Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 5

Συνέχεια από Πέμπτη 30. Απριλίου 2026


Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 5
Ο θεολόγος που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο

Του Stefano Fontana,
Εκδόσεις Fede & Cultura 2017

Αντίο στην Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας

Όλα τα ρεύματα σκέψης που, άμεσα ή έμμεσα, συνδέονται με τη ρανεριανή στροφή αρνούνται το δικαίωμα ύπαρξης της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου και μετά τη Σύνοδο σχεδόν δεν γινόταν πια λόγος γι’ αυτήν και, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Marie Dominique Chenu είπε ότι ήταν μόνο ιδεολογία και ότι έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Ακόμη και στο πρόσφατο Ιταλικό Εκκλησιαστικό Συνέδριο της Φλωρεντίας του 2015 δεν προφέρθηκε ποτέ η έκφραση «Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας». Είναι αναμφίβολα αλήθεια ότι ο Ιωάννης Παύλος Β΄ δεν είχε αυτή την άποψη. Αλλά εκείνος προερχόταν από τις σπουδές πάνω στην Edith Stein και στον Άγιο Θωμά Ακινάτη, όχι από τον Heidegger, τον Kant και τον Hegel. Επανέφερε στο προσκήνιο την Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας, την υπερασπίστηκε και την προώθησε. Στο μεταίχμιο της μετάβασης στη νέα χιλιετία ζήτησε επίσης συγγνώμη για τις παραλείψεις που είχαν κάνει οι άνθρωποι της Εκκλησίας σε αυτόν τον τομέα. Στο τέλος της ζωής του θέλησε έναν Κατηχισμό της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας, ο οποίος έπειτα ονομάστηκε Compendium. Όλα αυτά είναι απολύτως αληθινά, όπως είναι αληθινό ότι, κάνοντας όλα αυτά, ο Ιωάννης Παύλος Β΄ επικαλούνταν και τη Σύνοδο.

Ωστόσο αυτός ο Πάπας, όπως και ο διάδοχός του, αμφισβητήθηκε από έναν ολόκληρο χώρο που συνέχισε να αρνείται τη νομιμότητα μιας Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Τελικά αυτή η αντίθεση βάρυνε πολύ πάνω στην ελπιζόμενη επανεκκίνηση της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας, η οποία, παρά δύο Πάπες και πολλή προσπάθεια από πολλούς, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ πραγματικά. Κοιτάζοντας τη σημερινή κατάσταση, φαίνεται ότι νίκησε ο Rahner.

Τα σημεία για τα οποία μια Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας δεν είναι αποδεκτή σύμφωνα με τη ρανεριανή προοπτική είναι, συνοπτικά, τα εξής: η Εκκλησία δεν έχει κοινωνική διδασκαλία, διότι σε αυτή την περίπτωση θα ήταν ιδεολογία και όχι μήνυμα σωτηρίας· η Εκκλησία βρίσκεται σε ισότιμη θέση με τον κόσμο και όχι σε θέση υπεροχής, σαν να είχε στην κατοχή της ένα συμπλήρωμα αλήθειας· η Εκκλησία είναι φτιαγμένη για να υπηρετεί τον κόσμο και, επομένως, για να είναι πηγή κριτικής ελευθερίας για τον κόσμο, όχι για να είναι κέντρο εξουσίας μέσα στον κόσμο· η πράξη συμβάλλει στη συγκρότηση της αλήθειας, διαφορετικά η θεωρία θα παρέμενε αφηρημένη· η ηθική, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής, γεννιέται από τις ανάγκες και από τις καταστάσεις ζωής που φωτίζουν τη διδασκαλία, ενώ με την Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας θεωρείται το αντίστροφο· ο χριστιανισμός έχει ιστορική διάσταση και όχι φυσική διάσταση, όπως θα ήθελε το φυσικό δίκαιο, το οποίο είναι μία από τις πηγές της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας· ο χριστιανισμός είναι ιστορικός με την έννοια ότι είναι στραμμένος προς το μέλλον, άρα απορρίπτει την ελληνίζουσα θεώρηση της πραγματικότητας, πάνω στην αμετάβλητη μεταφυσική της οποίας θεμελιώνεται, αντίθετα, η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας· ως στραμμένος προς το μέλλον, ο χριστιανισμός εμψυχώνεται από μια εσχατολογική ένταση προφητικού-ουτοπικού-επαναστατικού τύπου, ενώ η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας είναι μια καλλωπιστική ηθική που δεν αλλάζει το status quo της κοινωνικής πραγματικότητας.

Αν η Εκκλησία αποτελεί μέρος του κόσμου, δεν μπορεί να έχει διδασκαλία για τον κόσμο, και επομένως ούτε Κοινωνική Διδασκαλία. Για να την έχει, θα έπρεπε να διαθέτει μια οπτική εξωτερική προς τον κόσμο και, επιπλέον, ο κόσμος θα έπρεπε να έχει μια μόνιμη και σταθερή δομή. Πράγματα που ο Rahner απορρίπτει. Είναι αλήθεια ότι αυτή η σταθερή οπτική θα μπορούσε να είναι εκείνη της χριστιανικής αποκάλυψης, αλλά στο όραμα του Rahner δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτήν παρά μόνο μέσα από τον κόσμο και την ιστορία, με τρόπο σχετικό και προοδευτικό, πράγμα που εκ νέου μας εμποδίζει να έχουμε μια εξωτερική οπτική.

Στην Εκκλησία δεν απομένει παρά να αφήσει κατά μέρος τη διδασκαλία και να ξεκινήσει από την πράξη, από τη δέσμευση για τη δικαιοσύνη, από την ποιμαντική στις περιφέρειες του κόσμου· και από εκεί να συμφιλιωθεί με τον κόσμο, από τον οποίο την είχε απομακρύνει η διδασκαλία, και να πορευθεί μαζί με όλους τους άλλους, φέρνοντας ενδεχομένως μια επιπλέον ελπίδα, μια καθαρότερη ένταση προς το μέλλον, μια μεγαλύτερη ριζοσπαστικότητα για την αλλαγή, μια μεγαλύτερη πολιτική κριτικότητα, όπως θα πει ο Metz, ένας σημαντικός μαθητής του Karl Rahner.

Στην Ιταλία η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας επανεκκινήθηκε κυρίως στη δεκαετία του 1990. Αλλά όλα τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν τότε για αυτή την επανεκκίνηση —οι Σχολές κατάρτισης για την κοινωνική και πολιτική δέσμευση, οι Κοινωνικές Εβδομάδες των καθολικών, οι Τράπεζες διαλόγου μεταξύ καθολικών που δραστηριοποιούνταν στην πολιτική— δεν μπορούσαν να διαρκέσουν πολύ ούτε να επιδράσουν, καθώς οι ρανεριανές θεωρίες είχαν ήδη κόψει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.

Πράγματι, είτε δεν διήρκεσαν είτε μεταμορφώθηκαν. Οι Σχολές κατάρτισης για την κοινωνική και πολιτική δέσμευση έγιναν χώροι όχι μετάδοσης μιας σαφούς διδασκαλίας, αλλά talk-show πολιτικών απόψεων και προσωπικών εμπειριών, ενώ οι Κοινωνικές Εβδομάδες εγκατέλειψαν τη φιλοδοξία να προσφέρουν στη χώρα προτάσεις υψηλής καθολικής κοινωνικής και πολιτικής κουλτούρας, για να γίνουν ποιμαντικίζουσες kermesse (πανηγυρική εκδήλωση, φιέστα) που εμπλέκουν εκπροσώπους της κοινωνικής ποιμαντικής των επισκοπών.

Αλλά ακόμη και έτσι μεταμορφωμένες, αυτές οι προτάσεις δεν θα διαρκέσουν, επειδή στερούνται των θεολογικών προϋποθέσεων και της καθολικής κουλτούρας που χρειάζονται. Αν η Εκκλησία πρέπει να μάθει από τον κόσμο, η Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας είναι παραλογισμός. Θα μπορούσε να ταιριάζει στην εποχή του Λέοντα ΙΓ΄, όταν θεωρούνταν ότι τα πράγματα είχαν έτσι, αλλά όχι πια στην εποχή του Karl Rahner.

Karl Rahner και η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού

Ο Karl Rahner συμμετείχε στη Σύνοδο ως ειδικός θεολόγος. Ως τέτοιος επηρέασε πολύ τις εργασίες της Συνόδου, πρώτα απ’ όλα στον καθορισμό και στην αιτιολόγηση του ίδιου του μεγάλου ρόλου που είχαν σε αυτήν οι θεολόγοι σαν κι αυτόν. Ακόμη περισσότερο: συνέβαλε στον καθορισμό του ρόλου που οι θεολόγοι θα ασκούσαν και στη συνέχεια, μέσα στο νέο μετασυνοδικό κλίμα, σε σχέση με τους ποιμένες. Κατά μία έννοια, περάσαμε από την Εκκλησία των επισκόπων στην Εκκλησία των θεολόγων.

Γιατί άραγε αυτή η νέα σημασία των θεολόγων; Επειδή ο Rahner διακρίνει ανάμεσα στον Λόγο, ή αρχέγονο άγγελμα, ή Κήρυγμα, και στη θεολογία που καθορίζει τα δόγματα. Η θεολογία είναι πάντοτε, κατά βάθος, ένας ανθρώπινος λόγος, ο οποίος δεν μπορεί ποτέ να αξιώνει ότι καλύπτει πλήρως το νόημα του Λόγου· και σε αυτό θεμελιώνεται γι’ αυτόν η εξέλιξη του δόγματος — με την οποία όμως θα ασχοληθούμε στη συνέχεια. Αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκαία και θεμελιώδης, καθόσον η μετάδοση του αρχέγονου μηνύματος συμβαίνει μέσα στην ιστορία και η Εκκλησία χρησιμοποιεί τον κοσμικό λόγο για να το καθορίσει.

Να γιατί χρειάζονται οι θεολόγοι. Χωρίς αυτούς, οι ποιμένες δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσουν μέσα στην ιστορία το αρχέγονο μήνυμα ούτε να το κάνουν χρησιμοποιώντας ορθά τα σχήματα της κοσμικής λογικής. Η θεολογική ερμηνεία του Κηρύγματος είναι βεβαίως έργο όχι μόνο λογικό αλλά και πίστεως· κάθε θεολογική πρόταση είναι και πρόταση πίστεως· αλλά στο μεταξύ είναι και τεχνική πρόταση, η οποία πρέπει να έχει όλα τα χαρακτηριστικά του συλλογισμού, της επιστημονικότητας και της σύνταξης ως τέτοιας. Βέβαια, ο επίσκοπος είναι ο πρώτος θεολόγος της επισκοπής της οποίας είναι ο τακτικός ποιμένας, αλλά στην πράξη δεν είναι όλοι οι επίσκοποι θεολόγοι. Διαφορετικά, γιατί πολλοί από αυτούς είχαν φέρει μαζί τους στη Σύνοδο τους ειδικούς τους;

Το έργο των θεολόγων έρχεται στο προσκήνιο σε σχέση με εκείνο των ποιμένων, και στη συνέχεια είδαμε και βλέπουμε μια πρακτική υποτέλεια πολλών επισκόπων στους θεολόγους των επισκοπών τους και στους θεολόγους γενικά.

Είναι αλήθεια ότι η διδασκαλία δεν εξαντλεί το μυστήριο, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι το μυστήριο που έχει ανατεθεί στη διδασκαλία είναι αμετάβλητο. Επομένως, ο ρόλος των ποιμένων είναι εκείνος που βρίσκεται στο προσκήνιο. Αν όμως εκείνο που δίνει μορφή στα δόγματα είναι οι θεολογικές ερμηνείες του αρχέγονου μηνύματος, οι οποίες επεξεργάζονται κάθε φορά που αλλάζουν οι ιστορικές καταστάσεις, τότε αναδύεται ο ρόλος των θεολόγων σε σχέση με εκείνον των ποιμένων. Οι τελευταίοι καταλήγουν να είναι πάντοτε «καθυστερημένοι» σε σχέση με τους θεολόγους.

Εκτός από το ότι συνέβαλε στη δημιουργία του κλίματος για τη «Σύνοδο των θεολόγων» και υπήρξε ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές της, ο Karl Rahner επηρέασε τη Σύνοδο ωθώντας ορισμένα θέματα: τη νέα συμπαθητική ματιά προς τον κόσμο, τον οικουμενισμό, την ελευθερία και ειδικότερα τη θρησκευτική ελευθερία, την όψη της Εκκλησίας ως λαού του Θεού και, προπάντων, την κεντρικότητα της ποιμαντικής, η οποία χαρακτήρισε με θεμελιώδη τρόπο ολόκληρο το συνοδικό γεγονός.

Δεν θέλουμε εδώ να υποστηρίξουμε ότι η Σύνοδος καθορίστηκε σε αυτά ή σε άλλα σημεία από τον Karl Rahner. Η Σύνοδος, ευτυχώς, σταμάτησε μια στιγμή πριν εισαγάγει κάποιο ρανεριανό σφάλμα. Μπορεί ωστόσο να αποδειχθεί ότι ορισμένες συνοδικές πτυχές ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της θεολογίας του και ότι η Σύνοδος παρουσιάζει ορισμένες «ρωγμές», που έμειναν τότε ανοιχτές και είναι ακόμη ανοιχτές σήμερα, όπου διείσδυσε ο ρανερισμός. Ο ρανερισμός θέλησε να απαλλοτριώσει την Εκκλησία της Συνόδου για να την παραδώσει στον κόσμο, και όλες οι προσπάθειες να επιστραφεί η Σύνοδος στην Εκκλησία έχουν μέχρι τώρα πρακτικά αποτύχει, ακόμη κι αν είναι νικηφόρες στο επίπεδο της αλήθειας.

Εγκαινιάζοντας τη Σύνοδο, ο Ιωάννης ΚΓ΄ είχε πει ότι η πάντοτε ίδια διδασκαλία έπρεπε να εκφραστεί με νέα γλώσσα. Αυτό έπρεπε να είναι γι’ αυτόν το aggiornamento. Τίποτε πιο ανόητο από την άποψη της θεολογίας του Rahner. Αλλά και τίποτε πιο πρόσφορο ως ευνοϊκή ευκαιρία που έπρεπε να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνος υπήρξε ο οδηγός για πολλούς επισκόπους της Κεντρικής Ευρώπης σε αυτή τη διαδικασία. Μια μειονότητα, αριθμητικά μιλώντας, αλλά θεολογικά συμπαγής χάρη στη ρανεριανή θεολογία.

Η πρόθεση του Ιωάννη ΚΓ΄ ήταν, στα μάτια του Rahner, αφελής και παιδαριώδης. Δεν υπάρχει διδασκαλία προγενέστερη σε σχέση με τη γλωσσική έκφραση ή, γενικότερα, με τη συμφραστική ερμηνεία του μηνύματος. Ο Ιωάννης ΚΓ΄ είχε την ψευδαίσθηση ότι υπήρχε μια παρακαταθήκη περιεχομένων ανεξάρτητων από τη γλώσσα με την οποία είχαν εκφραστεί, και ότι το μόνο πρόβλημα ήταν η «μετάφραση», χωρίς να υπάρξει «αναδιατύπωση» των ίδιων των περιεχομένων. Τουλάχιστον ο Παύλος ΣΤ΄ το κατάλαβε αυτό και προσπάθησε να κυβερνήσει την έκβασή του.

Κατά τον Rahner, το να σκέφτεται κανείς ότι υπάρχουν κανόνες προς «εφαρμογή», αρχές που πρέπει να τεθούν σε πράξη, αλήθειες που πρέπει να μεταφραστούν σε γλώσσα κατάλληλη για την εποχή, σήμαινε να υιοθετεί ακόμη μία φορά μια ανιστορική νοοτροπία και να μην αναγνωρίζει ότι η αποκάλυψη συμβαίνει μέσα στην ιστορία. Σήμαινε να θεωρεί ότι οι αλήθειες της πίστης ήταν εννοιολογικές κατασκευές πάντοτε ίδιες με τον εαυτό τους και ότι κάθε ιστορική εποχή όφειλε να τις προσαρμόζει στον εαυτό της. Αλλά με αυτόν τον τρόπο θα συνεχιζόταν η παλιά και φθαρμένη παραγωγική μέθοδος. Από τη δική του άποψη, η Σύνοδος είχε γεννηθεί από μια αφέλεια, στην οποία εκείνος θα έπρεπε να δώσει τη σωστή κατεύθυνση. Το πέτυχε μέχρι ένα σημείο, αλλά ασφαλώς το προσπάθησε με μεγάλη πεποίθηση.

Αυτό συνδέεται άμεσα με τον «ποιμαντικό» χαρακτήρα της Συνόδου. Για τον Ιωάννη ΚΓ΄ αυτό σήμαινε ότι η πάντοτε ίδια δογματική παρακαταθήκη έπρεπε να εξηγηθεί με νέους όρους, κατάλληλους για την εποχή. Για τον Rahner, αντίθετα, σήμαινε ότι η διδασκαλία έπρεπε να πάψει να θεωρεί τον εαυτό της ανεξάρτητο από την ποιμαντική, επειδή στην πραγματικότητα εξαρτιόταν από αυτήν. Η ιστορική κατάσταση, οι ανάγκες και οι προσδοκίες μιας ιδιαίτερης στιγμής, η δέσμευση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην κοινωνία και στην Εκκλησία, οι μορφές της παρουσίας και της δράσης των χριστιανών μαζί με όλους τους άλλους ανθρώπους δεν είναι τελικές εκδηλώσεις της διδασκαλίας, αλλά συμβάλλουν εξαρχής στη διαμόρφωσή της, επειδή η διδασκαλία δεν είναι ποτέ μόνο δογματική, δηλαδή θεωρητική, διανοητικιστική, αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη και υπαρξιακή.

Οι στόχοι του Ιωάννη ΚΓ΄ και του Karl Rahner ήταν λοιπόν αντίθετοι. Ποιος από τους δύο επιβλήθηκε;

Συνοδισμός, οικουμενισμός και διαθρησκειακός διάλογος

Η επιρροή του Rahner στη Σύνοδο ασφαλώς δεν κατέστρεψε τη Σύνοδο, η οποία διασώθηκε χάρη στην ικανότητα της Εκκλησίας να μη χάσει την πορεία της. Ωστόσο πολλές από τις ρωγμές που άνοιξαν στη Σύνοδο εξαρτώνται από τη δική του θεμελιώδη προσέγγιση. Παραπάνω, εκτός από το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, δηλαδή τον ποιμαντικό της χαρακτήρα, υπαινίχθηκα ορισμένα ειδικά θέματα. Ένα από αυτά είναι ο συνοδισμός, δηλαδή η θεώρηση της Συνόδου ως γεγονότος που χαρακτηρίζεται από το συν-έρχεσθαι των επισκόπων όλου του κόσμου, από τον συνελευσιακό της χαρακτήρα.

Η ίδια η Εκκλησία είναι ένα συν-έρχεσθαι, αλλά συγκαλούμενο από το Πνεύμα της Αλήθειας και επομένως όχι ανεξάρτητο ή αυτόνομο από τα αληθινά περιεχόμενα που διακηρύσσονται εκεί, ενώ η θεώρηση της Εκκλησίας από τον Rahner παρουσιάζει και όψεις συγκρότησης από τα κάτω. Το συν-έρχεσθαι της Εκκλησίας δεν είναι, κατά βάθος, διαφορετικό από το συν-έρχεσθαι του κόσμου, αφού συμβαίνει μέσα σε αυτόν. Όταν, για παράδειγμα, πραγματεύεται τη δημοκρατία μέσα στην Εκκλησία, υποστηρίζει ότι η επιλογή των ποιμένων θα έπρεπε να ξεκινά από τα κάτω, ακόμη κι αν η λειτουργική καθιέρωση έρχεται από τα άνω. Έχει επίσης εκφράσει την άποψη ότι θα έπρεπε να υπάρχουν μόνιμες μορφές συνοδικότητας και συνοδισμού δίπλα στον Πάπα και συνυπεύθυνες μαζί του για τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας.

Ο Πάπας, άλλωστε, δεν θεωρείται πλέον ο Βικάριος του Χριστού, αλλά ο Επίσκοπος Ρώμης που προΐσταται της Εκκλησίας μέσα στην αγάπη. Του Rahner, αλλά και άλλων, είναι η ιδέα ότι η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού όφειλε να διορθώσει την έμφαση που είχε θέσει η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού στο πρωτείο του Πέτρου μέσω του δογματικού ορισμού του αλαθήτου, και ότι αυτό απαιτούσε μεγαλύτερη παρουσία του επισκοπικού σώματος και αποκεντρωμένη ενίσχυση των επισκοπικών διασκέψεων. Αν συνδεθούν όλα αυτά με την ιδέα του φιλοσοφικού και θεολογικού πλουραλισμού μέσα στην Εκκλησία, την οποία υποστήριζε ο Rahner, είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς ότι ζητείται και μια δογματική αποκέντρωση. Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, κυρίως μέσω της Nota explicativa praevia του Παύλου ΣΤ΄ στη Lumen Gentium, δεν είχε δεχθεί αυτά τα αιτήματα, τα οποία ξέσπασαν έπειτα στη μετασυνοδική περίοδο, ωθούμενα από τις ρανεριανές σχολές.

Αυτή η συνοδιστική ιδέα του συν-έρχεσθαι, την οποία οικειοποιήθηκε κυρίως η Σχολή της Μπολόνια, είναι βαθιά ρανεριανή ακριβώς επειδή, γι’ αυτόν, ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στον κόσμο και, μέσα στο δικό της συν-έρχεσθαι, η Εκκλησία γίνεται κόσμος, κάνει ιστορία, ανοίγει διαδικασίες, υπερβαίνει τη δογματική στάση, ξεκινά προς νέες μορφές εξόδου. Το συν-έρχεσθαι ως έξοδος από την αιχμαλωσία και ταξίδι προς τη γη της επαγγελίας υπήρξε κλασικό θέμα της θεολογικής γραμματείας της δεκαετίας του 1970 σε όλες τις σχολές ρανεριανής προέλευσης. Σε αυτό συγκλίνουν πολλές όψεις που προέρχονται από τον Rahner: ο ιστορικός και όχι μεταφυσικός χαρακτήρας της αποκάλυψης, η ουτοπία ως ώθηση προς το μέλλον, η πράξη ως πηγή αλήθειας, η κεντρικότητα της ποιμαντικής σε σχέση με τη διδασκαλία.

Μια άλλη σημαντική όψη είναι η ελευθερία και ειδικότερα η θρησκευτική ελευθερία. Στην προοπτική του Rahner, η ατομική ελευθερία είναι θεμελιώδης, επειδή το πρόσωπο είναι εκείνο στο οποίο έχει παραδοθεί ο ίδιος του ο εαυτός. Και μέσα σε αυτή την άσκηση της ελευθερίας αποκαλύπτεται ο Σιωπηλός Θεός. Δεν είναι ότι ο Θεός έδωσε στην ανθρώπινη ελευθερία περιεχόμενα αλήθειας στα οποία πρέπει να προσκολλάται· αλλά μέσα στις ελεύθερες επιλογές του ανθρώπου ο Θεός κάνει να αναδύεται η δική Του αλήθεια. Αυτή η έννοια της ελευθερίας χρησιμοποιεί τη νεωτερική έννοια της ελευθερίας ως κάτι πρωτεύον, μέσα από την άσκηση του οποίου περνά η αλήθεια που ανήγγειλε ο Χριστός. Οι κίνδυνοι όμως είναι φανεροί: αν εννοούμε έτσι την ελευθερία, τότε ούτε η Παναγία, ούτε οι Άγιοι, ούτε ο ίδιος ο Θεός θα ήταν ελεύθεροι. Η σχέση ανάμεσα στην ελεύθερη βούληση και την ελευθερία, η οποία στην καθολική παράδοση διακρίνει την καθαρή ικανότητα επιλογής από την επιλογή του αγαθού, στην οποία συνίσταται η αληθινή ελευθερία, εδώ αντιστρέφεται: η ελευθερία περνά μέσα από την ελεύθερη βούληση.

Η Σύνοδος δεν δέχθηκε αυτή την ιδέα της ελευθερίας, αν και, και λόγω της επιρροής του Rahner, ασφαλώς ανανέωσε την ιδέα της ελευθερίας που είχε η Εκκλησία έως τότε, ανοίγοντας ρωγμές τις οποίες το μεταγενέστερο Μαγιστήριο εν μέρει διευκρίνισε. Όπως είναι γνωστό, το πιο λεπτό πεδίο υπήρξε εκείνο της θρησκευτικής ελευθερίας. Όχι όμως μόνο αυτό, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Rahner, το 1974, υποστήριζε την ελευθερία ενός καθολικού να ψηφίσει έναν νόμο που προβλέπει την άμβλωση και να εγκρίνει τις συμβιώσεις εκτός γάμου.

Ένα άλλο θέμα στο οποίο είναι εμφανής η επιρροή της ρανεριανής προσέγγισης στη Σύνοδο είναι ο οικουμενισμός και ο διαθρησκειακός διάλογος. Δεν μπορεί ασφαλώς να ειπωθεί ότι τα αιτήματά του έγιναν δεκτά από τα συνοδικά κείμενα, δεδομένου του ριζοσπαστικού τους χαρακτήρα· ωστόσο το θέμα απαίτησε, μετά τη Σύνοδο, περαιτέρω και σημαντικές διευκρινίσεις από το Μαγιστήριο, σημάδι ότι κάποια σύγχυση παρέμενε. Και σε αυτή τη σύγχυση ασφαλώς δεν απουσιάζουν οι θεολογίες ρανεριανής προέλευσης.

Για παράδειγμα, η θέση του θρησκευτικού πλουραλισμού του Dupuis κατά κάποιον τρόπο προέρχεται από τη ρανεριανή ιδέα σύμφωνα με την οποία η ιστορία της σωτηρίας δεν αρχίζει με τον Αβραάμ, ότι ο Χριστός αποκαλύφθηκε σε όλες τις θρησκείες, οι οποίες, μέσα σε ένα είδος αποκαλυπτικού εξελικτισμού, συνέκλιναν στον Χριστό. Η Καθολική Εκκλησία δεν έχει κανέναν τίτλο αποκλειστικότητας. Πρόκειται για την ανατροπή της αρχής Extra Ecclesia nulla salus. Από εδώ προέρχεται η ιδέα ότι, αφού όλοι είναι ανώνυμοι χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων των πιστών άλλων θρησκειών, δεν πρέπει να μεταστραφούν. Η ιδέα της μεταστροφής συνεπάγεται ότι υπάρχει κάποιος που έχει μια σωτηριώδη αλήθεια να δώσει σε έναν άλλον που δεν την έχει. Αλλά μια τέτοια κατάσταση δεν υφίσταται καθόλου από την οπτική του Rahner.

Όπως έχουμε ήδη δει, η αποκάλυψη του Θεού είναι αθεματική και επομένως προ-θρησκευτική. Συμβαίνει πριν από τη θρησκευτική ή μη θρησκευτική επιλογή, η οποία ανήκει στην περιοχή εκείνου που βρίσκεται πέρα από την κλειδαρότρυπα. Καμία θετική πίστη δεν εκφράζει πλήρως το Μυστήριο. Θα χρειαστεί λοιπόν οι πιστοί διαφορετικών πίστεων να συναντηθούν, να διαλεχθούν, να συνοδευθούν αμοιβαία και, από το εσωτερικό αυτής της ιστορικής και εγκόσμιας διαδικασίας, θα αναδυθεί η αποκάλυψη του Θεού προς την οποία όλες τείνουν χωρίς ποτέ να την εξαντλούν. Ο οικουμενισμός και ο διαθρησκειακός διάλογος τείνουν προς μια μεταγενέστερη και μελλοντική αποκάλυψη, και το κάνουν μέσα στην ιστορική διαδικασία της αμοιβαίας συνοδείας και του διαλόγου. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι για τον Rahner η αποκάλυψη είναι ιστορική και ότι συνεχίζεται, χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ακόμη κι αν στον Χριστό είχε ήδη την πληρότητά της.

Αν ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην ιστορία, τότε οι άλλες θρησκείες δεν μπορούν να θεωρηθούν κάτι αρνητικό. Το Πνεύμα του Χριστού πρέπει να έχει αποκαλυφθεί και εκεί· διαφορετικά θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι αποκαλύπτεται με τρόπο ανιστορικό. Η ιστορία της σωτηρίας συμπίπτει επομένως και με την ιστορία των θρησκειών. Η δυνατότητα μιας υπερφυσικής πίστης στην αποκάλυψη υπάρχει παντού. Ο Θεός κοινωνεί τον εαυτό Του σε όλους στην υπερβατολογική διάσταση και επομένως η χάρη του Χριστού δίνεται σε όλους, σε όλους τους καιρούς. Ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα Του λόγω των αξιών του Χριστού. Η σωτηριώδης βούληση του Θεού είναι απριορική και δεν εξαρτάται ούτε από την ενανθρώπηση και τον σταυρό του Χριστού. Η σωτηριώδης βούληση του Θεού προηγείται. Η ενανθρώπηση και ο σταυρός είναι μάλλον η τελική αιτία της καθολικής αυτοκοινωνίας του Θεού.

Συνεχίζεται με:
Εκείνη η επιστολή του Καρδιναλίου Ottaviani

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ ΜΕ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ.

"Γιατί γίνεται όλο αυτό; Γιατί πραγματικά έχουμε μια αναδιάρθρωση, μια αναδιατύπωση, ανάγκη αναδιατύπωσης ουσιαστικά, ολόκληρης της νεωτερικής και της αρχαίας ακόμα ανθρωπολογίας με βάση την τεχνητή νοημοσύνη. Πρέπει να προσδιορίσουμε ακριβώς την έννοια του ανθρώπου, ουσιαστικά. Ένα δικό μου βιβλίο, στο οποίο προσπαθώ να κάνω αυτό το πράγμα και από το οποίο θα ξεκινήσω, λέγεται «Ο Τεχνοπίθηκος και η Αλήθεια», ήδη το αναφέρατε, «Ερμηνευτική της θρησκείας στον καιρό της τεχνητής νοημοσύνης».
Προσπαθώ να εκμαιεύσω ανθρωπολογικά στοιχεία, μέσα από τον χώρο των θρησκειών και με κορύφωση, βέβαια, τον χριστιανισμό, όπου ουσιαστικά αναζητούνται πράγματα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν στο εγχείρημα επαναδιατύπωσης της ουσίας του ανθρώπου. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι το πρόβλημα.
Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι ότι, κατ’ ουσίαν, δεν έχουμε... Έχουμε ουσιαστικά αιφνιδιαστεί όλοι μας, σε όλο τον κόσμο, από αυτό το οποίο συμβαίνει, παρά το ότι η εξέλιξη που οδήγησε σε αυτό δεν μας είναι άγνωστη. Πρόκειται για κάτι το οποίο ιδανικά περιέγραψε ο Χάιντεγκερ ήδη στη δεκαετία του 1950. Προηγουμένως, όμως, είχε αρχίσει να συμβαίνει αυτό, ήδη προηγουμένως από τον Διαφωτισμό".


ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ! ΕΥΤΥΧΩΣ ΤΟΧΕΙ ΑΝΑΛΑΒΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: