Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

 Συνέχεια από Τετάρτη 1η. Απριλίου 2026

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 3
Του Enrico Berti.

Τί είναι η γνώση;

… Αν, όπως είδαμε, η εμπειρία είναι γνώση του επιμέρους, στην οποία όμως ήδη εμπεριέχεται η απαίτηση του καθολικού, και αν το καθολικό και το επιμέρους αντιστοιχούν αντίστοιχα στο «διότι» και στο «ότι», τότε μπορεί να ειπωθεί επίσης ότι η εμπειρία είναι γνώση του «ότι», μέσα στην οποία ήδη εμπεριέχεται το ερώτημα του «διότι», δηλαδή είναι μια γνώση κατ’ ουσίαν προβληματική (19).

Αλλά επειδή ακριβώς η απαίτηση της καθολικότητας αποτελεί τον λόγο για τον οποίο η εμπειρία μπορεί να θεωρηθεί ως η αρχή της γνώσης, και αυτή η απαίτηση καθολικότητας διαμορφώνεται ως ερώτημα του «γιατί», δηλαδή ως προβληματικότητα, μπορεί να συναχθεί ότι η γνώση συνίσταται πρωτίστως στο να καθιστά προβληματική κάθε προηγούμενη βεβαιότητα. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη στο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής, όπου ο Αριστοτέλης, επαναλαμβάνοντας μια πλατωνική έννοια, δηλώνει ότι οι άνθρωποι οδηγήθηκαν για πρώτη φορά στη φιλοσοφία, δηλαδή στην αγάπη για τη γνώση, και οδηγούνται ακόμη και σήμερα, ακριβώς από το θαύμα, έχοντας αρχικά θαυμάσει μπροστά στα πιο άμεσα παράδοξα, και φθάνοντας έπειτα, λίγο λίγο, να θέτουν ερωτήματα σχετικά με τα μεγαλύτερα πράγματα (20).

Η προβληματικότητα, η οποία έτσι έρχεται να χαρακτηρίσει τη γνώση, ως συνέπεια της ταύτισης μεταξύ του καθολικού και της αιτίας, ανανεώνεται συνεχώς, λόγω του χαρακτήρα της διαρκούς ανοικτότητας και της μη ολοκλήρωσης που είναι ίδιον του καθολικού. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τη συνέχεια του χωρίου των Αναλυτικών που εξετάστηκε προηγουμένως, το οποίο, παρά την εξαιρετική του συντομία, είναι πυκνό σε θεωρητική σημασία. Αφού περιέγραψε τη στάση του πρώτου καθολικού στην ψυχή, ο Αριστοτέλης συνεχίζει: «Και πάλι σε αυτά συμβαίνει μια στάση (ἵσταται), μέχρι να σταθούν εκείνα που είναι χωρίς μέρη, δηλαδή τα καθολικά κατ’ εξοχήν· για παράδειγμα ένα ορισμένο ζώο, μέχρι να σταθεί το ζώο, και σε αυτό εξίσου άλλα» (21).

Το νόημα του χωρίου είναι σαφές: μετά τον σχηματισμό των πρώτων καθολικών, που αντιπροσωπεύουν την πρώτη στάση της ροής της εμπειρίας, η κίνηση επαναλαμβάνεται, δηλαδή έχουμε μια νέα προβληματοποίηση, στην οποία ακολουθεί μια νέα στάση, δηλαδή μια νέα καθολίκευση, και η διαδικασία συνεχίζεται, μέχρι να φθάσουμε στη μέγιστη καθολίκευση, που αντιπροσωπεύεται από τα καθολικά κατ’ εξοχήν, απλούστατα, μη περαιτέρω αναλύσιμα σε μέρη, δηλαδή μη οριζόμενα κατά γένος και ειδική διαφορά, δηλαδή τις κατηγορίες, τα ανώτατα γένη. Μόλις φθάσουμε σε αυτό το σημείο, τερματίζεται η διαδικασία που περιγράφηκε έως τώρα, δηλαδή εκείνη που συνίσταται στην καθολίκευση, στην ενοποίηση των προηγούμενων δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από τις κατηγορίες δεν υπάρχει καμία ενότητα όμοια με τις προηγούμενες, και συνεπώς δεν είναι πλέον δυνατή καμία στάση. Δεν σημαίνει όμως ότι οι κατηγορίες αποτελούν ενότητα και συνεπώς δεν μπορούν να υποβληθούν περαιτέρω σε προβληματοποίηση. Αντίθετα, ακριβώς το γεγονός ότι είναι πολλές και δεν μπορούν να αναχθούν σε καμία ανώτερη ενότητα σημαίνει ότι η πολλαπλότητά τους γεννά μια πιο ριζική προβληματικότητα από ό,τι στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, στην οποία θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε στη συνέχεια. Αυτό που παραμένει πάντως ασφαλές είναι η συνεχής ανοικτότητα της διαδικασίας, η διαρκής της μή ολοκλήρωση.

Αυτή η δυναμική διαμόρφωση του καθολικού παρομοιάζεται εύγλωττα από τον Αριστοτέλη με τη στάση ενός πρώτου στρατιώτη μέσα στη χαοτική φυγή ενός στρατού σε υποχώρηση. Μετά τον πρώτο, σταματά ένας δεύτερος, έπειτα ένας τρίτος, και ούτω καθεξής, μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη (22). Προφανώς ο στρατός που τρέπεται σε φυγή είναι η άτακτη ροή των αισθητηριακών γνώσεων. Η προοδευτική στάση των διαφόρων στρατιωτών είναι η διαδικασία σχηματισμού των εννοιών, η οποία επιφέρει τη σταδιακή αναδιοργάνωση των αισθητηριακών γνώσεων. Αυτή η διαδικασία αρχίζει με τη στάση ενός μόνο στρατιώτη, αλλά προφανώς δεν ολοκληρώνεται με αυτήν. Η πρώτη στάση παράγει μια δεύτερη, κατόπιν μια τρίτη, μια τέταρτη, και ούτω καθεξής. Μόνο με την αναδιοργάνωση του στρατού στο σύνολό του η διαδικασία ολοκληρώνεται, αλλά πρόκειται για ένα τέλος, όπως θα δούμε, διαφορετικού είδους από τις προηγούμενες στάσεις, το οποίο δεν κάνει παρά να επιβεβαιώνει οριστικά την ανοικτότητα (23).

Η ανεξάντλητη φύση της διαδικασίας σημαίνει ότι, κατά την άνοδο από το «ότι» στο «γιατί», κάθε «γιατί» που κατακτάται μετατρέπεται αμέσως σε ένα νέο «ότι», το οποίο παραπέμπει σε ένα νέο «γιατί». Επομένως, η προβληματικότητα που χαρακτηρίζει τη γνώση στο αρχικό της στάδιο, δηλαδή στο επίπεδο της εμπειρίας, δεν επιλύεται ποτέ, αλλά συνοδεύει διαρκώς τη γνώση στη σταδιακή της συγκρότηση, μέχρι να διαπεράσει κάθε προηγούμενη βεβαιότητα και να καταστεί καθαρή προβληματικότητα (24).

Αυτό, ωστόσο, δεν εμποδίζει το γεγονός ότι, σε διαφορετικά επίπεδα, η διαδικασία της προβληματοποίησης μπορεί να ανασταλεί και, αντί να αναζητούνται νέα «γιατί», να προτιμάται η επιστροφή στο «ότι», δηλαδή η αξιοποίηση των ήδη αποκτημένων αποτελεσμάτων για να εξηγηθεί εκείνο από το οποίο είχε αρχικά ξεκινήσει η έρευνα. Μια τέτοια αναστολή όχι μόνο είναι δυνατή, αλλά είναι και αναγκαία, ώστε η γνώση να αποκτήσει συνοχή και να συγκροτηθεί ως ολοκληρωμένος οργανισμός. Διότι, αν η γνώση είναι επιστήμη και η επιστήμη είναι η γνώση της αιτίας, ο σκοπός για τον οποίο κινείται προς αναζήτηση της αιτίας δεν είναι βέβαια να τη γνωρίσει ως κάτι που με τη σειρά του έχει ανάγκη εξήγησης, αλλά να τη χρησιμοποιήσει για να εξηγήσει εκείνο του οποίου είναι αιτία. Η συνοχή και η πληρότητα που αποκτά έτσι η γνώση δεν είναι ασφαλώς απόλυτες, αλλά σχετικές με το επίπεδο της έρευνας στο οποίο επήλθε η αναστολή και με τον τομέα της εμπειρίας που καλύπτεται από το αντίστοιχο καθολικό.

Αυτή η όψη της γνώσης, όπως και εκείνη της έρευνας, παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη στο ίδιο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής. Εκεί πράγματι παρατηρεί ότι όλοι αρχίζουν με το να θαυμάζουν το ότι ένα πράγμα συμβαίνει με έναν ορισμένο τρόπο, για παράδειγμα ότι η διαγώνιος ενός τετραγώνου είναι ασύμμετρη προς την πλευρά· αλλά, όταν μάθουν την αιτία αυτού, βρίσκονται σε μια κατάσταση αντίθετη από την προηγούμενη: διότι κανένας γεωμέτρης δεν θα θαύμαζε πλέον τίποτε, όπως δεν θα θαύμαζε το ότι η διαγώνιος θα ήταν συμμετρήσιμη προς την πλευρά (26).

Εξάλλου, είδαμε ότι και στα Αναλυτικά Ύστερα, όπου περιγράφεται η διαδικασία σχηματισμού του καθολικού, τονίζεται ο χαρακτήρας της σταθερότητας που διαθέτει η γνώση σε σχέση με τη μεταβλητότητα της εμπειρίας. Σε αυτή τη σταθερότητα και συνοχή πιθανώς παραπέμπει και η ίδια η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για να δηλώσουν τη γνώση με την πιο αυστηρή έννοια, δηλαδή ἐπιστήμη, στην οποία φαίνεται να υπάρχει η ρίζα του στῆναι, όπως υπέθεσε ήδη ο Πλάτων, και ακολούθως και ο ίδιος ο Αριστοτέλης (*). Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στη γερμανική γλώσσα με τη λέξη Verstand, η οποία σε ορισμένες πλευρές αντιστοιχεί στην ελληνική ἐπιστήμη και περιέχει τη ρίζα του stehen.

Η όψη της ολοκλήρωσης, δηλαδή της επιστροφής από το «γιατί» στο «ότι», στην οποία εκφράζεται η σταθερότητα, είναι τόσο ουσιώδης για την επιστήμη, ώστε σε πολλές περιπτώσεις γίνεται αποκλειστική. Πράγματι, αν στο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής το όνομα της επιστήμης αποδίδεται στο επίπεδο γνώσης που αντιστοιχεί γενικά στη γνώση των αιτίων, δηλαδή του «γιατί», χωρίς διάκριση στιγμών, στα Αναλυτικά Ύστερα περιορίζεται μόνο στη φθίνουσα φάση, δηλαδή στη δομή της ολοκληρωμένης γνώσης, στην επιστροφή από το «γιατί» στο «ότι». Σε αυτό το έργο, η διαδικασία απόκτησης των αιτίων —ο Αριστοτέλης μιλά για αρχές, αλλά πρόκειται για το ίδιο πράγμα (27)—, και μάλιστα η γνωστική πράξη με την οποία αυτή ολοκληρώνεται, διακρίνεται ρητά από την επιστήμη, ως προγενέστερη αυτής και ως προϋπόθεσή της, και ονομάζεται νοῦς (28).

Για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται αυτή η διαδικασία, ο Αριστοτέλης δεν άφησε καμία ολοκληρωμένη περιγραφή, πέρα από τις πολύ σύντομες νύξεις που έχουμε ήδη εξετάσει (29). Για να αποκτήσουμε, επομένως, σαφή γνώση της, δεν απομένει παρά να εξετάσουμε τη μέθοδο που εφαρμόζει ο Σταγειρίτης στις διάφορες έρευνές του· και αυτό θα κάνουμε στη συνέχεια, εξετάζοντας εκείνη από αυτές που ενδιαφέρει περισσότερο τη μελέτη μας, δηλαδή την πρώτη φιλοσοφία. Αντίθετα, η όψη της ολοκληρωμένης γνώσης, δηλαδή η επιστροφή από το «γιατί» στο «ότι», η επιστήμη με την αυστηρή έννοια, έχει αναλυθεί εκτενώς από τον Αριστοτέλη στα Αναλυτικά Ύστερα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως το έργο που είναι αφιερωμένο ακριβώς στη διαπραγμάτευση αυτού του ζητήματος. Σε αυτό, λοιπόν, είναι σκόπιμο να στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.


Σημειώσεις:


(20) Metaph. 1, 2, 982 b 12-15. Για τη θεωρητική εμβάθυνση αυτού του χωρίου, βλ. M. GENTILE, όπ. παρ., κεφ. 3 και 1, ιδίως σσ. 36-37 και 47-51.
(21) An. post. II, 19, 100 b 1-3.
(22) Στο ίδιο, 100 a 12-13.
(23) Η συνεχής ανοικτότητα σε νέες εμβαθύνσεις, που χαρακτηρίζει την έννοια στη διδασκαλία του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, έχει επισημανθεί από τον M. GENTILE, Il valore attuale della dottrina classica del concetto, στο «Le parole e le idee», 3, 1961, 99-108.
(24) Και ως προς αυτό το ζήτημα, βλ. το δοκίμιο του M. GENTILE, La problematicità pura, Padova, 1942, το οποίο επανεκδόθηκε στο Filosofia e Umanesimo, Brescia, 1947, και στο Come si pone il problema metafisico, όπ. παρ., σσ. 31-14.
(25) Metaph. 1, 2, 983 a 12-21. Για το χωρίο αυτό έχει πρόσφατα επιστήσει την προσοχή ο G. VERBEKE, Démarches de la réflexion métaphysique chez Aristote, στο Aristote et les problèmes de méthode, όπ. παρ., 107-129, ιδίως 122-123, σημ. 29.
(26) Πρβλ. PLAT., Crat. 437a2: ἐπιστήμην – «μᾶλλον ἔοικε σημαίνοντι ὅτι ἴστησιν ἡμῶν ἐπὶ τοῖς πράγμασι τὴν ψυχήν». ARISTOT., Phys. VIII, 3, 247 b 10-11: «τῷ γὰρ ἠρεμῆσαι καὶ στῆναι τὴν διάνοιαν ἐπίστασθαι καὶ φρονεῖν λέγομεν». Για τα χωρία αυτά έχει πρόσφατα επιστήσει την προσοχή ο P. AUBENQUE, Le problème de l'être chez Aristote, Paris, 1962, σ. 208.
(27) Metaph. V, 1, 1013 b 17: «πάντα γὰρ τὰ αἴτια ἀρχαί».
(28) An. post. II, 19, 100 b 5-15.
(29) Η αρχή των Φυσικών (Phys. 1, 1, 184 a 16-26), στην οποία πρόσφατα έγινε αναφορά, ως περιγραφή της έρευνας των αρχών, από τον W. WIELAND, Das Problem der Prinzipienforschung und die aristotelische Physik, στο Kant-Studien, 52, 1960-61, 206-219, καθώς και στο Die aristotelische Physik, Göttingen, 1962, σσ. 54-57, και τον οποίο ακολουθούν ο L. LUGARINI, Aristotele e l'idea della filosofia, Firenze, 1961, κεφ. 4 και 8, και Filosofia e scienza nel pensiero di Aristotele, στο «Il pensiero critico», 3 (Ν.Σ.), 1961, 30-52, μας λέει απλώς ότι πρέπει να προχωρούμε από το περισσότερο γνωστό σε εμάς προς το περισσότερο γνωστό καθ’ εαυτό και από το σύνθετο προς το απλό, δηλαδή από τα αποτελέσματα προς τα αίτια και από το πολλαπλό προς το ένα· συνεπώς δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικά νέο σε όσα ήδη προέκυπταν από τα Αναλυτικά.

Συνεχίζεται με:

2. – Η επιστήμη ως απόδειξη

Δεν υπάρχουν σχόλια: