Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (9)

Συνέχεια από Πέμπτη 21. Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 9

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις  
PLANCK

...........Και στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου της Αναλυτικής των αρχών:
«Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας»³.

Αυτή η σύλληψη της αισθητικότητας και της αίσθησης, η οποία ανοίγει την Κριτική του καθαρού λόγου και την οποία ο Kant διατηρεί στην Κριτική του πρακτικού λόγου, στην Κριτική της κριτικής δύναμης και στα μεταγενέστερα γραπτά του, αποδίδει στην τροποποίηση ή αίσθηση μια διπλή όψη, ή μια διπλή λειτουργία. Αυτές οι δύο λειτουργίες όμως είναι τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε μοιάζουν να είναι ένα μόνο στοιχείο. Κι όμως είναι σκόπιμο να τις κρατήσουμε νοητικά διακριτές.

Η μία βεβαιώνει ότι αυτή η τροποποίηση είναι «ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα», δηλαδή ότι μόνο η αίσθηση είναι εκείνο που εγγυάται την πραγματικότητα της εμπειρίας, την εμπειρική ύπαρξη· διότι «η αίσθηση εκφράζει... κυριολεκτικά το υλικό στοιχείο —το πραγματικό, εκείνο μέσω του οποίου δίνεται κάτι υπάρχον—»⁴.
Η άλλη βεβαιώνει ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι παρά τροποποίηση της αισθητικότητας. Για την αίσθηση ως πραγματικότητα θα γίνει λόγος στα επόμενα κεφάλαια. Στις ακόλουθες Παρατηρήσεις, αντίθετα, θα γίνει λόγος για το άλλο χαρακτηριστικό, δηλαδή για την αίσθηση ως τροποποίηση. Πρόκειται για θεωρία που εμφανίζεται ταυτόσημη τόσο στα μεταγενέστερα όσο και στα προκριτικά γραπτά· θεωρία που ο Kant είχε κληρονομήσει και αποδεχθεί από την παράδοση.........

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1η

Οι ιδιότητες αυτής της τροποποίησης, όπως προκύπτουν στην Κριτική, είναι εξαιρετικά σημαντικές· διότι, καθώς είναι πάντοτε και αναπόφευκτα παρούσες σε κάθε αισθητή γνώση, καθορίζουν τα ανεξάλειπτα χαρακτηριστικά της. Και γι’ αυτόν τον λόγο είναι ιδιότητες που πρέπει να εξεταστούν με λεπτομερή προσοχή.
Αυτή η τροποποίηση της αισθητικότητας δεν νοείται με την έννοια ότι η ίδια η αισθητικότητα, ύστερα από μια σειρά αισθήσεων, τροποποιείται ή μεταβάλλεται σε κάποια άλλη ικανότητα διαφορετική από την αισθητικότητα. Η αισθητικότητα, για τον Kant, παραμένει αισθητικότητα. Μέσα της συμβαίνουν τροποποιήσεις· και αυτές οι τροποποιήσεις είναι οι αισθήσεις —γενικά: απτικές, θερμικές, οπτικές, οδυνηρές κ.λπ.
Με τον όρο τροποποίηση δεν δηλώνεται μια σημειακή κατάσταση, απομονωμένη και αποσπασμένη· διότι ένα αυστηρά απομονωμένο σημείο ούτε θα ήταν τροποποίηση ούτε θα ήταν με οποιονδήποτε τρόπο αντιληπτό.⁶

Τροποποίηση είναι «σχέση» ή «αναφορά» ανάμεσα σε δύο διαφορετικές συνεχόμενες συνθήκες. Πρέπει να είναι διαφορετικές για να μπορεί να υπάρχει τροποποίηση· πρέπει να είναι συνεχόμενες, διότι μια τροποποίηση, όσο ελάχιστη κι αν είναι, είναι πάντοτε η διαφορά ανάμεσα σε ένα β και σε οποιοδήποτε γ βρίσκεται αμέσως δίπλα του. Η σχέση γβ —συνεχόμενα και διαφορετικά— είναι η τροποποίηση ή αίσθηση. Επομένως δεν θα μπορεί να συμβολιστεί η αίσθηση με ένα μόνο γράμμα, αλλά πάντοτε και μόνο με ένα ζεύγος ή σχέση δύο γραμμάτων. Κάθε «μεμονωμένη» αίσθηση, πράγματι, δεν είναι ένα «σημείο», αλλά είναι μεταβολή, τροποποίηση της αισθητικότητας· και η μεταβολή δηλώνει σύνδεση με... Η λεγόμενη «ιδιαιτερότητα» ή ιδιομορφία μιας λεγόμενης «μεμονωμένης» αίσθησης δίνεται από τη μεμονωμένη «διαφορά», δηλαδή από μια «σχέση». Συνεπώς αυτό που λέγεται μια κατάσταση, μια «συνθήκη» του υποκειμένου, είναι στην πραγματικότητα μια σχέση —βγ.

Αυτή η έννοια είναι τόσο σημαντική, ώστε μου φαίνεται σκόπιμο να επιμείνω σε αυτήν.

Η αναζήτηση ενός αισθητού αλλά απομονωμένου β στερείται νοήματος. Εφόσον δεν είναι τροποποίηση, το β δεν γίνεται αντιληπτό ούτε είναι αντιληπτό από την αισθητικότητα· και γι’ αυτό δεν αποτελεί μέρος της αισθητικότητας. Όσο βαθιά κι αν ερευνήσει κανείς, η λεγόμενη μεμονωμένη αίσθηση θα είναι πάντοτε, τουλάχιστον, ένα βγ, αδιάσπαστα. Αν παύει να είναι βγ, παύει να είναι τροποποίηση και παύει να είναι αίσθηση.
[Πρέπει λοιπόν να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η έκφραση που χρησιμοποίησα παραπάνω, στην αρχή της παραγράφου 2, για την τροποποίηση ως σχέση δύο συνθηκών, να προκαλέσει παρανοήσεις· δεν πρέπει να νοηθεί με την έννοια ότι καθεμία από τις δύο συνθήκες, απομονωμένη, είναι κάτι, και κάτι αντιληπτό, σαν να ήταν μια κατάσταση του αισθανόμενου. Το αντιληπτό —αίσθηση ή κατάσταση του αισθανόμενου— είναι πάντοτε αίσθηση, δηλαδή τροποποίηση, και επομένως βγ. Η μεμονωμένη απομονωμένη συνθήκη δεν υπάρχει· αυτό που αρχίζει να υπάρχει είναι τροποποίηση και επομένως σχέση, άρα αίσθηση, δηλαδή βγ.]
Εφόσον η αίσθηση —βγ— είναι τροποποίηση, από αυτό έπεται ότι ο ιστός των αισθήσεων, που είναι ... βγδε ..., είναι αυστηρά αδιάκοπη τροποποίηση. Η διακοπή της σημαίνει παύση του αισθάνεσθαι. Για να χρησιμοποιήσουμε μια μαθηματική έκφραση που εδώ είναι απολύτως ακριβής, πρέπει να πούμε ότι ... βγδε ... είναι αυστηρά συνεχής τροποποίηση. Μέσα σε αυτό το συνεχές δεν μπορεί να βρεθεί, ούτε με νοητική ανάλυση, το απομονωμένο στοιχειώδες —που να είναι ακόμη πραγματική αίσθηση—· βρίσκει κανείς πάντοτε μια τροποποίηση και επομένως μια σχέση ή αναφορά: βγ, γδ, δε και ούτω καθεξής, με αδιάκοπη συνέχεια· δηλαδή με συνεχή τρόπο —γι’ αυτό και δεν μπορεί να γραφεί παρά μόνο έτσι: ... βγδε ..., χωρίς κόμματα διαχωρισμού.
Και γι’ αυτό δεν υπάρχει ποτέ μια πρώτη αίσθηση· διότι, εφόσον κάθε αίσθηση είναι τροποποίηση μιας συνθήκης, κάθε βγ είναι τροποποίηση ενός αβ που λογικά προηγείται. Επομένως, όσο πίσω κι αν πάει κανείς στον αισθητό ιστό, δεν θα βρει ποτέ την αίσθηση που λειτουργεί ως απόλυτη αρχή της σειράς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 2η

Όπως ειπώθηκε στην παράγραφο 1 της προηγούμενης Παρατήρησης, η αισθητικότητα δεν είναι για τον Kant μια ικανότητα που μετασχηματίζεται σε κάποια άλλη ικανότητα —για παράδειγμα, που εξαφανίζεται μετουσιωνόμενη σε νόηση—· παραμένει αισθητικότητα. Η εσωτερική και θεμελιώδης σύστασή της παραμένει λοιπόν σταθερά η ίδια.
Αυτή η σύσταση ή δομή, δηλαδή η μορφή αυτής της δεκτικότητας ή, καλύτερα, αυτής της ικανότητας του αισθανόμενου να τροποποιείται, προηγείται —λογικά μιλώντας— όλων των πραγματικών τροποποιήσεων, δηλαδή των ποικίλων αισθήσεων. Ακριβέστερα: η θεμελιώδης σύσταση της αισθητικότητας είναι απριορική συνθήκη κάθε δυνατής τροποποίησης· χωρίς αυτή τη σύσταση δεν θα συνέβαιναν τροποποιήσεις.
Αλλά αυτός ο χαρακτήρας είναι εκείνος της τροποποιησιμότητας ως συνεχούς.⁸
Το να λέμε ότι αυτό το συνεχές, αυτή η αδιάσπαστη συνέχεια τροποποιήσεων, που δεν αποτελείται από μέρη ή απλά στοιχεία, είναι χαρακτήρας ή θεμελιώδης δομή της αισθητικότητας, είναι απολύτως ταυτόσημο με το να λέμε: η αισθητικότητα είναι παρούσα a priori. Πράγματι: Α) η αισθητικότητα, ως απαραίτητη συνθήκη της δυνατότητας να υπάρχουν τροποποιήσεις, πρέπει να προηγείται —πάντοτε λογικά— της εμφάνισης αυτών των τροποποιήσεων· διότι η «πάθηση» ή «προσβολή» —όποια κι αν είναι και όπως κι αν συμβαίνει— δεν είναι εκείνο που κάνει να γεννηθεί η αισθητικότητα· αλλά είναι εκείνο που, ενεργώντας μέσα στην ήδη παρούσα αισθητικότητα ή πάνω σε αυτήν, κάνει να προκύψουν αισθήσεις ή τροποποιήσεις. Β) Η φύση αυτής της αισθητικότητας, θεωρημένη γενικά, είναι ακριβώς το ότι μπορεί να έχει αφ’ εαυτής —όχι κάτω από τον εαυτό της— τροποποιήσεις· πράγμα που, για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία, θα ήταν μια ταυτολογική κρίση. Τώρα, ακριβώς σε αυτόν τον χαρακτήρα συνίσταται η a priori παρουσία της αισθητικότητας.
Το συνεχές που βρίσκεται αναγκαστικά στη βάση όλων των τροποποιήσεων είναι η εσωτερική και ενδόμυχη μορφή ή δομή που πρέπει a priori να προσλάβουν όλες οι αισθήσεις. Διότι μόνο υπό αυτόν τον όρο μπορούν να είναι αισθήσεις.

Σημειώσεις:

Όταν θέλει κανείς να φανταστεί ή να απεικονίσει μια ευθεία ή ακόμη και ένα μαθηματικό σημείο, δεν μπορεί να το απεικονίσει παρά ως ένα μικροσκοπικό quid περιβαλλόμενο από ένα κενό άλωμα: ένα σημείο σε σχέση με έναν χώρο. Στη σχέση είναι που στρέφεται το μάτι. Χωρίς αυτή τη σχέση ή τροποποίηση —ανάμεσα στο πλήρες και στο κενό— δεν θα υπήρχε ούτε καν σημείο. Η τροποποίηση βρίσκεται στη βάση της δυνατότητας απεικόνισής του.

Όσο για το θεωρητικό πρόβλημα της διάκρισης, ή καλύτερα του χωρισμού, δύο σωμάτων, είναι γνωστό πόσο δύσκολο είναι, για να μην πούμε ανυπέρβλητο. Ας ανακαλέσουμε, για παράδειγμα, στη μνήμη πόσο σύνθετο υπήρξε για τον Descartes το πρόβλημα του καθορισμού του ορίου ή της επιφανειακής οριοθέτησης των μεμονωμένων σωμάτων· εκείνη η οριοθέτηση δεν καταφέρνει ποτέ να είναι οριοθέτηση ενός μόνο σώματος, αλλά είναι πάντοτε η σχέση δύο σωμάτων, ο τόπος της επαφής τους. Και μόνο σε αυτόν τον «τόπο» έχει την έδρα της ή, ακριβέστερα, θα έπρεπε να έχει την έδρα της η χάραξη της διαφοράς που καθιστά δυνατή την ύπαρξη μεμονωμένων διακριτών σωμάτων.

Είπα «θα έπρεπε να έχει την έδρα της», διότι στην πραγματικότητα ο Descartes δεν κατορθώνει με κανέναν τρόπο να θεμελιώσει θεωρητικά μια διάκριση των διαφόρων αντικειμένων μεταξύ τους· και ακριβώς εκείνος ο «τόπος», που θα προοριζόταν να σημειώσει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα αντικείμενο και ένα άλλο αντικείμενο, στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τα συνδέει μεταξύ τους, έτσι ώστε να τα καθιστά ένα μόνο αντικείμενο.
Το πρόβλημα που έμεινε τότε άλυτο σέρνεται εξίσου άλυτο επί αιώνες. Και επανεμφανίζεται ακόμη, για παράδειγμα στον Bergson, όπου δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα πέρα από τον Descartes. Στον Kant —στο κεφάλαιο για την αρχή της Αμοιβαιότητας— υπάρχει μια απόπειρα που μπορεί να θεωρηθεί η μόνη που έχει κάποια θεωρητική αξία, αν και δεν υπερβαίνει μια γενική δυνατότητα διάκρισης των αντικειμένων. Αλλά και αυτή επηρεάζεται από τον γενικό χαρακτήρα όλων αυτών των κριτηρίων χωρισμού των αντικειμένων: δηλαδή από το ότι κάνουν τα αντικείμενα που υποβάλλονται σε έρευνα μάλλον να ενοποιούνται σε μια ενότητα εμπειρίας, παρά να απομονώνονται μεταξύ τους σε πολλαπλά, σαφώς διακριτά αντικείμενα.

Αν χρειάζεται μια σχέση για να παρασταθεί ένα μεμονωμένο «σημείο» λαμβανόμενο αφηρημένα, για να καθοριστεί έπειτα η θέση αυτού του σημείου χρειάζεται μάλιστα ένα δίκτυο σχέσεων με ευθείες —συντεταγμένες— κ.λπ. Ας μη μιλήσουμε έπειτα για τους καθορισμούς οποιουδήποτε φαινομένου ή γεγονότος στη φυσική, όπου όλες οι διαπιστώσεις και οι μετρήσεις δεν είναι, όπως γνωρίζουμε, παρά διαπιστώσεις και καταγραφές διαφορών —δηλαδή σχέσεων, διαφορών δυναμικού, ενέργειας κ.λπ. Μόνο η τροποποίηση μιας συνθήκης, δηλαδή μόνο η σχέση ενός γ με ένα β, δηλαδή ένα ζεύγος βγ, και όχι ένα μεμονωμένο γ ή ένα μεμονωμένο β, είναι αυτό που μας προκύπτει πειραματικά και είναι αυτό που μόνο μπορεί να μας προκύψει.

Και ως προς αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια λεπτομερής εξέταση των νοητικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε εκείνο το έργο, μάλιστα αριστούργημα, με το οποίο δημιουργήθηκε μια σύγχρονη επιστήμη, η θερμοδυναμική, και μέσα στο οποίο περιέχεται ο πυρήνας της περίφημης «δεύτερης αρχής» της. Εννοώ τις Réflexions sur la puissance motrice du feu του Sadi Carnot. Είμαι αναγκασμένος να περιοριστώ σε ένα και μόνο, πολύ σύντομο παράδειγμα.

Η σ. 6 —της αναφερόμενης έκδοσης— περιέχει στενά συνυφασμένες μεταξύ τους δύο νοοτροπίες: μία, ας πούμε έτσι, ουσιοκρατική, η οποία είναι τόσο εμπειρική όσο και μεταφυσικο-δογματική· η άλλη, αντιθέτως, καθαρά επιστημονική με τη σύγχρονη έννοια, η οποία θεωρεί τα φαινόμενα όχι ως ουσίες, αλλά μόνο ως σχέσεις καταστάσεων ή γεγονότων. Σε αυτή τη σ. 6 πράγματι λέγεται: «Η θερμότητα, που αναπτύσσεται στην εστία ως αποτέλεσμα της καύσης, διαπερνά τα τοιχώματα του λέβητα, δημιουργεί ατμό, κατά κάποιον τρόπο ενσωματώνεται σε αυτόν. Ο ατμός, μεταφέροντας εκείνη τη θερμότητα μαζί του, την φέρνει πρώτα στον κύλινδρο, όπου επιτελεί κάποιο έργο, και από εκεί στον συμπυκνωτή, όπου ο ατμός γίνεται υγρό σε επαφή με το κρύο νερό που βρίσκεται εκεί. Το κρύο νερό του συμπυκνωτή, λοιπόν, ιδιοποιείται τελικά τη θερμότητα που αναπτύχθηκε από την καύση… Ο ατμός δεν είναι εδώ παρά ένα μέσο για τη μεταφορά της θερμότητας».

Σε αυτή τη φράση είναι φανερό το ουσιοκρατικό νοητικό υπόστρωμα με το οποίο γίνεται λόγος για τη θερμότητα. Αλλά αμέσως μετά: «Στις λειτουργίες που μόλις περιγράψαμε, αναγνωρίζεται εύκολα η αποκατάσταση της ισορροπίας της θερμότητας, η μετάβασή της από ένα περισσότερο ή λιγότερο θερμό σώμα σε ένα ψυχρότερο σώμα… Η παραγωγή της κινητήριας δύναμης στη μηχανή ατμού οφείλεται λοιπόν όχι σε μια πραγματική κατανάλωση θερμότητας, αλλά στη μεταφορά της από ένα θερμό σώμα σε ένα ψυχρό σώμα [υπογραμμισμένο στο κείμενο], δηλαδή στην αποκατάσταση της ισορροπίας της… Με βάση αυτή την αρχή, δεν αρκεί, για να παραχθεί κινητήρια δύναμη, να παραχθεί θερμότητα· χρειάζεται επιπλέον να εξασφαλιστεί ψύχος· χωρίς αυτό, η θερμότητα θα ήταν άχρηστη… Όπου υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας, όπου μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση ισορροπίας θερμότητας, εκεί μπορεί να υπάρξει και παραγωγή κινητήριας δύναμης».

Και σε αυτές τις γραμμές, παρά ένα ουσιοκρατικό κατάλοιπο, όλη η προσοχή μετατοπίζεται από την ουσία στη σχέση. Και συγκεκριμένα στη σχέση ανάμεσα στη διαφορά θερμοκρασίας και την αποκατάσταση της ισορροπίας ή της ταυτότητας της θερμοκρασίας· πράγματα και τα δύο απαραίτητα για να υπάρξει κινητήρια δύναμη —η θερμότητα, λέει στη σ. 8, «προφανώς δεν μπορεί να είναι αιτία κίνησης παρά δυνάμει της αλλαγής όγκου ή μορφής που προκαλεί σε ένα σώμα». Μόνο αυτή η αλλαγή, αυτή η σχέση ανάμεσα στην αρχική διαφορά θερμοκρασίας και την τελική κατάργηση αυτής της διαφοράς, θα αποτελέσει το αντικείμενο της μελέτης του Carnot. Και αυτή η σχέση δεν έχει πλέον τίποτε να κάνει με την υποθετική στοιχειώδη ομογενή ουσία, αλλά είναι καθαρή «σχέση»· και ως τέτοια επιδέχεται μαθηματική μελέτη. Και μόνο καθόσον είναι σχέση ή αναφορά είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί καθαρά και διακριτά.

Αυτό που μόλις είπαμε συμβαίνει παντού: τόσο στις μεγάλες ατμομηχανές όπου, όπως λέει ο Baulino, «προς το παρόν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε μόνο… τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα», αλλά δεν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε την «απόλυτη ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό» —Trattato di macchine termiche, Livorno 1921, τ. I, σ. 12— όσο και στα λεπτότερα ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.λπ. φαινόμενα.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την «εντροπία»: «Μετρώνται άμεσα μόνο διαφορές εντροπίας», λέει ο Planck [ό.π., σ. 83], «ποτέ η ίδια η εντροπία, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνεται λόγος χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία μιας κατάστασης»· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Εδώ συμβαίνει το ίδιο όπως με την ενέργεια. Ούτε η ενέργεια είναι μετρήσιμη καθαυτή, και μετρήσιμες είναι μόνο οι διαφορές της». Διαφορές που δεν είναι ακριβώς τίποτε άλλο από εκείνες τις αναφορές ή σχέσεις για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.


Η εξαφάνιση κάθε «ουσιοκρατικού» ρεαλισμού στη σύλληψη του φυσικού κόσμου, που ενυπάρχει στην καρτεσιανή φιλοσοφία, βρήκε τη θεωρητική της δικαίωση στην Υπερβατολογική Αισθητική και στην καντιανή Αναλυτική. Θα φανεί εκτενώς σε αυτή την εργασία πώς ο Kant υποστηρίζει —ακριβώς στο συμπέρασμα της Αναλυτικής των αρχών— ότι όλα όσα υπάρχουν στον φυσικό κόσμο διαλύονται πλήρως σε «απλές σχέσεις»: «Τα πράγματα… δίνονται στις εποπτείες με καθορισμούς τέτοιους που εκφράζουν απλές σχέσεις, χωρίς τίποτε εσωτερικό ως θεμέλιο» [Κριτική, σ. 278 (B 229)]· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Βεβαίως, προκαλεί έκπληξη να ακούει κανείς ότι ένα πράγμα πρέπει να συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις· αλλά ένα τέτοιο πράγμα είναι επίσης απλό φαινόμενο», και δεν είναι μια ουσία, ένα quid καθαυτό πέρα από την εμπειρία. Μόνο αν ήταν καθαυτό, αν ήταν πέρα από κάθε δυνατή εμπειρία, αυτό το υποθετικό άγνωστο quid θα μπορούσε να κατέχει τα γνωρίσματα μιας ουσίας, η οποία, ως τέτοια, δεν συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις.

Αναγκάστηκα να επιμείνω τόσο πολύ σε αυτή την «τροποποίηση», σε αυτή τη σχέση ή διαφορά ως πρώτο, θεμελιώδες, στοιχειώδες στοιχείο κάθε φυσικού αντικειμένου ή γεγονότος, επειδή παρατήρησα —και όχι πάντοτε στο πεδίο των μελετητών της φιλοσοφίας— πόσο επίμονη είναι η πεποίθηση ότι το primum, το στοιχειώδες, πρέπει κατ’ ανάγκην —de iure— να είναι ένα «σημείο», ένα «απλό». Και η επιμονή αυτής της πεποίθησης ή «ουσιοκρατικής» στάσης είναι ορατή ακόμη και στους συγγραφείς που μόλις αναφέρθηκαν: ο Baulino, για παράδειγμα, όταν λέει ότι γνωρίζουμε να υπολογίζουμε τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα, αλλά όχι την απόλυτη ποσότητα αυτής της θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό, δείχνει ότι διατηρεί τη σύλληψη πως πίσω ή κάτω από τις «μεταβολές» ή τις «σχέσεις» υπάρχει ένα απόλυτο —στην προκειμένη περίπτωση, η απόλυτη θερμότητα αποθηκευμένη σε ένα σώμα.

Και ο Planck, όταν υποστηρίζει, στην ίδια σ. 83 που μόλις αναφέρθηκε, ότι παρόλο που δεν μπορεί να γίνεται λόγος «χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία», είναι, παρά ταύτα, σκόπιμο να εισαχθεί η έννοια, κατάλληλα ορισμένη, του απόλυτου μεγέθους της εντροπίας, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να διατυπωθούν εύκολα ορισμένες γενικές προτάσεις· και όταν υποστηρίζει ότι το ίδιο πρέπει να γίνει όσον αφορά την ενέργεια, δεν δείχνει κι αυτός ότι πίσω από τη σύλληψη της φυσικής πραγματικότητας ως «συστήματος σχέσεων» παραμένει στο βάθος του νου του η σύλληψη ότι η φυσική πραγματικότητα είναι επίσης «ουσία»;


Στις φράσεις του Kant που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σημείωση, είναι σκόπιμο να προστεθούν εδώ και άλλες, στις οποίες ο Kant δείχνει πώς στην υποκειμενική μας έννοια, δηλαδή στην ιδέα μας του «απλού», δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα απολύτως τίποτε: «η θεμελιώδης έννοια μιας απλής φύσης [δηλαδή ενός quid αυστηρά αδιαίρετου, όπως ένα σημείο στη γεωμετρία] είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί απολύτως να συναντηθεί σε καμία εμπειρία, και δεν υπάρχει λοιπόν καμία οδός για να φτάσουμε σε αυτήν ως έννοια αντικειμενικά έγκυρη» [Κριτική, σ. 676 (A 227)]. «Το απλό δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ σε καμία απολύτως εμπειρία· και… δεν υπάρχει τρόπος να δούμε τη δυνατότητα ενός απλού φαινομένου» [Κριτική, σ. 586 (B 503)]. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο «ακρογωνιαίος λίθος» της κλασικής φυσικής είναι το υλικό σημείο ή απλό σωμάτιο, δηλαδή ένα, αδιαίρετο, ατομικό, βλέπει ή τουλάχιστον αρχίζει ήδη να διακρίνει πόσο λίγο μπορεί να θεωρηθεί ο Kant «δεμένος» με εκείνη τη φυσική.

⁸ Θα επανέλθουμε σε αυτό το σημείο στο κεφ. IV. Τώρα υπαινίσσομαι μόνο τα εξής: ο Kant, από τη Dissertatio του 1770 και έπειτα, υποστηρίζει, εναντίον του Descartes και εναντίον του Leibniz, ότι η αισθητικότητα έχει μια δική της δομή, δηλαδή μια δική της μορφή, και αυτή η μορφή —για να δηλωθεί η αυτονομία της, δηλαδή το ότι δεν είναι μεταγενέστερη ούτε εξαρτημένη από κάτι άλλο— λέγεται a priori. Είναι γνωστό ότι οι τρόποι αυτής της αισθητικότητας, δηλαδή οι ιδιαίτερες μορφές ή δομές αυτής της μορφής, είναι ο χρόνος και ο χώρος. Αλλά επειδή τόσο η Dissertatio όσο και η Υπερβατολογική Αισθητική τείνουν να μας κάνουν να βλέπουμε μόνο αυτές τις δύο μορφές —έτσι ώστε μπορεί να φανεί παράξενο ότι εγώ υποδεικνύω τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αισθητικότητας, ακριβώς ως γενικής μορφής, στο συνεχές, δηλαδή σε κάτι που δεν είναι μία από εκείνες τις δύο μορφές—, θεωρώ σκόπιμο να επιστήσω από τώρα την προσοχή στο γεγονός ότι ο Kant, περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια της Κριτικής —και ακριβώς στα σημεία όπου η αναλυτική διαδικασία είναι οξύτερη— αναφέρεται στην αισθητικότητα ως μορφή γενικά, προγενέστερα, ας πούμε, από τη διχάλασή της στις δύο γνωστές μορφές.

Για να παραθέσω ένα παράδειγμα που μου φαίνεται από τα σημαντικότερα, ας κοιτάξει κανείς, στη σ. 167 (B 137), τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται από τον Kant η παραγωγική λειτουργία του «αριθμού»: «Η καθαρή εικόνα όλων των ποσοτήτων (quantorum) μπροστά στην εξωτερική αίσθηση είναι ο χώρος, και όλων των αντικειμένων της αίσθησης γενικά είναι ο χρόνος [διότι, για τον Kant, ο χρόνος υποτάσσει στον εαυτό του τον χώρο, και γι’ αυτό περιλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα αντικείμενα]. Αλλά το καθαρό σχήμα της ποσότητας (quantitatis) ως έννοιας του νου είναι ο αριθμός, ο οποίος είναι μια παράσταση που περιλαμβάνει τη διαδοχική πρόσθεση του ενός προς το ένα —ομογενών. Έτσι ο αριθμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενότητα της σύνθεσης του πολλαπλού μιας ομογενούς εποπτείας γενικά».

Βλέπουμε ότι ο Kant διακρίνει, στην ποσότητα, την καθαρή εικόνα από το καθαρό σχήμα, και βλέπουμε ότι αυτό το τελευταίο, το οποίο παράγεται μέσα στην «ομογενή εποπτεία γενικά», βρίσκεται στη βάση εκείνης, δηλαδή της εικόνας, η οποία βρίσκεται στον χώρο και στον χρόνο, δηλαδή στη χωροχρονική εποπτεία.

Ένα άλλο παράδειγμα, θεμελιώδους σημασίας, βρίσκεται στην αρχή του § 26, όπου διακρίνονται τρεις διαδικασίες οι οποίες, όσο κι αν εγκιβωτίζονται η μία μέσα στην άλλη, πρέπει πάντως να αρθρωθούν στα διακριτικά τους χαρακτηριστικά: δηλαδή η μεταφυσική παραγωγή, η υπερβατολογική παραγωγή —οι οποίες κατέλαβαν σχεδόν όλες τις προηγούμενες παραγράφους— και η παραγωγή της εμπειρικής χρήσης —η οποία θα καταλάβει τις επόμενες ενότητες. «Στη μεταφυσική παραγωγή η a priori προέλευση των κατηγοριών γενικά αποδείχθηκε μέσω της τέλειας συμφωνίας τους με τις λογικές λειτουργίες της σκέψης· αλλά στην υπερβατολογική παραγωγή δείχθηκε έπειτα η δυνατότητά τους ως a priori γνώσεων αντικειμένων μιας εποπτείας γενικά. Τώρα [και αυτή είναι η τρίτη διαδικασία] πρέπει να εξηγηθεί η δυνατότητα να γνωρίζονται a priori, μέσω των κατηγοριών, τα αντικείμενα που μπορούν να παρουσιαστούν μόνο στις αισθήσεις μας». Ο Kant υπογραμμίζει.

Ενώ η υπερβατολογική παραγωγή είναι σύνθεση που αναφέρεται στην καθαρή εποπτεία γενικά —παραγωγή στην οποία αφιερώθηκε η Αναλυτική των εννοιών—, η τελευταία παραγωγή, αντιθέτως, είναι σύνθεση που αναφέρεται ακριβώς στον χώρο, στον χρόνο και στις αισθήσεις —και σε αυτή την τελευταία παραγωγή αφιερώνεται η Αναλυτική των αρχών. Τόσο σε αυτή την περίπτωση όσο και στο παράδειγμα της γένεσης του αριθμού έχουμε, λοιπόν, μια διαδικασία που είναι υποταγμένη, προσδιορισμένη και κυβερνώμενη από μια διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην «εποπτεία γενικά». Και αυτή, ως ομογενής εποπτεία, θεωρημένη «γενικά», έχει ως θεμελιώδη χαρακτήρα της την καθαρή συνέχεια.


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3η.....

Δεν υπάρχουν σχόλια: