MARTIN HEIDEGGER
Μαρβουργιανές παραδόσεις, θερινό εξάμηνο 1928
επιμέλεια έκδοσης: Klaus Held
Εκδόσεις Vittorio Klostermann, 1978
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I. Περί της παραδεδομένης έννοιας της λογικής
II. Οδηγός προς την ιδέα της φιλοσοφίας
III. Ο προσδιορισμός της φιλοσοφίας κατά τον Αριστοτέλη
IV. Το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας και το ερώτημα περί του ανθρώπου
V. Θεμελιώδη προβλήματα μιας φιλοσοφικής λογικής
VI. Η παραδεδομένη διαίρεση της λογικής και το καθήκον της επιστροφής στα θεμέλια αυτής της λογικής
ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΑΡΧΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
Προκαταρκτική παρατήρηση
ΠΡΩΤΟ ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Αποδόμηση της λεϊμπνίτσιας θεωρίας της κρίσης προς τα μεταφυσικά θεμελιώδη προβλήματα
§ 1. Χαρακτηρισμός της γενικής δομής της κρίσης.
§ 2. Η κρίση και η ιδέα της αλήθειας. Οι θεμελιώδεις μορφές της αλήθειας. In memoriam Max Scheler
§ 3. Η ιδέα της αλήθειας και οι θεμελιώδεις αρχές της γνώσης. Συνοπτική επανάληψη
§ 4. Η ιδέα της γνώσης εν γένει
§ 5. Ο ουσιώδης προσδιορισμός του Είναι του κατεξοχήν όντος
a) Η μονάδα ως ορμή
b) Ενδιάμεση θεώρηση ως προς τον οδηγό μίτο της ερμηνείας του Είναι
c) Η δομή της ορμής
§ 6. Η θεμελιώδης σύλληψη του Είναι εν γένει —δεν αναπτύχθηκε—
§ 7. Θεωρία της κρίσης και σύλληψη του Είναι. Λογική και οντολογία.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Η μεταφυσική της αρχής του λόγου ως θεμελιώδους προβλήματος της λογικής
Πρώτη ενότητα: Η διάνοιξη της προβληματικής διάστασης
§ 8. Η αρχή του λόγου ως κανόνας της σκέψης
§ 9. Η ουσία της αλήθειας και η ουσιώδης σχέση της προς τον λόγο
a) Η ουσία της αλήθειας της απόφανσης
b) Προθετικότητα και υπέρβαση
§ 10. Το πρόβλημα της υπέρβασης και το πρόβλημα του Είναι και του χρόνου
Παράρτημα: Χαρακτηρισμός της ιδέας και της λειτουργίας μιας θεμελιώδους οντολογίας
Δεύτερη ενότητα: Το πρόβλημα του λόγου
§ 11. Η υπέρβαση του Dasein
a) Περί της έννοιας της υπέρβασης
b) Το φαινόμενο του κόσμου
c) Ελευθερία και κόσμος
§ 12. Υπέρβαση και χρονικότητα —nihil originarium
§ 13. Η υπέρβαση που χρονίζεται μέσα στη χρονικότητα και η ουσία του λόγου.
§ 14. Η ουσία του λόγου και η ιδέα της λογικής
Προσθήκη: Μακρινότητα και εγγύτητα
Επίμετρο του εκδότη
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I. Περί της παραδεδομένης έννοιας της λογικής
Η έκφραση Logik είναι η συντομογραφία του ελληνικού λογική· πρέπει εδώ να συμπληρωθεί το ἐπιστήμη: επιστήμη που πραγματεύεται τον λόγο. Λόγος σημαίνει εδώ περίπου ομιλία, και μάλιστα με την έννοια της απόφανσης, της κατηγόρησης· αυτή συνίσταται στο να λέγεται κάτι για κάτι: το σώμα είναι βαρύ, το τρίγωνο είναι ισόπλευρο, ο Kant πέθανε το έτος 1804, «βασιλιάς» είναι ουσιαστικό, η φύση είναι παρούσα. Τέτοιες αποφάνσεις δίνουν έκφραση σε έναν προσδιορισμό κάποιου πράγματος ως κάτι, σε μια determinatio. Αυτόν τον προσδιορισμό τον ονομάζουμε σκέψη. Η λογική, η επιστήμη του λόγου, είναι επομένως επιστήμη της σκέψης.
Ο σκεπτόμενος προσδιορισμός όμως, ως προσδιορισμός κάποιου πράγματος ως κάτι, είναι πάντοτε συγχρόνως ένας προσδιορισμός περί...: κάτι, δηλαδή π.χ. το σώμα, προσδιορίζεται ως κάτι, π.χ. ως βαρύ. Η «σχέση»: κάτι λέγεται για κάτι, η κατηγόρηση, σχετίζεται μέσα της συγχρόνως με ένα ον, για το οποίο δίνεται μέσα σε αυτούς τους προσδιορισμούς ένας προσδιορισμός. Το «περί οὗ» είναι το ίδιο το ον. Το «καθ’ οὗ» είναι αυτό το «περί οὗ» ως αντικείμενο της κατηγόρησης. Πρόκειται λοιπόν για την αρθρωτική αποκάλυψη και τον προσδιορισμό του ίδιου του όντος, πράγμα που θα μπορούσαμε να παραστήσουμε έτσι:
Κατά τη δική του τάση, ο προσδιορισμός που κατανοείται έτσι επιδιώκει να προσαρμοστεί σε εκείνο περί του οποίου γίνεται η απόφανση. Αυτή η προσαρμογή προς εκείνο περί του οποίου γίνεται ο προσδιορισμός και η απόφανση, η adaequatio, χαρακτηρίζει εκείνο που γενικά εννοούμε με την αλήθεια της απόφανσης. Ο λόγος μπορεί να είναι προσαρμοσμένος ή μη προσαρμοσμένος, αληθής ή ψευδής. Κάθε πραγματικά επιτελούμενος λόγος, επειδή κατά την ουσία του είναι πάντοτε απόφανση περί κάποιου πράγματος, είναι αναγκαστικά είτε αληθής είτε ψευδής. —Μια θέση βέβαια που θα μας απασχολήσει ακόμη διεξοδικά.
Η λογική ως επιστήμη του λόγου δεν εξετάζει τώρα όλες τις πραγματικές αποφάνσεις που έγιναν ποτέ για κάθε δυνατό και αδύνατο πράγμα, τις αληθείς και τις ψευδείς, ούτε καν όλες τις αληθείς· αλλά ρωτά τι ανήκει γενικά σε έναν λόγο, σε μια απόφανση, σε έναν προσδιορισμό, πού βρίσκεται γενικά η ουσία της σκέψης.
Η σκέψη όμως είναι σκέψη περί κάποιου πράγματος. Κάθε πραγματική σκέψη έχει το θέμα της, σχετίζεται έτσι με ένα ορισμένο αντικείμενο, δηλαδή κάθε φορά με ένα ορισμένο ον που μας αντιτίθεται: ένα φυσικό πράγμα, ένα γεωμετρικό αντικείμενο, ένα ιστορικό γεγονός, ένα γλωσσικό φαινόμενο. Αυτά τα αντικείμενα —της φύσης, του χώρου, της ιστορίας— ανήκουν σε διαφορετικά πεδία· διαφέρουν ως προς το πραγματολογικό τους περιεχόμενο, ως προς το τι είναι κάθε φορά κάτι εντελώς άλλο — τα φυτά είναι κάτι άλλο από τα γεωμετρικά αντικείμενα, αυτά πάλι εντελώς διαφορετικά από ένα λογοτεχνικό έργο, για παράδειγμα· αλλά διαφέρουν και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι, φυσικά ή ιστορικά.
Αντίστοιχα προς τη διαφορά στο τι είναι κάθε φορά το ον και στο πώς είναι, και ο σκεπτόμενος προσδιορισμός του, ο οποίος οφείλει να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ον, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη διαφορά· ο σκεπτόμενος προσδιορισμός, δηλαδή ο σχηματισμός εννοιών, θα είναι διαφορετικός στα διάφορα πεδία. Αντίστοιχα, η επιστημονική εξέταση αυτής της σκέψης είναι κάθε φορά διαφορετική: λογική της φυσικομαθηματικής σκέψης, της μαθηματικής σκέψης, της φιλολογικής, ιστορικής, θεολογικής και πολύ περισσότερο της φιλοσοφικής σκέψης. Η λογική αυτών των επιστημονικών κλάδων έχει πραγματολογικό περιεχόμενο· είναι μια υλική λογική.
Αλλά μια λογική απλώς και γενικώς, μια «γενική» λογική, η οποία δεν αναφέρεται ούτε στον σκεπτόμενο προσδιορισμό της φύσης ούτε σε εκείνον του χώρου ή της ιστορίας —η λογική απλώς και γενικώς— έχει ως θέμα τη σκέψη περί... Περί τίνος λοιπόν; Το θέμα της είναι βέβαια η σκέψη περί... εν γένει, αλλά το αντικείμενό της είναι κάθε φορά ένα ορισμένο. Και όμως θέμα της λογικής δεν είναι η σκέψη περί αυτού ή εκείνου. Είναι λοιπόν θέμα της μια σκέψη του μηδενός;
Το «σκέπτεσθαι μηδέν» είναι διφορούμενο: μπορεί πρώτον να σημαίνει: να μη σκέπτεται κανείς· αλλά η λογική ως επιστήμη της σκέψης προφανώς δεν θα πραγματεύεται ποτέ τη μη-σκέψη. Δεύτερον, μπορεί να σημαίνει: να σκέπτεται κανείς το μηδέν· αυτό όμως σημαίνει: να σκέπτεται κάτι. Στη σκέψη του μηδενός, ή στην προσπάθεια να το σκεφτεί, είμαι σκεπτόμενος σε σχέση με το μηδέν· αυτό είναι το περί οὗ.
Κάθε σκέψη, ως σκέψη, σχετίζεται με...· αν τώρα πάρω τη σκέψη εν γένει, τότε είναι αδιάφορο προς τι. Αλλά η αδιαφορία του αντικειμένου δεν σημαίνει: κανένα απολύτως αντικείμενο, αλλά ακριβώς κάθε φορά ένα αντικείμενο, οποιοδήποτε όμως· κάθε νοητό κάτι. Εκείνο προς το οποίο σχετίζεται η σκέψη είναι —λογικά ιδωμένο— αδιάφορο και δεν μπορεί να αποφασιστεί από την ιδέα της σκέψης εν γένει.
Η λογική απλώς και γενικώς, ως επιστήμη της σκέψης εν γένει, δεν εξετάζει βέβαια τη σκέψη ως σκέψη αυτού ή εκείνου του αντικειμένου, με τον έναν ή τον άλλον προσδιορισμένο χαρακτήρα· δεν προσέχει το ιδιαίτερο τί-είναι και πώς-είναι εκείνου προς το οποίο σχετίζεται η σκέψη. Αλλά αυτή η παράβλεψη του εκάστοτε πραγματολογικού περιεχομένου και του τρόπου είναι του νοουμένου δεν σημαίνει ποτέ ότι η σκέψη δεν σχετίζεται καθόλου με κάτι· σημαίνει μόνο: εκείνο που είναι αντικείμενο της σκέψης είναι αδιάφορο — εφόσον αυτό περί του οποίου σκέπτεται η σκέψη στέκεται εν γένει απέναντί της ως κάτι.
Λόγω αυτής της αδιαφορίας, το ειδικό πραγματολογικό περιεχόμενο δεν παίζει κανέναν ρόλο· «η ύλη», το τί των αντικειμένων, είναι αδιάφορη· σημασία έχει μόνο ότι εν γένει νοείται κάτι μέσα στη σκέψη. Το «εν γένει κάτι», ανεξάρτητα από το τί του —την ύλη του—, δεν είναι ένα ορισμένο αντικείμενο με πραγματολογικό περιεχόμενο, αλλά μόνο η μορφή ενός αντικειμένου.
Η σκέψη, λαμβανόμενη ως σκέψη περί κάποιου πράγματος, με αδιάφορο πραγματολογικό περιεχόμενο, είναι η τυπική σκέψη, σε διάκριση από την υλική, την έχουσα πραγματολογικό περιεχόμενο. Αυτή η τυπική σκέψη δεν είναι χωρίς αντικείμενο, αλλά είναι απολύτως αντικειμενική, μόνο που με πραγματολογική αδιαφορία. Η γενική λογική ως επιστήμη της τυπικής σκέψης είναι επομένως τυπική λογική.
Αυτή η γενική λογική, η λογική απλώς και γενικώς, πραγματεύεται τότε εκείνο που ανήκει σε μια σκέψη περί κάποιου πράγματος εν γένει, εκείνο που καθιστά εσωτερικά δυνατή τη σκέψη εν γένει, τη νομοτέλεια στην οποία κάθε σκέψη, ως σκέψη, πρέπει να ανταποκρίνεται. Έτσι χαρακτηρίζεται η λογική και ως επιστήμη των τυπικών κανόνων της σκέψης· ωστόσο αυτός ο χαρακτηρισμός παραμένει ασαφής. Και το πρόβλημα της αλήθειας, έστω μόνο από τυπική άποψη, ανήκει στη λογική, όχι μόνο το πρόβλημα της ορθότητας. Διότι ορθότητα και «τυπική αλήθεια» —δηλαδή μορφή της αλήθειας εν γένει— δεν είναι το ίδιο· εδώ υπάρχει στον Kant μια ασάφεια.
Παρόλο που η αυστηρή έννοια της τυπικής λογικής αναπτύχθηκε μόνο σπάνια και ποτέ ως προς την αρχή της, εκείνο που πρόκειται να συλληφθεί μέσα της είναι εν μέρει —αν και συγκεχυμένα— αυτό που, με αφορμή τον Αριστοτέλη, από τη Στοά και κατά τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε και παγιώθηκε ως σχολικός κλάδος. Αυτή τη λογική έχει κατά νου ο Kant, όταν εκφράζεται γι’ αυτήν στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου —Β VIII κ.ε.— με τον ακόλουθο τρόπο:
«Το ότι η λογική βάδισε ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους αυτόν τον ασφαλή δρόμο φαίνεται από το ότι από τον Αριστοτέλη και έπειτα δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα πίσω, εκτός αν θέλει κανείς να της καταλογίσει ως βελτιώσεις την απομάκρυνση ορισμένων περιττών λεπτολογιών ή τον σαφέστερο προσδιορισμό των όσων εκτέθηκαν, πράγμα που όμως αφορά περισσότερο την κομψότητα παρά την ασφάλεια της επιστήμης. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη σε αυτήν ότι έως τώρα δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός, και επομένως, κατά τα φαινόμενα, μοιάζει να είναι κλειστή και ολοκληρωμένη...»
Το ότι η λογική πέτυχε τόσο καλά, αυτό το πλεονέκτημα το οφείλει αποκλειστικά στον περιορισμένο χαρακτήρα της, χάρη στον οποίο έχει το δικαίωμα, και μάλιστα την υποχρέωση, να αφαιρεί από όλα τα αντικείμενα της γνώσης και από τη διαφορά τους· και έτσι μέσα της ο νους δεν έχει να κάνει με τίποτε άλλο παρά με τον εαυτό του και τη μορφή του». Το ότι ο ίδιος ο Kant, έστω πολύ ασαφώς και αβέβαια, έκανε ένα βήμα που είναι το πρώτο βήμα προς τα εμπρός στη φιλοσοφική λογική μετά τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, δεν θα το συζητήσουμε ακόμη τώρα.
Η τυπική λογική που χαρακτηρίστηκε έτσι είναι όμως και εκείνη που, αρκετά ασαφώς, αιωρείται μπροστά μας όταν μιλάμε για «λογική». Γι’ αυτήν λέγεται μέχρι σήμερα, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις, ότι είναι η προπαιδεία για την επιστημονική σπουδή και συγχρόνως η εισαγωγή στη φιλοσοφία.
Αλλά σε αυτή την εκτίμηση της λογικής, που ίσως στον πυρήνα της είναι σωστή, αντιτίθεται μια υπερβολικά συχνή εμπειρία, την οποία δεν επιτρέπεται να αποσιωπήσουμε: αυτή η λογική, που ακούραστα εκτίθεται από τους καθηγητές της φιλοσοφίας, δεν αγγίζει τον ακροατή· δεν είναι μόνο ξηρή μέχρι πλήξεως, αλλά στο τέλος αφήνει τον ακροατή αμήχανο. Εκείνος δεν βρίσκει καμία συνάφεια ανάμεσα σε αυτή τη λογική και στη δική του επιστήμη· και ακόμη λιγότερο γίνεται σαφές ποια ωφέλεια υποτίθεται ότι έχει, εκτός αν πρόκειται για μια τόσο πενιχρή και κατά βάθος ανάξια ωφέλεια, όπως η προετοιμασία ενός λίγο-πολύ εύχρηστου υλικού για μια εξέταση. Αυτή η τεχνική και σχολαστική λογική όμως δεν προσφέρει ούτε έννοια της φιλοσοφίας· η ενασχόληση μαζί της αφήνει τον φοιτητή έξω από τη φιλοσοφία, αν δεν τον απομακρύνει κιόλας από αυτήν.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν αποτελεί κριτήριο για τη γνησιότητα και το εσωτερικό δικαίωμα μιας επιστήμης ή φιλοσοφικής πειθαρχίας το αν αυτή αγγίζει ή όχι τον ακροατή —και αυτό λιγότερο από οτιδήποτε άλλο σήμερα, όπου η εσωτερική εξέγερση εναντίον της επιστήμης, η εξέγερση των δούλων εναντίον της ορθολογικότητας και ο αγώνας κατά του διανοητισμού ανήκουν στον καλό τόνο. Επομένως, δεν χρειάζεται καθόλου μια άλλη λογική για να γίνει ένα πανεπιστημιακό μάθημα πιο διασκεδαστικό και πιο εύγευστο· χρειάζεται αποκλειστικά επειδή η λεγόμενη λογική δεν είναι καθόλου λογική και δεν έχει πια τίποτε κοινό με τη φιλοσοφία.
Στο τέλος, πράγματι, η λογική είναι η προπαιδεία για την επιστημονική σπουδή εν γένει και δικαίως ισχύει συγχρόνως ως ουσιώδης δρόμος προς τη φιλοσοφία, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια είναι φιλοσοφική. Γι’ αυτό η απαίτηση: η λογική πρέπει να γίνει διαφορετική, πρέπει να γίνει φιλοσοφική!
Αλλά τι είδους εγχείρημα είναι αυτό, να θέλει κανείς να βγάλει από τους μεντεσέδες της μια παράδοση δύο χιλιάδων ετών; Δεν είναι άραγε η πρόθεση καθαυτή παράλογη; Πρέπει μήπως να δημιουργηθεί μια νέα λογική, να βρεθούν νέοι νόμοι της σκέψης και να ανατραπούν οι παλαιοί; Μπορεί άραγε η αρχή της αντίφασης, στη διατύπωση του Kant: «Σε κανένα πράγμα δεν ανήκει ένα κατηγόρημα που του αντιφάσκει» —Kr. d. r. V. A 151, B 190— να αντικατασταθεί από μια καλύτερη; Ή μήπως το principium rationis sufficientis —nihil sine ratione— (η αρχή του επαρκούς λόγου — τίποτε χωρίς λόγο), που μεταξύ άλλων λέει: κάθε αληθής απόφανση χρειάζεται τον λόγο της, μπορεί να καταστεί περιττό μέσω μιας νέας λογικής;
Αν όμως όχι, τότε τι σημαίνει αυτή η πρόθεση; Υπάρχουν άραγε γενικά νέες, ή καλύτερα: ριζικότερες, δυνατότητες φιλοσοφικής ερώτησης απέναντι, για παράδειγμα, στους προαναφερθέντες θεμελιώδεις νόμους της σκέψης; Δεν είναι αυτοί οι νόμοι απολύτως αυτονόητοι, για τον καθένα άμεσα κατανοητοί και πειστικοί; Μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτούς κάτι περισσότερο από το να τους διατυπώσει κανείς: A = A· non-A ≠ A;
Μόνο που, αν ανήκε στον ουσιώδη χαρακτήρα της φιλοσοφίας ακριβώς να καθιστά το αυτονόητο ακατανόητο και το αναμφισβήτητο άξιο ερώτησης! Αν η φιλοσοφία είχε ως έργο να αφυπνίζει τον κοινό νου από τη δήθεν αυταρχική του αυτοπεποίθηση! Αν η φιλοσοφία είχε μια λειτουργία αφύπνισης, ώστε να ξυπνήσουμε και να δούμε ότι κατά κανόνα περιπλανιόμαστε αποκλειστικά στις εξωτερικές περιοχές της ύπαρξής μας —ακόμη και στα πνευματικά πράγματα— με πολλή φασαρία και πολυάσχολη δραστηριότητα! Αν στη φιλοσοφία είχε ανατεθεί κάτι τέτοιο, τότε στο τέλος θα μπορούσε και ακριβώς η ιδέα εκείνου που ονομάζουμε λογική να γίνει αρχικά συλληπτή· θα μπορούσε να φανεί ότι στεκόμαστε μπροστά σε καθήκοντα που δεν υστερούν καθόλου από εκείνο που έπρεπε να αναλάβουν οι αρχαίοι φιλόσοφοι.
Αν κατορθωθεί να καταστεί ορατή η ιδέα μιας φιλοσοφικής λογικής, τότε θα γίνει διαφανής και η αυθεντική ιστορία της λογικής· τότε θα φανεί ότι το νήμα της «εξέλιξής» της κόπηκε ήδη στον Αριστοτέλη και στον Πλάτωνα και από τότε παρέμεινε άφαντο, παρ’ όλες τις νέες ωθήσεις που εισήλθαν στη λογική μέσω του Leibniz, του Kant και του Hegel και, τελευταία, μέσω του Husserl.
II. Οδηγός προς την ιδέα της φιλοσοφίας
Αλλά πώς πρέπει να τεθεί σε κίνηση μια φιλοσοφική λογική; Από πού θα πάρουμε έστω και την ιδέα της;
Ο δρόμος φαίνεται απλός: αρκεί να οριοθετήσουμε την έννοια της φιλοσοφίας και, υπό το φως αυτής της έννοιας, να προσδιορίσουμε τι είναι η λογική. Μόνο που αυτός ο δρόμος είναι μια μεγάλη παράκαμψη· προπάντων τίθεται το ερώτημα: από πού παίρνουμε την έννοια της φιλοσοφίας; Διότι αυτή δεν είναι ένα υπάρχον πράγμα που βρίσκεται μπροστά μας και για το οποίο μπορούμε να έχουμε και να ανταλλάσσουμε απόψεις. Βέβαια, η ιδέα της λογικής θα έχει την καταγωγή της στην ιδέα της φιλοσοφίας· αυτό όμως δεν λέει τίποτε για τον τρόπο και τη σειρά με την οποία συλλαμβάνουμε αυτή τη σχέση καταγωγής.
Για τον χαρακτηρισμό της ιδέας της φιλοσοφικής λογικής επιλέγουμε έναν άλλο δρόμο: προσπαθούμε να χαλαρώσουμε την παραδοσιακή λογική έτσι ώστε μέσα της να γίνουν ορατά κεντρικά προβλήματα, και αφήνουμε το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των προβλημάτων να μας οδηγήσει πίσω στις προϋποθέσεις τους. Με αυτόν τον τρόπο φθάνουμε άμεσα στην ίδια τη φιλοσοφία· τότε δεν χρειάζεται πλέον να ρωτήσουμε πρώτα πώς σχετίζονται αυτά τα λογικά προβλήματα με τη φιλοσοφία.
Αυτή η διαδικασία έχει πολλαπλό πλεονέκτημα. Αποκτούμε πρώτα μια οικείωση με αυτό που πραγματεύεται η παραδεδομένη λογική. Το περιεχόμενό της μπορεί να είναι όσο νεκρωμένο κι αν είναι· κάποτε προήλθε από μια ζωντανή φιλοσοφία· πρέπει να το λύσουμε από την απολίθωσή του. Έτσι όμως αποκτούμε συγχρόνως μια οικείωση μέσω της οποίας το παραδεδομένο υλικό μετατοπίζεται στο οπτικό πεδίο όχι τυχαίων, αλλά κεντρικών προβλημάτων της φιλοσοφίας. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούμε τελικά, με συγκεκριμένο δρόμο, μια έννοια της φιλοσοφίας· λαμβάνουμε μια εισ-αγωγή στη φιλοσοφία, η οποία δεν μένει απέξω διηγούμενη ιστορίες για το τι σκέφτηκαν οι άνθρωποι για τη φιλοσοφία και τι ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί σήμερα, αλλά οδηγεί μέσα στην ίδια τη φιλοσοφία.
Δεν μπορεί κανείς ποτέ να φιλοσοφεί έτσι, γενικά· αντίθετα, κάθε γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα είναι κάθε φορά ένα μεμονωμένο, ορισμένο πρόβλημα. Αλλά, από την άλλη πλευρά, κανένα γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα δεν είναι μια λεγόμενη ειδική ερώτηση· κάθε γνήσιο πρόβλημα είναι θεμελιώδες.
Σημείωση. Η εκτεταμένη ακαρπία των ακαδημαϊκών παραδόσεων περί φιλοσοφίας έχει έναν από τους λόγους της στο ότι οι διδάσκοντες επιδιώκουν να πληροφορήσουν τους ακροατές, μέσα σε ένα εξάμηνο, κατά τις γνωστές μεγάλες γραμμές, για όσο το δυνατόν περισσότερα σχετικά με όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο —ή και για ακόμη περισσότερα. Υποτίθεται ότι πρέπει να μάθει κανείς κολύμπι, αλλά αντί γι’ αυτό κάνει μόνο περίπατο στην όχθη του ποταμού, συζητά για το κελάρυσμα του ποταμού και διηγείται για τις πόλεις και τα χωριά από όπου περνά. Ότι έτσι δεν μεταπηδά ποτέ ο σπινθήρας στον μεμονωμένο ακροατή, ώστε να ανάψει μέσα του ένα φως που δεν θα μπορεί ποτέ πια να σβήσει στην ύπαρξή του, είναι βέβαιο.
Επομένως: μέσα από τα συγκεκριμένα προβλήματα της λογικής μπορούμε να φθάσουμε στη φιλοσοφία. Μόνο που, θα πει κανείς, και ακριβώς η χαλάρωση της λογικής στις φιλοσοφικές της ρίζες και στα προβλήματά της προϋποθέτει ήδη μια κατανόηση της φιλοσοφίας. Διότι μόνο τότε μπορεί η χαλάρωση να επιφέρει το να πάρουμε και να κρατήσουμε την κατεύθυνση προς τα εκεί και να βαδίσουμε σωστά έναν τέτοιο δρόμο.
Αυτό είναι πράγματι αδιαμφισβήτητο. Από αυτό όμως προκύπτει αρχικά μόνο ότι ο ομιλητής πρέπει κατά κάποιον τρόπο να έχει ήδη μπροστά στα μάτια του την κατεύθυνση του δρόμου· ότι πρέπει, τρόπον τινά, να έχει ήδη υπάρξει πραγματικά εκεί όπου θέλει να οδηγήσει. Ο τρόπος με τον οποίο οδηγεί πρέπει να προδίδει αν έχει πράγματι ήδη υπάρξει εκεί ή αν απλώς διηγείται όσα εικάζουν γι’ αυτό άλλοι, οι οποίοι επίσης δεν έχουν υπάρξει εκεί.
Για να δώσουμε όμως και στον ακροατή μια προκαταρκτική θέαση, θα κάνουμε καλά να συνεννοηθούμε ήδη, με έναν εντελώς προκαταρκτικό τρόπο, σχετικά με την ιδέα της φιλοσοφίας. Αυτό δεν απαιτείται μόνο ενόψει της ιδιαίτερης πορείας αυτής της παράδοσης, αλλά ακόμη περισσότερο ενόψει του ότι έχετε διαθέσει την τωρινή ύπαρξή σας στις επιστήμες, και αυτό σημαίνει πάντοτε, είτε ρητά είτε όχι, στη φιλοσοφία. Σε ποιο βαθμό αυτό γίνεται και έγινε από εσωτερική ελευθερία, αν πίσω από αυτή την απόφαση στέκει μια πραγματική βούληση, σε ποιο βαθμό γενικά ο ορίζοντας αυτής της μορφής ύπαρξης στο πανεπιστήμιο ως τέτοιο είναι διαφανής ή αφήνεται συνειδητά στο σκοτάδι και στην αδιαφορία — όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός χωριστά.
Αν προσπαθήσουμε να χαρακτηρίσουμε προκαταρκτικά την ιδέα της φιλοσοφίας, δηλαδή να υποδείξουμε πού και με ποιον τρόπο μπορεί γενικά να κερδηθεί κάτι σαν τη φιλοσοφία, τότε μπορούμε να ακολουθήσουμε διάφορους δρόμους, οι οποίοι δεν είναι αυθαίρετοι και τυχαίοι, αλλά είναι, τρόπον τινά, μόνο η αντανάκλαση της ίδιας της φιλοσοφίας.
Για λόγους που γίνονται κατανοητοί μόνο από μια φωτεινή έννοια της φιλοσοφίας, είναι ουσιώδες για όλους τους δρόμους προς τον χαρακτηρισμό της ιδέας της φιλοσοφίας το εξής: η φιλοσοφία μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο από και μέσα σε μια ιστορική ανάμνηση· αυτή η ανάμνηση όμως είναι αυτό που είναι, είναι ζωντανή, μόνο μέσα στην εκάστοτε αυτοκατανόηση του παρόντος, και αυτό σημαίνει μέσα στη δική μας ελεύθερη, παραγωγική ανάληψη του καθήκοντος που κρύβει μέσα της η φιλοσοφία.
Η ιστορικά ανακαλούσα και η παροντική περίσκεψη δεν είναι δύο δρόμοι, αλλά τα δύο ουσιώδη μέρη κάθε δρόμου προς την ιδέα της φιλοσοφίας. Ο προσδιορισμός αυτής της ιδέας δεν πραγματοποιείται ούτε έτσι, ώστε να επινοήσουμε έναν λεγόμενο σύγχρονο όρο της φιλοσοφίας, για να ανακρίνουμε έπειτα αναδρομικά την ιστορία της φιλοσοφίας ως προς το τι από αυτό είχε ήδη παλαιότερα νοηθεί και προαισθανθεί και τι όχι· ούτε όμως είναι κατάλληλη η διαδικασία κατά την οποία αρπάζουμε κάποια φιλοσοφία από την ιστορία —είτε του Πλάτωνα είτε του Αριστοτέλη είτε του Leibniz είτε του Kant— και εγκαθιστάμεθα απλώς μέσα της ως στη δήθεν αλήθεια, για να την προσαρμόσουμε έπειτα και να τη διευρύνουμε για σύγχρονες ανάγκες.
Δεν υπάρχει ένας ιστορικός προσδιορισμός της έννοιας της φιλοσοφίας και, δίπλα του, ένας λεγόμενος συστηματικός· ούτε και αντιστρόφως. Απαιτείται μάλλον ένας ιστορικο-οντολογικός, δηλαδή ιστορικά ουσιώδης, προσδιορισμός. Ο ιστορικός χαρακτηρισμός είναι νεκρός, αν δεν είναι συστηματικός· και ο συστηματικός είναι κενός, αν δεν είναι ιστορικός. Αυτό δείχνει ότι αυτή η διάκριση είναι νόθα και πρέπει να διαρραγεί.
Υπάρχει μόνο μία φιλοσοφική διερεύνηση της ιδέας της φιλοσοφίας: αυτή η διερεύνηση είναι, μέσα στην ίδια της την ουσία, συγχρόνως αναμνηστική και παροντική. Εδώ υπάρχει μια αρχέγονη ενότητα, δηλαδή η ενότητα της χρονικότητας του φιλοσοφούντος πραγματικού Dasein του ίδιου· από αυτή την ενότητα πρέπει να εκτεθεί ολόκληρη η προβληματική. Στο ανακαλούμενο παρελθόν αντιστοιχεί μόνο ο δικός μας ελεύθερος σχεδιασμός· όχι όμως η φαινομενικά πολύτιμη, κατά βάθος όμως δειλή προσκόλληση σε κάποια παράδοση, όσο σεβάσμια κι αν είναι.
Η ιστορική ανάμνηση δεν είναι αναγκαία επειδή έχουμε ήδη πίσω μας μια μακρά ιστορία της φιλοσοφίας ή επειδή αποτελεί απαίτηση ευσέβειας να λάβουμε υπόψη και τους παλαιούς. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ρητή ιστορία της φιλοσοφίας, θα χρειαζόταν μια επιστροφή και μια πρόσληψη της παράδοσης μέσα στην οποία στέκει κάθε ανθρώπινο Dasein, είτε έχει ανεπτυγμένη ιστορική συνείδηση είτε όχι, και είτε εκείνο που οφείλει να ανακαλέσει στη μνήμη του ονομάζεται ειδικά «φιλοσοφία» είτε όχι.
III. Ο προσδιορισμός της φιλοσοφίας κατά τον Αριστοτέλη
I. Περί της παραδεδομένης έννοιας της λογικής
Η έκφραση Logik είναι η συντομογραφία του ελληνικού λογική· πρέπει εδώ να συμπληρωθεί το ἐπιστήμη: επιστήμη που πραγματεύεται τον λόγο. Λόγος σημαίνει εδώ περίπου ομιλία, και μάλιστα με την έννοια της απόφανσης, της κατηγόρησης· αυτή συνίσταται στο να λέγεται κάτι για κάτι: το σώμα είναι βαρύ, το τρίγωνο είναι ισόπλευρο, ο Kant πέθανε το έτος 1804, «βασιλιάς» είναι ουσιαστικό, η φύση είναι παρούσα. Τέτοιες αποφάνσεις δίνουν έκφραση σε έναν προσδιορισμό κάποιου πράγματος ως κάτι, σε μια determinatio. Αυτόν τον προσδιορισμό τον ονομάζουμε σκέψη. Η λογική, η επιστήμη του λόγου, είναι επομένως επιστήμη της σκέψης.
Ο σκεπτόμενος προσδιορισμός όμως, ως προσδιορισμός κάποιου πράγματος ως κάτι, είναι πάντοτε συγχρόνως ένας προσδιορισμός περί...: κάτι, δηλαδή π.χ. το σώμα, προσδιορίζεται ως κάτι, π.χ. ως βαρύ. Η «σχέση»: κάτι λέγεται για κάτι, η κατηγόρηση, σχετίζεται μέσα της συγχρόνως με ένα ον, για το οποίο δίνεται μέσα σε αυτούς τους προσδιορισμούς ένας προσδιορισμός. Το «περί οὗ» είναι το ίδιο το ον. Το «καθ’ οὗ» είναι αυτό το «περί οὗ» ως αντικείμενο της κατηγόρησης. Πρόκειται λοιπόν για την αρθρωτική αποκάλυψη και τον προσδιορισμό του ίδιου του όντος, πράγμα που θα μπορούσαμε να παραστήσουμε έτσι:
Κατά τη δική του τάση, ο προσδιορισμός που κατανοείται έτσι επιδιώκει να προσαρμοστεί σε εκείνο περί του οποίου γίνεται η απόφανση. Αυτή η προσαρμογή προς εκείνο περί του οποίου γίνεται ο προσδιορισμός και η απόφανση, η adaequatio, χαρακτηρίζει εκείνο που γενικά εννοούμε με την αλήθεια της απόφανσης. Ο λόγος μπορεί να είναι προσαρμοσμένος ή μη προσαρμοσμένος, αληθής ή ψευδής. Κάθε πραγματικά επιτελούμενος λόγος, επειδή κατά την ουσία του είναι πάντοτε απόφανση περί κάποιου πράγματος, είναι αναγκαστικά είτε αληθής είτε ψευδής. —Μια θέση βέβαια που θα μας απασχολήσει ακόμη διεξοδικά.
Η λογική ως επιστήμη του λόγου δεν εξετάζει τώρα όλες τις πραγματικές αποφάνσεις που έγιναν ποτέ για κάθε δυνατό και αδύνατο πράγμα, τις αληθείς και τις ψευδείς, ούτε καν όλες τις αληθείς· αλλά ρωτά τι ανήκει γενικά σε έναν λόγο, σε μια απόφανση, σε έναν προσδιορισμό, πού βρίσκεται γενικά η ουσία της σκέψης.
Η σκέψη όμως είναι σκέψη περί κάποιου πράγματος. Κάθε πραγματική σκέψη έχει το θέμα της, σχετίζεται έτσι με ένα ορισμένο αντικείμενο, δηλαδή κάθε φορά με ένα ορισμένο ον που μας αντιτίθεται: ένα φυσικό πράγμα, ένα γεωμετρικό αντικείμενο, ένα ιστορικό γεγονός, ένα γλωσσικό φαινόμενο. Αυτά τα αντικείμενα —της φύσης, του χώρου, της ιστορίας— ανήκουν σε διαφορετικά πεδία· διαφέρουν ως προς το πραγματολογικό τους περιεχόμενο, ως προς το τι είναι κάθε φορά κάτι εντελώς άλλο — τα φυτά είναι κάτι άλλο από τα γεωμετρικά αντικείμενα, αυτά πάλι εντελώς διαφορετικά από ένα λογοτεχνικό έργο, για παράδειγμα· αλλά διαφέρουν και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι, φυσικά ή ιστορικά.
Αντίστοιχα προς τη διαφορά στο τι είναι κάθε φορά το ον και στο πώς είναι, και ο σκεπτόμενος προσδιορισμός του, ο οποίος οφείλει να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ον, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη διαφορά· ο σκεπτόμενος προσδιορισμός, δηλαδή ο σχηματισμός εννοιών, θα είναι διαφορετικός στα διάφορα πεδία. Αντίστοιχα, η επιστημονική εξέταση αυτής της σκέψης είναι κάθε φορά διαφορετική: λογική της φυσικομαθηματικής σκέψης, της μαθηματικής σκέψης, της φιλολογικής, ιστορικής, θεολογικής και πολύ περισσότερο της φιλοσοφικής σκέψης. Η λογική αυτών των επιστημονικών κλάδων έχει πραγματολογικό περιεχόμενο· είναι μια υλική λογική.
Αλλά μια λογική απλώς και γενικώς, μια «γενική» λογική, η οποία δεν αναφέρεται ούτε στον σκεπτόμενο προσδιορισμό της φύσης ούτε σε εκείνον του χώρου ή της ιστορίας —η λογική απλώς και γενικώς— έχει ως θέμα τη σκέψη περί... Περί τίνος λοιπόν; Το θέμα της είναι βέβαια η σκέψη περί... εν γένει, αλλά το αντικείμενό της είναι κάθε φορά ένα ορισμένο. Και όμως θέμα της λογικής δεν είναι η σκέψη περί αυτού ή εκείνου. Είναι λοιπόν θέμα της μια σκέψη του μηδενός;
Το «σκέπτεσθαι μηδέν» είναι διφορούμενο: μπορεί πρώτον να σημαίνει: να μη σκέπτεται κανείς· αλλά η λογική ως επιστήμη της σκέψης προφανώς δεν θα πραγματεύεται ποτέ τη μη-σκέψη. Δεύτερον, μπορεί να σημαίνει: να σκέπτεται κανείς το μηδέν· αυτό όμως σημαίνει: να σκέπτεται κάτι. Στη σκέψη του μηδενός, ή στην προσπάθεια να το σκεφτεί, είμαι σκεπτόμενος σε σχέση με το μηδέν· αυτό είναι το περί οὗ.
Κάθε σκέψη, ως σκέψη, σχετίζεται με...· αν τώρα πάρω τη σκέψη εν γένει, τότε είναι αδιάφορο προς τι. Αλλά η αδιαφορία του αντικειμένου δεν σημαίνει: κανένα απολύτως αντικείμενο, αλλά ακριβώς κάθε φορά ένα αντικείμενο, οποιοδήποτε όμως· κάθε νοητό κάτι. Εκείνο προς το οποίο σχετίζεται η σκέψη είναι —λογικά ιδωμένο— αδιάφορο και δεν μπορεί να αποφασιστεί από την ιδέα της σκέψης εν γένει.
Η λογική απλώς και γενικώς, ως επιστήμη της σκέψης εν γένει, δεν εξετάζει βέβαια τη σκέψη ως σκέψη αυτού ή εκείνου του αντικειμένου, με τον έναν ή τον άλλον προσδιορισμένο χαρακτήρα· δεν προσέχει το ιδιαίτερο τί-είναι και πώς-είναι εκείνου προς το οποίο σχετίζεται η σκέψη. Αλλά αυτή η παράβλεψη του εκάστοτε πραγματολογικού περιεχομένου και του τρόπου είναι του νοουμένου δεν σημαίνει ποτέ ότι η σκέψη δεν σχετίζεται καθόλου με κάτι· σημαίνει μόνο: εκείνο που είναι αντικείμενο της σκέψης είναι αδιάφορο — εφόσον αυτό περί του οποίου σκέπτεται η σκέψη στέκεται εν γένει απέναντί της ως κάτι.
Λόγω αυτής της αδιαφορίας, το ειδικό πραγματολογικό περιεχόμενο δεν παίζει κανέναν ρόλο· «η ύλη», το τί των αντικειμένων, είναι αδιάφορη· σημασία έχει μόνο ότι εν γένει νοείται κάτι μέσα στη σκέψη. Το «εν γένει κάτι», ανεξάρτητα από το τί του —την ύλη του—, δεν είναι ένα ορισμένο αντικείμενο με πραγματολογικό περιεχόμενο, αλλά μόνο η μορφή ενός αντικειμένου.
Η σκέψη, λαμβανόμενη ως σκέψη περί κάποιου πράγματος, με αδιάφορο πραγματολογικό περιεχόμενο, είναι η τυπική σκέψη, σε διάκριση από την υλική, την έχουσα πραγματολογικό περιεχόμενο. Αυτή η τυπική σκέψη δεν είναι χωρίς αντικείμενο, αλλά είναι απολύτως αντικειμενική, μόνο που με πραγματολογική αδιαφορία. Η γενική λογική ως επιστήμη της τυπικής σκέψης είναι επομένως τυπική λογική.
Αυτή η γενική λογική, η λογική απλώς και γενικώς, πραγματεύεται τότε εκείνο που ανήκει σε μια σκέψη περί κάποιου πράγματος εν γένει, εκείνο που καθιστά εσωτερικά δυνατή τη σκέψη εν γένει, τη νομοτέλεια στην οποία κάθε σκέψη, ως σκέψη, πρέπει να ανταποκρίνεται. Έτσι χαρακτηρίζεται η λογική και ως επιστήμη των τυπικών κανόνων της σκέψης· ωστόσο αυτός ο χαρακτηρισμός παραμένει ασαφής. Και το πρόβλημα της αλήθειας, έστω μόνο από τυπική άποψη, ανήκει στη λογική, όχι μόνο το πρόβλημα της ορθότητας. Διότι ορθότητα και «τυπική αλήθεια» —δηλαδή μορφή της αλήθειας εν γένει— δεν είναι το ίδιο· εδώ υπάρχει στον Kant μια ασάφεια.
Παρόλο που η αυστηρή έννοια της τυπικής λογικής αναπτύχθηκε μόνο σπάνια και ποτέ ως προς την αρχή της, εκείνο που πρόκειται να συλληφθεί μέσα της είναι εν μέρει —αν και συγκεχυμένα— αυτό που, με αφορμή τον Αριστοτέλη, από τη Στοά και κατά τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε και παγιώθηκε ως σχολικός κλάδος. Αυτή τη λογική έχει κατά νου ο Kant, όταν εκφράζεται γι’ αυτήν στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου —Β VIII κ.ε.— με τον ακόλουθο τρόπο:
«Το ότι η λογική βάδισε ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους αυτόν τον ασφαλή δρόμο φαίνεται από το ότι από τον Αριστοτέλη και έπειτα δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα πίσω, εκτός αν θέλει κανείς να της καταλογίσει ως βελτιώσεις την απομάκρυνση ορισμένων περιττών λεπτολογιών ή τον σαφέστερο προσδιορισμό των όσων εκτέθηκαν, πράγμα που όμως αφορά περισσότερο την κομψότητα παρά την ασφάλεια της επιστήμης. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη σε αυτήν ότι έως τώρα δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός, και επομένως, κατά τα φαινόμενα, μοιάζει να είναι κλειστή και ολοκληρωμένη...»
Το ότι η λογική πέτυχε τόσο καλά, αυτό το πλεονέκτημα το οφείλει αποκλειστικά στον περιορισμένο χαρακτήρα της, χάρη στον οποίο έχει το δικαίωμα, και μάλιστα την υποχρέωση, να αφαιρεί από όλα τα αντικείμενα της γνώσης και από τη διαφορά τους· και έτσι μέσα της ο νους δεν έχει να κάνει με τίποτε άλλο παρά με τον εαυτό του και τη μορφή του». Το ότι ο ίδιος ο Kant, έστω πολύ ασαφώς και αβέβαια, έκανε ένα βήμα που είναι το πρώτο βήμα προς τα εμπρός στη φιλοσοφική λογική μετά τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, δεν θα το συζητήσουμε ακόμη τώρα.
Η τυπική λογική που χαρακτηρίστηκε έτσι είναι όμως και εκείνη που, αρκετά ασαφώς, αιωρείται μπροστά μας όταν μιλάμε για «λογική». Γι’ αυτήν λέγεται μέχρι σήμερα, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις, ότι είναι η προπαιδεία για την επιστημονική σπουδή και συγχρόνως η εισαγωγή στη φιλοσοφία.
Αλλά σε αυτή την εκτίμηση της λογικής, που ίσως στον πυρήνα της είναι σωστή, αντιτίθεται μια υπερβολικά συχνή εμπειρία, την οποία δεν επιτρέπεται να αποσιωπήσουμε: αυτή η λογική, που ακούραστα εκτίθεται από τους καθηγητές της φιλοσοφίας, δεν αγγίζει τον ακροατή· δεν είναι μόνο ξηρή μέχρι πλήξεως, αλλά στο τέλος αφήνει τον ακροατή αμήχανο. Εκείνος δεν βρίσκει καμία συνάφεια ανάμεσα σε αυτή τη λογική και στη δική του επιστήμη· και ακόμη λιγότερο γίνεται σαφές ποια ωφέλεια υποτίθεται ότι έχει, εκτός αν πρόκειται για μια τόσο πενιχρή και κατά βάθος ανάξια ωφέλεια, όπως η προετοιμασία ενός λίγο-πολύ εύχρηστου υλικού για μια εξέταση. Αυτή η τεχνική και σχολαστική λογική όμως δεν προσφέρει ούτε έννοια της φιλοσοφίας· η ενασχόληση μαζί της αφήνει τον φοιτητή έξω από τη φιλοσοφία, αν δεν τον απομακρύνει κιόλας από αυτήν.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν αποτελεί κριτήριο για τη γνησιότητα και το εσωτερικό δικαίωμα μιας επιστήμης ή φιλοσοφικής πειθαρχίας το αν αυτή αγγίζει ή όχι τον ακροατή —και αυτό λιγότερο από οτιδήποτε άλλο σήμερα, όπου η εσωτερική εξέγερση εναντίον της επιστήμης, η εξέγερση των δούλων εναντίον της ορθολογικότητας και ο αγώνας κατά του διανοητισμού ανήκουν στον καλό τόνο. Επομένως, δεν χρειάζεται καθόλου μια άλλη λογική για να γίνει ένα πανεπιστημιακό μάθημα πιο διασκεδαστικό και πιο εύγευστο· χρειάζεται αποκλειστικά επειδή η λεγόμενη λογική δεν είναι καθόλου λογική και δεν έχει πια τίποτε κοινό με τη φιλοσοφία.
Στο τέλος, πράγματι, η λογική είναι η προπαιδεία για την επιστημονική σπουδή εν γένει και δικαίως ισχύει συγχρόνως ως ουσιώδης δρόμος προς τη φιλοσοφία, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια είναι φιλοσοφική. Γι’ αυτό η απαίτηση: η λογική πρέπει να γίνει διαφορετική, πρέπει να γίνει φιλοσοφική!
Αλλά τι είδους εγχείρημα είναι αυτό, να θέλει κανείς να βγάλει από τους μεντεσέδες της μια παράδοση δύο χιλιάδων ετών; Δεν είναι άραγε η πρόθεση καθαυτή παράλογη; Πρέπει μήπως να δημιουργηθεί μια νέα λογική, να βρεθούν νέοι νόμοι της σκέψης και να ανατραπούν οι παλαιοί; Μπορεί άραγε η αρχή της αντίφασης, στη διατύπωση του Kant: «Σε κανένα πράγμα δεν ανήκει ένα κατηγόρημα που του αντιφάσκει» —Kr. d. r. V. A 151, B 190— να αντικατασταθεί από μια καλύτερη; Ή μήπως το principium rationis sufficientis —nihil sine ratione— (η αρχή του επαρκούς λόγου — τίποτε χωρίς λόγο), που μεταξύ άλλων λέει: κάθε αληθής απόφανση χρειάζεται τον λόγο της, μπορεί να καταστεί περιττό μέσω μιας νέας λογικής;
Αν όμως όχι, τότε τι σημαίνει αυτή η πρόθεση; Υπάρχουν άραγε γενικά νέες, ή καλύτερα: ριζικότερες, δυνατότητες φιλοσοφικής ερώτησης απέναντι, για παράδειγμα, στους προαναφερθέντες θεμελιώδεις νόμους της σκέψης; Δεν είναι αυτοί οι νόμοι απολύτως αυτονόητοι, για τον καθένα άμεσα κατανοητοί και πειστικοί; Μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτούς κάτι περισσότερο από το να τους διατυπώσει κανείς: A = A· non-A ≠ A;
Μόνο που, αν ανήκε στον ουσιώδη χαρακτήρα της φιλοσοφίας ακριβώς να καθιστά το αυτονόητο ακατανόητο και το αναμφισβήτητο άξιο ερώτησης! Αν η φιλοσοφία είχε ως έργο να αφυπνίζει τον κοινό νου από τη δήθεν αυταρχική του αυτοπεποίθηση! Αν η φιλοσοφία είχε μια λειτουργία αφύπνισης, ώστε να ξυπνήσουμε και να δούμε ότι κατά κανόνα περιπλανιόμαστε αποκλειστικά στις εξωτερικές περιοχές της ύπαρξής μας —ακόμη και στα πνευματικά πράγματα— με πολλή φασαρία και πολυάσχολη δραστηριότητα! Αν στη φιλοσοφία είχε ανατεθεί κάτι τέτοιο, τότε στο τέλος θα μπορούσε και ακριβώς η ιδέα εκείνου που ονομάζουμε λογική να γίνει αρχικά συλληπτή· θα μπορούσε να φανεί ότι στεκόμαστε μπροστά σε καθήκοντα που δεν υστερούν καθόλου από εκείνο που έπρεπε να αναλάβουν οι αρχαίοι φιλόσοφοι.
Αν κατορθωθεί να καταστεί ορατή η ιδέα μιας φιλοσοφικής λογικής, τότε θα γίνει διαφανής και η αυθεντική ιστορία της λογικής· τότε θα φανεί ότι το νήμα της «εξέλιξής» της κόπηκε ήδη στον Αριστοτέλη και στον Πλάτωνα και από τότε παρέμεινε άφαντο, παρ’ όλες τις νέες ωθήσεις που εισήλθαν στη λογική μέσω του Leibniz, του Kant και του Hegel και, τελευταία, μέσω του Husserl.
II. Οδηγός προς την ιδέα της φιλοσοφίας
Αλλά πώς πρέπει να τεθεί σε κίνηση μια φιλοσοφική λογική; Από πού θα πάρουμε έστω και την ιδέα της;
Ο δρόμος φαίνεται απλός: αρκεί να οριοθετήσουμε την έννοια της φιλοσοφίας και, υπό το φως αυτής της έννοιας, να προσδιορίσουμε τι είναι η λογική. Μόνο που αυτός ο δρόμος είναι μια μεγάλη παράκαμψη· προπάντων τίθεται το ερώτημα: από πού παίρνουμε την έννοια της φιλοσοφίας; Διότι αυτή δεν είναι ένα υπάρχον πράγμα που βρίσκεται μπροστά μας και για το οποίο μπορούμε να έχουμε και να ανταλλάσσουμε απόψεις. Βέβαια, η ιδέα της λογικής θα έχει την καταγωγή της στην ιδέα της φιλοσοφίας· αυτό όμως δεν λέει τίποτε για τον τρόπο και τη σειρά με την οποία συλλαμβάνουμε αυτή τη σχέση καταγωγής.
Για τον χαρακτηρισμό της ιδέας της φιλοσοφικής λογικής επιλέγουμε έναν άλλο δρόμο: προσπαθούμε να χαλαρώσουμε την παραδοσιακή λογική έτσι ώστε μέσα της να γίνουν ορατά κεντρικά προβλήματα, και αφήνουμε το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των προβλημάτων να μας οδηγήσει πίσω στις προϋποθέσεις τους. Με αυτόν τον τρόπο φθάνουμε άμεσα στην ίδια τη φιλοσοφία· τότε δεν χρειάζεται πλέον να ρωτήσουμε πρώτα πώς σχετίζονται αυτά τα λογικά προβλήματα με τη φιλοσοφία.
Αυτή η διαδικασία έχει πολλαπλό πλεονέκτημα. Αποκτούμε πρώτα μια οικείωση με αυτό που πραγματεύεται η παραδεδομένη λογική. Το περιεχόμενό της μπορεί να είναι όσο νεκρωμένο κι αν είναι· κάποτε προήλθε από μια ζωντανή φιλοσοφία· πρέπει να το λύσουμε από την απολίθωσή του. Έτσι όμως αποκτούμε συγχρόνως μια οικείωση μέσω της οποίας το παραδεδομένο υλικό μετατοπίζεται στο οπτικό πεδίο όχι τυχαίων, αλλά κεντρικών προβλημάτων της φιλοσοφίας. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούμε τελικά, με συγκεκριμένο δρόμο, μια έννοια της φιλοσοφίας· λαμβάνουμε μια εισ-αγωγή στη φιλοσοφία, η οποία δεν μένει απέξω διηγούμενη ιστορίες για το τι σκέφτηκαν οι άνθρωποι για τη φιλοσοφία και τι ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί σήμερα, αλλά οδηγεί μέσα στην ίδια τη φιλοσοφία.
Δεν μπορεί κανείς ποτέ να φιλοσοφεί έτσι, γενικά· αντίθετα, κάθε γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα είναι κάθε φορά ένα μεμονωμένο, ορισμένο πρόβλημα. Αλλά, από την άλλη πλευρά, κανένα γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα δεν είναι μια λεγόμενη ειδική ερώτηση· κάθε γνήσιο πρόβλημα είναι θεμελιώδες.
Σημείωση. Η εκτεταμένη ακαρπία των ακαδημαϊκών παραδόσεων περί φιλοσοφίας έχει έναν από τους λόγους της στο ότι οι διδάσκοντες επιδιώκουν να πληροφορήσουν τους ακροατές, μέσα σε ένα εξάμηνο, κατά τις γνωστές μεγάλες γραμμές, για όσο το δυνατόν περισσότερα σχετικά με όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο —ή και για ακόμη περισσότερα. Υποτίθεται ότι πρέπει να μάθει κανείς κολύμπι, αλλά αντί γι’ αυτό κάνει μόνο περίπατο στην όχθη του ποταμού, συζητά για το κελάρυσμα του ποταμού και διηγείται για τις πόλεις και τα χωριά από όπου περνά. Ότι έτσι δεν μεταπηδά ποτέ ο σπινθήρας στον μεμονωμένο ακροατή, ώστε να ανάψει μέσα του ένα φως που δεν θα μπορεί ποτέ πια να σβήσει στην ύπαρξή του, είναι βέβαιο.
Επομένως: μέσα από τα συγκεκριμένα προβλήματα της λογικής μπορούμε να φθάσουμε στη φιλοσοφία. Μόνο που, θα πει κανείς, και ακριβώς η χαλάρωση της λογικής στις φιλοσοφικές της ρίζες και στα προβλήματά της προϋποθέτει ήδη μια κατανόηση της φιλοσοφίας. Διότι μόνο τότε μπορεί η χαλάρωση να επιφέρει το να πάρουμε και να κρατήσουμε την κατεύθυνση προς τα εκεί και να βαδίσουμε σωστά έναν τέτοιο δρόμο.
Αυτό είναι πράγματι αδιαμφισβήτητο. Από αυτό όμως προκύπτει αρχικά μόνο ότι ο ομιλητής πρέπει κατά κάποιον τρόπο να έχει ήδη μπροστά στα μάτια του την κατεύθυνση του δρόμου· ότι πρέπει, τρόπον τινά, να έχει ήδη υπάρξει πραγματικά εκεί όπου θέλει να οδηγήσει. Ο τρόπος με τον οποίο οδηγεί πρέπει να προδίδει αν έχει πράγματι ήδη υπάρξει εκεί ή αν απλώς διηγείται όσα εικάζουν γι’ αυτό άλλοι, οι οποίοι επίσης δεν έχουν υπάρξει εκεί.
Για να δώσουμε όμως και στον ακροατή μια προκαταρκτική θέαση, θα κάνουμε καλά να συνεννοηθούμε ήδη, με έναν εντελώς προκαταρκτικό τρόπο, σχετικά με την ιδέα της φιλοσοφίας. Αυτό δεν απαιτείται μόνο ενόψει της ιδιαίτερης πορείας αυτής της παράδοσης, αλλά ακόμη περισσότερο ενόψει του ότι έχετε διαθέσει την τωρινή ύπαρξή σας στις επιστήμες, και αυτό σημαίνει πάντοτε, είτε ρητά είτε όχι, στη φιλοσοφία. Σε ποιο βαθμό αυτό γίνεται και έγινε από εσωτερική ελευθερία, αν πίσω από αυτή την απόφαση στέκει μια πραγματική βούληση, σε ποιο βαθμό γενικά ο ορίζοντας αυτής της μορφής ύπαρξης στο πανεπιστήμιο ως τέτοιο είναι διαφανής ή αφήνεται συνειδητά στο σκοτάδι και στην αδιαφορία — όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός χωριστά.
Αν προσπαθήσουμε να χαρακτηρίσουμε προκαταρκτικά την ιδέα της φιλοσοφίας, δηλαδή να υποδείξουμε πού και με ποιον τρόπο μπορεί γενικά να κερδηθεί κάτι σαν τη φιλοσοφία, τότε μπορούμε να ακολουθήσουμε διάφορους δρόμους, οι οποίοι δεν είναι αυθαίρετοι και τυχαίοι, αλλά είναι, τρόπον τινά, μόνο η αντανάκλαση της ίδιας της φιλοσοφίας.
Για λόγους που γίνονται κατανοητοί μόνο από μια φωτεινή έννοια της φιλοσοφίας, είναι ουσιώδες για όλους τους δρόμους προς τον χαρακτηρισμό της ιδέας της φιλοσοφίας το εξής: η φιλοσοφία μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο από και μέσα σε μια ιστορική ανάμνηση· αυτή η ανάμνηση όμως είναι αυτό που είναι, είναι ζωντανή, μόνο μέσα στην εκάστοτε αυτοκατανόηση του παρόντος, και αυτό σημαίνει μέσα στη δική μας ελεύθερη, παραγωγική ανάληψη του καθήκοντος που κρύβει μέσα της η φιλοσοφία.
Η ιστορικά ανακαλούσα και η παροντική περίσκεψη δεν είναι δύο δρόμοι, αλλά τα δύο ουσιώδη μέρη κάθε δρόμου προς την ιδέα της φιλοσοφίας. Ο προσδιορισμός αυτής της ιδέας δεν πραγματοποιείται ούτε έτσι, ώστε να επινοήσουμε έναν λεγόμενο σύγχρονο όρο της φιλοσοφίας, για να ανακρίνουμε έπειτα αναδρομικά την ιστορία της φιλοσοφίας ως προς το τι από αυτό είχε ήδη παλαιότερα νοηθεί και προαισθανθεί και τι όχι· ούτε όμως είναι κατάλληλη η διαδικασία κατά την οποία αρπάζουμε κάποια φιλοσοφία από την ιστορία —είτε του Πλάτωνα είτε του Αριστοτέλη είτε του Leibniz είτε του Kant— και εγκαθιστάμεθα απλώς μέσα της ως στη δήθεν αλήθεια, για να την προσαρμόσουμε έπειτα και να τη διευρύνουμε για σύγχρονες ανάγκες.
Δεν υπάρχει ένας ιστορικός προσδιορισμός της έννοιας της φιλοσοφίας και, δίπλα του, ένας λεγόμενος συστηματικός· ούτε και αντιστρόφως. Απαιτείται μάλλον ένας ιστορικο-οντολογικός, δηλαδή ιστορικά ουσιώδης, προσδιορισμός. Ο ιστορικός χαρακτηρισμός είναι νεκρός, αν δεν είναι συστηματικός· και ο συστηματικός είναι κενός, αν δεν είναι ιστορικός. Αυτό δείχνει ότι αυτή η διάκριση είναι νόθα και πρέπει να διαρραγεί.
Υπάρχει μόνο μία φιλοσοφική διερεύνηση της ιδέας της φιλοσοφίας: αυτή η διερεύνηση είναι, μέσα στην ίδια της την ουσία, συγχρόνως αναμνηστική και παροντική. Εδώ υπάρχει μια αρχέγονη ενότητα, δηλαδή η ενότητα της χρονικότητας του φιλοσοφούντος πραγματικού Dasein του ίδιου· από αυτή την ενότητα πρέπει να εκτεθεί ολόκληρη η προβληματική. Στο ανακαλούμενο παρελθόν αντιστοιχεί μόνο ο δικός μας ελεύθερος σχεδιασμός· όχι όμως η φαινομενικά πολύτιμη, κατά βάθος όμως δειλή προσκόλληση σε κάποια παράδοση, όσο σεβάσμια κι αν είναι.
Η ιστορική ανάμνηση δεν είναι αναγκαία επειδή έχουμε ήδη πίσω μας μια μακρά ιστορία της φιλοσοφίας ή επειδή αποτελεί απαίτηση ευσέβειας να λάβουμε υπόψη και τους παλαιούς. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ρητή ιστορία της φιλοσοφίας, θα χρειαζόταν μια επιστροφή και μια πρόσληψη της παράδοσης μέσα στην οποία στέκει κάθε ανθρώπινο Dasein, είτε έχει ανεπτυγμένη ιστορική συνείδηση είτε όχι, και είτε εκείνο που οφείλει να ανακαλέσει στη μνήμη του ονομάζεται ειδικά «φιλοσοφία» είτε όχι.
III. Ο προσδιορισμός της φιλοσοφίας κατά τον Αριστοτέλη
ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ. ΑΥΤΟΝ ΕΨΑΧΝΕ Ο ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου