Συνέχεια από Τετάρτη 13. Μαΐου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 7
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Η ΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
II. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ
Αν, ύστερα από τόσες και τόσο ριζικές αλλαγές, αισθανόταν κανείς αναγκασμένος ή τουλάχιστον δικαιολογημένος να θέσει ξανά, μπροστά σε αυτή τη νέα φυσική, το ερώτημα που είχε θέσει ο Kant στην Κριτική του καθαρού λόγου μπροστά στην κλασική φυσική: «πώς είναι δυνατή η φυσική;», δεν θα έβρισκα τίποτε πιο πειστικό και πιο βαθύ —παρά τις εργασίες που έγιναν τελευταία πάνω σε αυτό το θέμα— από την απάντηση που έδωσε ο Kant στην Υπερβατολογική Αναλυτική του.
Το ότι οι βάσεις στις οποίες στηρίζεται η κλασική φυσική έλαβαν τη θεωρητική τους επεξεργασία στους Στοχασμούς και στις Αρχές του Descartes —μια επεξεργασία της οποίας ο κόπος σήμερα έχει σχεδόν λησμονηθεί, τόσο πολύ, μετά από αυτόν αλλά χάρη σε αυτόν, ο φυσικός κόσμος, απαλλαγμένος από εκείνες τις μυριάδες «ουσιώδεις μορφές» που τον γέμιζαν, καθαρίστηκε σε καθαρή έκταση— είναι κάτι που προκύπτει απολύτως καθαρά, ακόμη και από τη σύντομη έκθεση που έγινε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου.
Το ότι, αντίθετα, η καντιανή θεωρητική δικαιολόγηση της δυνατότητας της φυσικής μπορεί να αναφέρεται στη νεότερη σύλληψη, δεν φαίνεται καθόλου αυτονόητο. Ο Kant ήθελε να δικαιολογήσει, δηλαδή να θεμελιώσει θεωρητικά, τη φυσική του Galileo και του Newton, η οποία γι’ αυτόν ήταν απλώς η φυσική, όπως θα ήταν πάντοτε. Και ο Kant δεν ήταν μάγος που, κλεισμένος στο γραφείο του, θα μπορούσε να προφητεύσει επιστημονικές θεωρίες και νόμους, οι οποίοι απαίτησαν δεκαετίες επί δεκαετιών εργαστηριακών εμπειριών, εμπειριών λεπτομερών και ακριβέστατων.
Αντίθετα, ακριβώς η αναπόφευκτη αναγκαιότητα της εμπειρίας για να φθάσει κανείς στη διατύπωση οποιουδήποτε φυσικού νόμου είναι εκείνο που ο Kant υποστηρίζει σταθερά· και αυτή η διαβεβαίωσή του αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα της Κριτικής του καθαρού λόγου. Επομένως ο Kant δεν παρουσιάζεται ως μάγος ούτε σε σχέση με τους νόμους της φυσικής της εποχής του, ούτε θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι είναι ικανός να τους συναγάγει a priori, «κλωσσώντας» τους —η έκφραση είναι του Kant— μέσα στον νου του.
Εκείνος, αντιθέτως, θέλει να δικαιολογήσει θεωρητικά τη φυσική· και το να δικαιολογήσει θεωρητικά δεν σημαίνει να βρει νέους φυσικούς νόμους ή να επεκτείνει τους παλαιούς, αλλά σημαίνει να μελετήσει με ποιον τρόπο και με ποιες αρχές ο λόγος ερευνά τη φύση· ή μάλλον, καλύτερα, με ποιον τρόπο η φύση είναι «παρούσα» σε εκείνους που την ερευνούν.
Τώρα, πραγματοποιώντας αυτή την έρευνα σχετικά με τους τρόπους και τις αρχές βάσει των οποίων η φύση μπορεί να είναι παρούσα σε εκείνους που την ερευνούν, ο Kant βρήκε αρχές που δεν περιορίζονται στο να θεμελιώσουν τη δυνατότητα της κλασικής φυσικής, αλλά εκτείνονται πολύ πέρα από αυτήν· θα έλεγα μάλιστα αρχές τέτοιες ώστε να ισχύουν με πλήρη συνάφεια ακριβώς για τη νεότερη φυσική και για τη νεότερη έννοια της «επιστημονικής εμπειρίας».
Μου φαίνεται ότι ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της Κριτικής του καθαρού λόγου, εκείνο που ο Kant διατυπώνει στο ερώτημα: πώς είναι δυνατή η φυσική, μπορεί να παρουσιαστεί με τον ακόλουθο τρόπο:
Ο Galileo είχε υποστηρίξει ότι το «μέγιστο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας —εννοώ το σύμπαν— δεν μπορεί να κατανοηθεί, αν πρώτα δεν μάθουμε να καταλαβαίνουμε τη γλώσσα και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα· χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς ανθρώπινα έστω και μία λέξη του· χωρίς αυτά είναι σαν να περιπλανιέται μάταια μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο»⁹.
Μια θεωρητική απόδειξη αυτής της διαβεβαίωσης στον Galileo δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ούτε η απόπειρα να την αποδείξει. Είτε ο Galileo ήταν πεπεισμένος γι’ αυτήν επειδή ανέπνεε μέσα στη «φιλοσοφική ατμόσφαιρα» στην οποία ζούσε η ιδέα ότι ένας Θεός είχε γράψει εκείνο το βιβλίο με μαθηματικούς χαρακτήρες· είτε επειδή το γεγονός ότι κατόρθωνε να συνδέει μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας μαθηματικούς χαρακτήρες, πλήθος φυσικών εμπειριών, του έδινε εκ των υστέρων τη βεβαιότητα ότι ήξερε να διαβάζει μέσα στον κόσμο, και επομένως την πεποίθηση ότι ο κόσμος ήταν γραμμένος με μαθηματικούς χαρακτήρες· όπως κι αν έχει, ο Galileo δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να αναγάγει τη διαβεβαίωσή του σε πρόβλημα και να αναρωτηθεί: πώς μπορώ εγώ να είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος είναι γραμμένος με μαθηματικούς χαρακτήρες;
Λοιπόν: αυτή, ακριβώς αυτή, είναι μία από τις ερωτήσεις που θέτει ο Kant στον εαυτό του· και η Κριτική του καθαρού λόγου περιέχει την απάντηση.
Κι εγώ προσυπογράφω —μπορεί να πει ο Kant— τη διαβεβαίωση του Galileo· κι εγώ υποστηρίζω ότι το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο με μαθηματικούς χαρακτήρες, έτσι ώστε μόνο ένας μαθηματικός ξέρει να το διαβάζει. Ωστόσο, πέρα από τη διατύπωση μιας διαβεβαίωσης, χρειάζεται και να δικαιολογηθεί ορθολογικά, θεωρητικά αυτή η διαβεβαίωση¹⁰.
Το πρόβλημα, όπως φαίνεται αμέσως, τοποθετείται σε ένα επίπεδο πολύ διαφορετικό από εκείνο «του βιβλίου», δηλαδή της Φύσης· δεν πρόκειται πλέον να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο, να εμβαθύνουμε στη γνώση του ανακαλύπτοντας μέσα του νέα φαινόμενα και νέους νόμους. Πρόκειται, αντίθετα, να θέσουμε το προκαταρκτικό και προϋποθετικό πρόβλημα: δεδομένου ότι η φυσικο-μαθηματική επιστήμη υπάρχει πράγματι και έχει αξία πραγματικής και αντικειμενικής γνώσης του φυσικού κόσμου, να αναζητήσουμε τις βάσεις ή τα θεμέλια αυτής της αξίας της, δηλαδή της αντικειμενικότητάς της.
«Η Κριτική του καθαρού λόγου... δεν αναμειγνύεται στις διαμάχες που αναφέρονται άμεσα στα αντικείμενα [δηλαδή δεν τοποθετείται στο επίπεδο της φυσικής και των προβλημάτων της], αλλά έχει θεσπιστεί για να καθορίσει και να κρίνει τα δικαιώματα του λόγου γενικά, σύμφωνα με τις αρχές της πρώτης του συγκρότησης»¹¹· δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής του δομής και της εσωτερικής του λειτουργίας, έτσι ώστε να μπορέσει, μέσω αυτής της έρευνας, να φέρει στο φως τη φύση και την εγκυρότητα της σχέσης που έχει με εκείνα τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείται η επιστήμη.
«Ελπίζω να μη με παρεξηγήσουν· δηλαδή να γίνει κατανοητό ότι εδώ [στην έρευνα αυτών των αρχών ή βάσεων της αξίας της φυσικής —δηλαδή της δυνατότητάς της] δεν έχω υπόψη μου τους κανόνες της παρατήρησης μιας ήδη δοσμένης φύσης, κανόνες που ήδη προϋποθέτουν την εμπειρία»¹² [δηλαδή που προϋποθέτουν όχι μόνο ότι γίνονται πειράματα, αλλά και ότι είναι γνωστό πως η εμπειρία έχει πραγματικότητα και επιστημονική εγκυρότητα], αλλά ακριβώς τις βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η εγκυρότητα και πραγματικότητα της ίδιας της εμπειρίας, εκείνης της εμπειρίας από την οποία αντλούμε νόμους και επιστημονικές αρχές.
Και επειδή η λέξη «αρχές» χρησιμοποιείται τόσο για τις επιστημονικές αρχές όσο και για αυτές τις βάσεις —«πρώτες πηγές του ίδιου του καθαρού λόγου», «πρώτη βάση κάθε γνώσης»¹³—, για αυτές τις βάσεις της εμπειρίας, ο Kant, για να διακρίνει τις μεν από τις δε, επιμένει: «Αλλά θα πρέπει να σημειωθεί καλά ότι εδώ δεν έχω μπροστά στα μάτια μου ούτε τις αρχές των μαθηματικών... ούτε εκείνες της γενικής δυναμικής —φυσικής—... αλλά μόνο εκείνες του καθαρού νου [και του λόγου]... [που αποτελούν τη βάση] χάρη στην οποία όλες αυτές αποκτούν τη δυνατότητά τους»¹⁴· δηλαδή: αποτελούν εκείνη τη βάση επάνω στην οποία στηριζόμενες οι μαθηματικές και φυσικές αρχές που είναι εσωτερικές στις επιστήμες, καθώς και οι ίδιες οι επιστήμες, αποκτούν τη δυνατότητά τους, δηλαδή μπορούν να είναι πραγματικά και επομένως αντικειμενικά πραγματικές.
«Επομένως δεν θα συγκαταλέξω ανάμεσα στις δικές μου αρχές εκείνες των μαθηματικών, αλλά εκείνες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται a priori η δυνατότητα και η αντικειμενική τους εγκυρότητα [και το ίδιο πρέπει να επαναληφθεί για τη φυσική], και οι οποίες γι’ αυτό πρέπει να θεωρούνται ως principium αυτών των αρχών»¹⁵.
Για να βρεθούν αυτές οι «αρχές» των αρχών, αυτές οι βάσεις, αυτές οι «πρώτες πηγές», πρέπει να αναχθούμε όλο και ψηλότερα, «μέχρι τα πρώτα τους σπέρματα και τις πρώτες τους δυνατότητες μέσα στον ανθρώπινο νου»¹⁶, όπου έχουν την πρωταρχική τους έδρα· «δηλαδή [πρέπει] να υποβάλουμε σε εξέταση όχι τα γεγονότα του λόγου, αλλά τον ίδιο τον λόγο σε όλη του τη δύναμη και ικανότητα καθαρών a priori γνώσεων»¹⁷.
Τώρα, σε αυτή την καντιανή επεξεργασία της δυνατότητας της επιστήμης, όσο κι αν ο Kant πίστεψε ότι έδινε τη δυνατότητα της κλασικής φυσικής —τόσο ώστε, για να φέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, να λέει σχετικά με τον χώρο του: «όλες οι προτάσεις της γεωμετρίας ισχύουν για τον χώρο... είτε θεωρώ τον χώρο ως απλή μορφή της αισθητικότητας [που ήταν η δική του σύλληψη], είτε τον θεωρώ ως κάτι που ενυπάρχει στα ίδια τα πράγματα [που ήταν η κοινή αντίληψη]... ως προς κάθε δυνατή εμπειρία, όλα παραμένουν σαν να μην είχα απομακρυνθεί καθόλου από την κοινή γνώμη»¹³—, στην πραγματικότητα ο Kant βρήκε, ως καρπό αυτής της αναγωγής του μέχρι τις πρώτες πηγές του λόγου, αρχές τέτοιες που δεν επιτρέπουν πλέον να παραμείνουμε κλεισμένοι μέσα στην κλασική φυσική, αλλά μας βγάζουν έξω από αυτήν, αφού εγγυώνται τη θεωρητική δικαιολόγηση μιας φυσικής που απομακρύνεται σημαντικά από εκείνη και τη διατηρεί μόνο ως οριακή περίπτωση¹⁸.
Η απόδειξη αυτού του πράγματος απαιτεί, όπως είναι φανερό, μια λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση εκείνης της Υπερβατολογικής Αναλυτικής των αρχών, μέσα στην οποία περιέχονται οι αρχές που υφαίνουν την εμπειρία. Ωστόσο, αν με ρωτούσαν ποια είναι τα θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία μπορεί να βασιστεί μια τόσο ασυνήθιστη διαβεβαίωση —διότι μια διαβεβαίωση αυτού του είδους δεν θα στηριζόταν σε σποραδικές διαπιστώσεις, αλλά θα είχε ασφαλώς γενικές κατευθυντήριες γραμμές και θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία να βασιστεί—, θα μπορούσα να υποδείξω ως κεντρικά τα εξής:
η καρτεσιανή θεωρητική σύλληψη της res extensa, στην οποία αντιστοιχεί η κλασική φυσική, είχε τη βάση της στον χώρο και ανήγαγε τα πάντα σε χωρικά στοιχεία· για αυτήν ο χρόνος έρρεε ομοιογενώς πάνω σε αυτόν τον χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να στέκει εκεί ακόμη και χωρίς τον χρόνο· ό,τι κινούνταν μέσα σε αυτόν τον χώρο ήταν αναγώγιμο σε μαθηματικό σημείο· και η δυναμική του υλικού σημείου είχε συλληφθεί ab imis με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναχθεί στην κινηματική —δηλαδή σε κίνηση ενός μαθηματικού σημείου μέσα στον μαθηματικό χώρο¹⁹. Και τέλος, η ενότητα του φυσικού κόσμου εξασφαλιζόταν από την ενότητα του χώρου.
Τώρα, από αυτά τα σημεία, ούτε ένα δεν παραμένει στη σύλληψη της εμπειρίας όπως αυτή προκύπτει από την Αναλυτική του Kant. Σύμφωνα με την Αναλυτική των αρχών, η ενότητα του φυσικού κόσμου —για να αρχίσουμε από τη βάση—, αντί να έχει τη βάση της στην ενότητα του χώρου, απαιτεί την παρέμβαση της αρχής της αιτίας, η οποία καθορίζει τον χρόνο. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει κάτι μέσα στον χώρο και στον χρόνο, το οποίο να έχει δικά του χαρακτηριστικά, μη συγχεόμενα με τα ποσοτικά χαρακτηριστικά του χώρου και του χρόνου· με αυτόν τον τρόπο το «υλικό σημείο» αντικαθίσταται από ένα quid που δεν έχει πλέον καμία ομοιότητα μαζί του· και η δυναμική δεν μπορεί πλέον να αναχθεί στην κινηματική.
Από αυτό ακολουθεί ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι πλέον από μόνοι τους επαρκείς για να μας δώσουν το πλαίσιο των φυσικών φαινομένων. Όσο για τον ίδιο τον χρόνο, αυτός δεν ρέει πλέον πάνω σε έναν χώρο αδιάφορο απέναντι σε αυτή τη διέλευση του αόρατου χρόνου μέσα του, αφού ο χρόνος είναι απαραίτητος για να διαμορφώσει τους συγκεκριμένους προσδιορισμούς του χώρου. Χωρίς χρόνο, πράγματι, ο χώρος της καντιανής Αναλυτικής θα εξαφανιζόταν. Επομένως ο κριτικός καντιανός χώρος δεν έχει πλέον τίποτε να κάνει με τον χώρο του Descartes.
Φαίνεται λοιπόν πώς τόσο αυτό το τελευταίο σημείο σχετικά με τους προσδιορισμούς του χώρου, όσο και εκείνο σχετικά με τη μη επάρκεια του χωροχρόνου να μας δώσει το πλαίσιο των φυσικών φαινομένων, και εκείνο σχετικά με την ύπαρξη ενός στοιχείου με δικούς του χαρακτήρες, μη χωροχρονικούς, είναι όλα έννοιες που έγιναν βασικές στη νεότερη φυσική, όπου ο χώρος δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να υπάρχει αφ’ εαυτού, και όπου, με την ατομική φυσική, ήρθαν στο φως και έγιναν θεμελιώδη στοιχεία και μεγέθη που δεν είναι χωρικά ούτε αναγώγιμα στον χώρο.
Και αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι, τα θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία στηρίζεται η διαβεβαίωση ότι η ύφανση της «φυσικής εμπειρίας», της οποίας ο Kant παρουσιάζει τα στοιχεία στην Κριτική, δεν μας επιτρέπει να παραμείνουμε κλεισμένοι στη σύλληψη της κλασικής φυσικής, αλλά μας παρέχει τη θεωρητική εγγύηση μιας φυσικής όπως είναι η νεότερη φυσική.
Τώρα, μολονότι όλα αυτά τα στοιχεία που ερεύνησε ο Kant, και από τα οποία υφαίνεται η ενότητα της εμπειρίας, είναι εξίσου απαραίτητα για να έχουμε ακριβώς την πραγματικότητα της εμπειρίας και των αντικειμένων αυτής της εμπειρίας, ωστόσο, όπως είπα στον Πρόλογο, υπάρχει ένα στο οποίο μπορεί κανείς, για σκοπούς ανάλυσης, να αποδώσει —τουλάχιστον προσωρινά— μια προνομιακή θέση: η αίσθηση, μαζί με την «κατηγορία» ή «αρχή» που καταλήγει σε αυτήν: την κατηγορία της πραγματικότητας.
Όταν ενώνεται με αυτήν, η κατηγορία αυτή γεννά την ένταση ή βαθμό, που είναι ακριβώς εκείνη η ιδιότητα ή ο χαρακτήρας ο οποίος, παρών μέσα στον ιστό της εμπειρίας και του φυσικού κόσμου, δίνει το πραγματικό και, συγχρόνως, εμποδίζει ολόκληρος ο φυσικός κόσμος να αναχθεί σε χωροχρονικό συνεχές. Δηλαδή είναι εκείνη η ιδιότητα που με τον πιο ορατό τρόπο αποσπά την κλασική φυσική από τη νεότερη.
Σε αυτή την αίσθηση και σε αυτή την αρχή που αναφέρεται σε αυτήν, στην εξέταση των ιδιοτήτων και των χαρακτήρων που έτσι έρχονται στο φως, και στις συνέπειες που αναβλύζουν αυθόρμητα από αυτές τις ιδιότητες, είναι αφιερωμένη η παρούσα εργασία.
Σημειώσεις:
Αναφέρομαι χαριτολογώντας στη φράση: «Βέβαια η απάντησή μου σε εκείνα τα προβλήματα δεν βγήκε όπως θα μπορούσε να την περιμένει η δογματικά φαντασιόπληκτη περιέργεια· διότι θα χρειαζόταν όχι λιγότερο από μαγική τέχνη για να την ικανοποιήσει κανείς· κι εγώ δεν γνωρίζω από τέτοια» [Κριτική, σ. 8 —A 10].
9 GALILEI, Il Saggiatore, εθνική έκδοση, τόμ. VI, σ. 232.
10 Μεταξύ των όχι λίγων σχετικών χωρίων βλ., στο Παράρτημα των Προλεγομένων, εκείνο όπου υποστηρίζει ότι ούτε οι πιο φανατικοί ρεαλιστές μπορούν, χωρίς τη δική του Κριτική, να αποδείξουν την αντικειμενικότητα της γεωμετρίας:
«Ο λεγόμενος ιδεαλισμός μου —ακριβέστερα: κριτικός ιδεαλισμός— [δηλαδή η θεωρία που περιέχεται στην Κριτική] είναι φύσεως εντελώς ιδιαίτερης..., και κάνει ώστε κάθε a priori γνώση, ακόμη και εκείνη της γεωμετρίας, να αποκτήσει για πρώτη φορά αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία, χωρίς αυτή τη δική μου αποδεδειγμένη ιδεατότητα του χώρου και του χρόνου, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ούτε από τους πιο ζηλωτές ρεαλιστές» [ιταλ. μτφρ., σ. 197 —Ak. IV, 375]. Και το ίδιο πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να λεχθεί για τη φυσική.
11 Κριτική, σ. 573 —B 461.
12 Προλεγόμενα, § 17. Η αραίωση των στοιχείων είναι του Kant.
13 Ό.π., §§ 51 και 52 b.
14 Κριτική, σ. 180 —B 148.
15 Κριτική, σ. 179 —B 146. Θεωρώ σκόπιμο να αφήσω το λατινικό principium, με το οποίο, στο κείμενο, υπογραμμίζεται η απόσταση από τα Grundsätze που είναι εσωτερικά στα μαθηματικά. Ο όρος principium, νοούμενος ακριβώς με αυτή την έννοια της υπερβατολογικής θεμελίωσης των αρχών της δυνατότητας της φυσικής, των μαθηματικών, μάλιστα της εμπειρίας, βρίσκεται ήδη —γύρω στο 1775— στα Lose Blätter aus dem Duisburg’schen Nachlass, τα οποία αντιπροσωπεύουν την εξαιρετικά επίπονη κυοφορία της υπερβατολογικής παραγωγής. Για παράδειγμα, ήδη στην πρώτη αράδα: «Οι αρχές [Principien] του φαινομένου —εν γένει— είναι μόνο [εκείνες] της μορφής· δηλαδή ο χρόνος. Το principium της έκθεσης των φαινομένων είναι το θεμέλιο της έκθεσης εν γένει αυτού που είναι δοσμένο» [Ak., τόμ. XVII, σ. 643, απόσπ. 4674].
16 Κριτική, σ. 106 —B 84.
17 Κριτική, σ. 579 —B 497. Σε ένα από τα Extraits des notes inédites που συγκεντρώθηκαν ως παράρτημα στις Réflexions sur la puissance motrice du feu του SADI CARNOT [Paris, Gauthier-Villars, 1878 —η πρώτη έκδοση είναι του 1824], βρίσκω στη σ. 92 αυτό το χωρίο, το οποίο συμπίπτει τόσο πολύ με όσα παρατήρησε ο Kant στο χωρίο που μόλις παρατέθηκε, ώστε μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν ως το «μότο» της Κριτικής του καθαρού λόγου:
«Φαίνεται πολύ δύσκολο πράγμα να διεισδύσει κανείς στην εσωτερική ουσία των σωμάτων. Θα χρειαζόταν, για να μη γίνουν λανθασμένοι συλλογισμοί, να εξεταστεί με προσοχή η πηγή των γνώσεών μας για τη φύση των σωμάτων, για τη μορφή τους, για τις δυνάμεις» κ.λπ. Δεν θα μπορούσε πράγματι να πει κανείς ότι ακριβώς εδώ, σε αυτή την αναγκαιότητα της εξέτασης της «πηγής των γνώσεών μας», περιέχεται το «πρόγραμμα» της καντιανής Κριτικής;
Το χωρίο του Kant, που μόλις παρατέθηκε στο κείμενο, αποτελεί μέρος μιας παραγράφου στην οποία υπάρχει μια, θα λέγαμε, βιχιανή νύξη στις νοητικές καταστάσεις από τις οποίες περνά ο ανθρώπινος λόγος: «Το πρώτο βήμα στα πράγματα του καθαρού λόγου, που χαρακτηρίζει την παιδική του ηλικία, είναι δογματικό. Το δεύτερο βήμα, για το οποίο έγινε λόγος, είναι σκεπτικό· και μαρτυρεί τη φρόνηση της κρίσης που έχει οξυνθεί από την εμπειρία. Αλλά είναι ακόμη αναγκαίο ένα τρίτο βήμα, που ανήκει μόνο στην ώριμη και ανδρική κρίση, η οποία έχει ως θεμέλιο σταθερές αρχές και αρχές δοκιμασμένης καθολικότητας: δηλαδή να υποβληθούν σε εξέταση όχι τα γεγονότα του λόγου, αλλά ο ίδιος ο λόγος σε όλη του τη δύναμη και ικανότητα καθαρών a priori γνώσεων· αυτό δεν είναι λογοκρισία, αλλά κριτική του λόγου» [Κριτική, σ. 579 —B 497]. Και αν η κριτική ανήκει στην ανδρική και ώριμη ηλικία, όλοι εκείνοι οι μεταγενέστεροι «μεταβάσεις από τη μεταφυσική στη φυσική», πάνω στις οποίες τόσο επέμεινε και εργάστηκε ο Kant, σε ποια ηλικία θα ανήκουν;
18 Προλεγόμενα, § 13, Παρατήρηση III.
19 Φαίνεται εντελώς φυσικό να τοποθετείται η μελέτη της κινηματικής —«που είναι η μελέτη των κινήσεων οι οποίες πραγματοποιούνται στον τρισδιάστατο χώρο κατά τη διάρκεια του χρόνου, μελέτη που γίνεται ανεξάρτητα από τους φυσικούς νόμους αυτών των κινήσεων»— πριν από εκείνη της δυναμικής, διότι φαίνεται απολύτως λογικό να μελετώνται in abstracto τα διάφορα είδη κινήσεων στον χώρο πριν αναρωτηθούμε από ποιες αιτίες και σύμφωνα με ποιους νόμους παράγεται πράγματι αυτή ή εκείνη η κίνηση σε αυτή ή εκείνη την περίσταση... Η κλασική μετάβαση από την κινηματική στη δυναμική συνεπάγεται πράγματι ότι ο εντοπισμός των φυσικών αντικειμένων στο αφηρημένο σχήμα του τρισδιάστατου χώρου και του χρόνου είναι δυνατός ανεξάρτητα από τις εσωτερικές ιδιότητες αυτών των φυσικών αντικειμένων, για παράδειγμα από τη μάζα τους. Τώρα είναι βέβαιο ότι τα υλικά σώματα που μας περιβάλλουν και που έχουν τις δικές μας διαστάσεις εντοπίζονται πολύ καλά στον χώρο και στον χρόνο. Είναι οι ιδιότητες αυτών των σωμάτων, και ιδιαίτερα των στερεών σωμάτων, που μας οδήγησαν να φανταστούμε τον τρισδιάστατο χώρο μέσα στον οποίο τα υποθέτουμε διατεταγμένα, και είναι οι κινήσεις τους που μας επέτρεψαν να δώσουμε έναν ακριβή ορισμό της διέλευσης του χρόνου και της μέτρησής του. Είναι λοιπόν φυσικό ότι για αυτά τα σώματα η μέθοδος που ακολουθεί η ορθολογική μηχανική επιτυγχάνει και οδηγεί στα γνωστά όμορφα αποτελέσματα [DE BROGLIE, ό.π., σσ. 21–22].
20 Σε αυτό το ιδιαίτερο πρόβλημα ο Kant πραγματοποίησε πράγματι, σε σχέση με τον Descartes, μια «κοπερνίκεια επανάσταση» —πολύ λιγότερο γνωστή από την κοπερνίκεια επανάσταση στο γνωσιολογικό πρόβλημα εν γένει—: διότι, ενώ ο Descartes βάσιζε τη μοναδικότητα του σύμπαντος στη μοναδικότητα του χώρου, ο Kant αντιστρέφει την κατάσταση και βασίζει τη μοναδικότητα του χώρου και εκείνη του σύμπαντος στην αρχή της αμοιβαίας αιτιότητας, η οποία απαιτεί και τον χρόνο, αλλά έναν χρόνο νοούμενο όχι ως ρέουσα διαδοχή ή πορεία —Ablauf—, αλλά ως τάξη —Ordnung. [Βλ. Κριτική, σ. 212 —B 175]. Από αυτή την εισαγωγή αιτιακών στοιχείων στο εσωτερικό του συγκεκριμένου χώρου —ώστε να υπάρξει η ενότητά του— ο χώρος υποτείνεται από μια εσωτερική δυναμική δύναμη, η οποία τον καθιστά χώρο ριζικά διαφορετικό από εκείνον του Descartes και του Newton.
Τέλος Κεφαλαίου
II. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ
Αν, ύστερα από τόσες και τόσο ριζικές αλλαγές, αισθανόταν κανείς αναγκασμένος ή τουλάχιστον δικαιολογημένος να θέσει ξανά, μπροστά σε αυτή τη νέα φυσική, το ερώτημα που είχε θέσει ο Kant στην Κριτική του καθαρού λόγου μπροστά στην κλασική φυσική: «πώς είναι δυνατή η φυσική;», δεν θα έβρισκα τίποτε πιο πειστικό και πιο βαθύ —παρά τις εργασίες που έγιναν τελευταία πάνω σε αυτό το θέμα— από την απάντηση που έδωσε ο Kant στην Υπερβατολογική Αναλυτική του.
Το ότι οι βάσεις στις οποίες στηρίζεται η κλασική φυσική έλαβαν τη θεωρητική τους επεξεργασία στους Στοχασμούς και στις Αρχές του Descartes —μια επεξεργασία της οποίας ο κόπος σήμερα έχει σχεδόν λησμονηθεί, τόσο πολύ, μετά από αυτόν αλλά χάρη σε αυτόν, ο φυσικός κόσμος, απαλλαγμένος από εκείνες τις μυριάδες «ουσιώδεις μορφές» που τον γέμιζαν, καθαρίστηκε σε καθαρή έκταση— είναι κάτι που προκύπτει απολύτως καθαρά, ακόμη και από τη σύντομη έκθεση που έγινε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου.
Το ότι, αντίθετα, η καντιανή θεωρητική δικαιολόγηση της δυνατότητας της φυσικής μπορεί να αναφέρεται στη νεότερη σύλληψη, δεν φαίνεται καθόλου αυτονόητο. Ο Kant ήθελε να δικαιολογήσει, δηλαδή να θεμελιώσει θεωρητικά, τη φυσική του Galileo και του Newton, η οποία γι’ αυτόν ήταν απλώς η φυσική, όπως θα ήταν πάντοτε. Και ο Kant δεν ήταν μάγος που, κλεισμένος στο γραφείο του, θα μπορούσε να προφητεύσει επιστημονικές θεωρίες και νόμους, οι οποίοι απαίτησαν δεκαετίες επί δεκαετιών εργαστηριακών εμπειριών, εμπειριών λεπτομερών και ακριβέστατων.
Αντίθετα, ακριβώς η αναπόφευκτη αναγκαιότητα της εμπειρίας για να φθάσει κανείς στη διατύπωση οποιουδήποτε φυσικού νόμου είναι εκείνο που ο Kant υποστηρίζει σταθερά· και αυτή η διαβεβαίωσή του αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα της Κριτικής του καθαρού λόγου. Επομένως ο Kant δεν παρουσιάζεται ως μάγος ούτε σε σχέση με τους νόμους της φυσικής της εποχής του, ούτε θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι είναι ικανός να τους συναγάγει a priori, «κλωσσώντας» τους —η έκφραση είναι του Kant— μέσα στον νου του.
Εκείνος, αντιθέτως, θέλει να δικαιολογήσει θεωρητικά τη φυσική· και το να δικαιολογήσει θεωρητικά δεν σημαίνει να βρει νέους φυσικούς νόμους ή να επεκτείνει τους παλαιούς, αλλά σημαίνει να μελετήσει με ποιον τρόπο και με ποιες αρχές ο λόγος ερευνά τη φύση· ή μάλλον, καλύτερα, με ποιον τρόπο η φύση είναι «παρούσα» σε εκείνους που την ερευνούν.
Τώρα, πραγματοποιώντας αυτή την έρευνα σχετικά με τους τρόπους και τις αρχές βάσει των οποίων η φύση μπορεί να είναι παρούσα σε εκείνους που την ερευνούν, ο Kant βρήκε αρχές που δεν περιορίζονται στο να θεμελιώσουν τη δυνατότητα της κλασικής φυσικής, αλλά εκτείνονται πολύ πέρα από αυτήν· θα έλεγα μάλιστα αρχές τέτοιες ώστε να ισχύουν με πλήρη συνάφεια ακριβώς για τη νεότερη φυσική και για τη νεότερη έννοια της «επιστημονικής εμπειρίας».
Μου φαίνεται ότι ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της Κριτικής του καθαρού λόγου, εκείνο που ο Kant διατυπώνει στο ερώτημα: πώς είναι δυνατή η φυσική, μπορεί να παρουσιαστεί με τον ακόλουθο τρόπο:
Ο Galileo είχε υποστηρίξει ότι το «μέγιστο βιβλίο που είναι συνεχώς ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας —εννοώ το σύμπαν— δεν μπορεί να κατανοηθεί, αν πρώτα δεν μάθουμε να καταλαβαίνουμε τη γλώσσα και να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα· χωρίς αυτά τα μέσα είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς ανθρώπινα έστω και μία λέξη του· χωρίς αυτά είναι σαν να περιπλανιέται μάταια μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο»⁹.
Μια θεωρητική απόδειξη αυτής της διαβεβαίωσης στον Galileo δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ούτε η απόπειρα να την αποδείξει. Είτε ο Galileo ήταν πεπεισμένος γι’ αυτήν επειδή ανέπνεε μέσα στη «φιλοσοφική ατμόσφαιρα» στην οποία ζούσε η ιδέα ότι ένας Θεός είχε γράψει εκείνο το βιβλίο με μαθηματικούς χαρακτήρες· είτε επειδή το γεγονός ότι κατόρθωνε να συνδέει μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας μαθηματικούς χαρακτήρες, πλήθος φυσικών εμπειριών, του έδινε εκ των υστέρων τη βεβαιότητα ότι ήξερε να διαβάζει μέσα στον κόσμο, και επομένως την πεποίθηση ότι ο κόσμος ήταν γραμμένος με μαθηματικούς χαρακτήρες· όπως κι αν έχει, ο Galileo δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να αναγάγει τη διαβεβαίωσή του σε πρόβλημα και να αναρωτηθεί: πώς μπορώ εγώ να είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος είναι γραμμένος με μαθηματικούς χαρακτήρες;
Λοιπόν: αυτή, ακριβώς αυτή, είναι μία από τις ερωτήσεις που θέτει ο Kant στον εαυτό του· και η Κριτική του καθαρού λόγου περιέχει την απάντηση.
Κι εγώ προσυπογράφω —μπορεί να πει ο Kant— τη διαβεβαίωση του Galileo· κι εγώ υποστηρίζω ότι το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο με μαθηματικούς χαρακτήρες, έτσι ώστε μόνο ένας μαθηματικός ξέρει να το διαβάζει. Ωστόσο, πέρα από τη διατύπωση μιας διαβεβαίωσης, χρειάζεται και να δικαιολογηθεί ορθολογικά, θεωρητικά αυτή η διαβεβαίωση¹⁰.
Το πρόβλημα, όπως φαίνεται αμέσως, τοποθετείται σε ένα επίπεδο πολύ διαφορετικό από εκείνο «του βιβλίου», δηλαδή της Φύσης· δεν πρόκειται πλέον να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο, να εμβαθύνουμε στη γνώση του ανακαλύπτοντας μέσα του νέα φαινόμενα και νέους νόμους. Πρόκειται, αντίθετα, να θέσουμε το προκαταρκτικό και προϋποθετικό πρόβλημα: δεδομένου ότι η φυσικο-μαθηματική επιστήμη υπάρχει πράγματι και έχει αξία πραγματικής και αντικειμενικής γνώσης του φυσικού κόσμου, να αναζητήσουμε τις βάσεις ή τα θεμέλια αυτής της αξίας της, δηλαδή της αντικειμενικότητάς της.
«Η Κριτική του καθαρού λόγου... δεν αναμειγνύεται στις διαμάχες που αναφέρονται άμεσα στα αντικείμενα [δηλαδή δεν τοποθετείται στο επίπεδο της φυσικής και των προβλημάτων της], αλλά έχει θεσπιστεί για να καθορίσει και να κρίνει τα δικαιώματα του λόγου γενικά, σύμφωνα με τις αρχές της πρώτης του συγκρότησης»¹¹· δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής του δομής και της εσωτερικής του λειτουργίας, έτσι ώστε να μπορέσει, μέσω αυτής της έρευνας, να φέρει στο φως τη φύση και την εγκυρότητα της σχέσης που έχει με εκείνα τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείται η επιστήμη.
«Ελπίζω να μη με παρεξηγήσουν· δηλαδή να γίνει κατανοητό ότι εδώ [στην έρευνα αυτών των αρχών ή βάσεων της αξίας της φυσικής —δηλαδή της δυνατότητάς της] δεν έχω υπόψη μου τους κανόνες της παρατήρησης μιας ήδη δοσμένης φύσης, κανόνες που ήδη προϋποθέτουν την εμπειρία»¹² [δηλαδή που προϋποθέτουν όχι μόνο ότι γίνονται πειράματα, αλλά και ότι είναι γνωστό πως η εμπειρία έχει πραγματικότητα και επιστημονική εγκυρότητα], αλλά ακριβώς τις βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η εγκυρότητα και πραγματικότητα της ίδιας της εμπειρίας, εκείνης της εμπειρίας από την οποία αντλούμε νόμους και επιστημονικές αρχές.
Και επειδή η λέξη «αρχές» χρησιμοποιείται τόσο για τις επιστημονικές αρχές όσο και για αυτές τις βάσεις —«πρώτες πηγές του ίδιου του καθαρού λόγου», «πρώτη βάση κάθε γνώσης»¹³—, για αυτές τις βάσεις της εμπειρίας, ο Kant, για να διακρίνει τις μεν από τις δε, επιμένει: «Αλλά θα πρέπει να σημειωθεί καλά ότι εδώ δεν έχω μπροστά στα μάτια μου ούτε τις αρχές των μαθηματικών... ούτε εκείνες της γενικής δυναμικής —φυσικής—... αλλά μόνο εκείνες του καθαρού νου [και του λόγου]... [που αποτελούν τη βάση] χάρη στην οποία όλες αυτές αποκτούν τη δυνατότητά τους»¹⁴· δηλαδή: αποτελούν εκείνη τη βάση επάνω στην οποία στηριζόμενες οι μαθηματικές και φυσικές αρχές που είναι εσωτερικές στις επιστήμες, καθώς και οι ίδιες οι επιστήμες, αποκτούν τη δυνατότητά τους, δηλαδή μπορούν να είναι πραγματικά και επομένως αντικειμενικά πραγματικές.
«Επομένως δεν θα συγκαταλέξω ανάμεσα στις δικές μου αρχές εκείνες των μαθηματικών, αλλά εκείνες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται a priori η δυνατότητα και η αντικειμενική τους εγκυρότητα [και το ίδιο πρέπει να επαναληφθεί για τη φυσική], και οι οποίες γι’ αυτό πρέπει να θεωρούνται ως principium αυτών των αρχών»¹⁵.
Για να βρεθούν αυτές οι «αρχές» των αρχών, αυτές οι βάσεις, αυτές οι «πρώτες πηγές», πρέπει να αναχθούμε όλο και ψηλότερα, «μέχρι τα πρώτα τους σπέρματα και τις πρώτες τους δυνατότητες μέσα στον ανθρώπινο νου»¹⁶, όπου έχουν την πρωταρχική τους έδρα· «δηλαδή [πρέπει] να υποβάλουμε σε εξέταση όχι τα γεγονότα του λόγου, αλλά τον ίδιο τον λόγο σε όλη του τη δύναμη και ικανότητα καθαρών a priori γνώσεων»¹⁷.
Τώρα, σε αυτή την καντιανή επεξεργασία της δυνατότητας της επιστήμης, όσο κι αν ο Kant πίστεψε ότι έδινε τη δυνατότητα της κλασικής φυσικής —τόσο ώστε, για να φέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, να λέει σχετικά με τον χώρο του: «όλες οι προτάσεις της γεωμετρίας ισχύουν για τον χώρο... είτε θεωρώ τον χώρο ως απλή μορφή της αισθητικότητας [που ήταν η δική του σύλληψη], είτε τον θεωρώ ως κάτι που ενυπάρχει στα ίδια τα πράγματα [που ήταν η κοινή αντίληψη]... ως προς κάθε δυνατή εμπειρία, όλα παραμένουν σαν να μην είχα απομακρυνθεί καθόλου από την κοινή γνώμη»¹³—, στην πραγματικότητα ο Kant βρήκε, ως καρπό αυτής της αναγωγής του μέχρι τις πρώτες πηγές του λόγου, αρχές τέτοιες που δεν επιτρέπουν πλέον να παραμείνουμε κλεισμένοι μέσα στην κλασική φυσική, αλλά μας βγάζουν έξω από αυτήν, αφού εγγυώνται τη θεωρητική δικαιολόγηση μιας φυσικής που απομακρύνεται σημαντικά από εκείνη και τη διατηρεί μόνο ως οριακή περίπτωση¹⁸.
Η απόδειξη αυτού του πράγματος απαιτεί, όπως είναι φανερό, μια λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση εκείνης της Υπερβατολογικής Αναλυτικής των αρχών, μέσα στην οποία περιέχονται οι αρχές που υφαίνουν την εμπειρία. Ωστόσο, αν με ρωτούσαν ποια είναι τα θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία μπορεί να βασιστεί μια τόσο ασυνήθιστη διαβεβαίωση —διότι μια διαβεβαίωση αυτού του είδους δεν θα στηριζόταν σε σποραδικές διαπιστώσεις, αλλά θα είχε ασφαλώς γενικές κατευθυντήριες γραμμές και θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία να βασιστεί—, θα μπορούσα να υποδείξω ως κεντρικά τα εξής:
η καρτεσιανή θεωρητική σύλληψη της res extensa, στην οποία αντιστοιχεί η κλασική φυσική, είχε τη βάση της στον χώρο και ανήγαγε τα πάντα σε χωρικά στοιχεία· για αυτήν ο χρόνος έρρεε ομοιογενώς πάνω σε αυτόν τον χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να στέκει εκεί ακόμη και χωρίς τον χρόνο· ό,τι κινούνταν μέσα σε αυτόν τον χώρο ήταν αναγώγιμο σε μαθηματικό σημείο· και η δυναμική του υλικού σημείου είχε συλληφθεί ab imis με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναχθεί στην κινηματική —δηλαδή σε κίνηση ενός μαθηματικού σημείου μέσα στον μαθηματικό χώρο¹⁹. Και τέλος, η ενότητα του φυσικού κόσμου εξασφαλιζόταν από την ενότητα του χώρου.
Τώρα, από αυτά τα σημεία, ούτε ένα δεν παραμένει στη σύλληψη της εμπειρίας όπως αυτή προκύπτει από την Αναλυτική του Kant. Σύμφωνα με την Αναλυτική των αρχών, η ενότητα του φυσικού κόσμου —για να αρχίσουμε από τη βάση—, αντί να έχει τη βάση της στην ενότητα του χώρου, απαιτεί την παρέμβαση της αρχής της αιτίας, η οποία καθορίζει τον χρόνο. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει κάτι μέσα στον χώρο και στον χρόνο, το οποίο να έχει δικά του χαρακτηριστικά, μη συγχεόμενα με τα ποσοτικά χαρακτηριστικά του χώρου και του χρόνου· με αυτόν τον τρόπο το «υλικό σημείο» αντικαθίσταται από ένα quid που δεν έχει πλέον καμία ομοιότητα μαζί του· και η δυναμική δεν μπορεί πλέον να αναχθεί στην κινηματική.
Από αυτό ακολουθεί ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι πλέον από μόνοι τους επαρκείς για να μας δώσουν το πλαίσιο των φυσικών φαινομένων. Όσο για τον ίδιο τον χρόνο, αυτός δεν ρέει πλέον πάνω σε έναν χώρο αδιάφορο απέναντι σε αυτή τη διέλευση του αόρατου χρόνου μέσα του, αφού ο χρόνος είναι απαραίτητος για να διαμορφώσει τους συγκεκριμένους προσδιορισμούς του χώρου. Χωρίς χρόνο, πράγματι, ο χώρος της καντιανής Αναλυτικής θα εξαφανιζόταν. Επομένως ο κριτικός καντιανός χώρος δεν έχει πλέον τίποτε να κάνει με τον χώρο του Descartes.
Φαίνεται λοιπόν πώς τόσο αυτό το τελευταίο σημείο σχετικά με τους προσδιορισμούς του χώρου, όσο και εκείνο σχετικά με τη μη επάρκεια του χωροχρόνου να μας δώσει το πλαίσιο των φυσικών φαινομένων, και εκείνο σχετικά με την ύπαρξη ενός στοιχείου με δικούς του χαρακτήρες, μη χωροχρονικούς, είναι όλα έννοιες που έγιναν βασικές στη νεότερη φυσική, όπου ο χώρος δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να υπάρχει αφ’ εαυτού, και όπου, με την ατομική φυσική, ήρθαν στο φως και έγιναν θεμελιώδη στοιχεία και μεγέθη που δεν είναι χωρικά ούτε αναγώγιμα στον χώρο.
Και αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι, τα θεμελιώδη σημεία πάνω στα οποία στηρίζεται η διαβεβαίωση ότι η ύφανση της «φυσικής εμπειρίας», της οποίας ο Kant παρουσιάζει τα στοιχεία στην Κριτική, δεν μας επιτρέπει να παραμείνουμε κλεισμένοι στη σύλληψη της κλασικής φυσικής, αλλά μας παρέχει τη θεωρητική εγγύηση μιας φυσικής όπως είναι η νεότερη φυσική.
Τώρα, μολονότι όλα αυτά τα στοιχεία που ερεύνησε ο Kant, και από τα οποία υφαίνεται η ενότητα της εμπειρίας, είναι εξίσου απαραίτητα για να έχουμε ακριβώς την πραγματικότητα της εμπειρίας και των αντικειμένων αυτής της εμπειρίας, ωστόσο, όπως είπα στον Πρόλογο, υπάρχει ένα στο οποίο μπορεί κανείς, για σκοπούς ανάλυσης, να αποδώσει —τουλάχιστον προσωρινά— μια προνομιακή θέση: η αίσθηση, μαζί με την «κατηγορία» ή «αρχή» που καταλήγει σε αυτήν: την κατηγορία της πραγματικότητας.
Όταν ενώνεται με αυτήν, η κατηγορία αυτή γεννά την ένταση ή βαθμό, που είναι ακριβώς εκείνη η ιδιότητα ή ο χαρακτήρας ο οποίος, παρών μέσα στον ιστό της εμπειρίας και του φυσικού κόσμου, δίνει το πραγματικό και, συγχρόνως, εμποδίζει ολόκληρος ο φυσικός κόσμος να αναχθεί σε χωροχρονικό συνεχές. Δηλαδή είναι εκείνη η ιδιότητα που με τον πιο ορατό τρόπο αποσπά την κλασική φυσική από τη νεότερη.
Σε αυτή την αίσθηση και σε αυτή την αρχή που αναφέρεται σε αυτήν, στην εξέταση των ιδιοτήτων και των χαρακτήρων που έτσι έρχονται στο φως, και στις συνέπειες που αναβλύζουν αυθόρμητα από αυτές τις ιδιότητες, είναι αφιερωμένη η παρούσα εργασία.
Αναφέρομαι χαριτολογώντας στη φράση: «Βέβαια η απάντησή μου σε εκείνα τα προβλήματα δεν βγήκε όπως θα μπορούσε να την περιμένει η δογματικά φαντασιόπληκτη περιέργεια· διότι θα χρειαζόταν όχι λιγότερο από μαγική τέχνη για να την ικανοποιήσει κανείς· κι εγώ δεν γνωρίζω από τέτοια» [Κριτική, σ. 8 —A 10].
9 GALILEI, Il Saggiatore, εθνική έκδοση, τόμ. VI, σ. 232.
10 Μεταξύ των όχι λίγων σχετικών χωρίων βλ., στο Παράρτημα των Προλεγομένων, εκείνο όπου υποστηρίζει ότι ούτε οι πιο φανατικοί ρεαλιστές μπορούν, χωρίς τη δική του Κριτική, να αποδείξουν την αντικειμενικότητα της γεωμετρίας:
«Ο λεγόμενος ιδεαλισμός μου —ακριβέστερα: κριτικός ιδεαλισμός— [δηλαδή η θεωρία που περιέχεται στην Κριτική] είναι φύσεως εντελώς ιδιαίτερης..., και κάνει ώστε κάθε a priori γνώση, ακόμη και εκείνη της γεωμετρίας, να αποκτήσει για πρώτη φορά αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία, χωρίς αυτή τη δική μου αποδεδειγμένη ιδεατότητα του χώρου και του χρόνου, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ούτε από τους πιο ζηλωτές ρεαλιστές» [ιταλ. μτφρ., σ. 197 —Ak. IV, 375]. Και το ίδιο πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να λεχθεί για τη φυσική.
11 Κριτική, σ. 573 —B 461.
12 Προλεγόμενα, § 17. Η αραίωση των στοιχείων είναι του Kant.
13 Ό.π., §§ 51 και 52 b.
14 Κριτική, σ. 180 —B 148.
15 Κριτική, σ. 179 —B 146. Θεωρώ σκόπιμο να αφήσω το λατινικό principium, με το οποίο, στο κείμενο, υπογραμμίζεται η απόσταση από τα Grundsätze που είναι εσωτερικά στα μαθηματικά. Ο όρος principium, νοούμενος ακριβώς με αυτή την έννοια της υπερβατολογικής θεμελίωσης των αρχών της δυνατότητας της φυσικής, των μαθηματικών, μάλιστα της εμπειρίας, βρίσκεται ήδη —γύρω στο 1775— στα Lose Blätter aus dem Duisburg’schen Nachlass, τα οποία αντιπροσωπεύουν την εξαιρετικά επίπονη κυοφορία της υπερβατολογικής παραγωγής. Για παράδειγμα, ήδη στην πρώτη αράδα: «Οι αρχές [Principien] του φαινομένου —εν γένει— είναι μόνο [εκείνες] της μορφής· δηλαδή ο χρόνος. Το principium της έκθεσης των φαινομένων είναι το θεμέλιο της έκθεσης εν γένει αυτού που είναι δοσμένο» [Ak., τόμ. XVII, σ. 643, απόσπ. 4674].
16 Κριτική, σ. 106 —B 84.
17 Κριτική, σ. 579 —B 497. Σε ένα από τα Extraits des notes inédites που συγκεντρώθηκαν ως παράρτημα στις Réflexions sur la puissance motrice du feu του SADI CARNOT [Paris, Gauthier-Villars, 1878 —η πρώτη έκδοση είναι του 1824], βρίσκω στη σ. 92 αυτό το χωρίο, το οποίο συμπίπτει τόσο πολύ με όσα παρατήρησε ο Kant στο χωρίο που μόλις παρατέθηκε, ώστε μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν ως το «μότο» της Κριτικής του καθαρού λόγου:
«Φαίνεται πολύ δύσκολο πράγμα να διεισδύσει κανείς στην εσωτερική ουσία των σωμάτων. Θα χρειαζόταν, για να μη γίνουν λανθασμένοι συλλογισμοί, να εξεταστεί με προσοχή η πηγή των γνώσεών μας για τη φύση των σωμάτων, για τη μορφή τους, για τις δυνάμεις» κ.λπ. Δεν θα μπορούσε πράγματι να πει κανείς ότι ακριβώς εδώ, σε αυτή την αναγκαιότητα της εξέτασης της «πηγής των γνώσεών μας», περιέχεται το «πρόγραμμα» της καντιανής Κριτικής;
Το χωρίο του Kant, που μόλις παρατέθηκε στο κείμενο, αποτελεί μέρος μιας παραγράφου στην οποία υπάρχει μια, θα λέγαμε, βιχιανή νύξη στις νοητικές καταστάσεις από τις οποίες περνά ο ανθρώπινος λόγος: «Το πρώτο βήμα στα πράγματα του καθαρού λόγου, που χαρακτηρίζει την παιδική του ηλικία, είναι δογματικό. Το δεύτερο βήμα, για το οποίο έγινε λόγος, είναι σκεπτικό· και μαρτυρεί τη φρόνηση της κρίσης που έχει οξυνθεί από την εμπειρία. Αλλά είναι ακόμη αναγκαίο ένα τρίτο βήμα, που ανήκει μόνο στην ώριμη και ανδρική κρίση, η οποία έχει ως θεμέλιο σταθερές αρχές και αρχές δοκιμασμένης καθολικότητας: δηλαδή να υποβληθούν σε εξέταση όχι τα γεγονότα του λόγου, αλλά ο ίδιος ο λόγος σε όλη του τη δύναμη και ικανότητα καθαρών a priori γνώσεων· αυτό δεν είναι λογοκρισία, αλλά κριτική του λόγου» [Κριτική, σ. 579 —B 497]. Και αν η κριτική ανήκει στην ανδρική και ώριμη ηλικία, όλοι εκείνοι οι μεταγενέστεροι «μεταβάσεις από τη μεταφυσική στη φυσική», πάνω στις οποίες τόσο επέμεινε και εργάστηκε ο Kant, σε ποια ηλικία θα ανήκουν;
18 Προλεγόμενα, § 13, Παρατήρηση III.
19 Φαίνεται εντελώς φυσικό να τοποθετείται η μελέτη της κινηματικής —«που είναι η μελέτη των κινήσεων οι οποίες πραγματοποιούνται στον τρισδιάστατο χώρο κατά τη διάρκεια του χρόνου, μελέτη που γίνεται ανεξάρτητα από τους φυσικούς νόμους αυτών των κινήσεων»— πριν από εκείνη της δυναμικής, διότι φαίνεται απολύτως λογικό να μελετώνται in abstracto τα διάφορα είδη κινήσεων στον χώρο πριν αναρωτηθούμε από ποιες αιτίες και σύμφωνα με ποιους νόμους παράγεται πράγματι αυτή ή εκείνη η κίνηση σε αυτή ή εκείνη την περίσταση... Η κλασική μετάβαση από την κινηματική στη δυναμική συνεπάγεται πράγματι ότι ο εντοπισμός των φυσικών αντικειμένων στο αφηρημένο σχήμα του τρισδιάστατου χώρου και του χρόνου είναι δυνατός ανεξάρτητα από τις εσωτερικές ιδιότητες αυτών των φυσικών αντικειμένων, για παράδειγμα από τη μάζα τους. Τώρα είναι βέβαιο ότι τα υλικά σώματα που μας περιβάλλουν και που έχουν τις δικές μας διαστάσεις εντοπίζονται πολύ καλά στον χώρο και στον χρόνο. Είναι οι ιδιότητες αυτών των σωμάτων, και ιδιαίτερα των στερεών σωμάτων, που μας οδήγησαν να φανταστούμε τον τρισδιάστατο χώρο μέσα στον οποίο τα υποθέτουμε διατεταγμένα, και είναι οι κινήσεις τους που μας επέτρεψαν να δώσουμε έναν ακριβή ορισμό της διέλευσης του χρόνου και της μέτρησής του. Είναι λοιπόν φυσικό ότι για αυτά τα σώματα η μέθοδος που ακολουθεί η ορθολογική μηχανική επιτυγχάνει και οδηγεί στα γνωστά όμορφα αποτελέσματα [DE BROGLIE, ό.π., σσ. 21–22].
20 Σε αυτό το ιδιαίτερο πρόβλημα ο Kant πραγματοποίησε πράγματι, σε σχέση με τον Descartes, μια «κοπερνίκεια επανάσταση» —πολύ λιγότερο γνωστή από την κοπερνίκεια επανάσταση στο γνωσιολογικό πρόβλημα εν γένει—: διότι, ενώ ο Descartes βάσιζε τη μοναδικότητα του σύμπαντος στη μοναδικότητα του χώρου, ο Kant αντιστρέφει την κατάσταση και βασίζει τη μοναδικότητα του χώρου και εκείνη του σύμπαντος στην αρχή της αμοιβαίας αιτιότητας, η οποία απαιτεί και τον χρόνο, αλλά έναν χρόνο νοούμενο όχι ως ρέουσα διαδοχή ή πορεία —Ablauf—, αλλά ως τάξη —Ordnung. [Βλ. Κριτική, σ. 212 —B 175]. Από αυτή την εισαγωγή αιτιακών στοιχείων στο εσωτερικό του συγκεκριμένου χώρου —ώστε να υπάρξει η ενότητά του— ο χώρος υποτείνεται από μια εσωτερική δυναμική δύναμη, η οποία τον καθιστά χώρο ριζικά διαφορετικό από εκείνον του Descartes και του Newton.
Τέλος Κεφαλαίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου