Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

XΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (35)

Συνέχεια από: Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ


Ωστόσο, μετὰ ἀπὸ τὴ σαφὴ διάκριση τῆς «ὑπὲρ φύσιν» ἐπιδημίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῶν ἀνθρώπινων θρησκευτικών ἐξάρσεων, πρέπει νὰ προσδιορίσουμε τὸν χαρακτήρα τῆς «ἴδιοτρόπου» –ὅπως τὴν χαρακτήρισε ὁ Κλίμακος– ἐκστάσεως ποὺ ὁπωσδήποτε ὑπάρχει καὶ στὴν πραγματική μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία «ἔλλαμψη». Ἡ ἔκ-σταση σημαίνει ἔξοδο (ἔξω ἵσταμαι) ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς «πεπτωκυίας» φύσεως, εἴσοδο στὸν χῶρο τῆς «καινῆς κτίσεως», τῆς μεταμορφώσεως «ἐν Χριστῷ» τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου20. Ἐνδείξεις γιὰ τὸν χαρακτήρα αὐτῆς τῆς μεταμορφώσεως, τῆς «ἐκστάσεως» ποὺ προϋποθέτει ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ὑπάρχουν στὴν Κλίμακα. Ἡ ἀγάπη, ποὺ τέλος της εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ὀνομάζεται «μέθη ψυχῆς κατὰ τὴν ἐνέργειαν»21. Ὑπάρχουν οἱ ἐκφράσεις: «ἀρπαγή πρὸς Κύριον»22, τα «κατάβασις πυρὸς ἐν ἀνωγέῳ ψυχής»23, «αβυσσος ἐλλάμψεως»24. ᾿Αλλά, τελικά, ἡ ἐκστατική μεταβολὴ τῆς φύσεως κατὰ τὴν ἔλλαμψη μένει ἀπερίγραπτη, ἕνας χώρος μυστηρίου προσωπικῆς κοινωνίας, γιὰ τὸ ὁποῖο διερωτᾶται στὴν Κλίμακα καὶ ὁ ἴδιος ὁ φορέας τῆς ἐμπειρίας:[ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΕΛΙΚΑ; ΕΛΘΕ ΚΑΙ ΣΚΗΝΩΣΟΝ ΕΝ ΗΜΙΝ;]

«Πῶς Ἰακώβ 
ἐπὶ τὴν κλίμακά σε (τὴν ἀγάπην) ἐστηριγμένην τεθέαται, 
μαθεῖν ἐπείγομαι· 
τί ἄρα τὸ εἶδος τῆς τοιαύτης ἀνόδου, 
πυνθανομένῳ μοι φράσον· 
τις δὲ ὁ τρόπος καὶ ὁ ἔρανος τῆς τῶν βαθμῶν ἐκείνης συνθέσεως, 
οὖς ὡς ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο ὁ σὸς ἐραστής;
τις δὲ ὁ ἀριθμὸς τούτων, ἐδίψων γνῶναι 
ὅσος δ᾽ ἄρα ὁ τοῦ δρόμου χρόνος; 
τοὺς γὰρ χειραγωγοὺς ἀπήγγειλεν ὁ μαθών σου τὴν πάλην καὶ τὴν ὅρασιν,
οὐδὲν δὲ ἕτερον φωτίσαι βεβούληται μᾶλλον δὲ οὐ δεδύνηται»25.
[Μετάφραση: «Καὶ βιάζομαι νὰ μάθω πῶς σὲ εἶδε ὁ Ἰακὼβ ἐπάνω στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νὰ μάθω γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καὶ ἡ σύνθεσις στὴν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποία ἔβαλε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδία του νὰ ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6). Διψῶ ἀκόμη νὰ μάθω, ποιὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμίδων, καὶ πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιὰ τὴν ἀνάβασι. Διότι τοὺς μὲν χειραγωγοὺς τῆς ἀναβάσεως, (τοὺς Ἀγγέλους δηλαδή), τοὺς ἀνήγγειλε αὐτὸς ποὺ σὲ εἶδε καὶ ἐπάλαιψε μαζί σου, ἀλλὰ γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν θέλησε ἢ μᾶλλον δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς διαφωτίση».]

Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ «ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», ὅπως βεβαίωσε, περιγράφοντας τὴν ἴδια ἐκστατικὴ ἐμπειρία, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος (2 Κορ. 12, 4). Δὲν εἶναι μιὰ ἀπώλεια τῆς αὐτοσυνειδησίας, μιὰ κατάσταση ἀπρόσωπης μακαριότητος, ἀλλὰ μιὰ ἀδυναμία διατυπώσεως καὶ περιγραφῆς ἐμπειριῶν ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ δεδομένα τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ λόγου. Εἶναι, ἀκριβῶς, ἡ πραγματικότητα τῆς ἀποκαλύψεως, ποὺ ἔχει ξεπεράσει τὴ γλώσσα τῶν συμβόλων καὶ παρέχεται σὰν ἄμεση ἐμπειρία. Ἡ ἔκσταση δὲν ἀποτελεῖ ἕνα διαφορετικό δρόμο χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως, μιὰν ἄλλη «ποιότητα» Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ τὴν ἀκραία συνέπεια καὶ τὸ πλήρωμα τῆς χαρισμένης στὸν ἄνθρωπο ᾿Αλήθειας, τὴ στέρεα τροφή τῆς ᾿Αλήθειας καὶ ὄχι τὸ γάλα τῆς γλώσσας τῶν συμβόλων.

Τὸ χαρακτηριστικώτερο ἀπόσπασμα τῆς Κλίμακος σχετικά μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐκστάσεως εἶναι τὸ ἀκόλουθο:

«Μετερχόμενος τὸ μέσον, ἐν μέσοις γέγονα·
καὶ ἐφώτιζε με διψῶντα, καὶ ἰδοὺ πάλιν ἦν ἐν ἐκείνοις. 
Τί μὲν ἦν πρὸ τῆς ὁρατῆς ὁ ᾿Αρχων μορφῆς, διδάσκειν οὐκ ἠδύνατο· οὐ γὰρ ἀφίετο·
πῶς δὲ νῦν ὑπάρχει, λέγειν ἐδεόμην·
ἐν τοῖς ἰδίοις μὲν ἔλεγε, καὶ οὐκ ἐν τούτοις· 
ἐγὼ δὲ· τίς ἡ δεξιὰ στάσις καὶ καθέδρα ἐπὶ τοῦ Αἰτίου; 
᾿Αδύνατον, ἔφη, ἀκοῇ ταῦτα μυσταγωγεῖσθαι.
Πρὸς ὁ δὲ με ὁ πόθος εἶλκε, προσάγαγε τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἶπον.
Οὕπω, ἔφραζεν, ἥκειν τὴν ὥραν,
δι' ἔλλειψιν πυρὸς ἀφθαρσίας. 
Ταῦτα, εἴτε σὺν τῷ χοί, οὐκ οἶδα· 
εἴτε τούτου χωρίς, λέγειν εἰσάπαν οὐκ ἔχω».26
[Μετάφραση: Ἐνῷ κάποτε ἀσκοῦσα τὴν μεσαία ἐργασία, (δηλαδὴ τὴν συνεχῆ προσευχή), εὑρέθηκα ἀνάμεσα στοὺς μεσαίους, (δηλαδὴ στοὺς Ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων). Καὶ ἕνας Ἄγγελος μὲ διεφώτιζε ὅ,τι ἐδιψοῦσα νὰ μάθω, ἀλλὰ πάλι εἶχα τὶς ἴδιες ἀπορίες. Ζητοῦσα νὰ μάθω πῶς ἦταν ὁ Ἄρχων, (ὁ Χριστὸς δηλαδή), πρὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ μοῦ τὸ διδάξη, διότι οὔτε τοῦ ἐπετρεπόταν. Τὸν παρακαλοῦσα πάλι νὰ μοῦ εἰπῆ, πῶς καὶ σὲ ποιὰ μορφὴ εὑρίσκεται τώρα. Καὶ μοῦ ἀπαντοῦσε: «Μὲ τὴν ἴδια μορφὴ (τὴν θεανθρώπινη), ἀλλ᾿ ὄχι μὲ τὴν ἴδια φθαρτὴ ἀνθρώπινη σάρκα». Ἐγὼ πάλι τὸν ἐρωτοῦσα: «Τί σημαίνει ἡ δεξιὰ τοῦ Αἰτίου, (τοῦ Πατρὸς δηλαδή), στάσις καὶ καθέδρα τοῦ Χριστοῦ;» «Εἶναι ἀδύνατον, μοῦ ἀπαντοῦσε, νὰ διδαχθῇ ἀκοὴ ἀνθρώπου αὐτὰ τὰ μυστήρια». Καὶ ἐγὼ τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ εἶπα νὰ μὲ ὁδηγήση ἐκεῖ ὅπου μὲ εἵλκυε ὁ πόθος μου. «Δὲν ἔφθασε ἀκόμη ἡ ὥρα, μοῦ εἶπε, διότι στερεῖσαι τὸ πῦρ τῆς ἀφθαρσίας (τὸ ὁποῖο, ἐννοεῖται, θὰ ἀποκτήσης στὴν ἄλλη ζωή)». Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀνέφερα, ἂν τὰ ἔζησα μαζὶ μὲ τὸ χῶμα, (τὸ σῶμα δηλαδή), δὲν γνωρίζω· ἂν πάλι χωρὶς τὸ χῶμα, δὲν μπορῶ τίποτε νὰ εἰπῶ.]

Πρόκειται γιὰ μιὰ περιγραφή μυστικῆς ἐμπειρίας ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς τῆς ἀσκητικῆς γραμματείας. Καὶ εἶναι φανερὴ ἡ προσπάθεια νὰ περιφρουρηθοῦν τὰ δεδομένα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τόση ἐκφραστικὴ ἀφαίρεση ποὺ κάνει ἐξαιρετικά δύσκολη τὴν ἑρμηνεία. Πολύ διαφωτιστικὴ εἶναι ἡ ἀνάλυση τοῦ σχολιαστοῦ27, καὶ μὲ τὴ δική του, ἀκριβῶς, βοήθεια
μποροῦμε νὰ διατυπώσουμε τὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

Βεβαιώνει τὸ ἀπόσπασμα τὸν μυστικό χαρακτήρα τῆς ἐκστάσεως, ἐπαναλαμβάνοντας τὴν ἴδια μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παύλο ἔκφραση τῆς ἄγνοιας γιὰ τὴν σωματικὴ ἢ ἀσώματη «ἄνοδο» στὸν χῶρο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ.

Βεβαιώνει ὅτι ἡ ἔκσταση δὲν πρέπει νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν ἄρνηση τῆς χρονικῆς - ὑλικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι μιὰ ὀντολογική μεταβολή, μιὰ ἀποπνευμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ κατάσταση ἔξω - ἀνθρώπινη, ἀλλὰ τὸ «μέσον» μεταξύ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἡ κατάσταση τῆς «μεταμορφώσεως» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση ποὺ προσφέρεται στὴν ἐκστατικὴ ἐμπειρία δὲν εἶναι ἀπόλυτη, ἡ δίψα τῆς γνώσεως διατηρεῖται, σώζει τὸν χαρακτήρα τῆς προσωπικῆς ἀναζητήσεως καὶ μετοχῆς. Ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ δὲν ἔχει καθόλου τὸν χαρακτήρα τῆς παθητικῆς καὶ ἀπρόσωπης πληρότητος ποὺ χαρακτηρίζει τὸν μυστικισμὸ ἄλλων θρησκειῶν. Παραμένει ἡ γνώση προσωπικό γεγονός, γεγονὸς ἐλευθερίας, ὅπως φανερώνει καὶ ὁ διάλογος ποὺ διασώζει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τὴ μὴ διάλυσή του σὲ ἕνα χάος εὐδαιμονικῆς ἀγνωσίας.

Τὸ ἀπόσπασμα βεβαιώνει ὅτι ἡ ἔκσταση τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγήση μόνο στην περιοχὴ τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, σὲ μιὰν ἀμεσώτερη ἐπαφὴ μὲ τὴ δεδομένη ᾿Αποκάλυψη, καὶ ὄχι στὴ γνώση τῆς θείας Οὐσίας ἢ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Τριάδος. Βεβαιώνεται ὁ μυστικὸς (παρὰ ᾿Αγγέλου) γιὰ τὴ συνεχιζόμενη ὑποστατική θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ πληροφορηθῆ τὴν ὑποστατικὴ ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σάρκωση, δηλαδὴ τὴν ἄρρητη ἐσωτερικὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα.

Μαθαίνουμε, τέλος, ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς ἄμεσης αὐτῆς ἐκστατικῆς ἐμπειρίας ὅτι τὸ βίωμα τοῦ χριστιανοῦ μυστικοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀτομική, ἄμεση ἀναγωγὴ στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Αποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μιὰ χειραγώγηση ἀπὸ «μυσταγωγοὺς ἀγγέλους» – μιὰ μυσταγωγία. Θὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε στὴ χειραγώγηση αὐτὴ μιὰ διάσταση ἐκκλησιολογική, μιὰν ἀναγωγὴ στὴν περιοχὴ τῶν θείων Ἐνεργειῶν διὰ μέσου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἐδῶ ἀπὸ τοὺς μυσταγωγοὺς ἀγγέλους· ἴσως εἶναι αὐτὸ ἕνα κριτήριο ὑπερβάσεως τοῦ ἀτομικοῦ ἐπιτεύγματος ἢ τοῦ πνευματικοῦ τεχνάσματος, ἕνας ὁρισμὸς τῆς ἐκστάσεως ὡς εἰσόδου στὴν καθολική πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ παραμένει χοϊκὴ καὶ ταυτόχρονα εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς γνώσεως ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς ἀφθαρσίας.[ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΕΛΙΚΑ;]

***

Σημειώσεις
20. Μερικοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θὰ προσδιορίση περισσότερο συγκεκριμένα τὴ μεταβολὴ καὶ μεταμόρφωση αὐτὴ τῆς φύσεως, θὰ μιλήση γιὰ τὴ «μετασκευὴν τῶν φυσικῶν ὀφθαλμῶν σὲ ὀφθαλμοὺς ἱκανοὺς νὰ ἀπολαύσουν τὴ θέα τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (βλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, ἔ.ὰ. σελ. 99 καὶ LOSSKY,  ἔ.ὰ.. σελ. 221, καὶ IVANKA ἔ.ά. σελ. 398).
21. Λ΄  γ΄  167.
22. ΚΖ΄ στ΄ 153, KH΄ κ΄ 160.
23. ΚΗ΄ μζ΄ 162.
24. Λ΄  ιη΄  169.
25. Λ΄ ιη΄ 169.
26. ΚΖ΄ ιγ΄ 154.
27. Το σχόλιο : «Μετερχόμενος τὸ μέσον, ἤτοι τὴν ἄοκνον προσευχήν, ἥτις ἐστὶ μέσον τῆς ἀμεριμνίας καὶ καρδιακῆς ἐργασίας, ἐν μέσοις γέγονα, φησίν· ἤτοι ἐν τοῖς ᾿Αγγέλοις, ἀρπαγείς τῇ θεωρία· οἵτινες Άγγελοι μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἰσὶ, καὶ τοὺς τὴν θείαν Χάριν διψῶντας διὰ φωτισμοῦ κορεννύουσι· καὶ ἐφεστώς, φησίν, Άγγελος, διψῶντα με μανθάνειν, ἐφώτιζε, τῆς δὲ ἀπορίας πάντη οὐκ ἀπήλλατε· ἐρωτῶντός μου γάρ, φησιν, ἐν τῇ θεωρίᾳ· τι ἣν πρὸ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ὁ Χριστός; καὶ τὸς ἡ τούτου θεία μορφή; ἀπεκρίνατο, ὅτι καὶ αὐτὸς ἡγνόει τοῦτα· ἡ γὰρ τῆς θεότητος οὐσία, φησί, καὶ αὐτοῖς τοῖς ᾿Αγγέλοις ἄγνωστος ὑπάρχει· ἄλλως τε δέ, καὶ ὁ ἐν ἐμοὶ νοῦς, διὰ τὸ ἔτι συνδεδέσθαι τῷ σώματι οὐκ ἠδύνατο γυμνοῖς προσβάλλειν τοῖς θεωρήμασιν· εἶτα τοῦ προτέρου ἀστοχήσας, ἠρώτων· καὶ πῶς νῦν ὑπάρχει ὁ Χριστός; ὁ δὲ, ἐν τοῖς ἰδίοις μὲν ἔλεγεν, ἤγουν ἐν θεότητι καὶ ἀνθρωπότητι, πλὴν οὐκ ἐν ρεύσει καὶ φθορᾷ καθὼς καὶ ἡμεῖς. Καὶ αὖθις δὲ ἐπηρώτων· πῶς ὁ μὲν τῶν εὐαγγελιστῶν καθῆσθαι τοῦτόν φησι, Στέφανος δὲ, ἐκ δεξιῶν ἵστασθαι τῆς δυνάμεως; ὁ δὲ μυσταγωγὸς καὶ ταύτης με τῆς ζητήσεως ἀπολύων, οὐ δυνατόν, ἔφη, σωματικῇ ἀκοῇ ταῦτα χωρηθῆναι. Πάλιν δὲ ὑπὸ πόθου μοι νυττομένῳ, καὶ καταλαβέσθαι τι τῆς ὑπερουσίου μεγαλειότητος ἐπιζητοῦντι, ἐκεῖνος, οὔπω, ἔφραζεν, ἥκειν τὴν ὥραν, διὰ τὸ μήπω τῆς μετουσίας τῆς ἀφθαρσίας ἀξιωθῆναι. Ταῦτα, εἴτε σὺν τῷ χοὶ, ἤγουν σὺν τῷ σώματι, εἴτε τούτου χωρίς, λέγειν εἰσάπαν οὐκ ἐπίσταμαι».
[Μετάφραση: Ασκώντας το «μέσον», δηλαδή την αδιάκοπη προσευχή, η οποία είναι μέσον μεταξύ της αμεριμνησίας και της καρδιακής εργασίας, βρέθηκα ανάμεσα στους μέσους, λέει· δηλαδή ανάμεσα στους Αγγέλους, αρπαγμένος με τη θεωρία· οι οποίοι Άγγελοι είναι μέσον μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και χορταίνουν αυτούς που διψούν τη θεία Χάρη μέσω φωτισμού· και ένας Άγγελος που στεκόταν κοντά, λέει, ενώ εγώ διψούσα να μάθω, με φώτιζε, αλλά από την απορία δεν με απάλλασσε καθόλου· διότι, λέει, ενώ ρωτούσα μέσα στη θεωρία: Τί ήταν πριν από την ένσαρκη οικονομία ο Χριστός; Και ποια είναι η θεία μορφή Του; Αποκρίθηκε ότι και ο ίδιος τα αγνοούσε αυτά· διότι η ουσία της θεότητας, λέει, είναι άγνωστη ακόμη και στους ίδιους τους Αγγέλους· και επιπλέον, και ο νους που είναι μέσα μου, επειδή ακόμη είναι δεμένος με το σώμα, δεν μπορούσε να προσβάλει (να προσεγγίσει) τα θεωρήματα γυμνά (να προσεγγίσει τα νοητά καθαυτά)· έπειτα, αφού αστόχησα ως προς το προηγούμενο, ρωτούσα: Και πώς υπάρχει τώρα ο Χριστός; Και εκείνος έλεγε ότι υπάρχει εν τοις ιδίοις Του, δηλαδή στη θεότητα και στην ανθρωπότητα, αλλά όχι σε ρευστότητα (γίγνεσθαι) και φθορά όπως και εμείς· και πάλι ρωτούσα: Πώς οι μεν Ευαγγελιστές λένε ότι Αυτός κάθεται, ενώ ο Στέφανος ότι στέκεται στα δεξιά της Δυνάμεως; Και ο μυσταγωγός, απαλλάσσοντάς με και από αυτή την απορία, είπε ότι δεν είναι δυνατόν αυτά να χωρηθούν με σωματική ακοή· και πάλι, ενώ κεντιόμουν από πόθο και επιζητούσα να καταλάβω κάτι από την υπερούσια μεγαλειότητα, εκείνος έλεγε ότι όχι ακόμη έχει έρθει η ώρα, επειδή δεν έχω ακόμη αξιωθεί τη μετοχή της αφθαρσίας· αυτά, είτε μαζί με το χώμα, δηλαδή με το σώμα, είτε χωρίς αυτό, δεν γνωρίζω καθόλου να πω].

Δεν υπάρχουν σχόλια: