Συνέχεια από Τρίτη 24. Μαρτίου 2026
Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)ΤΟΥ Enrico Berti.
Τί είναι η γνώση;
........Η εμπειρία πράγματι προσδιορίζεται σαν απόκτηση ηρεμίας (ηρεμείν) στην ψυχή, ή σαν το σταμάτημα (στήναι) των προηγουμένων εμπειριών. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι πρόκειται για μία σταθερότητα με σχετική έννοια, σε σχέση δηλαδή με τις αισθήσεις και τις μνήμες, όπου εδώ εννοούνται σε απόλυτη κινητικότητα! Δέν πρόκειται για μία καθοριστική τελειωτική σταθερότητα, διότι σε σχέση με τις ανώτερες μορφές γνώσεως, η εμπειρία είναι κινητική με την σειρά της. Η σταθερότης λοιπόν είναι ένας χαρακτήρας απολύτως ανάλογος με εκείνον της ενότητος, και μαζί μ'αυτόν συστήνει, αποτελεί μία απαραίτητη συνθήκη και ένα ουσιώδες προνόμιο της γνώσεως.......
Την ομοιότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ορισμούς την επισημαίνει και ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει, ανάμεσα στον έναν και στον άλλον: «Η εμπειρία φαίνεται να είναι σχεδόν όμοια με την επιστήμη και την τέχνη». Αυτή η ομοιότητα, δηλαδή το κοινό στοιχείο των δύο μορφών γνώσης, συνίσταται στο ότι και οι δύο αποτελούν την ενότητα μιας πολλαπλότητας (μία ἐμπειρία, μία ὑπόληψις): η εμπειρία ενοποιεί τις πολλές μνήμες, ενώ η τέχνη ενοποιεί τις πολλές έννοιες της εμπειρίας. Το ίδιο αυτό στοιχείο διακρίνει την εμπειρία και την τέχνη από την αίσθηση, η οποία, ως το πρώτο στάδιο της γνώσης, δεν μπορεί να ενοποιήσει καμία προηγούμενη γνώση.
Μου φαίνεται λοιπόν ότι μπορώ να συμπεράνω πως ένα πρώτο χαρακτηριστικό της γνώσης, κατά την αριστοτελική αντίληψη, είναι ότι αποτελεί ενότητα μιας πολλαπλότητας. Χωρίς ενότητα, πράγματι, δεν υπάρχει καθοριστικότητα και, συνεπώς, νοητότητα· η απόλυτη πολλαπλότητα είναι εντελώς ακατανόητη. Μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι για τον Αριστοτέλη το να γνωρίζει κανείς σημαίνει πρωτίστως να ενοποιεί. Αυτή η ενοποίηση, στην περίπτωση της εμπειρίας, είναι ακόμη επιμέρους, καθώς αφορά πολλές μνήμες ενός και του αυτού πράγματος (τοῦ αὐτοῦ πράγματος), ενώ στην τέχνη είναι ευρύτερη, καθώς αφορά πολλά μεταξύ τους όμοια πράγματα (περὶ τῶν ὁμοίων). Έτσι, ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη, δηλαδή ανάμεσα στην εμπειρία και την επιστήμη, εγκαθιδρύεται, παρά τη βαθμιαία διαβάθμιση, μια βαθιά συνέχεια. Αν πράγματι η τέχνη γεννιέται από την εμπειρία, εφόσον αυτή της προσφέρει το υλικό προς ενοποίηση —άρα, απόλυτα, δεν είναι δυνατή χωρίς την εμπειρία (9)—, είναι εξίσου αληθές ότι, για να συγκροτηθεί η εμπειρία, απαιτείται ήδη η παρουσία ενός πρώτου τρόπου αυτής της ενότητας, της οποίας η πλήρης μορφή είναι η τέχνη.
Η συνέχεια ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη γίνεται ακόμη πιο φανερή στο τελευταίο κεφάλαιο των Αναλυτικών Υστέρων, το οποίο από πολλές απόψεις παρουσιάζει έναν τέλειο παραλληλισμό με το πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής. Και εδώ ο Αριστοτέλης, αφού ορίσει την αίσθηση ως «έμφυτη διακριτική ικανότητα» και τη μνήμη ως «παραμονή της αίσθησης στην ψυχή», προχωρεί να ορίσει την εμπειρία και την τέχνη, την οποία εκ νέου συνδέει με την επιστήμη. «Από την αίσθηση λοιπόν γεννιέται η μνήμη, όπως λέμε, και από τη μνήμη που πολλές φορές προκύπτει για το ίδιο πράγμα γεννιέται η εμπειρία. Πράγματι, οι μνήμες που είναι πολλές κατά αριθμό είναι μία μόνη εμπειρία (ἐμπειρία μία)» (10).
Ας σημειωθεί η τέλεια αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτόν τον ορισμό και εκείνον της Μεταφυσικής: και στους δύο, η εμπειρία είναι η ενότητα μιας πολλαπλότητας μνημών, που όμως όλες αναφέρονται σε ένα και το αυτό αντικείμενο.
Αμέσως μετά ο Αριστοτέλης περνά να μιλήσει για την τέχνη και την επιστήμη. «Από την εμπειρία, δηλαδή από κάθε καθολικό που έχει βρει ηρεμία μέσα στην ψυχή (ἢ ἐκ παντὸς ἠρεμήσαντος τοῦ καθόλου ἐν τῇ ψυχῇ), το ένα απέναντι στα πολλά, το οποίο είναι παρόν ως ένα και το αυτό σε όλα αυτά, προκύπτει η αρχή της τέχνης και της επιστήμης» (11).
Εδώ ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι η εμπειρία περιέχει ήδη μέσα της το καθολικό, νοούμενο ως εκείνο που είναι παρόν ως ένα και το αυτό σε μια πολλαπλότητα αντικειμένων· γι’ αυτό μπορεί να πει ότι η αρχή, δηλαδή το σημείο εκκίνησης, της τέχνης και της επιστήμης —οι οποίες συλλαμβάνουν ακριβώς την ενότητα μιας πολλαπλότητας αντικειμένων— προέρχεται από την εμπειρία, δηλαδή περιέχεται μέσα σε αυτήν.
Η σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και στο καθολικό καθίσταται ακόμη σαφέστερη από δύο άλλα χωρία του ίδιου κεφαλαίου, το ένα προγενέστερο και το άλλο μεταγενέστερο εκείνου που ήδη εξετάσαμε. Το πρώτο ακολουθεί αμέσως μετά τη διάκριση ανάμεσα στην αίσθηση και στη μνήμη, που εδώ εξομοιώνονται με την εμπειρία: «Όταν γεννώνται πολλές τέτοιες γνώσεις, γεννιέται ήδη κάποια διαφορά (διαφορά), έτσι ώστε σε ορισμένα ζώα, από τη διατήρηση τέτοιων γνώσεων, γεννιέται λόγος (λόγος), ενώ σε άλλα όχι» (12).
Η γένεση του λόγου (λόγος) συνδέεται εδώ με την εμφάνιση μιας διαφοράς (διαφοράς), δηλαδή ενός χαρακτηριστικού ικανού να οριοθετήσει μια ομάδα αντικειμένων, διακρίνοντάς τα από άλλα και συγχρόνως ενοποιώντας τα μεταξύ τους.
Με αυτή την παρατήρηση συνδέεται στενά το δεύτερο χωρίο, στο οποίο ο ίδιος ο Αριστοτέλης αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια όσα ήδη έχει πει: «Όταν, πράγματι, σταθεροποιηθεί ένα από τα αδιαφοροποίητα πράγματα (στάντος γὰρ τῶν ἀδιαφόρων ἑνός), τότε για πρώτη φορά υπάρχει στην ψυχή το καθολικό· διότι γίνεται μεν αντίληψη του επιμέρους, αλλά η αντίληψη είναι του καθολικού, για παράδειγμα του ανθρώπου και όχι του ανθρώπου Καλλία» (13).
Τα αδιαφοροποίητα πράγματα (τὰ ἀδιάφορα) είναι προφανώς εκείνα στα οποία δεν έχει ακόμη εμφανιστεί η διαφορά (διαφορά) που αναφέρεται στο προηγούμενο χωρίο, δηλαδή εκείνα που αποτελούν αντικείμενο της εμπειρίας. Αρκεί να σταθεροποιηθεί ένα μόνο από αυτά, δηλαδή να γνωσθεί, ώστε να υπάρχει ήδη το καθολικό μέσα στην ψυχή.
Αλλά για να συλληφθεί ένα μόνο πράγμα αρκεί μία αίσθηση· επομένως μπορεί να ειπωθεί ότι ήδη στην αίσθηση περιέχεται το καθολικό —όχι με την έννοια ότι μέσω αυτής το γνωρίζουμε ήδη, αλλά με την έννοια ότι το πράγμα που γνωρίζεται μέσω αυτής είναι γνωστό ακριβώς καθ’ όσον είναι προσδιορισμένο, δηλαδή διαθέτει μορφή, η οποία είναι καθαυτή καθολική.
Για να γνωριστεί όμως το καθολικό, είναι αναγκαίο το επιμέρους πράγμα να έχει προηγουμένως γνωριστεί σε όλη του την προσδιοριστικότητα· δηλαδή είναι αναγκαίο να έχει πραγματοποιηθεί εκείνη η ενοποίηση των αισθήσεων και των μνημών που συνιστά την εμπειρία. Γι’ αυτό είναι σωστό να λέγεται ότι το καθολικό περιέχεται κυριότερα στην εμπειρία παρά στην αίσθηση ή στη μνήμη και ότι η αρχή της τέχνης και της επιστήμης προέρχεται από την εμπειρία.
Ας σημειωθεί ότι σε αυτά τα χωρία, στο χαρακτηριστικό της ενότητας, το οποίο ήδη στη Μεταφυσική χρησίμευε για να διακρίνει την εμπειρία από τις κατώτερες μορφές γνώσης, προστίθεται και εκείνο της ηρεμίας, της σταθερότητας. Πράγματι, η εμπειρία παρουσιάζεται ως το να βρίσκουν ηρεμία (ἠρεμεῖν) μέσα στην ψυχή ή ως το να σταθεροποιούνται (στῆναι) οι προηγούμενες γνώσεις. Πρόκειται, βεβαίως, για σταθερότητα με σχετική έννοια, δηλαδή σε σχέση με τις αισθήσεις και τις μνήμες, οι οποίες εδώ νοούνται ως απόλυτη κινητικότητα· όχι για μια οριστική σταθερότητα, διότι σε σχέση με τις ανώτερες μορφές γνώσης, η εμπειρία αποτελεί με τη σειρά της κινητικότητα. Η σταθερότητα είναι λοιπόν ένα χαρακτηριστικό απολύτως ανάλογο με εκείνο της ενότητας και, μαζί με αυτό, συνιστά μια αναγκαία συνθήκη και ένα ουσιώδες προνόμιο της γνώσης.
Αν η εμπειρία, όπως είδαμε, είναι γνώση λόγω αυτού που τη συνδέει με την τέχνη και την επιστήμη, η γνώση με την πιο αυστηρή έννοια συγκροτείται ωστόσο από την τέχνη και την επιστήμη, χάρη σε ό,τι τις διακρίνει από την εμπειρία. Αυτή η διάκριση γίνεται σαφής στο πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής, πρώτα μέσω του παραδείγματος που παραθέτει ο Αριστοτέλης και στη συνέχεια μέσω μιας ακριβούς διατύπωσης. Το να γνωρίζει κανείς ότι στον Καλλία, όταν έπασχε από αυτή την ασθένεια, ωφέλησε αυτό το φάρμακο —και ότι ωφέλησε επίσης τον Σωκράτη και πολλούς άλλους, θεωρούμενους ως επιμέρους περιπτώσεις (καθ’ ἕκαστον)— αυτό είναι εμπειρία· το να γνωρίζει όμως ότι αυτό το φάρμακο ωφέλησε όλους τους τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι ορίζονται βάσει ενός και του αυτού εἴδους (κατ’ εἶδος ἓν ἀφορισθεῖσι), πάσχοντες από αυτή την ασθένεια —για παράδειγμα τους φλεγματικούς, τους χολερικούς ή τους πυρετώδεις— αυτό είναι τέχνη (14).
Εδώ το χαρακτηριστικό της εμπειρίας είναι ότι αναφέρεται σε κάθε περίπτωση θεωρούμενη ως επιμέρους, δηλαδή στην ασθένεια του Καλλία, εκείνη του Σωκράτη και άλλων, χωρίς να εξετάζει αν όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι μία και η αυτή ασθένεια. Αντίθετα, το χαρακτηριστικό της τέχνης είναι ότι εξετάζει ακριβώς αυτή τη μία ασθένεια, η οποία είναι παρούσα σε όλες τις περιπτώσεις και, συνεπώς, είναι καθολική. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης μπορεί να συνοψίσει τη διαφορά λέγοντας: «Η εμπειρία είναι γνώση των επιμέρους, ενώ η τέχνη των καθολικών» (15).
Αυτό σημαίνει ότι το καθολικό, το οποίο, σύμφωνα με όσα ήδη είδαμε, περιέχεται στην εμπειρία ως όρος της ίδιας της δυνατότητάς της, δεν γνωρίζεται ωστόσο μέσω της εμπειρίας· επομένως η εμπειρία χαρακτηρίζεται, από μια άποψη, από την παρουσία και, από μια άλλη, από την απουσία του καθολικού. Γι’ αυτό μπορεί να ειπωθεί ότι είναι ουσιαστικά απαίτηση, ανάγκη γνώσης του καθολικού, δηλαδή τάση προς μια ανώτερη μορφή γνώσης. Έτσι καθίσταται φανερή όλη η σημασία της αριστοτελικής έννοιας της εμπειρίας ως ενδιάμεσης φάσης ανάμεσα στη αισθητηριακή γνώση —αίσθηση ή μνήμη— και στη νοητική γνώση —τέχνη ή επιστήμη— (16).
Αμέσως μετά τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη, ο Αριστοτέλης προβαίνει στη διατύπωση που ήδη εξετάσαμε, δηλαδή ότι η γνώση ανήκει περισσότερο στην τέχνη παρά στην εμπειρία και ότι όσοι κατέχουν την τέχνη είναι σοφότεροι από όσους κατέχουν την εμπειρία. Τη δικαιολογεί δηλώνοντας: «Αυτό συμβαίνει επειδή οι μεν γνωρίζουν την αιτία (τὴν αἰτίαν), ενώ οι άλλοι όχι. Διότι όσοι έχουν εμπειρία γνωρίζουν το ότι (τὸ ὅτι), αλλά δεν γνωρίζουν το γιατί (τὸ διότι) και την αιτία» (17).
Με αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης εξομοιώνει αντίστοιχα το επιμέρους με το «ότι» και το καθολικό με το «διότι», δηλαδή με την αιτία, και θεωρεί τη γνώση του «διότι» και της αιτίας ως το χαρακτηριστικό της γνώσης με την αυστηρότερη έννοια. Στο τέλος του κεφαλαίου, πράγματι, θα καταλήξει ότι η σοφία είναι επιστήμη που αφορά ορισμένες αρχές και αιτίες.
Σχετικά με τη νομιμότητα της εξομοίωσης του καθολικού με την αιτία, έχει διατυπωθεί πρόσφατα κάποια αμφιβολία (18). Ωστόσο, αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή, αν ληφθεί υπόψη ότι το καθολικό είναι κατ’ ουσίαν η ενότητα μιας πολλαπλότητας και ότι το ίδιο ισχύει και για την αιτία σε σχέση με τα αποτελέσματά της. Από την παραπάνω εξομοίωση προκύπτει μια σημαντική συνέπεια για την αριστοτελική έννοια της γνώσης.
Αν, όπως είδαμε, η εμπειρία είναι γνώση του επιμέρους, στην οποία όμως ήδη εμπεριέχεται η απαίτηση του καθολικού, και αν το καθολικό και το επιμέρους αντιστοιχούν αντίστοιχα στο «διότι» και στο «ότι», τότε μπορεί να ειπωθεί επίσης ότι η εμπειρία είναι γνώση του «ότι», μέσα στην οποία ήδη εμπεριέχεται το ερώτημα του «διότι», δηλαδή είναι μια γνώση κατ’ ουσίαν προβληματική (19).
Σημειώσεις
(6) Metaph. 1, 1, 981 a 24-25.
(7) Εκεί, 980 b 29 – 981 a 1.
(8) Εκεί, 981 a 5-7.
(2) Πρέπει να ειπωθεί «κατ’ απόλυτο τρόπο», διότι μπορεί να συμβεί, όπως προβλέπει και ο ίδιος ο Αριστοτέλης στη Metaph. I, 1, 981 a 20-23, κάποιοι να κατέχουν την τέχνη ακόμη και χωρίς εμπειρία, ίσως επειδή την έμαθαν μέσω διδασκαλίας. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι ο πρώτος που την κατείχε την άντλησε από την εμπειρία.
(10) An. post. II, 19, 100 a 3-6.
(11) Εκεί, 6-9.
(12) Εκεί, 100 a 1-3.
(13) Εκεί, 100 a 15-18.
(14) Metaph. I, 1, 981 a 7-12.
(15) Εκεί, 981 a 15-16.
(16) «Η εμπειρία (empeiria), αφενός, παρουσιάζει μια στενή σύνδεση, μια εσωτερική συγγένεια και μια μερική ταυτότητα με τη αισθητηριακή γνώση… Αλλά, από μια άλλη άποψη, η εμπειρία υποδηλώνει μια ανάγκη και μια απαίτηση καθολικότητας, οι οποίες είναι εγγενείς στην ίδια τη γνώση του επιμέρους… Είναι λοιπόν μια στιγμή κατά την οποία το περιεχόμενο της αισθητηριακής γνώσης αποδεικνύεται προσανατολισμένο προς μια γνώση καθολικής τάξης (πρβλ. M. GENTILE, Come si pone il problema metafisico, Padova, 1955, σ. 47).
»Και πράγματι αποτελεί μια μορφή γνώσης, έστω κι αν δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιστήμη με την αριστοτελική έννοια, αφού αποτελεί μάλλον το κατώτερο όριο από το οποίο θα ανυψωθεί η καθαυτό επιστήμη. Είναι σαν ένας δίμορφος Ιανός, που, αν ως προς την προέλευσή του στρέφεται προς τα κάτω, προς την αίσθηση, ως προς την αξίωσή του και την τάση του προς ένα είδος ενοποίησης στρέφεται προς τα πάνω, προς εκείνη τη γνώση που συνιστά την αυθεντική ενοποίηση του επιμέρους (πρβλ. E. RIONDATO, Storia e metafisica nel pensiero di Aristotele, Padova, 1961, σ. 97).
»Ορίζοντας με τον όρο “εμπειρία” το αρχικό σύμπλεγμα που αρθρώνεται στα δύο επίπεδα του επιμέρους και του καθολικού, του αισθητού και του νοητού, αναγνωρίζεται εξαρχής εκείνη η δυναμική σύνθεση που βρίσκεται στη βάση της γνώσης μας και χωρίς την οποία η διαδικασία της διαμεσολάβησης θα φαινόταν πάντοτε κάτι τεχνητό (πρβλ. P. FAGGIOTTO, Esperienza tematica e discorso metafisico, στο «Rivista di filosofia neoscolastica», 55, 1963, σ. 273).
(17) Metaph. I, 1, 981 a 28-30.
(18) Πρβλ. O. GIGON, Methodische Probleme in der Metaphysik des Aristoteles, στο Aristote et les problèmes de méthode (Ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν στο Symposium Aristotelicum που πραγματοποιήθηκε στη Louvain από 24 Αυγούστου έως 1 Σεπτεμβρίου 1960), Louvain–Paris, 1961, σ. 131-145, ιδίως σ. 134.
(19) Για τον προβληματικό χαρακτήρα της εμπειρίας έχει επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή ο M. GENTILE, ό.π. Βλ., για παράδειγμα, σ. 51:
«Οι πιο άμεσες μορφές γνώσης, τη στιγμή που παρουσιάζονται στη συνείδηση ως σύνολο, αποκτούν έναν χαρακτήρα που καθεμιά από αυτές, λαμβανόμενη χωριστά, δεν διαθέτει. Καθεμία από αυτές τις γνώσεις, οι οποίες μεμονωμένα χαρακτηρίζονταν από απόλυτη βεβαιότητα, όταν συγκλίνουν σε αυτό το σύνολο, αποκτούν τον χαρακτήρα της προβληματικότητας. Η εμπειρία είναι, λοιπόν, η σύνθεση των παραστάσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε το σύνολό τους να απαιτεί επιτακτικά να ανοίγεται σε μια ευρύτερη ολότητα, η οποία, όσο παραμένουμε στο πεδίο της εμπειρίας, δεν είναι μια κλειστή και προσδιορισμένη ολότητα, αλλά απλώς απαιτείται: απαιτείται όχι με την έννοια ότι η εμπειρία δεν είναι ενότητα, αλλά με την έννοια ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ενότητά της με τον ίδιο τρόπο που κατανοούμε την ενότητα των στοιχείων που τη συνθέτουν».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου