, πιθανώς 39· επάνω από αυτόν το περιεχόμενο, επίσης γραμμένο σε κολλημένο χαρτί με παλαιά γραφή: Ruffinus in libros origenis periarchon quod de principiis vel principalibus dici potest¹.
Εκτός από τα πλήρη τέσσερα βιβλία του Periarchon στα φφ. 1-111, με την αρχή στο φ. 1: INCIPIT PROLOGUS RUFINI PRBI AD MACHARIUM. Scio quam plurimos..., φ. 1: INCIPIT LIBER PRIMUS PERIARCON ORIGENIS EMENDATUM, το χειρόγραφο περιέχει ακόμη, στα φφ. 111-113, αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, των οποίων προηγείται ολόκληρη η praefatio του Ρουφίνου, και αποσπάσματα από το έργο του Ρουφίνου De adulteratione librorum Origenis (= Lom. XXIV 289, 1. 388, 18. 383, 17. 329, 2. 362, 15, 370, 3. 379, 10. 298, 16. XXV 398, 9-400, 9). Τέλος: φ. 113 que a regno di separat eos qui tales sunt DECLINAMUS. Το φ. 114 είναι κενό· το φ. 115 περιέχει δύο εξάμετρα από νεότερο χέρι: Sordida quaeque placent iniustis quos gravat ira / Utque malos placent iustos crutiant male lingua.
Η περγαμηνή που χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή είναι εν μέρει λειασμένη, εν μέρει μόνο λίγο επεξεργασμένη, κατά τόπους λεπτή, αλλά συνήθως παχύτερη, συχνά ανομοιόμορφη και με τρύπες, και επίσης όχι ομοιόμορφα κομμένη. Το σχήμα είναι μεγάλο τέταρτο —28 × 24½ εκ., χώρος γραφής κατά μέσο όρο 20½ × 19 εκ. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν 27 γραμμές χαραγμένες με ξηρή γραφίδα, οι οποίες όμως κατά τη γραφή δεν τηρήθηκαν πάντοτε προσεκτικά.
Οι ενδείξεις τετραδίων —γράμματα A έως Q και αριθμοί I έως XVI— σώζονται στο τέλος κάθε τετραδίου, όπως δείχνει η ακόλουθη επισκόπηση: φφ. 1-8: A 1· 9-16: B II· 17-24: C II· 25-31 —λείπει 1 φύλλο—: D III· 32-39: E V· 40-47: F VI· 48-55: G VII· 56-61 —λείπουν 2 φύλλα—: H VIII· 62-69: I VIIII· 70-77: K X· 78-85: L XI· 86-87 —λείπουν 6 φύλλα—: M XII· 88-95: N XIII· 96-103: O XIIII· 104-111: P XV· 112-115 —λείπουν 4 φύλλα—: Q XVI. Συνολικά έχουν κοπεί 5 φύλλα, αλλά δεν έχουν συνυπολογιστεί. Τα 16 τετράδια έχουν άνισο μέγεθος, ώστε δεν υπάρχουν 128 αλλά μόνο 115 αριθμημένα φύλλα. Το 4ο τετράδιο έχει λοιπόν μόνο 7 φύλλα, το 8ο 6, το 12ο 2, το τελευταίο 4 φύλλα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 8ο και το 12ο τετράδιο παρουσιάζουν στο τέλος μεγαλύτερη γραφή. Δεν είναι σαφές αν δύο γραφείς μοιράστηκαν την εργασία ή αν ο ένας γραφέας ήθελε να αρχίσει το νέο βιβλίο με νέο τετράδιο.
Rubra λείπουν· το μελάνι είναι σκούρο και διαβάζεται καθαρά· τα αρχικά γράμματα είναι απλά και άτεχνα. Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας πολυτελές χειρόγραφο, αλλά χειρόγραφο χρήσης, το οποίο, από τον χαρακτήρα της γραφής, φαίνεται να δημιουργήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα. Είτε ένας γραφέας έγραψε το σύνολο σε διαφορετικούς χρόνους και με εν μέρει διαφορετική γραφή, είτε δύο γραφείς της ίδιας σχολής μοιράστηκαν την εργασία. Με αυτή την υπόθεση θα εξηγούνταν ευκολότερα η μερική διαφοροποίηση της γραφής. Η ανοιχτή μορφή του a, που στην αρχή κυριαρχεί, γίνεται από το φ. 11 σπανιότερη, σχεδόν εξαφανίζεται στο φ. 13, αλλά αρχίζει πάλι να εμφανίζεται κατά διαστήματα στα φφ. 15, 53, 60, 71, 102. Επιπλέον το φ. 30 είναι πολύ βιαστικό και κακόγραφο, τα φφ. 31 και 44 είναι πολύ μεγάλα, ενώ τα φφ. 60, 61, 82, 87 είναι γραμμένα διαφορετικά, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα. Σε κάθε περίπτωση, συχνά διακρίνεται στη γραφή η βιασύνη του γραφέα.
Παρότι οι συντομογραφίες είναι γενικά σπάνιες και χρησιμοποιούνται κυρίως στο τέλος της γραμμής, υπάρχουν ωστόσο πολυάριθμα σφάλματα παράλειψης και απροσεξίας, τα οποία σε ορισμένα σημεία συσσωρεύονται. Εκτός από γράμματα, παραλείφθηκαν συχνά συλλαβές και λέξεις· έτσι διαβάζουμε π.χ. iustiam αντί iustitiam, miseridiae αντί misericordiae, pectum αντί peccatum, restuat αντί restituat. Αντίστροφα, συλλαβές διπλασιάστηκαν, π.χ. definititio, virtutute. Εσφαλμένος χωρισμός λέξεων —διορθωμένος από το δεύτερο χέρι— απαντά π.χ. σ. 287, 17: terrę-natum. deinde —πρώτο χέρι.
Από συντομογραφίες, εκτός από τις συμβατικές και τις ιερές, όπως dđ, ihu, xpo, in xpianę, scę, συναντώνται επίσης aut, commticias, ei (= eius), głę, ł, nra, om (= omnes), omps (= omnipotens), prop και ppt (= propter), sedm (= secundum), scła, st (= sunt), ura (= vestra), καθώς και -ar (= arunt) και το αριστερά ανοιχτό άγκιστρο για την κατάληξη -us. Οι ορθογραφικές λεπτομέρειες συγκεντρώνονται παρακάτω στην 4η ενότητα.
Το πρώτο χέρι διόρθωσε ορισμένα γραφικά σφάλματα και πρόσθεσε στο περιθώριο παραλείψεις. Από αυτό πρέπει να διακριθεί ένα σχεδόν σύγχρονο δεύτερο χέρι, το οποίο πρόσθεσε διορθώσεις πάνω από τη γραμμή ή και στο περιθώριο με ξηρή γραφίδα και έπειτα, με ένα σημάδι στο περιθώριο, παρέπεμψε σε αυτές τις διορθώσεις, ώστε να μην παραβλεφθούν. Το ίδιο ή ένα νεότερο χέρι έγραψε με μολύβι ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις —ενδείξεις περιεχομένου. Τέλος, μπορεί με βεβαιότητα να διαπιστωθεί ένα τρίτο, νεότερο χέρι —περίπου 14ος/15ος αιώνας—, το οποίο συνήθως γράφει στο περιθώριο no ή nō bn (= nota bene) με περιστασιακές προσθήκες. Και από το δεύτερο χέρι απαντά στο περιθώριο Nota και R (= require), το τελευταίο περιστασιακά και από το πρώτο χέρι.
Το χειρόγραφο είναι καλά διατηρημένο —μόνο το πρώτο φύλλο έχει σκουρύνει στην εμπρόσθια πλευρά, επειδή λείπει το προστατευτικό φύλλο, και στα πρώτα φύλλα υπάρχουν μερικές σκουληκότρυπες— και οφείλει την καλή του διατήρηση στο παλαιό, ενδιαφέρον δέσιμο. Αυτό αποτελείται από δύο δρύινα ξύλινα καλύμματα, τα οποία συγκρατούνται επάνω και κάτω, καθώς και με τρεις λωρίδες περγαμηνής στο μέσο, πάνω στις οποίες είναι περασμένα τα τετράδια. Τα τρία φύλλα περγαμηνής που αρχικά ήταν κολλημένα πίσω και στην εσωτερική πλευρά καθενός από τα δύο καλύμματα λείπουν τώρα. Η γραφή των φύλλων όμως έχει αποτυπωθεί εν μέρει πάνω στα καλύμματα. Με τη βοήθεια καθρέφτη μπορούν να διαβαστούν μεμονωμένες λέξεις, π.χ. Exaudi nos misericors ORAT VESPERTINA SUP MALA Vox nostra te dñe semper deprecetur et ad aures tuae pietatis ascendat. Αυτά τα δείγματα δείχνουν ότι τα φύλλα περγαμηνής περιείχαν προσευχές¹.
Τέλος πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι το φ. 1 παρουσιάζει αρκετά κενά. Προφανώς εδώ το πρότυπο ήταν εν μέρει δυσανάγνωστο. Από αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι και το πρότυπο άρχιζε με το Periarchon, δηλαδή με τον Prologus Rufini prbi ad Macharium, και ότι το πρώτο φύλλο είχε μείνει χωρίς επαρκή προστασία και είχε υποστεί φθορά.
Συνέκρινα πλήρως το χειρόγραφο στην Ιένα από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1902, χρησιμοποιώντας ως βάση μια αντιβολή που είχε εκπονήσει ο καθηγητής Johannes Wrobel και είχε παραχωρηθεί στην Επιτροπή Πατέρων της Εκκλησίας του Βερολίνου. Ως αντίτυπο αντιβολής για αυτό και για τα άλλα χειρόγραφα που συνέκρινα εγώ χρησίμευσε η έκδοση του Migne, Patrol. gr. latine tantum edit., τόμ. VIII, Παρίσι 1856.
B
2. Codex Bambergensis B IV 27 (953), παλαιότερα bibl. cathedr. A 66, περγαμηνός, 11ος αιώνας, σε σχήμα folio —29,8 × 22,4 εκ., χώρος γραφής 22,8 × 14,5 εκ.—, 148 φύλλα², 30-32 γραμμές χαραγμένες με γραφίδα σε κάθε σελίδα.
Περιεχόμενο:
φφ. 1-147, τα τέσσερα βιβλία του Periarchon του Ωριγένη, σε μετάφραση του Ρουφίνου, πλήρη· πριν από κάθε βιβλίο προηγείται εκτενής Capitulatio.
φφ. 147-148, αποσπάσματα από νεότερο χέρι, περίπου 13ου αιώνα, σχετικά με τις ψυχές των αγίων, τον Ιακώβ, τους πρώτους ανθρώπους, τις μεταφράσεις της Βίβλου, την τιμή των αγίων κατά τον Αυγουστίνο κ.ά.
Η περγαμηνή είναι εν μέρει παχιά, εν μέρει λεπτή και κομμένη. Οι αριθμοί των τετραδίων, εν μέρει σωζόμενοι, είχαν σημειωθεί στο τέλος κάθε τετραδίου. Τα τετράδια περιείχαν οκτώ φύλλα, αλλά και λιγότερα. Το μελάνι είναι ως επί το πλείστον σκούρο και ευανάγνωστο. Τα αρχικά είναι απλά, γραμμένα με μελάνι. Τα rubra παρουσιάζουν ωχρό κόκκινο. Ο γραφέας έγραψε προσεκτικά και με σταθερό χέρι· οι συντομογραφίες —εκτός από τις πιο συνηθισμένες— και οι περιθωριακές σημειώσεις είναι πολύ σπάνιες.
Ένα δεύτερο χέρι φαίνεται ότι διόρθωσε ολόκληρο τον κώδικα και έγραψε σε κάθε verso σελίδα, με λεπτή μικρή γραφή: periarchon, και σε κάθε recto: lib I II III IIII, από τα οποία ο βιβλιοδέτης άφησε μόνο ίχνη. Ένα νεότερο τρίτο χέρι έγραψε στο περιθώριο μερικά ονόματα που απαντούν στο κείμενο. Πρβλ. παρακάτω σ. XXXV.
Το χειρόγραφο προέρχεται, όπως μου ανακοίνωσε ο βιβλιοθηκάριος Fischer στις 4 Μαρτίου 1902, από τη βιβλιοθήκη του καθεδρικού ναού και εκεί, το 1611, με πρωτοβουλία του προϊσταμένου του καθεδρικού Erasmus Neustetter, επονομαζόμενου Stürmer, και του κοσμήτορα του καθεδρικού Hector von Kotzau, εφοδιάστηκε με το ωραίο δέσιμο —ξύλινα καλύμματα επενδυμένα με πιεσμένο χοιρόδερμα. Μνημονεύεται στον κατάλογο χειρογράφων του Coenobium S. Michaelis Bambergae των ετών 1112-1123, που τυπώθηκε από τον Becker, Catalogi § 80, με αριθ. 214, και στον κατάλογο της βιβλιοθήκης του καθεδρικού κεφαλαίου της Βαμβέργης του 13ου αιώνα ήδη στην αρχή· πρβλ. Petzholdts N. Anzeiger f. Bibl. u. Bibl.-Wiss., 1877, σ. 276, και Jaeck, Beschr. d. Bamb. Bibl., II, σ. XLIII. Ίσως παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ερρίκο Β΄ στο ίδρυμα του καθεδρικού· πρβλ. O. Hartwig, Centralbl. f. Bibl. III (1886), σ. 165. Συνέκρινα το χειρόγραφο από τον Δεκέμβριο του 1901 έως τον Φεβρουάριο του 1902 στην Ιένα.
3. Codex Casinensis αριθ. 343, περγαμηνός, σε μεγάλο τέταρτο. Το χειρόγραφο αποτελείται από δύο μέρη:
φφ. 1-126 —σσ. 1-252—, 12ος αιώνας, περιέχει 30 ομιλίες του Ωριγένη, συγκεκριμένα 17 για τη Γένεση και 13 για την Έξοδο·
φφ. 127-198 —σσ. 254-396—, 10ος-11ος αιώνας, το Periarchon του Ωριγένη, αλλά ελλιπές στο τέλος.
Η αρχή στο φ. 127 —σ. 254— επάνω έχει ως εξής: Preptialib periar Scio quam plurimos... Το χειρόγραφο τελειώνει με το De princ. III 5, 5 —σ. 276, 11—, μόνο που πίσω από αυτό ακολουθεί ακόμη η επικεφαλίδα κεφαλαίου XIII για το III 5, 6: Quę s(it) causa ut übū di.... ipse patri subiciendus dicitur; —Rubrum. Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις της τελευταίας σελίδας, η οποία έχει γίνει σκοτεινή και δυσανάγνωστη. Προφανώς τα επόμενα τετράδια, που περιείχαν το υπόλοιπο του τρίτου βιβλίου και το τέταρτο βιβλίο, αποκολλήθηκαν ήδη πριν από αιώνες και χάθηκαν· έτσι η σ. 396 έγινε η τελευταία σελίδα και, χωρίς προστασία, σκούρυνε και φθάρθηκε.
Το χειρόγραφο παρουσιάζει την ίδια Capitulatio πριν από τα βιβλία I-III όπως ο κώδικας B· όμως ο κώδικας C είναι παλαιότερος από τον B και είναι γραμμένος σε λογγοβαρδική γραφή, διατεταγμένη σε δύο στήλες. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν δύο φορές 36 γραμμές. Η γραφή είναι καθαρή, δυνατή και, με λίγες εξαιρέσεις, ευανάγνωστη. Οι διορθώσεις του πρώτου χεριού είναι σπάνιες· συχνότερες είναι εκείνες ενός δεύτερου, πιθανώς σύγχρονου χεριού, το οποίο καθάρισε το κείμενο από σφάλματα, αλλά περιστασιακά διόρθωσε και εσφαλμένα. Στο κείμενο βρίσκουμε συχνές παραλείψεις λόγω ομοιοτέλευτου· τα e, ę και ae χρησιμοποιούνται αρκετά αυθαίρετα· το a παρουσιάζει συνήθως μια μορφή ελαφρά ανοιχτή επάνω. Τα αρχικά γράμματα είναι απλά· τα rubra δεν είναι γραμμένα με κεφαλαιογράμματη γραφή. Συντομογραφίες για et, sed, enim, post, sunt, est —στο τέλος γραμμής—, επίσης για qua, homo, david και misericordia απαντούν, αν και όχι συχνά. Αξιοσημείωτη είναι η περιστασιακή χρήση τόνων για να δηλωθεί ο σωστός τονισμός ορισμένων λέξεων, καθώς και η τοποθέτηση του ερωτηματικού στην αρχή της αντίστοιχης πρότασης. Περιθωριακές σημειώσεις του πρώτου χεριού είναι πολύ σπάνιες. Μια μεγαλύτερη περιθωριακή σημείωση νεότερου χεριού —περίπου 14ου-15ου αιώνα— βρίσκεται στη σ. 257· πραγματεύεται, όσο μπόρεσα να την αποκρυπτογραφήσω με τη βοήθεια του Amelli, την αίρεση του Ωριγένη.
Ο κώδικας C έχει περιγραφεί ακριβώς από τον A. Reifferscheid —Bibl. patr. lat. Ital. II 420 κ.ε.· πρβλ. και Montfaucon, Bibl. Bibl. I 226 C αριθ. 343. Στον κατάλογο χειρογράφων του έτους 1532, τον οποίο περιέχει ο κώδικας Vat. 3961, μνημονεύεται ο κώδικας C· πρβλ. Bibl. Casin., τόμ. I (1874), σσ. XVIII, LXIV, LXXXII. Πιθανότατα γράφτηκε στο ίδιο το Monte Cassino. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1903 συνέκρινα το χειρόγραφο στο ίδιο το αρχείο της μονής.
G
4. Codex Parisinus-Sangermanensis —αρχικά Corbeiensis— λατ. αριθ. 12125, περγαμηνός, 9ος αιώνας, σε μεγάλο τέταρτο —31½ × 26½ εκ., χώρος γραφής 22 × 19 εκ.—, με τη σήμανση: Sti Germani a Pratis N. 199 olim 104, lib sci pet corbeie Origenis de principiis, περιέχει:
φ. 1, από χέρι του 12ου αιώνα, το οποίο έχει γράψει ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις στον κώδικα, οκτώ γραμμές με την επικεφαλίδα: Titulus Origenis sup tumulum eius, a se ipso cõpositus —πρβλ. παραπάνω σ. XXII·
φ. 2, ένα απόσπασμα του Ιερωνύμου, De vir. ill. LXXV, περί Παμφίλου·
φ. 2-2, ένδειξη περιεχομένων του κώδικα: In hoc codice sunt libri origenis de periarchon id est de principiis sive principatibus IIII. nec non et apo/f/flogeticum sci pamphyli martyris pro origene primus liber continet haec·
φφ. 2-32, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, μεταφρασμένο από τον Ρουφίνο, με τον πρόλογο του Ρουφίνου· αρχή: Cognoscendae veritatis amore permotus. Τέλος: faciliora peccata sunt·
φφ. 32-37, Ρουφίνος, De adulteratione librorum Origenis liber secundus· αρχή: In his quae in superiore libro... Τέλος: declinamus·
φφ. 37-156, Origenis Periarchon, πλήρες, με τους δύο προλόγους του Ρουφίνου πριν από τα βιβλία I και III· αρχή: Scio quam plurimos... Τέλος: sentiendum est.
Τέλος, έχει κολληθεί ακόμη ένα φύλλο, φ. 157, με παλαιά γραφή του 9ου ή 10ου αιώνα· αρχή: inponi. aliud cuidam similitudini... Τέλος: ut se inclinavit ad dim adorandum. id utique. Το περιεχόμενο είναι μια αλληγορική ερμηνεία του Γεν. 37, 31-33. Στο κάτω περιθώριο της οπίσθιας πλευράς βρίσκεται: qt. III., επομένως έχουμε εδώ το τελευταίο φύλλο του τρίτου τετραδίου, του οποίου αρχικά προηγούνταν ακόμη 23 φύλλα —πιθανώς η ερμηνεία χωρίων από Γεν. 1-37, 30.
Συνεχίζεται
II. Επιλεγμένες μαρτυρίες
Β. Χειρόγραφη παράδοση
Το ελληνικό πρωτότυπο του Περὶ ἀρχῶν φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα· τουλάχιστον έως τώρα δεν έχει εμφανιστεί κανένα ίχνος ύπαρξης ενός ελληνικού χειρογράφου που να περιείχε ολόκληρο το έργο. Ο τελευταίος που είδε ένα τέτοιο χειρόγραφο ήταν ο λόγιος Φώτιος, ο οποίος το περιέγραψε στη Βιβλιοθήκη του —κώδ. 8. Το ότι όμως το Περὶ ἀρχῶν στο ελληνικό πρωτότυπο πέρασε κατά τους αιώνες μετά τον Φώτιο από την Ανατολή στη Δύση, μου φαίνεται απίθανο. Ο Bessarion, ο πιο δραστήριος συλλέκτης χειρογράφων του Ωριγένη¹, θα είχε ασφαλώς φροντίσει να γίνει ένα αντίγραφο, αν είχε λάβει μέσω των πρακτόρων του είδηση για το πρωτότυπο. Αλλά σε αυτόν, όπως και στους συγχρόνους του, ήταν γνωστά μόνο τα δύο ελληνικά αποσπάσματα που παραδίδονται στη Φιλοκαλία. Από τότε όμως και οι βιβλιοθήκες της Ανατολής έχουν ερευνηθεί τόσο συχνά και τόσο προσεκτικά, ώστε μάλλον πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα επανεύρεσης του πρωτοτύπου.
Η γνώση μας για το Περὶ ἀρχῶν στηρίζεται επομένως κυρίως στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου, η οποία σώζεται σε πολυάριθμα χειρόγραφα. Για τη συμπλήρωση και τη διόρθωσή της χρησιμεύουν δύο μεγαλύτερα και περισσότερα μικρότερα ελληνικά αποσπάσματα· ακόμη, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου υπέρ του Ωριγένη, μεταφρασμένο στα λατινικά από τον Ρουφίνο· και τέλος ορισμένα κατάλοιπα της δυστυχώς χαμένης λατινικής μετάφρασης του Ιερωνύμου.
Ι. Η μετάφραση του Ρουφίνου
1. Τα χειρόγραφα
Παρουσιάζω εδώ πρώτα τα σημαντικότερα χειρόγραφα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν όλα για την αποκατάσταση του κειμένου, και κατόπιν αφήνω να ακολουθήσουν τα αποδεδειγμένα αντίγραφά τους και τα μεταγενέστερα χειρόγραφα που δεν λαμβάνονται υπόψη για την αποκατάσταση του κειμένου.
A
1. Codex Augiensis, σήμερα αριθ. CLX στη Μεγαλοδουκική Αυλική και Κρατική Βιβλιοθήκη της Βάδης στην Καρλσρούη, όπου, σύμφωνα με τον κατάλογο αυτής της βιβλιοθήκης —1, 1891, σ. 18— μεταφέρθηκε η συλλογή χειρογράφων του βενεδικτινού μοναστηριού στο νησί Reichenau, όπως είχε το 1804. Στο μπροστινό κάλυμμα είναι κολλημένος ένας παλαιός αριθμός, πιθανώς 39· επάνω από αυτόν το περιεχόμενο, επίσης γραμμένο σε κολλημένο χαρτί με παλαιά γραφή: Ruffinus in libros origenis periarchon quod de principiis vel principalibus dici potest¹.
Εκτός από τα πλήρη τέσσερα βιβλία του Periarchon στα φφ. 1-111, με την αρχή στο φ. 1: INCIPIT PROLOGUS RUFINI PRBI AD MACHARIUM. Scio quam plurimos..., φ. 1: INCIPIT LIBER PRIMUS PERIARCON ORIGENIS EMENDATUM, το χειρόγραφο περιέχει ακόμη, στα φφ. 111-113, αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, των οποίων προηγείται ολόκληρη η praefatio του Ρουφίνου, και αποσπάσματα από το έργο του Ρουφίνου De adulteratione librorum Origenis (= Lom. XXIV 289, 1. 388, 18. 383, 17. 329, 2. 362, 15, 370, 3. 379, 10. 298, 16. XXV 398, 9-400, 9). Τέλος: φ. 113 que a regno di separat eos qui tales sunt DECLINAMUS. Το φ. 114 είναι κενό· το φ. 115 περιέχει δύο εξάμετρα από νεότερο χέρι: Sordida quaeque placent iniustis quos gravat ira / Utque malos placent iustos crutiant male lingua.
Η περγαμηνή που χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή είναι εν μέρει λειασμένη, εν μέρει μόνο λίγο επεξεργασμένη, κατά τόπους λεπτή, αλλά συνήθως παχύτερη, συχνά ανομοιόμορφη και με τρύπες, και επίσης όχι ομοιόμορφα κομμένη. Το σχήμα είναι μεγάλο τέταρτο —28 × 24½ εκ., χώρος γραφής κατά μέσο όρο 20½ × 19 εκ. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν 27 γραμμές χαραγμένες με ξηρή γραφίδα, οι οποίες όμως κατά τη γραφή δεν τηρήθηκαν πάντοτε προσεκτικά.
Οι ενδείξεις τετραδίων —γράμματα A έως Q και αριθμοί I έως XVI— σώζονται στο τέλος κάθε τετραδίου, όπως δείχνει η ακόλουθη επισκόπηση: φφ. 1-8: A 1· 9-16: B II· 17-24: C II· 25-31 —λείπει 1 φύλλο—: D III· 32-39: E V· 40-47: F VI· 48-55: G VII· 56-61 —λείπουν 2 φύλλα—: H VIII· 62-69: I VIIII· 70-77: K X· 78-85: L XI· 86-87 —λείπουν 6 φύλλα—: M XII· 88-95: N XIII· 96-103: O XIIII· 104-111: P XV· 112-115 —λείπουν 4 φύλλα—: Q XVI. Συνολικά έχουν κοπεί 5 φύλλα, αλλά δεν έχουν συνυπολογιστεί. Τα 16 τετράδια έχουν άνισο μέγεθος, ώστε δεν υπάρχουν 128 αλλά μόνο 115 αριθμημένα φύλλα. Το 4ο τετράδιο έχει λοιπόν μόνο 7 φύλλα, το 8ο 6, το 12ο 2, το τελευταίο 4 φύλλα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 8ο και το 12ο τετράδιο παρουσιάζουν στο τέλος μεγαλύτερη γραφή. Δεν είναι σαφές αν δύο γραφείς μοιράστηκαν την εργασία ή αν ο ένας γραφέας ήθελε να αρχίσει το νέο βιβλίο με νέο τετράδιο.
Rubra λείπουν· το μελάνι είναι σκούρο και διαβάζεται καθαρά· τα αρχικά γράμματα είναι απλά και άτεχνα. Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας πολυτελές χειρόγραφο, αλλά χειρόγραφο χρήσης, το οποίο, από τον χαρακτήρα της γραφής, φαίνεται να δημιουργήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα. Είτε ένας γραφέας έγραψε το σύνολο σε διαφορετικούς χρόνους και με εν μέρει διαφορετική γραφή, είτε δύο γραφείς της ίδιας σχολής μοιράστηκαν την εργασία. Με αυτή την υπόθεση θα εξηγούνταν ευκολότερα η μερική διαφοροποίηση της γραφής. Η ανοιχτή μορφή του a, που στην αρχή κυριαρχεί, γίνεται από το φ. 11 σπανιότερη, σχεδόν εξαφανίζεται στο φ. 13, αλλά αρχίζει πάλι να εμφανίζεται κατά διαστήματα στα φφ. 15, 53, 60, 71, 102. Επιπλέον το φ. 30 είναι πολύ βιαστικό και κακόγραφο, τα φφ. 31 και 44 είναι πολύ μεγάλα, ενώ τα φφ. 60, 61, 82, 87 είναι γραμμένα διαφορετικά, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα. Σε κάθε περίπτωση, συχνά διακρίνεται στη γραφή η βιασύνη του γραφέα.
Παρότι οι συντομογραφίες είναι γενικά σπάνιες και χρησιμοποιούνται κυρίως στο τέλος της γραμμής, υπάρχουν ωστόσο πολυάριθμα σφάλματα παράλειψης και απροσεξίας, τα οποία σε ορισμένα σημεία συσσωρεύονται. Εκτός από γράμματα, παραλείφθηκαν συχνά συλλαβές και λέξεις· έτσι διαβάζουμε π.χ. iustiam αντί iustitiam, miseridiae αντί misericordiae, pectum αντί peccatum, restuat αντί restituat. Αντίστροφα, συλλαβές διπλασιάστηκαν, π.χ. definititio, virtutute. Εσφαλμένος χωρισμός λέξεων —διορθωμένος από το δεύτερο χέρι— απαντά π.χ. σ. 287, 17: terrę-natum. deinde —πρώτο χέρι.
Από συντομογραφίες, εκτός από τις συμβατικές και τις ιερές, όπως dđ, ihu, xpo, in xpianę, scę, συναντώνται επίσης aut, commticias, ei (= eius), głę, ł, nra, om (= omnes), omps (= omnipotens), prop και ppt (= propter), sedm (= secundum), scła, st (= sunt), ura (= vestra), καθώς και -ar (= arunt) και το αριστερά ανοιχτό άγκιστρο για την κατάληξη -us. Οι ορθογραφικές λεπτομέρειες συγκεντρώνονται παρακάτω στην 4η ενότητα.
Το πρώτο χέρι διόρθωσε ορισμένα γραφικά σφάλματα και πρόσθεσε στο περιθώριο παραλείψεις. Από αυτό πρέπει να διακριθεί ένα σχεδόν σύγχρονο δεύτερο χέρι, το οποίο πρόσθεσε διορθώσεις πάνω από τη γραμμή ή και στο περιθώριο με ξηρή γραφίδα και έπειτα, με ένα σημάδι στο περιθώριο, παρέπεμψε σε αυτές τις διορθώσεις, ώστε να μην παραβλεφθούν. Το ίδιο ή ένα νεότερο χέρι έγραψε με μολύβι ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις —ενδείξεις περιεχομένου. Τέλος, μπορεί με βεβαιότητα να διαπιστωθεί ένα τρίτο, νεότερο χέρι —περίπου 14ος/15ος αιώνας—, το οποίο συνήθως γράφει στο περιθώριο no ή nō bn (= nota bene) με περιστασιακές προσθήκες. Και από το δεύτερο χέρι απαντά στο περιθώριο Nota και R (= require), το τελευταίο περιστασιακά και από το πρώτο χέρι.
Το χειρόγραφο είναι καλά διατηρημένο —μόνο το πρώτο φύλλο έχει σκουρύνει στην εμπρόσθια πλευρά, επειδή λείπει το προστατευτικό φύλλο, και στα πρώτα φύλλα υπάρχουν μερικές σκουληκότρυπες— και οφείλει την καλή του διατήρηση στο παλαιό, ενδιαφέρον δέσιμο. Αυτό αποτελείται από δύο δρύινα ξύλινα καλύμματα, τα οποία συγκρατούνται επάνω και κάτω, καθώς και με τρεις λωρίδες περγαμηνής στο μέσο, πάνω στις οποίες είναι περασμένα τα τετράδια. Τα τρία φύλλα περγαμηνής που αρχικά ήταν κολλημένα πίσω και στην εσωτερική πλευρά καθενός από τα δύο καλύμματα λείπουν τώρα. Η γραφή των φύλλων όμως έχει αποτυπωθεί εν μέρει πάνω στα καλύμματα. Με τη βοήθεια καθρέφτη μπορούν να διαβαστούν μεμονωμένες λέξεις, π.χ. Exaudi nos misericors ORAT VESPERTINA SUP MALA Vox nostra te dñe semper deprecetur et ad aures tuae pietatis ascendat. Αυτά τα δείγματα δείχνουν ότι τα φύλλα περγαμηνής περιείχαν προσευχές¹.
Τέλος πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι το φ. 1 παρουσιάζει αρκετά κενά. Προφανώς εδώ το πρότυπο ήταν εν μέρει δυσανάγνωστο. Από αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι και το πρότυπο άρχιζε με το Periarchon, δηλαδή με τον Prologus Rufini prbi ad Macharium, και ότι το πρώτο φύλλο είχε μείνει χωρίς επαρκή προστασία και είχε υποστεί φθορά.
Συνέκρινα πλήρως το χειρόγραφο στην Ιένα από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1902, χρησιμοποιώντας ως βάση μια αντιβολή που είχε εκπονήσει ο καθηγητής Johannes Wrobel και είχε παραχωρηθεί στην Επιτροπή Πατέρων της Εκκλησίας του Βερολίνου. Ως αντίτυπο αντιβολής για αυτό και για τα άλλα χειρόγραφα που συνέκρινα εγώ χρησίμευσε η έκδοση του Migne, Patrol. gr. latine tantum edit., τόμ. VIII, Παρίσι 1856.
B
2. Codex Bambergensis B IV 27 (953), παλαιότερα bibl. cathedr. A 66, περγαμηνός, 11ος αιώνας, σε σχήμα folio —29,8 × 22,4 εκ., χώρος γραφής 22,8 × 14,5 εκ.—, 148 φύλλα², 30-32 γραμμές χαραγμένες με γραφίδα σε κάθε σελίδα.
Περιεχόμενο:
φφ. 1-147, τα τέσσερα βιβλία του Periarchon του Ωριγένη, σε μετάφραση του Ρουφίνου, πλήρη· πριν από κάθε βιβλίο προηγείται εκτενής Capitulatio.
φφ. 147-148, αποσπάσματα από νεότερο χέρι, περίπου 13ου αιώνα, σχετικά με τις ψυχές των αγίων, τον Ιακώβ, τους πρώτους ανθρώπους, τις μεταφράσεις της Βίβλου, την τιμή των αγίων κατά τον Αυγουστίνο κ.ά.
Η περγαμηνή είναι εν μέρει παχιά, εν μέρει λεπτή και κομμένη. Οι αριθμοί των τετραδίων, εν μέρει σωζόμενοι, είχαν σημειωθεί στο τέλος κάθε τετραδίου. Τα τετράδια περιείχαν οκτώ φύλλα, αλλά και λιγότερα. Το μελάνι είναι ως επί το πλείστον σκούρο και ευανάγνωστο. Τα αρχικά είναι απλά, γραμμένα με μελάνι. Τα rubra παρουσιάζουν ωχρό κόκκινο. Ο γραφέας έγραψε προσεκτικά και με σταθερό χέρι· οι συντομογραφίες —εκτός από τις πιο συνηθισμένες— και οι περιθωριακές σημειώσεις είναι πολύ σπάνιες.
Ένα δεύτερο χέρι φαίνεται ότι διόρθωσε ολόκληρο τον κώδικα και έγραψε σε κάθε verso σελίδα, με λεπτή μικρή γραφή: periarchon, και σε κάθε recto: lib I II III IIII, από τα οποία ο βιβλιοδέτης άφησε μόνο ίχνη. Ένα νεότερο τρίτο χέρι έγραψε στο περιθώριο μερικά ονόματα που απαντούν στο κείμενο. Πρβλ. παρακάτω σ. XXXV.
Το χειρόγραφο προέρχεται, όπως μου ανακοίνωσε ο βιβλιοθηκάριος Fischer στις 4 Μαρτίου 1902, από τη βιβλιοθήκη του καθεδρικού ναού και εκεί, το 1611, με πρωτοβουλία του προϊσταμένου του καθεδρικού Erasmus Neustetter, επονομαζόμενου Stürmer, και του κοσμήτορα του καθεδρικού Hector von Kotzau, εφοδιάστηκε με το ωραίο δέσιμο —ξύλινα καλύμματα επενδυμένα με πιεσμένο χοιρόδερμα. Μνημονεύεται στον κατάλογο χειρογράφων του Coenobium S. Michaelis Bambergae των ετών 1112-1123, που τυπώθηκε από τον Becker, Catalogi § 80, με αριθ. 214, και στον κατάλογο της βιβλιοθήκης του καθεδρικού κεφαλαίου της Βαμβέργης του 13ου αιώνα ήδη στην αρχή· πρβλ. Petzholdts N. Anzeiger f. Bibl. u. Bibl.-Wiss., 1877, σ. 276, και Jaeck, Beschr. d. Bamb. Bibl., II, σ. XLIII. Ίσως παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ερρίκο Β΄ στο ίδρυμα του καθεδρικού· πρβλ. O. Hartwig, Centralbl. f. Bibl. III (1886), σ. 165. Συνέκρινα το χειρόγραφο από τον Δεκέμβριο του 1901 έως τον Φεβρουάριο του 1902 στην Ιένα.
3. Codex Casinensis αριθ. 343, περγαμηνός, σε μεγάλο τέταρτο. Το χειρόγραφο αποτελείται από δύο μέρη:
φφ. 1-126 —σσ. 1-252—, 12ος αιώνας, περιέχει 30 ομιλίες του Ωριγένη, συγκεκριμένα 17 για τη Γένεση και 13 για την Έξοδο·
φφ. 127-198 —σσ. 254-396—, 10ος-11ος αιώνας, το Periarchon του Ωριγένη, αλλά ελλιπές στο τέλος.
Η αρχή στο φ. 127 —σ. 254— επάνω έχει ως εξής: Preptialib periar Scio quam plurimos... Το χειρόγραφο τελειώνει με το De princ. III 5, 5 —σ. 276, 11—, μόνο που πίσω από αυτό ακολουθεί ακόμη η επικεφαλίδα κεφαλαίου XIII για το III 5, 6: Quę s(it) causa ut übū di.... ipse patri subiciendus dicitur; —Rubrum. Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις της τελευταίας σελίδας, η οποία έχει γίνει σκοτεινή και δυσανάγνωστη. Προφανώς τα επόμενα τετράδια, που περιείχαν το υπόλοιπο του τρίτου βιβλίου και το τέταρτο βιβλίο, αποκολλήθηκαν ήδη πριν από αιώνες και χάθηκαν· έτσι η σ. 396 έγινε η τελευταία σελίδα και, χωρίς προστασία, σκούρυνε και φθάρθηκε.
Το χειρόγραφο παρουσιάζει την ίδια Capitulatio πριν από τα βιβλία I-III όπως ο κώδικας B· όμως ο κώδικας C είναι παλαιότερος από τον B και είναι γραμμένος σε λογγοβαρδική γραφή, διατεταγμένη σε δύο στήλες. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν δύο φορές 36 γραμμές. Η γραφή είναι καθαρή, δυνατή και, με λίγες εξαιρέσεις, ευανάγνωστη. Οι διορθώσεις του πρώτου χεριού είναι σπάνιες· συχνότερες είναι εκείνες ενός δεύτερου, πιθανώς σύγχρονου χεριού, το οποίο καθάρισε το κείμενο από σφάλματα, αλλά περιστασιακά διόρθωσε και εσφαλμένα. Στο κείμενο βρίσκουμε συχνές παραλείψεις λόγω ομοιοτέλευτου· τα e, ę και ae χρησιμοποιούνται αρκετά αυθαίρετα· το a παρουσιάζει συνήθως μια μορφή ελαφρά ανοιχτή επάνω. Τα αρχικά γράμματα είναι απλά· τα rubra δεν είναι γραμμένα με κεφαλαιογράμματη γραφή. Συντομογραφίες για et, sed, enim, post, sunt, est —στο τέλος γραμμής—, επίσης για qua, homo, david και misericordia απαντούν, αν και όχι συχνά. Αξιοσημείωτη είναι η περιστασιακή χρήση τόνων για να δηλωθεί ο σωστός τονισμός ορισμένων λέξεων, καθώς και η τοποθέτηση του ερωτηματικού στην αρχή της αντίστοιχης πρότασης. Περιθωριακές σημειώσεις του πρώτου χεριού είναι πολύ σπάνιες. Μια μεγαλύτερη περιθωριακή σημείωση νεότερου χεριού —περίπου 14ου-15ου αιώνα— βρίσκεται στη σ. 257· πραγματεύεται, όσο μπόρεσα να την αποκρυπτογραφήσω με τη βοήθεια του Amelli, την αίρεση του Ωριγένη.
Ο κώδικας C έχει περιγραφεί ακριβώς από τον A. Reifferscheid —Bibl. patr. lat. Ital. II 420 κ.ε.· πρβλ. και Montfaucon, Bibl. Bibl. I 226 C αριθ. 343. Στον κατάλογο χειρογράφων του έτους 1532, τον οποίο περιέχει ο κώδικας Vat. 3961, μνημονεύεται ο κώδικας C· πρβλ. Bibl. Casin., τόμ. I (1874), σσ. XVIII, LXIV, LXXXII. Πιθανότατα γράφτηκε στο ίδιο το Monte Cassino. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1903 συνέκρινα το χειρόγραφο στο ίδιο το αρχείο της μονής.
G
4. Codex Parisinus-Sangermanensis —αρχικά Corbeiensis— λατ. αριθ. 12125, περγαμηνός, 9ος αιώνας, σε μεγάλο τέταρτο —31½ × 26½ εκ., χώρος γραφής 22 × 19 εκ.—, με τη σήμανση: Sti Germani a Pratis N. 199 olim 104, lib sci pet corbeie Origenis de principiis, περιέχει:
φ. 1, από χέρι του 12ου αιώνα, το οποίο έχει γράψει ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις στον κώδικα, οκτώ γραμμές με την επικεφαλίδα: Titulus Origenis sup tumulum eius, a se ipso cõpositus —πρβλ. παραπάνω σ. XXII·
φ. 2, ένα απόσπασμα του Ιερωνύμου, De vir. ill. LXXV, περί Παμφίλου·
φ. 2-2, ένδειξη περιεχομένων του κώδικα: In hoc codice sunt libri origenis de periarchon id est de principiis sive principatibus IIII. nec non et apo/f/flogeticum sci pamphyli martyris pro origene primus liber continet haec·
φφ. 2-32, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, μεταφρασμένο από τον Ρουφίνο, με τον πρόλογο του Ρουφίνου· αρχή: Cognoscendae veritatis amore permotus. Τέλος: faciliora peccata sunt·
φφ. 32-37, Ρουφίνος, De adulteratione librorum Origenis liber secundus· αρχή: In his quae in superiore libro... Τέλος: declinamus·
φφ. 37-156, Origenis Periarchon, πλήρες, με τους δύο προλόγους του Ρουφίνου πριν από τα βιβλία I και III· αρχή: Scio quam plurimos... Τέλος: sentiendum est.
Τέλος, έχει κολληθεί ακόμη ένα φύλλο, φ. 157, με παλαιά γραφή του 9ου ή 10ου αιώνα· αρχή: inponi. aliud cuidam similitudini... Τέλος: ut se inclinavit ad dim adorandum. id utique. Το περιεχόμενο είναι μια αλληγορική ερμηνεία του Γεν. 37, 31-33. Στο κάτω περιθώριο της οπίσθιας πλευράς βρίσκεται: qt. III., επομένως έχουμε εδώ το τελευταίο φύλλο του τρίτου τετραδίου, του οποίου αρχικά προηγούνταν ακόμη 23 φύλλα —πιθανώς η ερμηνεία χωρίων από Γεν. 1-37, 30.
Συνεχίζεται
ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΟΤΙ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΟ ΟΤΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ.
ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΥΠΕΡΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΤΟΝΙΖΕ ΟΤΙ ΟΛΑ ΘΑ ΕΞΑΡΤΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΘΟΤΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΔΟΞΑΖΕΤΑΙ ΣΑΝ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ , ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ , Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ.
Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΛΗΘΗ . Η ΜΟΝΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΕ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΕΘΕΣΕ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ.
ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΣΤΟΧΙΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΣΗΜΕΡΑ.
Ο ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Ο ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, ΕΦΤΑΣΕ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕΙ ΓΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΕΧΟΜΑΣΤΕ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.
2 σχόλια:
ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ; ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥ; ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΚΑΙ Ο Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΡΟΥΣΑΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΥΣ. Η ΑΠΙΤΥΧΙΑ ΕΝΩΣΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΕΛΙΚΑ ΤΑΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ;
ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟ ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΨΗΓΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ Π. Χ. Γ.ΡΗΓ..ΝΥΣΗΣ.,ΚΑΠΟΙΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΑΣΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ.. ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΣΗΜΕΡΑ;
Δημοσίευση σχολίου