Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (10)

Συνέχεια από Δευτέρα 1η Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 10

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις  PLANCK

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3η

Δεδομένου ότι η μορφή ή η δομή της αισθητικότητας, η οποία βρίσκεται a priori ως θεμέλιο της δυνατότητας των αισθήσεων, κάνει ώστε ο ιστός αυτών των μεταβολών να είναι ένα συνεχές, έπεται:
Το αισθητό αντικείμενο, καθόσον συνίσταται από αισθήσεις: 1) υπόκειται σε αυτή τη γενική συνθήκη, δηλαδή να είναι σε κάθε ελάχιστο μέρος του ένας ιστός παραλλαγών ή τροποποιήσεων· 2) και υπόκειται συγχρόνως στην εξίσου γενική συνθήκη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ολόκληρο τον αισθητό ιστό. Δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί πραγματικά ένα αισθητό αντικείμενο από το σύνολο των άλλων αισθητών αντικειμένων με τα οποία σχηματίζει αδιάκοπο ιστό.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουμε καλά υπόψη ότι όταν λέγεται πως το αισθητό αντικείμενο είναι ιστός αδιάκοπων και συνεχών τροποποιήσεων, ως αντικείμενο εννοείται ολόκληρο το αντικείμενο της παρούσας αισθητικότητας, και όχι ένα απόσπασμά της, με όποιον τρόπο κι αν γίνεται αυτός ο κατακερματισμός.

Ας μου επιτραπεί ένα παράδειγμα: ας δοθεί μια σφαίρα σε κίνηση πάνω σε ένα ακίνητο φόντο. Η πραγματική πλήρης παρούσα εμπειρία συνίσταται στο σύνολο της σφαίρας, του φόντου και των συσκευών ή οργάνων —αναγκαίων τόσο για να διαπιστωθεί η θέση αυτής της σφαίρας σε σχέση με το φόντο όσο και για να μετρηθεί σε σχέση με αυτό η ταχύτητά της. Όλα μαζί, και μόνο καθόσον είναι «μαζί», συνιστούν την πραγματική και πλήρη εμπειρία· η απομονωμένη σφαίρα συνιστά μόνο ένα απόσπασμα ή ένα μέρος της πραγματικής εμπειρίας.
Ας υποθέσουμε, όσο παράλογη κι αν φαίνεται η υπόθεση, ας υποθέσουμε ότι αυτή η σφαίρα βρίσκεται κατά τη στιγμή t σε καθορισμένο τόπο Α του χώρου, και κατά την επόμενη συνεχόμενη στιγμή t’ βρίσκεται σε έναν τόπο C μη συνεχόμενο με τον προηγούμενο τόπο. Δηλαδή ας υπάρχει ένα ασυνεχές άλμα. Εκείνο που είναι συνεχές, αδιάκοπο, είναι το σύνολο της χωρικής εμπειρίας· σαφώς ασυνεχές είναι το αισθητό αυτό αντικείμενο, δηλαδή η σφαίρα. Το αισθητό είναι εδώ το σύνολο της εμπειρίας, δηλαδή όλα τα αντικείμενα που, πέρα από τη σφαίρα, αποτελούν μέρος της· και μόνο σε σχέση με αυτό το συνεχές μπορεί να διαπιστωθεί ότι εκείνο το ιδιαίτερο απόσπασμα —η σφαίρα— πραγματοποίησε ένα ασυνεχές άλμα. Χωρίς αυτή τη συνέχεια ορισμένων στοιχείων —τα οποία λειτουργούν, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ως πλαίσιο— δεν θα διαπιστωνόταν η ασυνέχεια εκείνου του άλματος που πραγματοποιήθηκε από άλλα.

Και αυτό πρέπει να ειπωθεί είτε στην υπόθεση ότι το άλμα αφορά τον χώρο είτε ότι αφορά τον χρόνο είτε ότι αφορά άλλα μεγέθη, όπως για παράδειγμα τον βαθμό. Αν όλα τα διαφορετικά μεγέθη από τα οποία συνίστανται τα φυσικά σώματα που γεμίζουν ή συνιστούν ολόκληρη την παρούσα εμπειρία, μεταβάλλονταν με άλμα, ταυτόχρονα όλα μαζί, κατά την ίδια ποσότητα και κατά απολύτως ταυτόσημη ποσότητα, δεν θα είχαμε κανέναν τρόπο να αποκαλύψουμε αυτό το άλμα ούτε να το υποπτευθούμε, αφού θα μας έλειπε κάθε σημείο αναφοράς. Μόνο αν, ενώ ορισμένα από τα διαφορετικά μεγέθη των σωμάτων που είναι παρόντα τη στιγμή εκείνη μεταβάλλουν αλματικά τις ποσοτικές τους συνθήκες, άλλα δεν τις μεταβάλλουν —ή δεν τις μεταβάλλουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο—, μόνο υπό αυτόν τον όρο είναι δυνατόν να αντιληφθεί κανείς το άλμα —είτε χωρικό είτε χρονικό είτε βαθμού— και μόνο υπό αυτόν τον όρο είναι δυνατόν να του δοθεί νοητικά σημασία.

Εδώ, αν παρατηρήσει κανείς καλά, συμπλέκονται μεταξύ τους δύο διαφορετικά προβλήματα. Το πρώτο είναι η διάκριση ανάμεσα στο σύνολο της εμπειρίας και σε ένα απόσπασμά της· το δεύτερο είναι η διάκριση ανάμεσα στη συνέχεια και την ασυνέχεια. Τα δύο προβλήματα όμως πρέπει να κρατηθούν χωριστά· μολονότι, καθώς το ένα αντιδρά πάνω στο άλλο, τείνουν να συγχωνευθούν. Και το ότι τα δύο διαφορετικά προβλήματα τείνουν να συγχωνευθούν φαίνεται από το γεγονός ότι οι δύο όροι του πρώτου έρχονται να συνδεθούν αντίστοιχα με τους δύο όρους του δεύτερου, έτσι ώστε φαίνεται πως το «σύνολο» ταυτίζεται με τη «συνέχεια» και συνιστά ένα μοναδικό πρόβλημα, και πως το «μέρος» ή απόσπασμα ταυτίζεται με τη δυνατότητα του «ασυνεχούς» και σχηματίζει μαζί του ένα μοναδικό πρόβλημα.

Και, δεδομένης αυτής της διπλής σύνδεσης, φαίνεται πως μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο και το μέρος μιας εμπειρίας λύνοντας εκείνο της διάκρισης ανάμεσα στο συνεχές και το ασυνεχές. Και όμως δεν είναι έτσι. Βεβαίως, είναι πολύ ιδιόρρυθμο το γεγονός ότι αυτές οι συνδέσεις πραγματοποιούνται με διαφορετικό τρόπο: στο σύνολο της εμπειρίας πρέπει να αποδοθεί μόνο η συνέχεια, ενώ στο μέρος μπορεί να αποδοθεί τόσο η συνέχεια όσο και η ασυνέχεια. Παρά όμως αυτή την ενδιαφέρουσα διαφορά συμπεριφοράς, δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι τα δύο προβλήματα ταυτίζονται μεταξύ τους· και η διάκριση ανάμεσα στη συνέχεια και την ασυνέχεια δεν ρίχνει κανένα φως στο πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο της εμπειρίας και σε μέρος της.

Αυτή η τελευταία διάκριση αποτελεί ένα απελπισμένο πρόβλημα σε θεωρητικό επίπεδο τόσο για τον Kant όσο και για τον Descartes και για τον Hegel —για να πάρουμε δύο στοχαστές «ισαπέχοντες» από τον Kant—· και όταν θα εκδιωχθεί —για παράδειγμα από τον Bergson— από τη θεωρία και θα παραπεμφθεί στο πρακτικό πεδίο, και σε αυτό το πεδίο είναι εξίσου απελπιστικό να βρεθεί τρόπος να διακρίνει κανείς —παρά μόνο τυχαία— την αδιάκοπη μεταβολή των τάσεων, ενστικτωδών, ορεκτικών, βουλητικών κτλ., που σχηματίζουν το σύνολο της ζωής, από εκείνα τα περισσότερο ή λιγότερο καθαρά περιγράμματα με τα οποία η διάνοια αποκόπτει και απομονώνει μεταξύ τους, προς χρήση της βούλησης, τα ιδιαίτερα «αντικείμενα» που σχηματίζουν τα επιμέρους αποσπάσματα του συνόλου της ζωής.

Αντιθέτως, το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο συνεχές και το ασυνεχές δεν αποτελεί για τον Kant θεωρητική δυσκολία —όπως αποτελούσε για τον Descartes και για τον Leibniz—, δεδομένης της «κριτικής» και όχι «μεταφυσικής» θέσης που διατηρεί όταν θεμελιώνει τις βάσεις που καθιστούν δυνατή τη φυσική. Πράγματι, αφού ήδη από τη Dissertatio είχε διακρίνει τη μορφή του γνωρίζειν —και εδώ ειδικότερα τη μορφή του αισθάνεσθαι— από το περιεχόμενο, διάκριση πάνω στην οποία θα επιμείνει με συνεχή αυστηρότητα στην Κριτική, του ήταν δυνατό να θεμελιώσει τη διάκριση ανάμεσα στο συνεχές και σε ένα ενδεχόμενο ασυνεχές, στηρίζοντας στη μορφή, που είναι a priori, το συνεχές, και στο περιεχόμενο, το οποίο, όντας εμπειρικό στοιχείο, δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς a priori αν είναι συνεχές ή όχι, την ενδεχόμενη παρουσία κάποιου ασυνεχούς μέσα στο αισθητό ή a posteriori στοιχείο.

Χωρίς τη σαφή διάκριση ύλης και μορφής στην αισθητικότητα, δεν θα ήταν δυνατό να βρεθούν, στο θεωρητικό πεδίο, κατάλληλες βάσεις για εκείνη τη διάκριση που αφήνει χώρο σε ένα ασυνεχές quid. Ο Descartes πράγματι, και μαζί του ο Leibniz, οι οποίοι, από διαφορετικούς δρόμους, θεώρησαν την αίσθηση και την αισθητικότητα όχι μόνο στερημένες από μια αυτόνομη συστατική δομή, αλλά και ως έχουσες την έδρα τους στη διάνοια —επειδή οι αισθήσεις, ως συγκεχυμένες έννοιες, δεν ήταν τελικά παρά έννοιες, και όπως όλες οι άλλες έννοιες έπρεπε βέβαια να είναι ριζωμένες στη διάνοια—, βρίσκονταν, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, σε αδυναμία να διακρίνουν την ύλη από τη μορφή.

Από αυτή την αδυναμία ακολουθούσε ότι οι αισθήσεις ήταν αναγκασμένες να στερούνται —de iure— κάθε ενδεχομενικότητας και εμπειρικής τυχαιότητας· και έπρεπε —πάντοτε de iure— να μπορεί να καθοριστεί a priori, στο πεδίο της διάνοιας, το πραγματικό —δηλαδή εννοιολογικό— ισοδύναμο της πραγματικής τους συμπεριφοράς, δηλαδή της ύπαρξης. Αυτό είναι ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της «κλασικής» και «μεταφυσικής» τοποθέτησης.¹⁰

Και αν επέτρεψα στον εαυτό μου να βγω για λίγο από τον δρόμο και να διακόψω το νήμα της «συνέχειας της τροποποίησης», που ήταν εκείνο για το οποίο γινόταν λόγος, το έκανα ακριβώς επειδή αυτό το επιχείρημα του ασυνεχούς, πέρα από το ότι περιέχει μέσα του ένα τεχνικό πρόβλημα, περιέχει επίσης τον αποκαλυπτικό δείκτη της αντίληψης και της αντικλασικής θέσης που έχει ο Kant απέναντι στο πρόβλημα της δυνατότητας της επιστημονικής εμπειρίας.

Διότι το να παραδεχθεί ή να μην παραδεχθεί κανείς ότι συμβαίνει πράγματι ένα «άλμα» ή ότι καθορίζεται μια ποσοτικά ασυνεχής «μεταπήδηση» οποιουδήποτε από τα διαφορετικά μεγέθη από τα οποία συνίσταται ένα ιδιαίτερο quid που περιέχεται στον συνεχή ιστό της αισθητής εμπειρίας, αυτό είναι ζήτημα που αφορά την τεχνική, που αφορά την εμπειρική διαπίστωση. Αντιθέτως, το να παραδεχθεί κανείς τη «δυνατότητα» ή την «αδυνατότητα», γενικά, κάποιας ποσοτικής ασυνέχειας μέσα στον συνεχή ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, αυτό ανήκει στο θεωρητικό πεδίο και αφορά επομένως —θα έλεγε ο Kant— την υπερβατολογική φιλοσοφία: διότι, ως εννοιολογική δυνατότητα, αποτελεί μέρος των αρχών που σχηματίζουν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιστημονική εμπειρία.

Και ακριβώς στην εξέταση που θα κάνουμε στο επόμενο κεφάλαιο της αρχής του βαθμού, όπως μας την παρουσιάζει ο Kant στην Αναλυτική των αρχών του, θα δούμε σε ποιο στοιχείο πρέπει να αποδοθεί η «δυνατότητα» του ασυνεχούς και γιατί είναι δυνατό να του αποδοθεί· και αυτό το «γιατί» θα μας δείξει με τη μέγιστη σαφήνεια την απόσταση του Kant από έναν Descartes, από έναν Leibniz και από έναν Newton, και θα μας κάνει να αγγίξουμε με το χέρι ότι η θέση του Kant ως προς τη φυσική, όπως δεν είναι πλέον η «κλασική», έτσι δεν είναι πλέον και «μεταφυσική».

Σημειώσεις:

9 Όσο κι αν είναι άλυτη στο θεωρητικό πεδίο —όπως είπα στη σημείωση 5 στη σ. 43—, αυτή η διάκριση είναι η βάση πάνω στην οποία ο Kant θεμελιώνει τη διάκριση που κάνει στη σ. 188 (B 154) της Κριτικής ανάμεσα στο φαινόμενο ως συνεχές, που είναι ένα quantum, και σε ένα άθροισμα, το οποίο ούτε είναι quantum ούτε είναι αναγκαίο να είναι συνεχές. «Όταν λέω 13 τάληρα, μια ορισμένη ποσότητα χρήματος, μιλώ σωστά αν εννοώ με αυτό το κράμα ενός μάρκου καθαρού αργύρου· το οποίο είναι αναμφίβολα μια συνεχής ποσότητα, στην οποία κανένα μέρος δεν είναι το ελάχιστο δυνατό... Αλλά αν με αυτόν τον τρόπο έκφρασης εννοώ να μιλήσω για 13 στρογγυλά τάληρα, δηλαδή για τόσα νομίσματα [ή ιδιαίτερα αντικείμενα με μορφή δισκίων] —όποιο κι αν είναι το αργυρό τους κράμα—, τότε καταχρηστικά το ονομάζω αυτό ένα quantum ταλήρων, ενώ οφείλω να το ονομάσω άθροισμα». Η πρώτη περίπτωση δίνεται από την τροποποίηση στο σύνολό της, όταν δεν υπάρχει διακοπή στην παραγωγή της σύνθεσης [σύνθεση ανάμεσα στην τροποποίηση ή αισθητό πολλαπλό και στις λειτουργίες της διάνοιας]· αντιθέτως, «αν η σύνθεση του πολλαπλού του φαινομένου διακόπτεται, τότε αυτό είναι ένα άθροισμα πολλών φαινομένων —και όχι κυριολεκτικά ένα φαινόμενο ως quantum—· αυτό το άθροισμα δεν παράγεται από την απλή συνέχιση της παραγωγικής σύνθεσης ενός ορισμένου τρόπου, αλλά από την επανάληψη μιας σύνθεσης που πάντοτε εγκαταλείπεται και ξαναπιάνεται» [Κριτική, σ. 188 (B 154)].
Το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο και στο μέρος της εμπειρίας έρχεται να εγκατασταθεί —όπως φαίνεται καλά από αυτό το χωρίο, χωρίς να χρειάζονται παραθέσεις άλλων χωρίων της Κριτικής, παραθέσεις που, όντας αυστηρά πανομοιότυπες με αυτήν, δεν προσφέρουν καμία περαιτέρω διαφώτιση στο ζήτημά μας— σε εκείνο το «αν η σύνθεση διακόπτεται», σε εκείνο το «μιας σύνθεσης που πάντοτε εγκαταλείπεται και ξαναπιάνεται» —όπως, μεταφράζοντας έτσι, ο μεταφραστής διευκρινίζει την «επανάληψη μιας σύνθεσης που πάντοτε διακόπτεται», όπως ακούγεται το γράμμα του κειμένου—, διακοπή και επανάληψη που αντιπαρατίθεται στη «συνέχιση μιας σύνθεσης ενός ορισμένου τρόπου». Η τελευταία, με τη συνέχισή της, δίνει τόπο στο σύνολο της εμπειρίας· η άλλη, με τη διακοπή της, δίνει τόπο στα επιμέρους μέρη —αντικείμενα ή συμβάντα— της. Αλλά γιατί και πού διακόπτεται, είναι πρόβλημα που δεν έχει απάντηση στο θεωρητικό πεδίο.
Και αυτό που ειπώθηκε τώρα για τα αντικείμενα και για τα συμβάντα πρέπει να ειπωθεί και για εκείνη τη συνεχή σύνθεση που βρίσκεται στη βάση της παραγωγής των αριθμών —βλ. την καντιανή παράθεση που παρατίθεται στη σημείωση στη σ. 49—· ως προς αυτήν ισχύει ότι η διάκριση ανάμεσα στην αδιάκοπη αρίθμηση και στη διατύπωση οποιουδήποτε αριθμού βασίζεται στη διακοπή της σύνθεσης, διακοπή της οποίας δεν φαίνεται στο θεωρητικό πεδίο ούτε το γιατί ούτε η δυνατότητα.
Όσο για τον Descartes, ας θυμηθούμε πώς είχε βρεθεί σε άλυτες δυσκολίες για να δικαιολογήσει, μέσα στον συμπαγή φυσικό του κόσμο, ο οποίος ήταν εξ ολοκλήρου αποτελούμενος από σωματίδια σε επαφή μεταξύ τους, τη διάκριση ανάμεσα σε αυτόν τον αδιάκοπο κόσμο και στην ιδιαίτερη και τουλάχιστον φαινομενικά απομονωμένη διαμόρφωση εκείνων που εμείς συνηθίζουμε να ονομάζουμε μεμονωμένα αντικείμενα —και τα ονομάζουμε έτσι ακριβώς επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι τα βλέπουμε ως μεμονωμένα και απομονωμένα.
Όσο για τον Hegel, χωρίς να χρειάζεται να σύρουμε στη συζήτηση την πένα του κ. Krug —που είναι ακριβώς η πιο εμφανής μορφή αυτής της δυσκολίας—, ας κοιτάξουμε τις σελίδες 119 έως 126, ή ακριβέστερα έως 135, του πρώτου τόμου της Επιστήμης της Λογικής —ιταλ. μετάφρ., εκδ. Laterza—, στις οποίες ο Hegel προσπαθεί να οριοθετήσει και να διακρίνει, έστω και για μια διαλεκτική στιγμή, ένα «αυτό» από ένα «άλλο»· και θα φανεί πως, παρά την πολλαπλότητα των επιχειρημάτων που εδώ ο Hegel συσσωρεύει, δεν κατορθώνει να κάνει να αναδυθεί, ούτε για μια στιγμή, εκείνη η οριοθέτηση που θα ήθελε να αρθρώσει και που θα αποτελούσε τη θεωρητική εγγύηση των εμπειρικών διακρίσεων μέσα στον συνεχή ιστό της εμπειρίας.


10 Το παράξενο είναι ότι αυτή η «διανοητικοποίηση της αισθητικότητας» —όπως θα την ονόμαζε ο Kant— έκανε ώστε, θεωρώντας ολόκληρο τον αισθητό κόσμο, δηλαδή και το περιεχόμενο, ως καθαρή μορφή, αυτή να ιδωθεί έπειτα αποκλειστικά ως «συνεχής». Σαν να υπήρχε ανάμεσα στις έννοιες της διάνοιας το «συνεχές» και να μην υπήρχε παρά μόνο το «συνεχές». Ίσως μια προσεκτική εξέταση αυτού του γεγονότος θα έδειχνε ότι στη διαδικασία διανοητικοποίησης του αισθητού παρέμενε ένα υπόλειμμα που μαρτυρούσε την παρουσία μη διανοητικών στοιχείων. Και ότι, επομένως, εκείνο που θεωρούνταν καθαρή έννοια δεν ήταν καθόλου τέτοια. Διότι το συνεχές είναι τόσο λίγο αυθεντική έννοια όσο είναι και το ασυνεχές. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτό το αισθητό υπόλειμμα, που περιέχεται μέσα σε εκείνο που θεωρούνταν καθαρή διανοητική έννοια —το συνεχές—, οφείλεται η γνωστή προτίμηση για τη συνέχεια, σαν η ασυνέχεια να ήταν κάτι εξωτερικό, υποδεέστερο και προς αποφυγήν, ενώ η συνέχεια, αντιθέτως, μια βασική και ριζική έννοια του νου μας.

Από την άλλη πλευρά όμως και το ασυνεχές, το ατομικό, διεκδικεί τα δικαιώματά του. Είναι μια ιδέα εγγενής στον λόγο, θα έλεγε ο Kant [βλ. πράγματι στη σ. 595 (B 510) της Κριτικής, όπου λέει ότι η απόλυτη απλότητα είναι μια έννοια που δεν μπορεί να αναφερθεί άμεσα σε μια αντίληψη, αλλά πρέπει απλώς να συναχθεί ως ιδέα]· και γι’ αυτό δεν μπορεί να καταργηθεί. Και η επανεμφάνισή του, που ανθίζει σε κάθε αιώνα, και σήμερα η ανάγκη να συνδεθεί με το «κύμα» —που είναι ένα συνεχές— ένα «σωμάτιο» —που είναι ένα ασυνεχές— για να εξηγηθούν ορισμένα φωτεινά φαινόμενα, δείχνει πως όχι άδικα ο de Broglie υποστηρίζει ότι «το ανθρώπινο πνεύμα, λιγότερο κατάλληλο να συλλάβει καλά το συνεχές και ρέον απ’ όσο είναι κατάλληλο να συλλάβει το ασυνεχές και μόνιμο, φαίνεται ότι πάντοτε ένιωσε κάποια ικανοποίηση κάθε φορά που, μελετώντας τα φαινόμενα της φύσης, του ήταν δυνατό να διακρίνει μέσα τους τις στοιχειώδεις ταυτότητες που παρουσιάζουν μόνιμους χαρακτήρες, και να ερμηνεύει την εξέλιξη του φυσικού κόσμου μέσω των κινήσεων [αλλά αυτές συλλαμβάνονται ως συνεχείς!] και των αλληλεπιδράσεων εκείνων των στοιχειωδών οντοτήτων» (Individualité et intéraction dans le monde physique, σε Revue de Métaphysique et de Morale, 1937, σ. 353).


11 Ο Kant, όπως είναι γνωστό, θεωρεί ότι ανήκουν στην υπερβατολογική φιλοσοφία εκείνες οι έννοιες και εκείνες οι εννοιολογικές κατασκευές που βρίσκονται στη βάση της φυσικής εμπειρίας. Βλ., ως παράδειγμα, όσα λέει για την έννοια της κίνησης: «Η κίνηση ενός αντικειμένου στον χώρο δεν ανήκει σε μια καθαρή επιστήμη και γι’ αυτό ούτε στη γεωμετρία· διότι δεν μπορεί να γνωρίσει κανείς a priori, αλλά μόνο μέσω της εμπειρίας, ότι κάτι κινείται. Αλλά η κίνηση ως περιγραφή ενός χώρου... δεν ανήκει μόνο στη γεωμετρία, αλλά και στην υπερβατολογική φιλοσοφία» [Κριτική, σ. 149 (B 121)]. Αυτή η διάκριση που εισάγεται στην κίνηση είναι εξαιρετικά σημαντική για τις συνέπειές της, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε στο παρόν έργο.

12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η

Δεν υπάρχουν σχόλια: