Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (17)

Συνέχεια από Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 17
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.


ΤΜΗΜΑ V

Η ΤΡΙΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ: Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ

IV. Η «εκπόρευση του αισθητού κόσμου και της ύλης από το νοητό»

1. Το πρόβλημα της παραγωγής του φυσικού κόσμου
Με την Ψυχή ολοκληρώνεται η σειρά των υποστάσεων του ασώματου και νοητού κόσμου· μετά την Ψυχή και κάτω από αυτήν εκτείνεται ο κόσμος του σωματικού και του αισθητού, δηλαδή το φυσικό σύμπαν.
Πώς και γιατί υπάρχει το φυσικό σύμπαν; Γιατί η πραγματικότητα δεν τελειώνει με τον ασώματο κόσμο και υπάρχει και ένας άλλος κόσμος; Πώς προέκυψε το αισθητό, ποια είναι τα δομικά του χαρακτηριστικά, το νόημα και η αξία του;

Αυτά είναι τα θεμελιώδη προβλήματα κάθε οντολογίας και κάθε μεταφυσικής· όμως αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της σκέψης του Πλωτίνου, δεδομένης της καθαρά παραγωγικής (εκπορευτικής) διαδικασίας «από τα άνω προς τα κάτω» που υιοθετεί ο φιλόσοφος. Στην ουσία, αν το εξετάσουμε προσεκτικά, αυτά τα προβλήματα συνδέονται στενά με το γενικό πρόβλημα που αναφέραμε στην αρχή: γιατί το Ένα δεν έμεινε Ένα και από το Ένα προέκυψαν και τα πολλά;

Θα πούμε ακόμη περισσότερα. Τα προβλήματα αυτά δεν αποτελούν παρά τη διατύπωση της πιο λεπτής και, κατά κάποιον τρόπο, πιο δραματικής πλευράς εκείνου του γενικού προβλήματος: πώς και γιατί από το ασώματο Ένα προήλθε, πέρα από το πολλαπλό ασώματο, και το πολλαπλό σωματικό;

Οι απαντήσεις που δίνει ο Πλωτίνος σε αυτά τα προβλήματα είναι αναμφίβολα από τις πιο βασανισμένες και απορητικές που συναντά κανείς στις Εννεάδες· αλλά ταυτόχρονα είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχουν δοθεί στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, και γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να τις εξηγήσουμε με ακρίβεια.

Ας αρχίσουμε από την εξέταση του στοιχείου που διακρίνει τον ασώματο από τον σωματικό κόσμο, δηλαδή την αισθητή ύλη.

2. Η «εκπόρευση» της ύλης του αισθητού κόσμου και τα χαρακτηριστικά της

Είπαμε ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο του σωματικού κόσμου είναι ακριβώς η αισθητή ύλη· όμως η προσοχή πρέπει να δοθεί στο επίθετο και όχι στο ουσιαστικό. Πράγματι, «ύλη» υπάρχει και στον ασώματο κόσμο, αλλά πρόκειται για καθαρά νοητή ύλη.

Η ενέργεια ή δύναμη που προέρχεται από το Ένα δεν είναι αμέσως η δεύτερη υπόσταση, δηλαδή ο Νους, αλλά κάτι, θα λέγαμε, «ακαθόριστο» και «άμορφο» (μια σκέψη ακαθόριστη και άμορφη), το οποίο προσδιορίζεται και γίνεται «νοητός κόσμος» ή κόσμος των μορφών, στρεφόμενο προς το ίδιο το Ένα και γονιμοποιούμενο από αυτό· έτσι η δύναμη που προέρχεται από το Ένα είναι σαν μια ακαθόριστη νοητή ύλη, που ορίζεται μόνο όταν στραφεί προς το Ένα.
Κάτι ανάλογο είδαμε και σχετικά με την Ψυχή. Το αποτέλεσμα της δραστηριότητας του Νου δεν είναι αμέσως Ψυχή· για να γίνει Ψυχή πρέπει να στραφεί προς τον Νου και να τον θεωρήσει· σε σχέση με αυτόν είναι όπως η ύλη προς τη μορφή, το ακαθόριστο προς το καθορισμένο.


Αλλά η νοητή ύλη έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το ίδιο το νοητό, δηλαδή την «απλότητα», την «αμεταβλητότητα» και την «αιωνιότητα», ενώ η αισθητή ύλη εμφανίζει αντίθετα χαρακτηριστικά.
Γιατί συμβαίνει αυτό;

Μια πρώτη απάντηση δίνει ο Πλωτίνος χρησιμοποιώντας τις έννοιες του «προτύπου» και της «εικόνας» (μοντέλο και αντίγραφο). Χαρακτηριστικό κάθε μορφής ύλης είναι ότι είναι ακαθόριστη, απροσδιόριστη, απεριόριστη. Η αισθητή ύλη είναι εικόνα της νοητής και, ως εικόνα ή αντίγραφο, απομακρύνεται από το είναι του πρωτοτύπου και γίνεται έτσι περισσότερο απροσδιόριστη και, συνεπώς, ενέχει το αρνητικό και το κακό:
Ακόμη και στη νοητή διάσταση η ύλη είναι απροσδιόριστη, και σε αυτή την περίπτωση θα προερχόταν από την έλλειψη ορισμού του Ενός μέσα στη δύναμη και την αιωνιότητά του. Όχι ότι στο Ένα υπάρχει απροσδιοριστία, αλλά μάλλον ότι αυτό την δημιουργεί. Και γιατί υπάρχει και σε εκείνον τον κόσμο και στον δικό μας; Επειδή το απροσδιόριστο είναι δύο ειδών. Και ποια είναι η διαφορά; Αυτή που υπάρχει ανάμεσα στο αρχέτυπο και στην εικόνα του. Πρέπει λοιπόν να πιστέψουμε ότι εκείνο του κόσμου μας είναι λιγότερο απροσδιόριστο; Καθόλου· είναι περισσότερο, γιατί όσο η εικόνα απομακρύνεται από το αληθινό είναι, τόσο αυξάνεται η απροσδιοριστία της, και αυξάνεται ανάλογα με τη μικρότερη καθοριστικότητά της. Γενικά, ό,τι είναι κατώτερο στην κλίμακα του αγαθού, είναι ανώτερο στην κλίμακα του κακού.

Αλλά αυτό δεν αρκεί ακόμη για να εξηγήσει τη ριζική οντολογική διαφορά ανάμεσα στη «νοητή ύλη» (πρότυπο) και την «αισθητή ύλη» (εικόνα και ομοίωμα του προτύπου), δεδομένου ότι ακόμη και στον νοητό κόσμο κάθε υπόσταση είναι εικόνα ή ομοίωμα της προηγούμενης, και όμως διατηρεί την ίδια φύση με αυτήν, αφού από αυτήν προέρχεται. Και η ύλη επίσης προέρχεται από προγενέστερες αιτίες, δηλαδή από το νοητό, και δεν είναι κάτι που αντιτίθεται στο νοητό από την αιωνιότητα (όπως στον Πλάτωνα).


Η λύση πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο αυτή προέρχεται από την προηγούμενη υπόσταση και στο γιατί δεν κατορθώνει πλέον να συγκροτήσει μια νέα υπόσταση: μόνο έτσι θα κατανοηθούν οι λόγοι για τους οποίους, με τη γένεση της αισθητής ύλης, το είναι διασκορπίζεται στο γίγνεσθαι.

3. Η ύλη θεωρείται κακό ως έσχατο στάδιο της εκπόρευσης και εξάντλησή της

Το γεγονός ότι και η ύλη ανάγεται από τον Πλωτίνο σε προγενέστερες αιτίες προκύπτει σαφώς από περισσότερα του ενός κείμενα.
Σε ένα ιδιαίτερα σαφές χωρίο —αφού έχει πει ότι κάθε πραγματικότητα (κάθε υπόσταση) φέρει μέσα της την ώθηση να δημιουργεί πάντοτε κάτι επόμενο μέχρι τα όρια του δυνατού και ότι κάθε πράγμα μετέχει στο Αγαθό κατά το μέτρο της ικανότητάς του— ο Πλωτίνος γράφει:

Με αυτή την έννοια, ακόμη και η υλική φύση, εφόσον υπάρχει από πάντα, δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί από αυτόν τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο το αγαθό είναι διαθέσιμο σε όλους ανάλογα με το πόσο μπορεί ο καθένας να το δεχθεί. Αλλά ακόμη κι αν η ύλη, από ανάγκη, είχε προέλθει από προηγούμενες γενεσιουργές αρχές, δεν θα μπορούσε ωστόσο να παραμείνει απομονωμένη, σαν να είχε σταματήσει, από έλλειψη ώθησης, η πηγή που, ως χάρη, της προσέδιδε την ύπαρξη, πριν φτάσει σε αυτήν.

Η αισθητή ύλη προέρχεται από την αιτία της ως «έσχατη δυνατότητα», ως το ακραίο στάδιο εκείνης της διαδικασίας κατά την οποία η δημιουργική ώθηση και η παραγωγική δύναμη εξασθενούν έως ότου εξαντληθούν πλήρως. Έτσι, η αισθητή ύλη καθίσταται πλήρης εξάντληση και, επομένως, έσχατη στέρηση της δύναμης του Ενός, και άρα του ίδιου του Ενός, ή, με άλλα λόγια, στέρηση του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα).
Με αυτή την έννοια γίνεται «κακό». Πρέπει να σημειωθεί ότι το κακό δεν νοείται ως αρνητική δύναμη αντίθετη προς μια θετική, αλλά ως «έλλειψη και στέρηση του θετικού».


Και ιδού πώς ολοκληρώνεται από τον Πλωτίνο η εξαγωγή της ύλης με βάση αυτές τις τελευταίες έννοιες:
Μπορεί κανείς να κατανοήσει την αναγκαιότητα του κακού και με τον εξής τρόπο. Εφόσον δεν μπορεί να υπάρχει μόνο το Αγαθό, πρέπει, κατά την εκπόρευσή του από τον εαυτό του ή, αν προτιμά κανείς, κατά την κάθοδό του και την απομάκρυνσή του, να υπάρχει ένα έσχατο όριο πέρα από το οποίο δεν γεννάται πλέον τίποτε· αυτό το όριο είναι το κακό. Εφόσον είναι αναγκαίο να υπάρχει κάτι πέρα από το Πρώτο, πρέπει να υπάρχει ένα έσχατο όριο, και αυτό είναι ακριβώς η ύλη, η οποία δεν διατηρεί πλέον τίποτε από το Αγαθό. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η αναγκαιότητα του κακού.⁴

4. Με ποια έννοια η ύλη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μη-ον»

Γίνεται έτσι κατανοητό πώς ο Πλωτίνος μπορούσε να ορίσει την αισθητή ύλη ως «μη-ον». Έκφραση που δεν σημαίνει καθόλου το «μηδέν», δηλαδή το «μη υπάρχον», αλλά —όπως ο ίδιος ρητά επισημαίνει— «το διαφορετικό από το ον».

Πράγματι, δεδομένου ότι η νοητή ύλη είναι «ον», η αισθητή, για να διακρίνεται από τη νοητή, πρέπει αναγκαστικά να οριστεί ως κάτι διαφορετικό από το ον (δεν μπορεί να έχει εκείνο το είναι που ανήκει στη νοητή ύλη):
Όμως, η ύλη εκείνου του κόσμου είναι πάντως ένα ον εκείνου του κόσμου, επειδή πριν από αυτήν βρίσκεται αυτό που είναι υπεράνω του όντος. Η ύλη του δικού μας κόσμου, αντίθετα, προηγείται από το ον και επομένως δεν είναι ον, αλλά κάτι διαφορετικό που αντιπαρατίθεται στην ομορφιά του όντος.⁶


Η ύλη δεν είναι τίποτε από όσα ανήκουν στον κόσμο του Όντος, του Νου και της ίδιας της Ψυχής, και γενικά του νοητού.
Για τον λόγο αυτό ο Πλωτίνος καταφεύγει κυρίως σε εικόνες για να τη χαρακτηρίσει, όπως στο ακόλουθο χωρίο, που είναι από τα πιο χαρακτηριστικά:
Η ύλη δεν μπορεί να αναχθεί ούτε σε Ψυχή ούτε σε Νόηση ούτε σε μορφή, ούτε σε λόγο μορφικό, ούτε σε κάτι ορισμένο —είναι πράγματι χωρίς όριο— αλλά ούτε μπορεί να θεωρηθεί κάποια δύναμη, γιατί δεν φαίνεται με ποιον τρόπο θα μπορούσε να παράγει. Στην πραγματικότητα, όντας πέρα από όλα αυτά, αυστηρά μιλώντας δεν θα άξιζε ούτε το όνομα του όντος, αλλά μάλλον του μη-όντος, όχι όμως με την έννοια που αποδίδεται αυτό το χαρακτηριστικό στην κίνηση ή στη στάση, αλλά με την κυριολεκτική του σημασία: ως είδωλο και φάντασμα μιας μάζας, ως μια τάση προς το είναι, ή ως μια πραγματικότητα ακίνητη αλλά χωρίς σταθερότητα, αόρατη καθ’ εαυτήν και επιπλέον διαφεύγουσα από εκείνον που θα ήθελε να την παρατηρήσει, με την έννοια ότι, αν δεν την κοιτάξει κανείς, παρουσιάζεται μπροστά του, ενώ αν προσπαθήσει να τη δει, αποφεύγει το βλέμμα του. Διότι ενσωματώνει μέσα της μορφές πάντοτε αντίθετες: μικρό και μεγάλο, λιγότερο και περισσότερο, έλλειψη και υπερβολή· εν ολίγοις, μοιάζει με εικόνα που δεν μπορεί ούτε να σταθεί ούτε να διαφύγει. Ακόμη και αυτή η ικανότητα της λείπει, διότι, μέσα στην έλλειψη κάθε μορφής ύπαρξης, δεν μπόρεσε να λάβει δύναμη από τον Νου.

Και ό,τι μεταδίδει είναι ψευδές: αν παρουσιάζεται ως μεγάλο είναι μικρό, αν μεγαλύτερο είναι μικρότερο, και το είναι που φαίνεται στην παράσταση δεν είναι αληθινό είναι, αλλά ένα είδος φευγαλέου παιγνιδιού. Κατά συνέπεια, και ό,τι γεννάται μέσα στην ύλη είναι ένα είδος παιγνιδιού, απλώς μια εικόνα μέσα σε εικόνα, όπως μια πραγματικότητα που αντανακλάται σε καθρέφτη και εμφανίζεται σε έναν τόπο ενώ βρίσκεται σε άλλον. Έτσι, φαινομενικά, θα έλεγες ότι ο καθρέφτης είναι γεμάτος πράγματα· αλλά δεν έχει τίποτε, αν και φαίνεται να είναι τα πάντα.
Ωστόσο, τα πράγματα που εισέρχονται και εξέρχονται είναι αντίγραφα των όντων που είναι πραγματικά· είναι εικόνες που αντανακλώνται πάνω σε μια άμορφη εικόνα και καθίστανται ορατές ακριβώς χάρη στην αμορφία της ύλης. Θα έλεγες ότι ενεργούν πάνω της, αλλά στην πραγματικότητα δεν το κάνουν: λόγω της αστάθειας, της κενότητας και της ασυνέπειάς τους δεν έχουν καμία επίδραση. Και η ίδια η ύλη είναι ασύστατη, ώστε αυτές οι εικόνες τη διαπερνούν χωρίς καν να τη διαιρούν, σαν να περνούσαν μέσα από το νερό ή σαν κάποιος να επιχειρούσε να εισαγάγει μορφές στο κενό.⁷


5. Η ύλη ως εκείνο που προκύπτει από μια «εξασθενημένη θεωρία» (contemplazione)

Ο Πλωτίνος επιχειρεί να προσδιορίσει τους λόγους αυτής της έλλειψης κάθε οντολογικού βάθους που χαρακτηρίζει την ύλη.
Αυτή παράγεται από την Ψυχή, όχι όμως από την ανώτατη Ψυχή, η οποία είναι πλήρως ενωμένη με τον Νου και το Ένα στη θεωρία, αλλά από το έσχατο άκρο της Ψυχής του σύμπαντος, όπου η θεωρία εξασθενεί, τουλάχιστον στον βαθμό που η Ψυχή στρέφεται περισσότερο προς τον εαυτό της παρά προς τον Νου.


Ακολουθούν δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χωρία:

Η επιμέρους ψυχή που στρέφεται προς τις πραγματικότητες που την προηγούνται κατακλύζεται από φως, επειδή συναντά το Ον. Αντίθετα, εκείνη που κατευθύνεται προς τις μεταγενέστερες πραγματικότητες πορεύεται προς το μη-ον. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που στρέφεται προς τον εαυτό της· διότι τότε η επιθυμία του εαυτού της παράγει τις μεταγενέστερες πραγματικότητες, οι οποίες είναι εικόνες του εαυτού της, δηλαδή μη-ον. Είναι σαν, προχωρώντας αιωρούμενη στο κενό, η Ψυχή να γίνεται ολοένα και πιο ακαθόριστη· έτσι, η εικόνα αυτής της εικόνας, μέσα στην αοριστία της, καθίσταται εντελώς σκοτεινή, επειδή στερείται πλήρως λόγου και νόησης και βρίσκεται πολύ μακριά από το είναι. Όσο όμως στρέφεται προς τη μεσότητα φύση, παραμένει ακόμη στον οικείο της χώρο· αν όμως στραφεί εκ νέου, σαν σε μια δεύτερη ενόραση, προς την εικόνα, τότε της δίνει μορφή και τελικά εισέρχεται σε αυτήν με ευχαρίστηση.⁸

Η αλήθεια συνοψίζεται σε τούτο: αν δεν υπήρχε σώμα, δεν θα υπήρχε καμία πρόοδος της Ψυχής, διότι δεν υπάρχει άλλος τόπος που να αποτελεί για αυτήν φυσική έδρα. Επομένως, αν θέλει να προχωρήσει, πρέπει η ίδια να δημιουργήσει για τον εαυτό της έναν τόπο και άρα και ένα σώμα. Και ενώ η σταθερότητα της Ψυχής, κατά κάποιον τρόπο, εδραιωνόταν μέσα στη σταθερότητα, έλαμψε κάτι σαν εκτυφλωτικό φως από την κορυφή μέχρι τα έσχατα όρια του πυρός, όπου γεννιέται το σκοτάδι. Αυτό δεν διέφυγε από την Ψυχή, η οποία, από τη θέση της κυριαρχίας της, του έδωσε μορφή: διότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει κοντά της κάτι στερημένο μορφικού λόγου, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα όρια μέσα στα οποία το σκοτεινό μέσα στο σκοτεινό —δηλαδή στο γεννημένο— μπορεί να δεχθεί αυτόν τον λόγο.
Τέλος, ο Πλωτίνος επιχειρεί να εμβαθύνει περαιτέρω τον λόγο της διαφορετικής φύσης της ύλης σε σχέση με τις προγενέστερες πραγματικότητες, με βάση ορισμένες διευκρινίσεις που συνδέονται με την έννοια της θεωρίας.
Η ανώτερη Ψυχή θεωρεί, και από αυτή τη θεωρία απορρέει η δημιουργική δύναμη της κοσμικής Ψυχής. Αυτή η δημιουργική δύναμη της κοσμικής Ψυχής, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά «εξασθενημένη θεωρία»: μια θεωρία ομογενής με εκείνη της ανώτερης Ψυχής, αλλά ολοένα μειούμενη ως προς την ένταση, σε τέτοιο βαθμό ώστε, μέσα σε αυτή την αποδυνάμωση, κατά κάποιον τρόπο να εκλείπει.¹⁰
Έτσι, η ύλη, προϊόν αυτής της δραστηριότητας που είναι ασθενής θεωρία, δεν έχει πλέον τη δύναμη να στραφεί προς εκείνον που τη γέννησε και να θεωρήσει με τη σειρά της· ώστε εναπόκειται στην ίδια την Ψυχή να τη στηρίζει και, συνεπώς, να την τάσσει, να τη μορφοποιεί, να τη συγκρατεί, κατά κάποιον τρόπο, προσκολλημένη στο είναι.
Και έτσι γεννιέται ακριβώς ο αισθητός κόσμος, όπως θα δούμε τώρα.


Σημειώσεις:

¹ Πρβλ. ανωτέρω, σσ. 2059 κ.ε.
² Εννεάδες, II, 4, 15· πρβλ. II, 4, 4.
³ Εννεάδες, IV, 8, 6.
⁴ Εννεάδες, I, 8, 7.
⁵ Εννεάδες, I, 8, 3.
⁶ Εννεάδες, II, 4, 16.
⁷ Εννεάδες, III, 6, 7.
⁸ Εννεάδες, III, 9, 3.
⁹ Εννεάδες, IV, 3, 9.
¹⁰ Βλ. ολόκληρο το χωρίο: Εννεάδες, III, 8, 5.


V. ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: