Σάββατο 2 Μαΐου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (182)

Συνέχεια απόΠέμπτη , 23 Απριλίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος

Κοσμογονία – (33 Β-34 Α, 55 CD)

Κοσμογονία: αυτή είναι η μορφή, με την οποίαν αντιλαμβάνονταν κατ’ αρχάς όλοι οι μύθοι περί Δημιουργίας και κατόπιν όλοι οι «φυσιολόγοι», απ’ την εποχή τού Θαλή, την ύπαρξη του κόσμου, είτε ήθελαν να παραστήσουν εν λόγω τον μηχανικό τρόπο αυτών τών «αποχωρισμών» και «συσπειρώσεων, είτε ήθελαν να τις μεταφέρουν σε μια σκιώδη Ανάγκη ή σε έναν όχι πολύ πραγματικώτερο (ή πνευματικώτερο) Νου. Την αντιστροφή αυτής τής απο-θεοποίησης θεώρησε ο Πλάτων – όπως ακριβώς το εκφράζει στην «Πολιτεία» και τους «Νόμους» - ως μιαν απ’ τις κυριώτερες του «αποστολές». Τοποθετείται λοιπόν φαινομενικά στην ίδια εκείνη παλαιά σειρά, με την εξής όμως μια και αποφασιστική διαφορά: ο Δημιουργός πλάθει σύμφωνα με το ύψιστο πρότυπο τον κόσμο σε έναν «αντιληπτό Θεό» (92 C 70), «συνυφαίνοντας το θνητό στο αθάνατο» (41 D 1). Και στην παραδοξότητα αυτών τών λόγων επισημαίνεται το «εξαιρετικό» (Ausser-ordentlich: μια «από έξω» τάξη) αυτής τής υψηλής κοσμικής τάξης. Τη σφαιρική μορφή τού σύμπαντος «ακολουθούν», απ’ την εποχή τού Αναξίμανδρου, όλοι οι φυσικοί φιλόσοφοι, με εξαίρεση τους ατομιστές˙ ενώ ο Παρμενίδης περνά απ’ τη φυσική στην οντολογία έτσι, ώστε το καθαρό Είναι «να παρομοιάζη με σφαίρα». Ο δε Αναξίμανδρος θεωρούσε και τη Γη να αιωρείται στο κέντρο αυτού τού σύμπαντος, όχι ασφαλώς ως σφαίρα, αλλά ως έναν δίσκο. Η σφαιρική Γη στο μέσον ενός σφαιροειδούς σύμπαντος αποδίδεται στον Παρμενίδη και τους Πυθαγόρειους. Και ο Πλάτων είχε ήδη συμπεριλάβει αυτήν την εικόνα Γης και Σύμπαντος στον μύθο τού «Φαίδωνα». Ενώ τώρα στον «Τίμαιο» την επισημαίνει ως μια τέλεια, και σκόπιμα (ενδεδειγμένα) ωραία Δημιουργία.

Απ’ την κοσμογονία στρέφεται ο Πλάτων προς τα (επιμέρους) στοιχεία, για να επανέλθη μ’ έναν αιφνίδιο τρόπο, που δύσκολα τον καταλαβαίνουμε, άλλη μια φορά στον Κόσμο ως σύνολο (55 CD). Μ’ ένα καθόλου «αγαθό» λογοπαίγνιο, που αποτυπώνει ωστόσο τόσο περισσότερο τη σφοδρότητα της αρνήσεώς του, κάτι που το επαναλαμβάνει στον «Φίληβο» (17 Β), αντιτάσσεται ο Πλάτων στην ύπαρξη ενός απείρου αριθμού κόσμων (55 CD). Η δοξογραφία ονομάζει εκπροσώπους αυτής τής θέσης τούς Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, Ξενοφάνη, Αρχέλαο, Διογένη, Λεύκιππο και Δημόκριτο, ενώ εκπροσώπους τής ιδέας τής Ενότητας τους Θαλή, Πυθαγόρα, Παρμενίδη, Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα. Μη εξετάζοντας βέβαια, πόσες πολλές και εντελώς διαφορετικές απόψεις περί κόσμου κρύβονται κάθε φορά πίσω από πανομοιότυπες εκφράσεις. Ακόμα όμως κι αυτή η γενική άποψη αποδεικνύει, πόσο ελάχιστη είναι η βεβαιότητα, να υποτεθή εδώ ξανά μια σχέση (του Πλάτωνα και του «Τίμαιου») προς τον Δημόκριτο. Ενώ είναι πολύ πιο σωστό να αποδεχτούμε ότι ο Πλάτων προσλαμβάνει μια παλιά «σχολική διαμάχη» (των σχολών τους) των φυσικών (φιλοσόφων). Και δεν το κάνει βέβαια για να συναριθμηθή κι αυτός από ’δώ και πέρα ονομαστικά δίπλα στους υπόλοιπους αυτών τών καταλόγων. Η μοναδικότητα του Κόσμου συνεπάγεται γι’ αυτόν απ’ την ομοιότητά του με το τέλειο όν (τώ παντελεί ζώω - 31 Β). Διαθέτει έτσι γι’ αυτόν αυτή η μοναδικότητα μια βαθειά συστηματική, και τελικά θρησκευτική αναγκαιότητα, και επιστρέφει άλλη μια φορά να μιλήση με έμφαση στους καταληκτικούς λόγους τού «Τίμαιου» για τον «μέγιστο και άριστο, κάλλιστο και τελειώτατο, έναν και αυτόχθονα ουρανό εκεί επάνω».

Αυτή τη μοναδικότητα την «υπερβαίνουμε» ωστόσο, όταν σε κείνη την ξαφνική επανεμφάνιση (55 CD) του ερωτήματος: Ένας άραγες Κόσμος ή απείρως πολλοί κόσμοι; τίθεται, εξαίφνης πάλι, το ερώτημα: Ένας ή πέντε κόσμοι; έτσι ώστε να εμφανίζεται, τουλάχιστον ως πιθανός και εξεταστέος, ο αριθμός πέντε. Κάποιος πρέπει να εξέθεσε πράγματι τότε αυτή τη θέση. Την οποία δεν επιδοκιμάζει μεν ο Τίμαιος, όχι όμως με την ίδια βεβαιότητα όπως εκείνη για την άπειρη πολλαπλότητα. Η σκέψη επικεντρώνεται και εδώ στην τελειότητα. Και δεν χρειάζεται παρά να φανταστή κανείς τούς διάφορους τρόπους, με τους οποίους θα μπορούσαν να εντάσσονται πέντε τέτοιοι κόσμοι σ’ έναν κανονικό σχηματικό κόσμο, για να καταλάβη κατά προσέγγισιν τί εννοείται εδώ. Όλα αναφέρονται στην αντίθεση προς έναν απεριόριστο αριθμό κόσμων, κι απέναντι σ΄αυτό είναι, οξύτατος, ο αγώνας προς όφελος ενός και μοναδικού αριθμού – ακόμα κι ο αριθμός πέντε προτιμάται λοιπόν απ’ το άπειρο.

Ψυχογονία. 34 Β – 37 C, 41 D – 44 D.

Όμως το Σύμπαν δεν θα ήταν, όπως έχει κατασκευαστή μέχρι σήμερα, τέλειο χωρίς «ψυχή», που εμψυχώνει, διαπερνώντας το, το Όλον. «Ψυχή τού κόσμου» ή «κοσμική ψυχή» - όπως την ονομάζει, όχι ο Πλάτων, αλλά οι μεταγενέστεροι – είναι μια έννοια ή μια κατασκευή, που αντηχεί ιδιαιτέρως ξένη στ’ αυτιά τού σύγχρονου ανθρώπου, ενώ προκάλεσε ήδη στους ίδιους τους διαδόχους τού Πλάτωνα αντιρρήσεις και ζωηρότατη συζήτηση. Ο Κόσμος έχει ψυχή, έχει ζωή, και ζωηρότητα γιατί αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα ψυχή, και η πίστη στην αθανασία τής ανθρώπινης ψυχής βασίζεται εντελώς ουσιωδώς στην πεποίθηση, ότι η «ζωή» δεν μπορεί να πεθάνη. Δεν συμβαίνει δηλ. αυτό που συναντάμε στους περισσότερους σύγχρονους παρατηρητές τής φύσης, που βλέπουν να γεννώνται σε μιαν εντελώς υλική κοσμική μηχανή ξαφνικά ζωντανές υπάρξεις, χωρίς να γνωρίζουμε το πώς, έτσι ώστε το καλάμι και η κάμπη να εμφανίζονται σαν ένα θαύμα στον κόσμο τών μηχανικών ηλιακών συστημάτων. Ο Πλάτων βλέπει τον Κόσμο ως μιαν ενιαία ύπαρξη, που δεν έχει ένα τέλειο μόνο σώμα, αλλά ένα σώμα που το διαπερνά παντελώς η ζωή. Κι αυτή η ίδια η ψυχή είναι διαμορφωμένη σαν ένα τέλειο Κάτι.

Πρέπει να επαναφέρουμε στη μνήμη μας εκείνο το σημείο τού «Φαίδωνα», όπου ο πλατωνικός Σωκράτης εξιστορεί μιαν ιστορία τού πνευματικού του γίγνεσθαι (96 Α κ.ε.). Στην πιο υλική βαθμίδα τού διαλόγου ακολουθεί εκείνη η ριζική μεταβολή, την οποία και προσκομίζει το βιβλίο τού Αναξαγόρα με την επίγνωση, ότι το «πνεύμα» διευθετεί ως αιτία τα πάντα σύμφωνα με την αρχή τού «βελτίστου». Για να ακολουθήση, κατά τρίτον, η βαθειά απογοήτευση, όταν ο Σωκράτης παρατηρή, πως ο Αναξαγόρας δεν διεκπεραιώνει πραγματικά την πνευματικήν αρχή, αλλά συμβιβάζεται παντού με υλικές εξηγήσεις και ερμηνείες. Ο Σωκράτης γνωρίζει όμως απ’ την εμπειρία τής ίδιας του της ανθρώπινης ύπαρξης την αντίθεση ανάμεσα στις δυό αιτίες: απ’ τη μια η αληθινή αιτία, κι απ’ την άλλην ένα Κάτι, «χωρίς το οποίο» εκείνη η αληθινή αιτία «δεν» θα μπορούσε να επιδράση. Και θα επιθυμούσε να πήγαινε ο καθένας σε κείνο το σχολείο, που θα του φανέρωνε τον Κόσμο οικοδομημένο σύμφωνα με την αρχή τού «βελτίστου». Η «δεύτερη» δική του «καλύτερη διαδρομή» είναι η φυγή στην έρευνα των εννοιών-ιδεών, όπως το λέει με ειρωνική «υποτίμηση» (understatement) ο ίδιος. Κι εδώ τώρα στον «Τίμαιο» ακούει ο Σωκράτης, ο ανιχνευτής τού κόσμου τού είδους, πώς εντάσσει ο πυθαγόρειος την ψυχή στη δική του κοσμική εικόνα. Ο δημιουργός Θεός έχει διαμορφώσει τον σωματικό κόσμο ως ένα μαθηματικά τέλειο δημιούργημα. Για να τον πληρώση κατόπιν – σε μια μυθική και όχι πραγματική χρονική συνέχεια – με την ζωή τής ψυχής, απ’ την περιφέρεια μέχρι το κέντρο.

Παρακολουθώντας αυτή την κατασκευή τής ψυχής όχι σε όλες τις δύσκολες λεπτομέρειές της αλλά σε ορισμένα βασικά της χαρακτηριστικά, και αναλογιζόμενοι ότι ο Τίμαιος δεν μιλά καθόλου για «κοσμική ψυχή» αλλά απλά για «ψυχή», τίθεται εντελώς αφ’ εαυτού το ερώτημα, πώς άραγες σχετίζεται η ίδια μου η ψυχή προς αυτήν τη συνολική ψυχή, πόσο πολύ ή λίγο τής μοιάζει, κι αν το έργο της δεν είναι άλλο απ’ το να πλησιάση, έστω και από μακριά, αυτήν την εικόνα τής τέλειας ψυχής. Ο Τίμαιος «παραγγέλλει» να αναμειγνύη ο αρχιτέκτονας του κόσμου (των κόσμων...) την καθολική ψυχή (35 Α): πρώτον, απ’ το μη αναμειγνυόμενο και πάντοτε με τον ίδιον τρόπο συμπεριφερόμενο Είναι˙ και δεύτερον, απ’ το μεριζόμενο Είναι, όπως αυτό προκύπτει στον χώρο τών σωμάτων και στο γίγνεσθαι. Και θα μπορούσε να σταματήση εδώ˙ αλλά για να καταστή όσο πιο εμφαντική η δυσχέρεια της ανάμειξης και η μη αντιστροφή της, «παραγγέλλει» να αναμιγνύεται επιπλέον, κατά τρίτον, σ’ αυτά τα δυό στοιχεία και η ανάμειξη αυτών τών δυό ή, όπως μπορεί να ειπωθή διαφορετικά (35 Α 3 – 4), η ανάμειξη του Ίδιου (του ταυτόσημου) και του Άλλου (του διαφορετικού). Ας σταματήσουμε κι εμείς εδώ κι ας συγκρίνουμε... Στον «Φαίδωνα» (78 C κ.ε.) ξεχωρίζει ο Σωκράτης «το Είναι, που συμπεριφέρεται πάντοτε με τον ίδιον τρόπο» – πρόκειται για τις αιώνιες μορφές – απ’ το «σύνθετο Είναι» – πρόκειται για τον κόσμο τών πεπερασμένων αντικειμένων. Η ψυχή βλέπει όμως τις αιώνιες μορφές μέσω τού νου (της σκέψης, της διάνοιας – das Denken), ο οποίος και συγγενεύει μαζί τους και βλέπει, θεωρεί και το πεπερασμένο μέσα απ’ τις σωματικές αισθήσεις. Απουσιάζει λοιπόν μόνο το τρίτο (τεχνητό) στοιχείο ανάμειξης του «Τίμαιου» απ’ τον «Φαίδωνα», ενώ τα δυό πρώτα συστατικά μέρη υπάρχουν ήδη εκεί, κατά λέξιν. Αυτό όμως που καθίσταται σαφές στον «Φαίδωνα» απ’ το στόμα τού Σωκράτη, η γνώση των Ιδεών απ’ τη γνωρίζουσα ή γνωστική ψυχή, μεταφέρεται σε μια γενικώτερη μορφή εδώ στον «Τίμαιο», επειδή είναι ο πυθαγόρειος (φιλόσοφος-στοχαστής) αυτός που μιλά και όχι ο Σωκράτης. Ο αναγνώστης δεν μπορεί όμως παρά να ανακαλέση στη μνήμη του το κατά λέξιν αντίστοιχο σημείο στον «Φαίδωνα», και μπορεί να είναι σίγουρος, ότι ο ακροώμενος Σωκράτης εξακολουθεί να σκέπτεται με τον δικό του τρόπο τις προτάσεις τού κατασκευαστή – πυθαγόρειου˙ μπορεί δε να είναι ακόμα πιο σίγουρος, αν θυμηθή πως και στον «Σοφιστή» (328 Α) ο φιλοξενούμενος απ’ την Ελέα αποδίδει, με τα ίδια σχεδόν λόγια όπως στον «Φαίδωνα» και εδώ στον «Τίμαιο», στους «φίλους τών Ιδεών» την πεποίθηση, ότι η ψυχή στρέφεται με την καθαρή της σκέψη προς αυτό που αληθινά υπάρχει, «το οποίο και συμπεριφέρεται με τον ίδιον πάντοτε, όπως εσείς λέτε, τρόπο».
( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: