Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 7

Συνέχεια από Δευτέρα 11 Μαίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 7

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori


Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016


IV.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Η δικέφαλη φύση του Οργάνου¹

Αφού είδαμε τα έργα σε ακολουθία, γίνεται δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι εκείνος που «επινόησε» το Όργανον χρειάστηκε να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα: να κάνει μια επιλογή μέσα στο πλαίσιο του Corpus που δημοσίευε και να τοποθετήσει τα κείμενα σε μια λειτουργική σειρά.
Είχε ένα κείμενο, τα Αναλυτικά, τα οποία αντιμετώπιζαν το ζήτημα της επιστήμης, εντοπίζοντας την αυστηρότερη και αποδεικτική μορφή του συλλογισμού στα σχήματα του συλλογισμού, και έπειτα διασαφηνίζοντας τη μορφή του επιστημονικού συλλογισμού.

Είχε όμως και ένα περαιτέρω πρόβλημα: τι να κάνει με δύο κείμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τα οποία αποτελούν ασφαλώς προϋπόθεση του ανθρώπινου συλλογίζεσθαι, αλλά που ακριβώς γι’ αυτό αναφέρονται σε όλες τις μορφές επιχειρηματολογίας, όσο αδύναμες κι αν είναι αυτές. Αυτός ο πολυδύναμος ρόλος, εύκολος στη διαχείριση κατά τη διδασκαλία, γίνεται ανεφάρμοστος τη στιγμή που δημοσιεύονται τα έργα και πρέπει, επομένως, να αποφασιστεί σε ποια ακολουθία θα ενταχθούν.

Ο Ανδρόνικος —ή όποιος πριν από αυτόν— μπορούσε ασφαλώς να τα συνδέσει με τη ρητορική ή με την ηθική, αλλά στην πράξη προτίμησε να τα εντάξει σε μια «λογική» ακολουθία. Εφόσον οι συλλογισμοί συγκροτούνται από κρίσεις, δηλαδή από συνδεδεμένους όρους, είναι ορθό να προταχθεί των Αναλυτικών η πραγμάτευση των εννοιών και των όρων —οι Κατηγορίες— και των προτάσεων —το Περὶ ἑρμηνείας.

Ίσως σε αυτή την επιλογή να βάρυνε η φιλοσοφική ευαισθησία της περιόδου: η λογική είχε επιβληθεί χάρη στους Στωικούς, ενώ η απόσταση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη ρητορική γινόταν σταδιακά όλο και πιο εμφανής¹· γι’ αυτό η επιλογή ήταν ίσως σχεδόν υποχρεωτική.
Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η ίδια κατάσταση επανεμφανίζεται για τα Τοπικά / Σοφιστικοὶ ἔλεγχοι, δηλαδή για τον διαλεκτικό συλλογισμό, ο οποίος παρουσιάζει την ίδια αμφισημία: από τη μία πλευρά εντάσσεται πλήρως στα «κεφάλαια» του θέματος «συλλογισμός» και, επομένως, εισάγεται στην κοίτη της «λογικής»· από την άλλη, από την ίδια του τη φύση, έχει προφανή εφαρμογή στο πεδίο της ρητορικής και ακόμη περισσότερο σε εκείνο της ηθικής.
Συνοπτικά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια «ύστερη» επιλογή, η οποία έπρεπε να λύσει μια «αμφισημία» υπέρ του ενός από τα δύο σκέλη της δυνατότητας.

Δεδομένης της δικής μας χρονικής τοποθέτησης, υπό το φως της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας, δεν μπορούμε παρά να συλλάβουμε τους «θετικούς» λόγους αυτής της επιλογής. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε σε βάθος το Όργανον, πρέπει να αποδεχθούμε τη «δικέφαλη» φύση του: υπάρχει ένα ρεύμα, εσωτερικό σε όλα τα έργα, το οποίο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «λογικο-αποδεικτικό», και ένα ρεύμα, εξίσου σημαντικό και ποσοτικά αξιόλογο, το οποίο μπορούμε να ορίσουμε ως «επικοινωνιακο-διαλεκτικό».
Πρόκειται για ένα δεδομένο που ήδη οι αρχαίοι είχαν συλλάβει. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ένα χωρίο του Διογένη Λαερτίου, Βίοι φιλοσόφων, V, 28²:
Η Λογική νοείται ακριβώς όχι ως αυτοτελής επιστήμη, αλλά ως όργανο —ουσιώδης προπαιδευτική— για όλες τις επιστήμες. Εκείνος, δηλαδή ο Αριστοτέλης, απέδωσε ρητά στη Λογική δύο σκοπούς προς επίτευξη: την πιθανότητα και την αλήθεια. Για καθεμία από αυτές χρησιμοποίησε δύο ικανότητες: τη διαλεκτική και τη ρητορική για την πιθανότητα, την αναλυτική και τη φιλοσοφία —με τη στενή έννοια— για την αλήθεια...

Για την εύρεση παρείχε τα Τοπικά, τα Μεθοδικά και μεγάλο αριθμό Προτάσεων, από τα οποία είναι δυνατό να αντληθούν πιθανά επιχειρήματα για την επίλυση προβλημάτων.
Για την κρίση συνέθεσε τα Αναλυτικά πρότερα και τα Αναλυτικά ύστερα. Μέσω των πρώτων κρίνονται οι προκείμενες· μέσω των δεύτερων αποδεικνύονται τα συμπεράσματα.
Για τη χρήση άφησε τις οδηγίες σχετικά με τους ρητορικούς αγώνες, τη διαδικασία ερώτησης και απάντησης, τους σοφιστικούς ελέγχους, τους συλλογισμούς και τα παρόμοια.
Ως κριτήριο της αλήθειας για τα φαινόμενα που εμπίπτουν στο πεδίο της παράστασης έθεσε τις αισθήσεις.
Πρόκειται για ένα απολύτως διαφωτιστικό κείμενο, παρά τις πολλές αμφισβητήσιμες διατυπώσεις του, επειδή συλλαμβάνει τέλεια τη διπλότητα του Οργάνου, το οποίο αντιμετωπίζει τόσο την αλήθεια όσο και τα πιθανά επιχειρήματα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διαλεκτική και η ρητορική δεν μπορούν παρά να συνδέονται στενά, ενώ από την άλλη πλευρά βρίσκουμε μαζί την αναλυτική και τη φιλοσοφία. Τα Τοπικά καταλήγουν φυσικά στον πρώτο τομέα, του οποίου υπογραμμίζεται η πρακτική όψη, αφού τίθενται μαζί ρητορικά εργαλεία, διαλογική τεχνική, ελέγχοι και συλλογισμοί —διαλεκτικοί, προφανώς· στην άλλη πλευρά αναφέρονται, έστω και με μια μη ικανοποιητική διάκριση, μόνο τα δύο Αναλυτικά.
Συνοπτικά, βρίσκουμε εδώ να σκιαγραφείται η συνύπαρξη μέσα στο Όργανον του «επικοινωνιακο-διαλεκτικού» ρεύματος και του «επιχειρηματολογικού» ρεύματος. Αυτό δεν πρέπει να λησμονείται, ιδίως τη στιγμή που επαναβεβαιώνεται ότι η παραδοσιακή τάξη του Οργάνου —Κατηγορίες, Περὶ ἑρμηνείας, Αναλυτικά, Τοπικά και Σοφιστικοὶ ἔλεγχοι— είναι ορθή και αποδεκτή.


Πρέπει να ειπωθούν και να θυμόμαστε και τα δύο: όπως θα διευκρινίσουμε σε λίγο, η ανάγνωση ενός αριστοτελικού κειμένου δεν θα έπρεπε ποτέ να είναι απλουστευτική και/ή μονοσήμαντη. Επομένως, η «δικέφαλη» ενότητα της συλλογής κειμένων που οργανώθηκαν στο Όργανον πρέπει να διατηρηθεί και βρίσκει επιβεβαίωση και στη διαπλοκή των εσωτερικών παραπομπών: στα Αναλυτικά πρότερα, που πραγματεύονται την επιχειρηματολογία και τον συλλογισμό καθαυτόν, υπάρχουν ρητές παραπομπές στα Τοπικά —24b12, 64a37, 65b16—, οι οποίες προφανώς λείπουν από τα Αναλυτικά ύστερα, τα οποία πραγματεύονται τον επιστημονικό συλλογισμό· στα Τοπικά υπάρχουν δύο ρητές παραπομπές στα Αναλυτικά —162a11, 162b32— και μία στους Σοφιστικοὺς ἐλέγχους —165b09.
Προσθέτουμε ένα τελευταίο δεδομένο: η στενή σχέση ανάμεσα στη διαλεκτική και τη ρητορική δεν αποτελεί συμβολή επινοημένη μέσα σε αυτή την ανάγνωση του Οργάνου, διότι δηλώνεται συνεχώς από τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Μάλιστα, στην αρχή της Ρητορικής υποστηρίζει ότι πρόκειται για δύο «αντικριστές» ή «κατοπτρικές» επιστήμες, εφόσον ασχολούνται με επιχειρήματα που δεν ανήκουν σε μια ορισμένη επιστήμη και τα οποία όλοι μπορούν, με κάποιον τρόπο, να γνωρίζουν —Ρητορική, I 1, 1354a1-3.
Επομένως, ακριβώς το γεγονός ότι η διαλεκτική είναι δια-γενική, ότι παραπέμπει σε όλες τις επιστήμες —Αναλυτικά ύστερα, I 11, 77a29-31—, αποτελεί τη βάση του στενού δεσμού της με τη ρητορική· δεσμού που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Ρητορική παραπέμπει πολλές φορές στα Τοπικά.

Συνοπτικά, πιστεύω ότι αυτό δικαιολογεί ακόμη περισσότερο την επιλογή να μη ανατεθεί αυτή η νέα μετάφραση του Οργάνου σε μελετητές της λογικής. Όπως έχουμε ήδη πει, υπάρχει ένας πολύ εμφανής κίνδυνος στις ερμηνείες που κινούνται στο πεδίο της ιστορίας της λογικής: αυτές ξεκινούν από το κείμενο που μοιάζει περισσότερο με την τυπική λογική, τα Αναλυτικά πρότερα, αναζητώντας εκεί τους κανόνες της ορθολογικής διαδικασίας.
Πρόκειται ασφαλώς για μια νόμιμη επιλογή, η οποία όμως, στο επίπεδο της ιστορικής ανασυγκρότησης, μπορεί κατόπιν να επηρεάσει τόσο την ίδια την ανάγνωση εκείνου του έργου όσο και την ερμηνεία των άλλων κειμένων του Οργάνου, ορισμένα από τα οποία μάλιστα υποτιμώνται εκ των προτέρων· κάτι που οι μελετητές που εργάστηκαν σε αυτό το έργο προσπάθησαν να αποφύγουν.
Θα μπορούσε τότε κανείς να αναρωτηθεί, οδηγώντας το πράγμα στα άκρα, αν έχει ακόμη νόημα να μιλάμε για «λογική». Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική: τόσο στο ιστορικό επίπεδο, επειδή βρισκόμαστε μπροστά στην πράξη γέννησης της δυτικής λογικής —και αυτό είναι ένα δεδομένο που καμία ερμηνευτική δεν θα μπορέσει ποτέ να αρνηθεί— όσο και στο θεωρητικό επίπεδο, όπως ο ίδιος ο Αριστοτέλης ορθά διεκδικεί.

Πράγματι, στο Όργανον βρίσκουμε μια ανάλυση των επιχειρημάτων ως τέτοιων, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των επιμέρους διατυπώσεων. Πρόκειται ασφαλώς για μια θεμελιώδη ρήξη: στον Πλάτωνα η διαιρετική διαδικασία, όσο πλούσια κι αν είναι στο επίπεδο της ανάλυσης, εξαρτάται πλήρως από τη διαίρεση του σοφιστή και από την προϋπόθεση ότι γνωρίζει κανείς την πραγματικότητα που πρέπει να αναλυθεί με αυτόν τον τρόπο. Μπορούν να κατασκευαστούν διάφορα σχήματα, όπως στο Πολιτικό, όπως και σχεδόν σε όλα τα θέματα, αλλά η γνώση προϋποθέτει ότι γνωρίζει κανείς την πραγματικότητα που πρόκειται να αναλυθεί.
Στον Αριστοτέλη, αντίθετα, η δομή του συλλογισμού προχωρεί έχοντας μπροστά της μια πραγματικότητα τόσο ουδέτερη, ώστε να μπορεί να εκφραστεί με σύμβολα: x είναι y ή δεν είναι y. Εκείνο λοιπόν που μετρά είναι οι διαδικασίες. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια πρωτότυπη συμβολή, η οποία δείχνει τις αφαιρετικές ικανότητες μιας σκέψης βαθιά αναλυτικής, όπως εκείνη του Αριστοτέλη, που αποβλέπει στην επεξεργασία ενός σχήματος όσο το δυνατόν περισσότερο τυπικού.
Πράγματι, «ένας μεγάλος αριθμός λογικών αρχών... είχε ήδη θεωρητικοποιηθεί στο περιβάλλον της Ακαδημίας και απλώς μεταφέρθηκε από τον Αριστοτέλη στα γραπτά του»· ωστόσο μόνο ο Σταγειρίτης, «στην ακούραστη έρευνά του για τις ιδιότητες και τις λογικές σχέσεις των εννοιών κάθε κατηγορίας και των μορφών και προκείμενων της επιστημονικής επιχειρηματολογίας... οικοδομεί τη νέα επιστήμη με μια καθαρά τυπική τεχνική».
Επομένως, το Όργανον δεν είναι μόνο και εξ ολοκλήρου «λογική», αλλά είναι επίσης —και μάλιστα έντονα— λογική. Πράγματι, στο τεχνικό επίπεδο, ο κόμβος που συνδέει τα κύρια κείμενα και μειώνει την ανωμαλία των δύο πρώτων «εισαγωγικών» κειμένων είναι η μορφή του συλλογισμού, η οποία είναι εσωτερικά διπλή και βαθιά ενιαία: ο ίδιος «μηχανισμός» δίνει τόπο σε δύο βαθιά διαφορετικά μοντέλα, το επιστημονικό και το διαλεκτικό· το πρώτο παραπέμπει στις επιστήμες, το δεύτερο παραπέμπει στη ρητορική και στην ηθική.


Αλλά δεν πρέπει να σταματήσει κανείς εδώ: ο διαλεκτικός συλλογισμός είναι ένα σημαντικό εργαλείο για τις αρχές του επιστημονικού συλλογισμού και ακόμη και για εκείνες της μεταφυσικής· γι’ αυτό εντάσσεται πλήρως στο πεδίο της φιλοσοφίας με τη στενή έννοια.
Θα επανέλθουμε αμέσως σε αυτό το δεδομένο. Εδώ μπορούμε να προαναγγείλουμε ότι αυτός ο τρόπος προχώρησης μπορεί να μας εντυπωσιάζει και, για ορισμένους τύπους ανθρώπων ή προσεγγίσεων που «τείνουν προς το ένα», να είναι ακόμη και ενοχλητικός εξαιτίας αυτής της κινητικότητάς του. Στην πραγματικότητα όμως έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, επειδή φανερώνει τον άπειρο πλούτο της σκέψης και του πραγματικού.
Ο Αριστοτέλης, στοχαστής περισσότερο αναλυτικός παρά διαλεκτικός, έχει ωστόσο ασφαλώς μάθει από τον Πλάτωνα αυτή τη στάση, από την οποία ποτέ δεν μπόρεσε ούτε θέλησε να απαλλαγεί. Ωστόσο, ακριβώς για να αποφύγουμε να οδηγήσουμε και εμείς, με τη σειρά μας, σε μια απλουστευτική ανάγνωση, πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ακριβώς ως προς τον όρο «διαλεκτική» καταγράφουμε τη μέγιστη απόσταση ανάμεσα στον Αριστοτέλη και στον δάσκαλό του, ο οποίος, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, III, 24, 11, εισήγαγε πρώτος αυτόν τον όρο στη φιλοσοφία.
Ενώ στον Πλάτωνα η «διαλεκτική» είναι συχνά συνώνυμη της φιλοσοφίας, δηλαδή της επιστήμης, η οποία βρίσκει την ολοκλήρωσή της στη σχέση ανάμεσα στις Ιδέες και ανάμεσα στις Ιδέες και τις Αρχές, στον Αριστοτέλη είναι εντελώς αποσπασμένη από την επιστήμη, εφαρμόζεται κυρίως στην εμπειρική πραγματικότητα και αναμειγνύεται άφθονα με τη ρητορική.

Στην πραγματικότητα, ο Αριστοτέλης απλώς κάνει να εκραγεί μια ένταση που υπήρχε στο πλατωνικό κείμενο και που θα διατηρηθεί, δυστυχώς, σε ολόκληρη τη δυτική παράδοση. Σε αυτήν, πράγματι, σε μια περίπτωση σχεδόν μοναδική και σπάνια, καταγράφουμε ένα παράδειγμα άλυτης αμφισημίας: ήδη από την αρχαιότητα με τον όρο «διαλεκτική» εννοούμε δύο βαθιά διαφορετικές πραγματικότητες.
Με μια πρώτη σημασία, αναφερόμαστε σε εκείνη την τεχνική της συζήτησης ή/και της ερώτησης, η οποία απαιτεί την παρουσία δύο συνομιλητών και μια προσοχή στον διαφορετικό ρόλο του ερωτάν και του απαντάν· αυτή θα ήταν καλύτερο να ονομάζεται διαλογική.

Με μια δεύτερη σημασία, βρίσκουμε τη φιλοσοφική θέση που δηλώνει ρητά ότι τάσσεται υπέρ μιας αρχικής προτεραιότητας των διαφορών· που βλέπει στην ίδια την πραγματικότητα ένα σταθερό παιχνίδι όρων οι οποίοι παραπέμπουν ο ένας στον άλλον μέσω της διάκρισης και της αντίθεσής τους· και που επιχειρεί να επινοήσει ή να προτείνει ένα εργαλείο κατάλληλο προς τη φύση μιας τέτοιας πραγματικότητας. Με αυτή τη σημασία, η έννοια αυτή εμφανίζεται διαφορετική και μη αναγώγιμη στη διαλογική, με την οποία δεν έχει πολλά κοινά¹¹.
Δεδομένου αυτού του πλαισίου, είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης αναπτύσσει, ξεκινώντας από τη δική του «ανακάλυψη» του συλλογισμού, έναν φιλοσοφικό στοχασμό που αφορά τη διαλογική, η οποία γίνεται μια τεχνική που επιχειρηματολογεί με ισχυρό τρόπο στο πρακτικό πεδίο. Επομένως και σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι υπάρχει ανάμεσα στους δύο συγγραφείς μια σημαντική ρήξη μέσα στο πλαίσιο μιας σαφούς συνέχειας.

Σημειώσεις:

1 Ας σκεφτεί κανείς την αντιπαράθεση που ανοίγει από τον 3ο αιώνα π.Χ. ανάμεσα στο ασιανό ρεύμα —πλεοναστικό και μπαρόκ— και στο αττικό, αντιπαράθεση στην οποία δεν βλέπουμε πραγματική συμμετοχή των φιλοσόφων.
2 Η μετάφραση είναι του Marcello Gigante, από το έργο: Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Laterza, Bari 1962.
3 Ας μην περάσει απαρατήρητη αυτή η τελευταία διατύπωση, η οποία επιβεβαιώνει όσα έχουμε πει πολλές φορές: δηλαδή την αναφορά στην πραγματικότητα που βεβαιώνεται από τις αισθήσεις ως κριτήριο αλήθειας.
4 Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή τη μαρτυρία ως ένα είδος hapax, ως μια ανώμαλη και απομονωμένη διατύπωση, διότι είδαμε πολλές φορές, κατά τη διάρκεια αυτής της Προεισαγωγής, υπαινιγμούς για μια διαφορετική διάταξη των κειμένων. Ας θυμηθούμε ιδίως τον τίτλο των Κατηγοριών: ενώ ο τίτλος που επικράτησε υπογραμμίζει το λογικο-οντολογικό στοιχείο και, επομένως, τη σύνδεση με τη θεματική της επιστήμης των Αναλυτικών, ο προγενέστερος τίτλος, Πρὸ τῶν Τοπικῶν, φαίνεται πιο κοντά στον «διαλεκτικο-επικοινωνιακό» άξονα.
5 Αλλά δεν είναι ο μόνος δυνατός· ή καλύτερα, δεν υπάρχει μία μόνο λογική με την οποία να διατάσσονται και να μελετώνται αυτά τα κείμενα. Πολύ σωστά, λοιπόν, η Fermani, Εισαγωγικό δοκίμιο, σ. 1653, υπενθυμίζει τον Ισίδωρο της Σεβίλλης —6ος-7ος αιώνας μ.Χ.—, ο οποίος στις Ετυμολογίες του, μετά το Περὶ ἑρμηνείας, πραγματεύεται αμέσως τα Τοπικά και τους Σοφιστικοὺς ἐλέγχους.
6 «Στο εσωτερικό της φορμαλιστικής κατεύθυνσης παγιώθηκε προοδευτικά, σε σχέση με την αριστοτελική λογική, μια ερμηνευτική θέση σχολής, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή με προσεκτική επιφυλακτικότητα, ώστε να αποφευχθεί η αναγωγή της στο επίπεδο ενός διαφορετικού, αλλά όχι λιγότερο βαρύ, ιστοριογραφικού δογματισμού. Πρόκειται για τη θέση σύμφωνα με την οποία ο φορμαλιστικός πυρήνας του Οργάνου θα ήταν απολύτως απομονώσιμος από το ποικίλο πλαίσιο των διαλεκτικών, οντολογικών και επιστημολογικών ενδιαφερόντων, τα οποία θα τον πίεζαν από έξω χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν να τον καθορίσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Δυνάμει μιας τέτοιας μεθοδολογικής παραδοχής, ιδίως η αριστοτελική συλλογιστική θα προσφερόταν με λιγότερη δυσκολία σε μια συμβολική μεταγραφή και σε μια αξιωματική παρουσίαση, ικανές να αναδείξουν πλήρως τη δυνητική της νεωτερικότητα» —V. Sainati, Storia dell’Organon aristotelico, 2 τόμοι, τόμ. 1, Dai Topici al De Interpretatione, Le Monnier, Firenze 1968, σ. 5.
7 Jaeger, Aristotele..., σ. 504. Η διατύπωση είναι υπερβολικά εμφατική, ιδίως στα συμπεράσματά της, αλλά ουσιαστικά αποδεκτή, έστω μέσα σε ένα τόσο διαφορετικό πλαίσιο. Υπάρχει ένα δεδομένο που θέλουμε να υπογραμμίσουμε, ώστε να μην περάσει απαρατήρητο: σε αυτή την πραγμάτευση υπάρχει σχεδόν πλήρης απουσία αναφορών στην ψυχολογική διάσταση, στην ψυχή, πράγμα που γενικά, και ιδίως μέσα στην κλασική αντίληψη, μπορεί να φαίνεται παράξενο.
Ακόμη χειρότερα, μπορούμε να προαναγγείλουμε ότι οι λίγες αναφορές στο Περὶ ψυχῆς που θα βρει ο αναγνώστης στα Εισαγωγικά Δοκίμια και στις σημειώσεις υπογραμμίζουν περισσότερο τη ρήξη παρά τη συνέχεια. Είναι μια επιπλέον απόδειξη του τρόπου με τον οποίο ο Σταγειρίτης προσπάθησε να παραγάγει ένα εργαλείο που να είναι νέο και να μην είναι, όσο ήταν δυνατόν, καθορισμένο από την ίδια του τη φιλοσοφική οπτική.
Προσθέτω, για λόγους πληρότητας, ότι στο πρώτο κεφάλαιο του Περὶ ἑρμηνείας γίνεται αναφορά στην ψυχή ως έδρα των παθημάτων, στα οποία έπειτα η σκέψη και ο λόγος δίνουν έκφραση, και γίνεται ρητή παραπομπή στο Περὶ ψυχῆς· αλλά ακριβώς για να ειπωθεί ότι εκείνη η πραγμάτευση αφορά ένα άλλο πλαίσιο.

8
«Η ορολογία της διαλεκτικής προσφέρει ίσως το πιο σαφές παράδειγμα προοδευτικής αποκάλυψης. Στον Πλάτωνα, όπως και αλλού στην ελληνική γλώσσα, το ρήμα διαλέγεσθαι σημαίνει “διεξάγω συνομιλία”. Σε τρεις διαλόγους της πρώτης ομάδας, τον Ιππία ελάσσονα, τον Γοργία, τον Πρωταγόρα, αυτό το ρήμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σωκρατική τεχνική της συζήτησης ενός θέματος μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων, σε αντίθεση με τη ρητορική πρακτική των μακρών λόγων...
Σε άλλους τρεις διαλόγους της πρώτης ομάδας βρίσκουμε μορφές παραγόμενες από την αντίστοιχη ρίζα dialekt-... Έτσι, στον Μένωνα 75C-D, έχουμε την επιρρηματική μορφή dialektikōteron, η οποία χαρακτηρίζει μια φιλική μέθοδο έρευνας, δηλαδή “απαντώντας σε ερωτήσεις πιο εγκάρδια και με πιο διαλογικό τρόπο”, σε αντίθεση με τις εχθρικές και ανταγωνιστικές τεχνικές της εριστικής συζήτησης...
Το επόμενο βήμα, στην ορολογική επεξεργασία, σημειώνεται από την έκφραση dialektikos για τον διαλεκτικό, κυριολεκτικά κάποιον που είναι “επιδέξιος στην τέχνη της συνομιλίας” —και αυτός ο όρος φαίνεται να είναι πλατωνικό δημιούργημα. Η θηλυκή μορφή, που δηλώνει την ίδια την τέχνη, dialektikē, δεν εμφανίζεται πριν από το έβδομο βιβλίο της Πολιτείας.
Αυτή η λέξη, για να δηλώσει τον διαλεκτικό, εμφανίζεται μόνο σε δύο κείμενα της πρώτης ομάδας: στον Ευθύδημο και στον Κρατύλο. Και στα δύο συμφραζόμενα, ο dialektikos εισάγεται απροσδόκητα για να δηλώσει κάποιον που κατέχει μια ανώτερη τέχνη, η οποία του επιτρέπει να κάνει χρήση των αληθειών που ανακαλύπτουν οι μαθηματικοί —Ευθύδημος 290C— ή να κρίνει την ορθότητα των λέξεων που εκείνος που δίνει τα ονόματα έχει αποδώσει στα πράγματα —Κρατύλος 390C.
Αυτά τα δύο χωρία είναι πραγματικά προληπτικά, καθότι πρέπει να εμφανίζονται στον αναγνώστη ως αινιγματικά μέσα στο συμφραζόμενό τους. Απαιτούν μια εξήγηση που θα δοθεί μόνο σε ένα μεταγενέστερο κείμενο. Το χωρίο του Ευθύδημου δηλώνεται ρητά ως μυστηριώδες· ίσως πρόκειται για την έκφραση κάποιας ανώτερης δύναμης —290E-291A.
Ούτε ο όρος dialektikos ούτε η αντίστοιχη σύλληψη της διαλεκτικής ως ύψιστης μορφής γνώσης μπορούν πραγματικά να κατανοηθούν χωρίς αναφορά στα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας. Μόνο στην πραγμάτευση της Γραμμής στο τέλος του έκτου βιβλίου και στις επόμενες αναφορές στη διαλεκτική ως επόμενη μετά τις μαθηματικές σπουδές στο έβδομο βιβλίο, ο Πλάτων εξήγησε γιατί ο διαλεκτικός βρίσκεται σε θέση να κρίνει τα αποτελέσματα της μαθηματικής εργασίας και την ορθότητα των ονομάτων» —Ch. Kahn, Plato and the Socratic dialogue. The philosophical use of a literary form, Cambridge University Press, Cambridge 1996, 1999³· ιταλική μετάφραση L. Palpacelli: Platone e il dialogo socratico. L’uso filosofico di una forma letteraria, Εισαγωγή M. Migliori, Vita e Pensiero, Milano 2008, σσ. 67-68.

9 Το σοβαρό είναι ότι έπειτα αυτός ο όρος, ακόμη και στις μελέτες της ιστορίας της αρχαίας φιλοσοφίας, χρησιμοποιείται συχνά χωρίς να θεματοποιείται η συγκεκριμένη σημασία του· μάλιστα έχει κανείς μερικές φορές την εντύπωση ότι μέσα στο ίδιο κείμενο υπάρχουν ανεπίγνωστες ταλαντεύσεις από τη μία σημασία στην άλλη.

10 Ανακάλυψα μόλις πρόσφατα ότι ήδη ο G. Calogero —Socratismo e scetticismo nel pensiero antico, αρχικά στα πρακτικά του συνεδρίου Lo scetticismo antico, Bibliopolis, Napoli 1981, τώρα στο Scritti minori di filosofia antica, Bibliopolis, Roma 1985, σσ. 127-135, σ. 129— επέκρινε τους μελετητές επειδή δεν διακρίνουν στη μετάφραση του πλατωνικού όρου ανάμεσα σε «εκείνο που τόσους αιώνες αργότερα σήμανε “διαλεκτική” —π.χ. στον Hegel—» και «εκείνη τη διάθεση και στάση να συζητά κανείς με άλλους κάθε πρόβλημα με κριτική προσοχή και όχι με απλή εριστική πρόθεση νίκης στη συζήτηση».

11
Πράγματι, η διαλεκτική ταυτίζεται με τη θεμελίωση μιας επιστημονικής διαδικασίας και το υποκείμενο δεν έχει πλέον καμία σημασία, διότι εκείνο που μετρά είναι η διάσταση της σύνδεσης ανάμεσα στις έννοιες· αντίθετα, στη διαλογική είναι θεμελιώδης η συμφωνία των συνομιλητών και δεν υπάρχει τίποτε που να συνεπάγεται την άνοδο προς τις θεμελιωτικές αρχές ή την κάθοδο για την επαλήθευση των συνεπειών.
Στην πραγματικότητα, δεν γίνεται κατανοητό γιατί ο εντοπισμός των δεσμών ανάμεσα στις έννοιες θα έπρεπε αναγκαστικά να περνά μέσα από μια αντιπαράθεση με έναν συνομιλητή. Ο ίδιος ο Πλάτων υπογραμμίζει τη διαφορά, για παράδειγμα όταν, έχοντας να αρχίσει τη διαλεκτική ανάλυση στον Παρμενίδη, δείχνει ότι θεωρεί δευτερεύουσα τη διαλογική προσέγγιση —Παρμενίδης 137B-C· ανάλογα, στον Σοφιστή 217C-218A, ο Ξένος θα μπορούσε να εκθέσει έναν μακρύ λόγο, αλλά, για να αποφύγει παρεξηγήσεις και από ένα είδος ευγένειας προς τους παρόντες, προτιμά να προχωρήσει με ερωτήσεις και απαντήσεις.

Συνεχίζεται με:

2. Η πολυεστιακή προσέγγιση

Δεν υπάρχουν σχόλια: