Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 3

Συνέχεια από Πέμπτη 8. Ιανουαρίου 2026


Άτομο, ιστορικότητα, αναλογία στη Habilitationsschrift (διατριβή επί υφηγεσία) του Martin Heidegger 3

Του ANTONELLO D'ANGELO 
στο «archivio di filosofia», lxxxiv 3, 2016

.....Το πρόβλημα που αφορά την εξατομίκευση (individuazione) είναι παρόν σε σημαντικό βαθμό στον εννοιολογικό ιστό της Habilitationsschrift, παρότι δεν συζητείται με αναλυτικό τρόπο ούτε απολύτως ορθά ως προς τη φιλολογική του διάσταση. Πράγματι, δεν είναι πολλά τα κείμενα που μνημονεύει ο Heidegger (μερικά μάλιστα μη αυθεντικά), από τα οποία, με τη σειρά τους, δεν αποσπώνται πολλές προτάσεις. Πριν τα υπενθυμίσουμε, ας υποδείξουμε γενικά ποιες είναι οι καθοδηγητικές ιδέες που προσδιορίζουν τη διαδικασία του Heidegger. Καταρχάς, ο Γερμανός φιλόσοφος συνδέει το πρόβλημα της εξατομίκευσης με εκείνο που αφορά την ύπαρξη και τον χρόνο. Δεύτερον, από την εξατομίκευση περνά να εξετάσει το πρόβλημα της αναλογίας. Αν αυτή η προσέγγιση δεν είναι, όπως φαίνεται, ξένη προς τη σκοτιανή γραμματεία, προέρχεται αναμφίβολα από μια ορισμένη ερμηνευτική ελευθερία....

Στην πρώτη quaestio De praedicamentis τίθεται το ερώτημα αν το βιβλίο Κατηγορίαι πραγματεύεται τις δέκα φωνές που σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων. Η πρόταση που παραθέτει ο Heidegger απαντά στο δεύτερο επιχείρημα υπέρ του διατυπωμένου ερωτήματος: στο Liber de praedicamentis θα αποδεικνυόταν δηλαδή ότι οι δέκα ασύνθετες φωνές είναι σημαντικές, δηλαδή αντιστοιχούν στα δέκα γένη των όντων. Το επιχείρημα υποστηρίζει ότι σε αυτή την πραγματεία ορίζονται το μονοσήμαντο, το ομώνυμο και το παρωνυμικό, τα οποία είναι διαφορές μόνο ως προς τη σημαίνουσα φωνή· δηλαδή ότι μόνο η φωνή διακρίνεται σε μονοσήμαντη, ομώνυμη και παρωνυμική. Πριν εξετάσουμε την απάντηση (που παραθέτει ο Heidegger), είναι σκόπιμο να λάβουμε υπόψη τη λύση (την οποία επίσης μνημονεύει ο Heidegger).³ Ο Duns Scotus γράφει ότι το βιβλίο περί κατηγοριών δεν πραγματεύεται τις δέκα φωνές καθ’ όσον είναι το πρώτο υποκείμενο, ούτε κανένα μέρος της λογικής πραγματεύεται τη φωνή, διότι οι ιδιότητες του συλλογισμού και όλων των μερών του μπορούν να του ανήκουν σύμφωνα με το είναι που έχουν στον νου, χωρίς να έχουν εκφωνηθεί· η λογική, αντιθέτως, πραγματεύεται κάτι που είναι προγενέστερο (etwas Früheres).⁴ (Quaest. in lib. praed., q. 1, p. 438 a:
«Στο ερώτημα μπορείς να πεις ότι το βιβλίο αυτό δεν αφορά τις δέκα φωνές ως πρώτο υποκείμενο, ούτε ότι οποιοδήποτε μέρος της Λογικής αφορά τη φωνή· διότι όλες οι ιδιότητες του συλλογισμού και όλα τα μέρη του μπορούν να του ανήκουν σύμφωνα με το είναι που έχουν στον νου, ακόμη κι αν δεν εκφέρονται, όπως φαίνεται επαγωγικά· επομένως η Λογική αφορά κάτι προγενέστερο· και ως προς τη σημαίνουσα φωνή έχει λόγο μόνο κατά το μέτρο που έχει σημασιολογική λειτουργία».)


Απαιτείται μια συνοπτική επισκόπηση της quaestio. Τα επιχειρήματα υπέρ (ότι το βιβλίο περί κατηγοριών πραγματεύεται τις δέκα φωνές) είναι πέντε· το δεύτερο μόλις το αναφέραμε. Το πρώτο επικαλείται την auctoritas (αυθεντία) του Βοήθιου. Το τρίτο και το τέταρτο στηρίζονται στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, κατά κάποιον τρόπο, θεωρεί ισοδύναμα τα πράγματα που λέγονται, που είναι και που σημαίνονται· αν ισχύει αυτό, δηλαδή αν οι ασύνθετες φωνές έχουν σημασία, τότε αυτές αποτελούν το κατεξοχήν υποκείμενο του βιβλίου περί κατηγοριών. Στο πέμπτο επιχείρημα υποστηρίζεται ότι, εφόσον η λογική δεν είναι πραγματική επιστήμη, θα είναι sermocinalis (επιστήμη του λόγου / της γλώσσας), δηλαδή διαλογική, οπότε κάθε μέρος της θα πραγματεύεται τη σημαίνουσα φωνή· το πρώτο μέρος της λογικής, δηλαδή το βιβλίο περί κατηγοριών, θα πραγματεύεται τότε την απλή έννοια, όπως ακριβώς το δεύτερο (το Peri hermeneias) θα αφορά τη φωνή που σημαίνει τη σύνθετη έννοια.

Ακολουθούν τρία επιχειρήματα στα οποία, αντιθέτως, υποστηρίζεται ότι η λογική δεν πραγματεύεται τις δέκα φωνές· επιχειρήματα έναντι των οποίων μπορεί να αντιταχθεί ότι οι ιδιότητες του συλλογισμού και της κρίσης είναι τέτοιες καθ’ όσον ήδη ανήκουν στη φωνή. Επανέρχεται όμως η θέση ότι η ίδια η φωνή δεν είναι το υποκείμενο της λογικής, διότι ο συλλογισμός και η κρίση βρίσκονται στον νου ανεξάρτητα από το αν εκφέρονται· αν δεν ίσχυε αυτό, τότε ακόμη και όποιος κατέχει στον νου του μια απόδειξη ή μια επιστήμη δεν θα την κατείχε παρά μόνο αν την εκφωνούσε, πράγμα που είναι προφανώς ψευδές. (Ivi, p. 437 a: «Στην πρώτη διαίρεση λέγεται “εκείνα που λέγονται”. Παρομοίως κατωτέρω λέγεται: “καθένα από τα ασύνθετα είτε σημαίνει ουσία κ.τ.λ.”. Όμως το να σημαίνει το ασύνθετο Είναι ιδιότητα της σημαίνουσας φωνής· επομένως εκείνο είναι το υποκείμενο, και έτσι, κατά μέγιστο λόγο, οι δέκα φωνές σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων, διότι περί αυτών πραγματεύεται». ⁶ Ivi, p. 437 a–b: «Ή η Λογική είναι πραγματική επιστήμη ή διαλογική· δεν είναι πραγματική, είναι προφανές· άρα είναι διαλογική· επομένως κάθε μέρος της αφορά τη σημαίνουσα φωνή· και έτσι το πρώτο μέρος της, που είναι το παρόν βιβλίο, αφορά τη φωνή που σημαίνει την απλή έννοια, όπως το βιβλίο Perihermeneias αφορά τη φωνή που σημαίνει τη σύνθετη έννοια». )

Μπορούμε να παραλείψουμε τις απαντήσεις στα επιχειρήματα που αφορούν την ταυτότητα την οποία θεμελιώνει ο Αριστοτέλης ανάμεσα στα όντα που είναι, σε όσα λέγονται και σε όσα σημαίνονται, και να εξετάσουμε εκείνη που αφορά τον ισχυρισμό ότι η λογική είναι μια scientia sermocinalis. Η ιδιότητα αυτή, λοιπόν, αρνείται και υποστηρίζεται ότι η διάκριση ανάμεσα σε πραγματική και σε διαλογική επιστήμη δεν είναι επαρκής για τη λογική· πράγματι, εφόσον η έννοια αποτελεί τον μέσο όρο ανάμεσα στο πράγμα και στον λόγο, όπως υπάρχει επιστήμη των πραγμάτων (η μεταφυσική ή η φυσική) και επιστήμη των φωνών (η γραμματική ή η ρητορική), έτσι μπορεί να υπάρχει και επιστήμη της έννοιας, και αυτή ακριβώς είναι η λογική, η οποία ονομάζεται scientia rationalis καθόσον αφορά τις έννοιες που σχηματίζονται ab actu rationis (από την πράξη του λόγου). (Ivi, p. 438 b: «Λέγω ότι η Λογική δεν είναι πραγματική επιστήμη ούτε διαλογική (sermocinalis), διότι δεν εξετάζει ούτε τον λόγο ούτε τα πάθη του λόγου, ούτε έχει ως υποκείμενό της τον λόγο καθ’ όσον είναι λόγος· μάλιστα, επειδή αυτή η διαίρεση είναι ανεπαρκής, αποδεικνύεται ως εξής: το μέσον μεταξύ πράγματος και λόγου ή φωνής είναι η έννοια· επομένως, όπως υπάρχει κάποια επιστήμη των πραγμάτων και κάποια των σημαίνουσων φωνών, έτσι μπορεί να υπάρχει και κάποια επιστήμη των εννοιών, και αυτή είναι η Λογική· και γι’ αυτό ονομάζεται scientia rationalis… επειδή αφορά τις έννοιες που σχηματίζονται από την πράξη του λόγου (ab actu rationis).»)

Ας εξετάσουμε, τέλος, την απάντηση στο δεύτερο επιχείρημα (εκείνη που παραθέτει ο Martin Heidegger).² Ας υπενθυμίσουμε το ίδιο το επιχείρημα: οι δέκα φωνές σημαίνουν τα δέκα γένη των όντων, δεδομένου ότι στο βιβλίο περί κατηγοριών ορίζονται το μονοσήμαντο, το ομώνυμο και το παρωνυμικό, τα οποία είναι διαφορές μόνον της σημαίνουσας φωνής. Η απάντηση είναι ότι το μονοσήμαντο και το παρωνυμικό αποτελούν διαφορές του κατηγορουμένου που ανήκει καθ’ εαυτό στην έννοια και όχι πρωτίστως στη σημαίνουσα φωνή· επομένως, όπως δηλώνει ο Heidegger, η μονοσημία, η ομωνυμία και η παρωνυμία (και άρα και η αναλογία) διαφοροποιούνται περισσότερο στη φωνή παρά στην κατηγόρηση, η οποία είναι ο αυθεντικός φορέας του νοήματος. Και προσθέτει: η μονοσημία δεν αφορά πρωτίστως το νόημα (δηλαδή τη σημαίνουσα φωνή), αλλά το νόημα όπως αυτό παρίσταται στην κατηγόρηση· μόνο εδώ, δηλαδή στην προσαρμογή του ίδιου του νοήματος προς το αντικείμενο, η κατεύθυνση της πλήρωσης αποκτά ισχύ.( Ibid. και πρβλ. quaest. super praed., q. 1, p. 438:
«Το μονοσήμαντο και το παρωνυμικό είναι πρωτίστως διαφορές του κατηγορουμένου, καθόσον ανήκουν στην έννοια, και όχι πρωτίστως της σημαίνουσας φωνής». Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο Heidegger εδώ παραπέμπει εκ παραδρομής στο quaestio 6.)

Πέρα από τις παραθέσεις άλλων σκωτικών κειμένων, εκείνο που εμφανίζεται τελικά ως ενδιαφέρον είναι η ανασύνθεση, σε γενικές γραμμές, της χρήσης που κάνει ο Heidegger από αυτά, πάνω στο έδαφος της σύγχρονής του φιλοσοφίας. Οι σημαντικότερες αναφορές είναι στον Edmund Husserl και στον Emil Lask. Πράγματι, ο λόγος που αναπτύσσει ο Heidegger σχετικά με την αναλογία εντάσσεται στο πλαίσιο της Τέταρτης Έρευνας και ορισμένων παραγράφων των Ideen I του Husserl και έχει ως σκοπό να αναδείξει τον ρόλο των λασκιανών αναστοχαστικών κατηγοριών.

Από το πρώτο χουσσερλιανό κείμενο παρατίθεται ένα χωρίο της Εισαγωγής, όπου λέγεται ότι οι a priori νόμοι του νοήματος διαχωρίζουν το νόημα από το μη-νόημα· δεν είναι ακόμη οι νόμοι της λογικής, αλλά της προσδίδουν τις δυνατές μορφές νοήματος· οι νόμοι της σύμπλεξης του νοήματος υποδεικνύουν εκείνο που απαιτεί η καθαρή ενότητα του νοήματος, δηλαδή η ενοποίησή του σε ένα και μόνο νόημα. Προφανώς, για τον Heidegger η ενότητα ή η ενοποίηση αυτή είναι εκείνη που παρέχεται από την αναλογία. Περαιτέρω, ο Husserl μιλά για νοήματα που προχωρούν σε κατηγορηματικές εκπτύξεις (bei den prädikativen Auseinanderlegungen), τα οποία δεν είναι έμμεσα περιεχόμενα στο αρχικό νόημα, το οποίο καθαυτό είναι απολύτως απλό: για παράδειγμα, ένα κύριο όνομα «Ε» ονομάζει το αντικείμενο με μία μόνο ακτίνα (in einem Strahl), ενώ τα επεξηγηματικά νοήματα (ας πούμε ευθέως: οι κρίσεις), όπως «Ε είναι α», είναι πολυακτινωτά (vielstrahlig) και συγκροτούνται σε περισσότερα στάδια, χωρίς αυτό να εμποδίζει την ενότητά τους. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι ο Heidegger, και ως προς την ορολογία ακόμη, αναφέρεται σε αυτές τις προτάσεις. Διευκρινίζοντας τις «διαφορετικές λειτουργικές τροπικότητες που απαντούν στις εκφράσεις» (δηλαδή τη μονοσημία, την ομωνυμία και την αναλογία), καταφεύγει σε χωρικές μεταφορές και υποστηρίζει ότι «η ταυτότητα μέσα στη διαφορά, στην περίπτωση των αναλογικών εκφράσεων», μπορεί να παρασταθεί «ως μια δέσμη ακτίνων που συγκλίνει σε ένα σημείο (ein Strahlenbüschel, das in einem Punkte zusammenläuft)» (Ivi, p. 270, σημ. 41. E. Husserl, Logische Untersuchungen, 1913², p. 295. ⁵ E. Husserl, Logische Untersuchungen, pp. 300–301. ⁶ M. Heidegger, Die Kategorien- und Bedeutungslehre, όπ. π., p. 277.).

Και στο § 119 των Ideen I («Μετασχηματισμός πολυθετικών πράξεων σε μονοθετικές») ο Husserl γράφει ότι «η συνθετική συνείδηση, ή το καθαρό εγώ “εντός” αυτής, κατευθύνεται με πολλές ακτίνες (vielstrahlig) προς το αντικειμενικό, ενώ η καθαρά θετική συνείδηση με μία μόνο ακτίνα». Είναι ωστόσο δυνατό, μέσα σε αυτή την πολυακτινωτή (ή πολυθετική) σύσταση, εκείνο που γίνεται συνειδητό με πολυακτινωτό τρόπο να μετασχηματισθεί σε κάτι που γίνεται συνειδητό πρωτίστως με μία μόνο ακτίνα· είναι δυνατό, δηλαδή, να καταστεί αντικειμενικό με ειδική έννοια, μέσω μιας μονοθετικής πράξης, εκείνο που προηγουμένως είχε συγκροτηθεί συνθετικά. Ή ακόμη: «η πολλαπλή συνείδηση μπορεί κατ’ ουσίαν να μεταφερθεί σε μία ενιαία».²

Από αυτές τις λίγες νύξεις καθίσταται προφανές, όπως ήδη ειπώθηκε, ότι ο Heidegger «μεταθέτει» τη γλώσσα της φαινομενολογίας σε εκείνη της Σχολαστικής και εννοεί ασφαλώς ως αναλογία, δηλαδή ως reductio ή attributio ad unum, εκείνο που ο Husserl είχε χαρακτηρίσει ως μεταφορά κάτι που γίνεται συνειδητό με πολυακτινωτό τρόπο σε κάτι που γίνεται συνειδητό με μία μόνο ακτίνα.

Όσον αφορά τον Emil Lask, είναι δυσκολότερο να εντοπιστεί ένας σύνδεσμος με τη διδασκαλία της αναλογίας. Ο Heidegger γράφει: «Ο κυρίαρχος ρόλος των αναστοχαστικών κατηγοριών, στις προαναφερθείσες λειτουργικές τροπικότητες της έκφρασης [δηλαδή τη μονοσημία, την ομωνυμία και την αναλογία], συνιστά να νοηθούν απολύτως με την έννοια της γενικής ουσίας που ανήκει στις κατηγορίες τις οποίες αφορούν». Ο Lask θα είχε επιτελέσει με αποφασιστικό τρόπο την εννοιακή στερέωση αυτών των κατηγοριών, διακρίνοντάς τες από τις συστατικές και προσδιορίζοντάς τες ως αναμφίβολα εξαρτημένες από το υλικό στοιχείο, έστω και όχι από το ειδικό του μέρος, έτσι ώστε το περιεχόμενό τους (Gehalt) να ξεθωριάζει «μέχρι να καταλήξει στην καθαρή ικανότητα του περιέχειν (Inhaltlichkeit)».⁴

Η ορολογία του Lask, όπως είναι φανερό, υιοθετείται κατά λέξη, και ο Heidegger υπενθυμίζει σε υποσημείωση τις σελίδες 148 και εξής της Logik der Philosophie und die Kategorienlehre. Ας δούμε συνοπτικά τι γράφει ο Lask. Η αναστοχαστική κατηγορία, όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο Heidegger, είναι αναμφίβολα «δημιούργημα» της «υποκειμενικότητας», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυθαίρετη και μη προσδιορισμένη από το υλικό στοιχείο. Διότι «καθ’ όσον αποτελεί λογική μορφή επιβαρυμένη (belastet) με προσδιορισμούς που αντιστοιχούν σε ένα υλικό, είναι —σε αντίθεση με την απλώς καθαρή μορφή— μια αντικειμενική μορφή».⁵ Μόνο που το αντικειμενικό περιεχόμενο είναι, όπως ειπώθηκε, ξεθωριασμένο, έτσι ώστε με βάση τη σφαίρα του αναστοχασμού δεν μπορεί κανείς να φθάσει στη θέαση της σύμπτωσης ανάμεσα στα αντικειμενικά περιεχόμενα και το θεωρητικό νόημα. Μόνο η συστατική αντικειμενικότητα μπορεί να υποδείξει τον δρόμο για τη στερέωση της εν λόγω σύμπτωσης· και απέναντι σε αυτή την αντικειμενικότητα «οι σχέσεις στην αναστοχαστική περιοχή σχηματίζουν απλώς ένα σχηματικό analogon».

Αναμφίβολα, αυτά δεν αρκούν για να εξαχθεί από τις διατυπώσεις αυτές ένας σαφής δεσμός με τη σχολαστική διδασκαλία της αναλογίας· μπορεί όμως ίσως να υποστηριχθεί ότι ανάμεσα στο αντικειμενικό περιεχόμενο και το θεωρητικό νόημα παρεμβάλλεται μια σχέση που δεν είναι μονοσήμαντη, όπως —από τη «σκωτική» σκοπιά— αποδεικνύεται ότι είναι εκείνη που βρίσκεται στο καθαρά λογικό επίπεδο, αλλά διαφορετικού τύπου, δηλαδή τέτοια που αφορά τη σχέση ανάμεσα στη «λογική» και την «πρώτη φιλοσοφία».

Οι αναστοχαστικές κατηγορίες, γράφει ακόμη ο Lask, πρέπει να νοούνται ως εκείνες οι μορφές που, αδιαφορώντας για την ειδικότητα των περιεχομένων, αφορούν οποιοδήποτε περιεχόμενο, δηλαδή το αδιαφοροποίητο περιεχόμενο. Το αναστοχαστικό περιεχόμενο είναι το απλό «κάτι», εκείνο δηλαδή που μπορεί να ξεθωριάσει στην αναστοχαστική ικανότητα του περιέχειν εν γένει. Οι αναστοχαστικές μορφές λαμβάνονται τώρα υπόψη καθ’ όσον είναι οι γενικές μορφές. Η «γενικότητα», όπως και η «καθολικότητα», δεν πρέπει εδώ να νοηθεί ως εκείνη που ανήκει στο γένος, αλλά ως εκείνη που προκύπτει μέσω της χουσσερλιανής Formalisierung (πηγή αυτού που ο Heidegger θα ονομάσει formale Anzeige)· δεν πρόκειται, επομένως, για τη «γενικότητα του γένους» ούτε για «μονοσημία» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά για εκείνον τον υπερβατολογικό χαρακτήρα του Etwas überhaupt που «λέγεται» για καθετί που είναι. Ωστόσο, γράφει ακόμη ο Lask, (E. Lask, όπ. π., σσ. 153–154) είναι μονοσήμαντο (eindeutig) το νόημα που ενώνει τις πολλαπλές εκφράσεις «irgend etwas», «beliebiges Etwas», «Etwas überhaupt», «Inhalt überhaupt». Τέτοιες εκφράσεις αφορούν το αισθητό επίπεδο, το μη αισθητό και ακόμη και το υπεραισθητό· υπερβαίνουν επίσης το ρήγμα και την πρωταρχική δυαδικότητα των ειδικών περιεχομένων (die Kluft und Urdualität der spezifischen Inhalte). Με άλλα λόγια, για μία ακόμη φορά, στο λογικό πεδίο κυριαρχεί η μονοσημία. Αλλά με ποιον τρόπο σχετίζεται η λογική με την πραγματικότητα ή με το «υλικό»; Εδώ είναι που, πιθανότατα —σύμφωνα με τον Lask όπως τον ερμηνεύει ο Heidegger υπό το φως της Σχολαστικής— μπορεί να επανέλθει στο προσκήνιο ο ρόλος της αναλογίας. Πράγματι, το «κάτι» είναι το ελάχιστο υλικό που ανήκει στην κατηγορία· είναι, επομένως, ήδη κάτι που νοείται ως τοποθετημένο στο υλικό, αλλά αποσπασμένο από την ίδια την κατηγορία. Είναι εκείνο που μπορεί να «επενδυθεί» με την αναστοχαστική κατηγορία, άρα ένα analogon του «όντος» και του «ισχύοντος»· όχι πλέον κάτι λογικά γυμνό αλλά υλικό· ωστόσο υλικό simpliciter.⁴ (Ivi, σ. 154: «Το “κάτι” (Etwas) είναι το υλικό του κατηγοριακού ελαχίστου, δηλαδή κάτι που έχει ήδη νοηθεί ως τοποθετημένο στην υλικότητα, αλλά αποσπασμένο από την ίδια την κατηγορία. Είναι εκείνο που μπορεί να επενδυθεί με την αναστοχαστική κατηγορία, άρα ένα analogon του “όντος” (Seienden) και του “ισχύοντος” (Geltenden)· δεν είναι πλέον λογικά γυμνό, αλλά υλικό —ωστόσο απλώς υλικό (bloßes Material).»)

¹ Ivi, σ. 150:
«Κάθε περιεχόμενο καθαυτό, ή χωρίς διάκριση, είναι εκείνο που μπορεί να αφεθεί στην αναστοχαστική περιεκτικότητα εν γένει (reflexive Inhaltlichkeit überhaupt).»

² Είναι αξιοσημείωτο ότι η Formalisierung και η formale Anzeige συνιστούν μια «υπέρβαση» σε σχέση με τη γενίκευση και τη μονοσημία· σχετικά με αυτό ο Heidegger παραπέμπει αλλού στην αριστοτελική διατύπωση τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς, υπαινισσόμενος αναμφίβολα την analogia attributionis. Πρβλ. M. Heidegger, Einleitung in die Phänomenologie der Religion, GA 60, σ. 56. Στο ίδιο πλαίσιο μου επιτρέπεται να παραπέμψω εκ νέου στο δικό μου Heidegger e Kierkegaard: la recensione a Jaspers e l’indicazione formale, όπ. π.)

                       Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: