Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Ν. Λουδοβίκος - Σ. Σαρογλίδου) α

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Ν. Λουδοβίκος - Σ. Σαρογλίδου) α

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Νικόλαος Λουδοβίκος - Σοφία. Σαρογλίδου) Caravel 8 Μαρτίου, Αντιφωνικό Εργαστήρι, 12 Έκθεση Ορθόδοξου Χριστιανικού Βιβλίου με αφορμή το νέο του βιβλίο: Αναλογικές ταυτότητες (τόμος β΄)- Η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού Διεννοημάτωση: αυτo-καθολικοποίηση, μετα-ναρκισσισμός και Χριστιανική θεολογία, εκδ. Αρμός.


Καλό μεσημέρι σε όλους. Του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Και με αφορμή το νέο βιβλίο του πατρός Νικολάου Λουδοβίκου, Αναλογικές ταυτότητες: η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού, διανοημάτωση, αυτοκαθολικοποίηση, μεταναρκισσισμός και χριστιανική θεολογία.

Το βιβλίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο της τριλογίας του πατρός Νικολάου για την ανθρωπολογία. Η τριλογία αυτή εγκαινιάστηκε με τον τόμο Αναλογικές ταυτότητες: η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού, πέρα από την πνευματικότητα και τον μυστικισμό στην πατερική περίοδο. Και θα ακολουθήσει ένας τρίτος τόμος της τριλογίας αυτής, που θα είναι αφιερωμένος σε μια θεολογία του ασυνειδήτου.

Βαθιά νερά, πατέρα Νικόλαε.[Βαθιά τά κάνει η σκιά, κυρία μου.Αλλά πρόσεξε τά βαθιά νερά κρύβουν καρχαρίες]

Ο εκδότης μου λέει ποτέ να μην αναγγέλλουμε τον τρίτο τόμο. Θα δούμε.

Διότι μπορεί να τρομάξει και να μην είναι σωστό όμως, ή μπορεί ο τρίτος τόμος να λέει ποτέ. Έτσι λέει αυτός. Λοιπόν, τα βιβλία αυτά βγαίνουν πρωτίστως στα αγγλικά και, όσον αφορά τον πρώτο τόμο, το τρίτο του μέρος, ο επίλογος, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την κόρη μου.

Και βγήκε από τις εκδόσεις Εν Πλω. Μόνο ο επίλογος. Μόνο το τρίτο μέρος, που είναι ο επίλογος.

Συναρπαστικά είναι η τελική σύνθεση. Πας με τόση. Ναι.

Μιλάτε για την αλήθεια του αναλογικού εαυτού ως διανοημάτωση. Ναι. Η λέξη «διανοημάτωση» στον υπότιτλο έχει μια τελεία.

Τα άλλα ακολουθούν, έτσι. Ναι. Σημαίνει, αντιπαρατίθεται και στην έννοια αυτής της πραγματικότητας, αυτής της αυτοκαθολικοποίησης και στον ναρκισσισμό ή τον μεταναρκισσισμό, όπως το λέω εγώ σήμερα.

Εντάξει. Αυτό, ναι. Πείτε μου λίγο πώς το ξέρετε, να πω μικρή.

Καταλαβαίνω ότι είναι ένα δίπολο αυτό. Είναι ένα δίπολο. Ουσιαστικά είναι ένα δίπολο, ναι.

Είναι ένα δίπολο αυτό. Το ζήτημα ουσιαστικά ξεκινάει στον προηγούμενο τόμο του βιβλίου. Δεν έχω αυτή τη στιγμή το ελληνικό μπροστά μου, γιατί δεν ξέρω, κανέναν, μου έχουν μείνει αντίτυπα από αυτά που μου έστειλαν κάποτε.

Αλλά ξεκινούσε αυτό το... Έχω το αγγλικό δηλαδή, έτσι. Καταλήγει το βιβλίο αυτό ως η ενέργεια δύο ανθρωπολογικών τύπων. Ο τύπος της αναλογίας ενέργειας, της αναλογίας συνεργίας, της αναλογίας διαλόγου.

Όλα αυτά είναι συνώνυμα. Και ο δεύτερος είναι ο τύπος της εσωτερικότητας, οι ανθρωπολογικοί τύποι, οι οποίοι δεν ταυτίζονται επακριβώς με το δίπολο Ανατολή-Δύση. Διότι έχουμε σημαντικούς γραφείς, πολύ σημαντικούς γραφείς από την Ανατολή, οι οποίοι μετέχουν και στα δύο.

Και επίσης έχουμε πάρα πολλούς σημαντικούς συγγραφείς στη Δύση, οι οποίοι μετέχουν επίσης και στα δύο. Το θέμα είναι ότι στην Ανατολή, αν το πω στους Έλληνες δηλαδή, κάθε την έρευνα υπάρχει πίσω από το βιβλίο αυτό. Για σκεφτείτε ότι αυτοί οι δύο τόμοι είναι προϊόν μιας δεκαετούς σπουδής.

Έτσι, δεν είναι έργα που γράφονται κανενός μέσα σε ένα και δύο χρόνια. Είναι μια υπερδεκαετής, μάλιστα, εργασία. Και ενώ έγραφα άλλα πράγματα, γύριζα ξανά στην έρευνα αυτή, η οποία υπήρξε σπονδυλωτή και η οποία είναι σαν κάπως ογκώδης, διότι περιλαμβάνει αρχαία και νέα φιλοσοφία, αρχαία και νέα θεολογία, ανατολική και δυτική.

Και επίσης πολλή ψυχολογία, νέα ψυχολογία. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου αυτού είναι ο διάλογος με την ψυχολογία, το πρώτο μέρος είναι με τη θεολογία, δυτική, ανατολική, το δεύτερο με τη φιλοσοφία και το τρίτο με την ψυχολογία.

Βέβαια, παρελθοντικά, προτού προχωρήσω, έχω τον πειρασμό να κάνω ένα μικρό σχόλιο εδώ, γιατί υπάρχουν πολλοί οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν γιατί χρειάζεται όλη αυτή η περιήγηση.

Είναι σημαντικό να μας εξηγήσετε γιατί σήμερα αυτό το βιβλίο, αυτές οι διερωτήσεις, αυτή η αναζήτηση.

Η Ελλάδα, η συνέχεια της παιδείας έχει διακοπεί. Και αυτό έχει ως συνέπεια το να μην θεωρείται ότι είμαστε υπόλογοι απέναντι σε όλον τον ανθρώπινο πολιτισμό, απέναντι σε όλη την ανθρώπινη σκέψη, απέναντι σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Δεν είμαστε χθεσινοί, ειδικά εμείς οι Έλληνες. Και να σκεφτούμε επίσης το εξής: ότι ο Ελληνισμός, αυτό που έκανε ιστορικά πάντως ήταν να προσλαμβάνει.

Δεν θα καταλάβετε ποτέ ένα μέρος της αρχαίας φιλοσοφίας χωρίς να δείτε τις σχέσεις με την Ανατολή. Την Ανατολή, την αιγυπτιακή Ανατολή και στη συνέχεια την ινδουιστική Ανατολή.

Υπάρχουν πράγματα συγχρονιστικά, όσον αφορά τις ανακαλύψεις που μπορεί να κάνει κανείς, για να φτάσει να δει και τις διαφοροποιήσεις που προτάθηκαν, τις συγχρονιστικές διαφοροποιήσεις από Έλληνες.

Έτσι φτιάχνοντας αυτό που ένας μεγάλος φιλόλογος, ο Ντοντς, ονομάζει διανοητικό μυστικισμό των Ελλήνων. Είναι μια επεξεργασία δεδομένων τα οποία ξεκινούν από πολύ μακριά.

Οι Έλληνες είναι παγκόσμιοι σήμερα, γιατί έκαναν μια παγκόσμια κίνηση. Έκαναν μια κίνηση να αφομοιώσουν ολόκληρο το ανθρώπινο γίγνεσθαι, διανοητικά και θρησκευτικά, και όλο το φιλοσοφικό και διανοητικό γίγνεσθαι επίσης.

Το ίδιο πράγμα έχουν και οι Έλληνες Πατέρες. Επειδή στην Ελλάδα σήμερα λειτουργούμε βασικά με συνθήματα στον θεολογικό χώρο, αυτό κάνει ο λεγόμενος συντηρητικός προτεσταντισμός.

Βασικά ο προτεσταντισμός είναι η επίσημη θρησκεία της Ελλάδας σήμερα. Είναι ο συντηρητικός προτεσταντισμός, ο οποίος λειτουργεί με συνθήματα προς μια απόλυτη ιδέα της καθαρότητας.

Μαγικής καθαρότητας. Δηλαδή, γι’ αυτό και δεν ξέρω πόσοι πρόσεξαν το βιβλίο μου αυτό, για να καταλάβουν τι ακριβώς εννοώ, ειδικά το ελληνικό.

Το τελευταίο τρίτο μέρος βγήκε στα ελληνικά. Να μελετήσουν έναν-δυο πίνακες και να δούνε. Νομίζω προσπαθώ να το αποδείξω αυτό.

Πόσο κοπιώδης υπήρξε η ανάδειξη μερικών θεμελιωδών θέσεων της ελληνικής ή της ορθόδοξης, λέγουμε, ιστορικής θεολογίας. Πόσο ελάχιστα αυτονόητη υπήρξε. Αυτή η περιήγηση σήμαινε για μερικούς ανθρώπους οι οποίοι δεν δηλώνουν πάντα τις πηγές τους, γιατί στην αρχαία εποχή, ξέρετε, όταν γράφει κανείς, δεν γράφει όπως γράφουμε σήμερα.

Σήμερα για να γράψει κανείς κάτι έγκυρο πρέπει να παραπέμψει και μάλιστα να παραπέμψει σε μεγάλη λεπτομέρεια. Τότε δεν το κάνανε αυτό. Αλλά τα διαβάσματά τους, για όλους όσοι έχουν διατρέξει παρόμοια κείμενα, είναι εμφανή.

Λέω, λοιπόν, το εξής: ότι είμαστε υπόλογοι απέναντι σε όλους και σε όλα. Και αν θέλει σήμερα η ορθόδοξη θεολογία να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του διανοητικού ενδιαφέροντος σε όλον τον δυτικό, ελληνοδυτικό λέγω όπως μου... χριστιανικό ελληνοδυτικό...

Ναι, βλέπετε μέσα στο βιβλίο σας «ελληνοδυτικό».

Ναι, αυτόν τον όρο χρησιμοποιώ και βάζω μέσα στον Έλληνα, βάζω επιτήδεια τη ρωσική, ας πούμε αυτή, κεντρικά βέβαια. Έχει από τον ελληνισμό και τον χριστιανισμό και τη δυτική ταυτόχρονα. Και κάποτε αυτός ο κόσμος για χίλια χρόνια αισθάνεται ενωμένος, παρά τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό.

Αλλά αισθάνεται ότι παρέχει, ότι έχει έναν τρόπο να βιώνει αυτές τις, ας πούμε, διαφορές. Και κάποια στιγμή αυτό το πράγμα βέβαια αρχίζει να διαρρηγνύεται και, λόγω της μη επικοινωνίας για πάρα πολύ καιρό, έπαψε να λειτουργεί.

Δηλαδή, το γεγονός το να επιστρέφουμε σ’ αυτή τη συζήτηση απλά θριαμβευτικά, έτσι. Δηλαδή απλώς κρατώντας τη σημαία της απόλυτης αλήθειας, επειδή εμείς θέλουμε να είναι αυτό αλήθεια, κινδυνεύει να αποτελεί αφέλεια. Πρέπει να πείσουμε. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι λέω.

Έχει αλλάξει το ιστορικό πλαίσιο. Πρέπει να πείσουμε, όπως πείσαμε κάποτε. Ακούστε, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής —τον αγαπώ, ξέρετε πώς— δεν είναι μεγάλος γιατί ακολούθησε την παράδοση, όπως λέτε συγκεκριμένα.

Για να μην πω πώς τους βλέπω έξω. Αυτό είναι γράμμα. Είναι μεγάλος γιατί μας έδειξε ποια είναι η παράδοση.

Μας εξήγησε γιατί αυτή η παράδοση είναι η παράδοση. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό που πρέπει να ξανακάνεις. Να ξαναφωτιστούν τα κείμενα με ένα λεξιλόγιο σύγχρονο.

Όχι μόνο αυτό. Να τα ερμηνεύσω με σημασία υπαρξιακά και δυνατικά και σε διάλογο.

Και σε διάλογο, ναι.

Δεν μπορεί εγώ αυτή τη στιγμή, τη μεγάλη εξαίρεση του θωμισμού, λέω για παράδειγμα, λέω ότι είμαι, δεν ξέρω τώρα, δεν θέλω να μιλάω έτσι, αλλά έκανα έναν αγώνα να διαβάσω τον Ακινάτη στην αρχαία ως το τέλος, με τον Αυγουστίνο, στην αρχαία ως το τέλος. Λοιπόν, γιατί; Διότι δεν θα καταλάβεις με ποιους μιλάς αν δεν το κάνεις αυτό.

Το να πιάσεις ένα-δυο πραγματάκια και να τα απορρίψεις, είναι αυτό το ίδιο που κάνουν και οι χειρότεροι εξ αυτών για εμάς. Το ίδιο πράγμα κάνουν.

Γι’ αυτό σήμερα υπάρχουν δυσκολίες, λέει, η κοινωνία. Διότι φονταμενταλισμός υπάρχει και από την εδώ πλευρά και από την παραπέρα, και στις άλλες πλευρές απέναντι.

Και γίνεται πάντα το ίδιο πράγμα. Και το ζήτημα είναι ότι η αλήθεια δεν φοβάται αυτού του είδους τις αναρριφήσεις και τις αναζητήσεις. Ξέρετε.

Οι αληθινοί δεν φοβήθηκαν ποτέ έναν καλύτερο εκπρόσωπό της. Δεν τις φοβήθηκαν. Ούτε ο Μάξιμος, ο Παλαμάς, ούτε ο Γρηγόριος Νύσσης, ούτε όποιον θέλετε να πούμε τώρα.

Καταλάβατε; Ή μάλιστα εργάζονταν με τον τρόπο αυτόν ακριβώς. Δηλαδή παίρνοντας, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, τα καλά από πάρα πολλά πράγματα και αναχωνεύοντάς τα με τον ελληνικό τρόπο, γιατί είναι Έλληνες αυτοί, τον οικουμενικό αυτόν τρόπο δηλαδή, ο οποίος ουσιαστικά κάνει παρόντα όλα τα ανθρώπινα ερωτήματα μέσα στον προβληματισμό μου.

Και δεν μιλάω πλέον απλά ως Έλληνας, Αθηναίος, Θεσσαλονικιός, Κωνσταντινοπολίτης. Μιλάω σαν πανάνθρωπος. Και επειδή το κάνανε αυτό, γι’ αυτό σήμερα ο κόσμος ολόκληρος επιστρέφει στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Και έχουμε κάθε χρόνο ένα παγκόσμιο συνέδριο στον θεολογικό χώρο και έχουμε ειδικώς για τον Μάξιμο από όλο το σύμπαν. Αν μιλούσα απλά σαν, πώς το λένε, φονταμενταλιστής, ας πούμε...

Που δεν ήταν ποτέ, που δεν μπορούσε να είναι με την τεράστια διανοητική και υπαρξιακή έννοια που είχε. Δεν θα ασχολούνταν κανένας μαζί του σήμερα. Κανένας. Κανένας.

Θα είχε λύσει το προσωπικό του πρόβλημα πιθανώς γι’ αυτόν και για κάποιους άλλους ίδιους με αυτόν. Αλλά δεν θα είχε αυτή την τεράστια δυνατότητα επικοινωνίας που είχε και που έχει. Και δεν θα έκανε τα τεράστια βήματα αυτά, γιατί για να διορθώσεις τη φιλοσοφία, όπως κάνει αυτός, διορθώνει τον Αριστοτέλη, διορθώνει τον Πλάτωνα ταυτόχρονα.

Πρέπει να τους ξέρεις καλά αυτούς τους δύο. Και να ξέρεις τους σχολιαστές τους, τις εποχές, τους ανθρώπους με τους οποίους μένουν τέτοιοι, τα κείμενα, τη δουλειά που έχει γίνει προηγουμένως, έτσι.

Αυτά, αναλόγως με τα θεωρούμενα σήμερα, σημαίνουν ένα πολύ συγκεκριμένο χρέος, το οποίο οπωσδήποτε περνάει από το βίωμα του εν Χριστώ και στον διάλογο τον διασκεπτικό, στη διερώτηση. Και τα δύο.

Όσοι με ξέρουν, ξέρουν ότι και τα δύο με ενδιαφέρουν πάρα πολύ. Αλλά και τα δύο. Όχι μόνο το ένα, όχι μόνο το άλλο.

Γι’ αυτόν τον λόγο και αυτά τα βιβλία, τα οποία ξέρω κι εγώ ότι είναι ειδικά βιβλία για να διαβαστούν, έχουν ουσιαστικά ως προέλευση όλη αυτή την προσπάθεια να αναχωνευτεί ό,τι έχει γίνει μέχρι σήμερα. Και να δείχνουμε στην πράξη τι ακριβώς είναι αυτό που μας ενδιαφέρει και γιατί μας ενδιαφέρει.

Κάποτε ήμουν, θυμάμαι, στη Ρωσία, πριν... ήταν ένα συνέδριο πόσα, δέκα χρόνια πριν.

Δέκα χρόνια, ένα δεκα... χρόνια πριν. Στη Μόσχα. Οι Ρώσοι μετά τον κομμουνισμό δεν έχουν καταφέρει να αναπτύξουν σκέψη, τίποτα απολύτως.

Ξέρετε, στον θεολογικό χώρο. Πλην από έναν. Ο Σεργκέι Χορούζι, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, που κοιμήθηκε πλέον, ιδρυτής του Ινστιτούτου Συνεργητικής Ανθρωπολογίας, ένας μαθηματικός που έκανε τόσο καλά αγγλικά, ώστε να μεταφράσει James Joyce στα ρωσικά.

Joyce δεν μπορεί να διαβάσουν ούτε οι Άγγλοι, τόσο δύσκολος είναι για τη γλώσσα του. Και ταυτόχρονα φιλόσοφος, συνομιλούσε απευθείας με τον Φουκώ και λοιπά, και ήταν και φίλος μου. Εκτός από αυτόν, που είχε καταλάβει την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας και την έβαζε να κουβεντιάσει με όλα τα πράγματα, η Ρωσία είναι σε κατάσταση, να ξέρετε ακόμα σήμερα, παλιλαλίας, το λέω εγώ, μεταξύ μας.

Ένας που βρίσκεται σε κατάσταση, πώς το λένε, ειδική ψυχοπαθολογική κατάσταση και επαναλαμβάνει ό,τι του πεις. Υπάρχει, ναι βέβαια, ψυχωτικό αυτό, αλλά δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς. Ευσεβούς, πώς το λένε, αφασίας.

Λοιπόν, και εγώ τότε μίλησα. Αυτό που είπα τότε, το κεφάλαιο, είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο αυτό: είναι ο Λακάν και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος για τον κομματιασμένο εαυτό μου, για την επιθυμία μου. Λοιπόν, και θυμάμαι, επικράτησε κατ’ αρχήν μια τρομακτική παγωνιά.

Παγωνιά στην αίθουσα. Με κοιτάγαν έντρομοι. Έντρομοι. Διότι αυτοί δεν έχουν παράδοση πια, έχει κοπεί η παράδοση, ξέρετε.

Προσπαθούν να πιάσουν να γίνεται δεξιά-αριστερά, για να συνεχίσουν όλο αυτό το φοβερό πράγμα που έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα και, λοιπόν, σταμάτησε λόγω του κομμουνισμού. Κόπηκαν όλα. Μαύρο σκοτάδι. Τελείωσε απλώς. Θεραπεία συντήρησης, έτσι.

Λοιπόν, δεν έχουν γεφυρώσει το χάσμα. Δεν μπορούν να καταλάβουν ούτε τον Ντοστογιέφσκι ούτε τον Μπερντιάεφ ειδικά, όταν σταματήσουν. Λοιπόν, και η παγωνιά τη θυμάμαι ακόμα. Έξω έχει μείον 25, μέσα έχει επίσης μείον 25, διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν.

Πώς είναι δυνατόν; Σχολιάζω εγώ με σημερινούς όρους το γεγονός ότι ο τεθραυσμένος εαυτός και η ανάγκη ενοποίησης της επιθυμίας, που ζητά, ας πούμε, ο Λακάν, μπορεί να επιτευχθεί μέσω του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, έτσι. Δεν καταλάβαιναν τον συσχετισμό.

Και θυμάμαι σε κάποιον που με ρώτησε, τόλμησε να το ρωτήσει τελικά, λέω: κοιτάξτε κάτι, η έννοια αυτή της επιθυμίας σήμερα την καταλαβαίνετε με έναν τρόπο που έχει περιγράψει ο Λακάν. Είναι πεπτωκώς τρόπος. Είναι τρόπος ο οποίος δεν θα αφορούσε τον Άγιο Παΐσιο.

Ναι, σύμφωνοι. Αλλά δεδομένου ότι εμείς δεν είμαστε Παΐσιοι, έχουμε τη δυνατότητα, τον τρόπο, να διχαζόμαστε μέσω της επιθυμίας σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε αυτό το πράγμα να αποτελεί ένα τρομακτικό κενό εσωτερικό και μια διάσπαση εσωτερική, ακριβώς με ένα συνεχές έλλειμμα, το οποίο είναι διαθεραπευτικό. Αυτό συμβαίνει.

Η λύση είναι θεολογική. Αλλά για να έχει νόημα η θεολογική λύση για εμάς, πρέπει να περιγράψουμε με σημερινούς όρους τι μας συμβαίνει.

Χρειάζεται και ο σημερινός στοχασμός και η σημερινή φιλοσοφία και η σημερινή τέχνη και η σημερινή λογοτεχνία και η σημερινή ψυχολογία, που ούτως ή άλλως μας δείχνουν την εναισθητική κατάσταση. Και επίσης χρειάζεται να ξέρω, όπως είπα, τη συναίσθηση του τι συμβαίνει στις άλλες ομολογίες, αν θέλουμε να κάνουμε στοχασμό, για να δουλέψουμε με έναν ολοπαθή τρόπο και, ει δυνατόν, τι συμβαίνει και σε άλλες θρησκείες.

Γιατί σήμερα ο αναθεωρητισμός σε μια σειρά θρησκείες, στο Ισλάμ το ίδιο, ήταν φοβερός ερμηνευτικός αναβρασμός έξω από τις ισλαμικές χώρες, στον Ιουδαϊσμό, στον Βουδισμό. Αυτό δεν είναι το ίδιο βέβαια. Αυτό θέλω να στηρίξω, αυτό που λέω, ότι η διατύπωση της σημερινής θεολογίας στο επίπεδο του Βασιλείου, του Μαξίμου, του Παλαμά, θα συνεπαίρεται μια γνώση και μια επικοινωνία με αυτά τα πράγματα.

Τις αναταράξεις που συμβαίνουν —όχι, όχι τις αναταράξεις— που συμβαίνουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όσον αφορά την ανθρωπολογία.

Όσον αφορά την ανθρωπολογία, βέβαια, σήμερα, όταν έχουμε την προτεραιότητα της ύπαρξης απέναντι στην ουσία, απέναντι στην ανθρώπινη φύση, αυτό το πράγμα για να κατανοηθεί πρέπει να ξέρεις τον υπαρξισμό, πώς παρήχθη. Δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός. Τον φτιάξανε κάποιοι άνθρωποι.

Και δεν τον φτιάξανε αυτοί οι άνθρωποι... είναι μια προϊστορία όλη. Έπρεπε να τον φτιάξουν. Έχει καλά στοιχεία ότι το φτιάξανε. Και καλά και κακά.

Ακριβώς όταν ο Σαρτρ αρνούνταν την έννοια της ουσίας, για παράδειγμα, στον άνθρωπο και μιλάει για το en soi και το pour soi, το καθεαυτό, λοιπόν, έχει από πίσω μια έννοια της ουσίας πολύ συγκεκριμένη.

Η έννοια της ουσίας αυτή είναι γόνιμη; Θα θεωρούσα πως όχι. Η λύση πάλι στον Σαρτρ είναι εξ ολοκλήρου σωστή; Όχι. Μόνο προώπης από όλους ο Χάιντεγκερ, ο οποίος είπε, αν φτάσουμε στο γράμμα για τον ανθρωπισμό, ότι αν μείνουμε μόνο στον ανθρωπισμό, ουσιαστικά θα ξεχάσουμε τις αναφορές της υπερβατικής του ανθρωπισμού. Και αυτό είναι σωστό.

Αυτού του είδους η περιήγηση μας επιτρέπει να καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι η ορθόδοξη ανθρωπολογία και πόσο απολύτως —εγώ το θεωρώ πραγματικά συγκλονιστικό ως προσωπική καταρχήν ανακάλυψη— όπως ανακάλυψη προτείνω σε άλλους ανθρώπους, σε συζητητές μου, σε φίλους, σε αναγνώστες, σε αναζητητές βασικά.

Δηλαδή ακριβώς αυτό: πόσο συνδέεται η πραγματικότητα αυτή η εκκλησιαστική με τις πάρα πολύ σημερινές και κοντινές μας αναζητήσεις, αυτές με τις οποίες έχουμε, σε ένα περιβάλλον ιδεολογικό ή θεωρητικό, μέσα στη ζωή μας.

Ναι, εδώ υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι είναι επικίνδυνοι. Μπορεί να είναι κατά πάντα συμπαθείς ως άνθρωποι, η νοοτροπία τους όμως είναι επικίνδυνη. Είναι δύο ειδών — το έχω πει αυτό, αλλά αναγκάζομαι να επανέλθω. Από τη μια πλευρά, το ένα είναι το άλλο θετουάρι.

Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι φονταμενταλίζοντες, οι συντηρητικοί προτεστάντες, να το πω έτσι, οι οποίοι, όντες αποκομμένοι από την ύπαρξή τους τελείως, όντες αποκομμένοι από έναν εαυτό ο οποίος έχει απαιτήσεις και ο οποίος είναι πραγματικός εαυτός —και αυτά ίσως είναι και στοιχεία νευρωτικά κάποιες στιγμές— καταφεύγουν με έναν τρόπο, θα το πω με λακανική ορολογία, στο φανταστικό.

Με άλλα λόγια, με την αλήθεια σε έναν χώρο φανταστικό. Και στη συνέχεια —και εδώ έχει αρκετή μίμηση από πίσω— εμφανίζονται οι υπερασπιστές αυτής της φανταστικής αλήθειας, στην οποία δεν έχουν πάει ποτέ μέσα στην πραγματική ζωή του ανθρώπου και στον πραγματικό πολιτισμό.

Μιλάνε μια ξύλινη γλώσσα.

μια εμμονή αυτό. Μιλούνε μια ξύλινη γλώσσα, απεχθάνονται κάθε αναφορά σε φιλοσοφία, σε ψυχολογία, σε τέχνη, σε επιστήμη, με την έννοια ακριβώς —όπως μου λέγανε στη Ρωσία— «ο Λακάν είναι ανώτερος; Όμως ο Σιδηρόν είναι ανώτερος».

Ναι, το ξέρω εγώ, το πιστεύω πολύ ότι αυτό είναι ανώτερο, γι’ αυτό και είμαι στον χώρο των εκκλησιαστικών όρων. Αλλά αυτό πρέπει να το δείξουμε με τρόπο που να δικαιώνει τα πραγματικά ερωτήματα, τους πραγματικούς καημούς. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό.

Το να πετάω μια ξύλινη αλήθεια στα κεφάλια των ανθρώπων και να λέω «καμία σχέση δεν έχει η ψυχανάλυση»... Τώρα τελευταία τα άκουσα και αυτό: ένας που λέει ο καημένος «δεν υπάρχει ασυνείδητο, έχω ελευθερία βουλήσεως». Δεν υπάρχει ασυνείδητο και έχεις ελευθερία βουλήσεως; Η ελευθερία βουλήσεως είναι αυτή την οποία πρέπει να την αντικρίσεις από το ασυνείδητό σου.

Οι αγώνες που μας οπλίζει έχουν σκοπό ακριβώς αυτό: να φωτίσουν έτσι την πραγματικότητα. «Προαίρεσιν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου». Εδώ παραπέμπει σε ένα βάθος που είναι ακριβώς αυτό το βάθος. Είναι ο αγώνας αυτός.

Διότι ποιος κάνει άσκηση, κυρία Σαρογλίδου; Όποιος κάνει άσκηση πραγματική θα ανακαλύψει μετά από λίγο ότι με τα πάθη του δεν τα πάει καλά, γιατί τον νικούνε κάθε τόσο. Ξέρετε γιατί τον νικούνε; Γιατί έχουν βαθύ ασυνείδητο ρίζωμα.

Και όσο έχουν ασυνείδητο ρίζωμα, δεν τον διορθώνει ο Θεός και πέφτει στα ίδια και στα ίδια και στα ίδια για δέκα, για είκοσι, για τριάντα χρόνια. Και αυτό το πράγμα γίνεται μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσει ο Θεός. Λέει: θα έχω ένα τεράστιο βάθος μέσα μου. Το συγκεκριμένο, δηλαδή. Ξαναζήτησε από τον Θεό αυτή τη φοβερή κραυγή του Δαβίδ: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός».

Μα δεν είναι το θέμα του αυτεξουσίου μου; Το θέμα αυτό το κάνω; Πάμε που πάμε να τελειώσουμε, όπως λέει ο συγκεκριμένος και κάποιοι άλλοι. Αφέλειες. Αφέλεια και αγραμματοσύνη. Ούτε ξέρουμε θεολογία ούτε ψυχολογία, συγχωρέστε με. Αλλά αυτά τα πράγματα σήμερα στοιχειώνουν την πραγματικότητά μας.

Σημαίνει ότι θα κάνεις πραγματικό αγώνα με το ασυνείδητο για να φέρεις εις πέρας την ελευθερία της βούλησης και του αυτεξουσίου, που όντως έχεις.

Από την άλλη, υπάρχει αυτή η ιδεοληψία μιας καθαρής Ορθοδοξίας, η οποία δεν πρέπει να έρθει σε επαφή με τίποτα, μην τυχόν χαλάσει, έτσι, μη μολυνθεί.

Και από την άλλη υπάρχει το δίδυμο ακριβώς, έτσι, όλο αυτό το πνεύμα το μετά, μετά το ένα, μετά το άλλο, μετά το άλλο, όπου ουσιαστικά τα πάντα εγκαταλείπονται. Και ουσιαστικά ακόμα παραπέμπει αυτός ο στόχος μας σε μια συγχωρητικότητα που επιτρέπει τα πάντα να γίνουν.

Τα έχεις καθόλου σάλοθη; Τα έχω καθόλου σάλοθη ως πάρκινγκ, όπως λέω, όλων των ειδών των αυτοκινήτων, όπου όλη η μετανεωτερικότητα γίνεται ακρίτως αποδεκτή και ουσιαστικά δουλεύουμε, ψάχνουμε να βρούμε χωρία για να υπηρετήσουμε την απόγνωση και τα αδιέξοδα της μετανεωτερικότητας.

Δεν είναι ούτε το ένα. Χρειάζεται κάτι που να αφορά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μια στοχαστική εργασία η οποία, ει δυνατόν, να δικαιώσει κριτικά ό,τι συμβαίνει γύρω μας ή να κρίνει και να απορρίψει, πάλι με τον βιωματικό αλλά και λογικό τρόπο, και να προτείνει επίσης και διεξόδους προς μια κατεύθυνση την οποία θα την αναζωογονήσουμε από αυτό, γιατί θα τη φέρουμε ξανά δηλαδή στα πραγματικά μας προβλήματα.

Αυτή η μεγάλη παρένθεση γιατί γίνεται; Ουσιαστικά σήμερα εξαντλείται ολόκληρη η δυναμική της νεότερης θεολογίας μας σε μια άγονη μάχη μεθοδολογιών. Είναι όπως λένε: κάθε συμφωνισμός, θέωση. Μάλιστα. Αυτό σταματάει κάθε σχέση με οποιονδήποτε στοχασμό.

Είναι λάθος αυτή η ερμηνεία. Διότι ο Άγιος Μάξιμος, όταν τη χρησιμοποιεί, μετά περνώντας στη διαδικασία αυτή της καθάρσεως, δουλεύοντας με τις εντολές, τα ψυχολογικά, κάνει έναν φοβερό στοχασμό. Δεν είναι αφασία. Είναι οι προϋποθέσεις.

Όπως ακριβώς οι αγιογράφοι που κάνουν προσευχή για να κάνουν την εικόνα, αλλά θα κάνουν την εικόνα στο πλαίσιο. Είναι μια τρομακτική επέμβαση σήμερα.

Αν μιλάμε για ελευθερία βουλήσεως και ίσως το φέρουμε στον Μάξιμο, ο ανθρωπολογικός στοχασμός του Μαξίμου είναι πολύ προχωρημένος. Προσπάθησα να το δείξω πόσο και στο βιβλίο αυτό, μεταξύ άλλων. Και άλλων βέβαια, και του Παλαμά και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Από το βιβλίο αυτό βγάζαμε ολόκληρη θεωρία περί προσωπικότητας, ο διάλογος με τον Γιάνγκ και τον άλλον, τον Κόχουτ και τον Άντορνο, παίρνοντας την από την ανθρωπολογία του Αρεοπαγίτη, που είναι λίγο γνωριμένη.

Αυτό το «όση μετοχή με όσους διαμερισμούς».

Τόση μετοχή παράγεται με έναν τρόπο διάνοιξης προς τον άλλον και ταυτόχρονα μετοχής, που αυξάνει η μετοχή λόγω του μοιρασμού. Αυτά τα πράγματα είναι προχωρημένα και επίσης απευθύνονται σε κόσμο τον οποίο έχει εμπλέξει αυτό το πράγμα, που σκέφτεται έτσι. Δεν το καταλάβατε; Που τον αφορά αυτή η σκέψη, που τον αφορά είναι να το φέρει και στη ζωή του ακριβώς.

Και επιμένω σ’ αυτό, διότι το ξαφνικό είναι μια άγονη... Υπάρχει, λοιπόν, και κάθαρση και φωτισμός, αν και εμένα μου αρέσει —ο καθηγητής Μαντζαρίδης το άλλαζε πάρα πολύ— το σχήμα του πατρός Σωφρονίου: χάρις, θεοεγκατάλειψη παιδαγωγική, χάρις, θεοεγκατάλειψη. Είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Γιατί το άλλο έχει και φιλοσοφική ρίζα: κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Προέρχεται από τον Πρόκλο. Είναι πλατωνικό σχήμα, όσο και αν... πόσο θα φρίτταν οι θιασώτες αν μάθαιναν ότι το σχήμα αυτό, κάθαρση, φωτισμός, δεν είναι καθαρά... Αλλά το θέμα είναι ότι το δέχτηκε η Εκκλησία. Σε κάθε περίπτωση, είναι προετοιμασία για να γίνουμε μόνοι μας.

Ο Άγιος Μάξιμος, μάλιστα, έχει τα χειρότερα λόγια να πει για την ασκητική κολόβωση της φύσης. Έτσι τη λέει: ασκητική κολόβωση της φύσης. Κόβουμε κομμάτια του εαυτού. Η λογική είναι εχθρός, το συναίσθημα είναι εχθρός.

Τότε ο Παλαμάς, το σώμα είναι εχθρός; Αυτός ο σχολιαστής; Τότε ο Παλαμάς που κάνει όλον τον αγώνα αυτό για το είσω πέμπειν τον νουν και μιλάει για το σώμα: «ενσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις». Φοβερότερη κουβέντα που υπάρχει ποτέ για το ανθρώπινο σώμα. Δεν τα λέω. Δεν τα λέω.

Είναι φοβερά τιμητική κουβέντα. Είναι φοβερή τιμητική κουβέντα, φοβερά τιμητική κουβέντα.

Δεν μου αρέσει όπως λέτε. Δεν μιλάτε για το... Δεν βάζουμε το σώμα στην άκρη.

Ναι. Αλλά το τιμούμε ως πνευματικό μόρφωμα. Θέλει να καεί τα πάντα πνευματικά, το σώμα. Γι’ αυτό και στο προηγούμενο βιβλίο μου για το αρχαίο κεφάλαιο ξεκίνησα από ένα βίντεο: το πραγματικό σώμα και ο πραγματικός άλλος.

Υπάρχει ένα πραγματικό σώμα το οποίο υποφέρει κάτω από τις μερικεύσεις αυτές. Και το συναίσθημα και όλα αυτά. Αν αφαιρέσουμε το συναίσθημα, δεν μπορεί να έχουμε καρδιακή, γνήσια προσευχή.

Αν δεν έχει ο άνθρωπος επιθυμία και συναίσθημα. Αυτό λέει ο Παλαμάς. Και το λέει ένας άδεστος Παλαμάς.

Και όλη αυτή η ανθρωπολογία...

Είναι πολύ σημερινή, πατέρα Νικόλαε.

Είναι πολύ σημερινή. Πάρα πολύ αγωνιώδης ως πνευματική. Και εγώ ως πνευματικός το έχω αντικρίσει τόσες φορές αυτό.

Σε νέα παιδιά τα οποία είναι έτοιμα να κάνουν τα πάντα και έρχονται και μου λένε ότι κομματιάζεται ο εαυτός τους μέσα σε μια φονταμενταλίζουσα πνευματικότητα, η οποία δεν βλέπει την πραγματικότητα την ψυχοσωματική τους.

Και γιατί δεν τη βλέπει; Η παράδοση τη βλέπει όμως. Ο Μάξιμος την έβλεπε.

Ο Μάξιμος έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι το όλον αυτού. Και εννοούσε μάλιστα και τις σκηνοθεσίες του εαυτού. Κατά γράμμα.

Συνεχίζεται

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΡΧΗ ΤΟ ΠΟΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ ΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΑΥΡΑ ΦΙΔΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ.
ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΑΓΕ  Ο ΠΟΠΠΕΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΔΩΣΕ Ο ΣΟΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΛΟΓΟΣ, ΓΛΩΣΣΑ ΜΕ ΝΟΗΜΑ  ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. ΚΑΘΟΤΙ ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΤ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.

" Η ηθική του γούστου. Δηλαδή, είναι αυτό η απόρροια της μακράς κατάρρευσης των κοινών πηγών νοήματος.
Που, επιπλέον, δεν άφησαν και τίποτα πίσω τους, δηλαδή, έτσι. Και την παράλληλη εξέλιξη στη φιλοσοφία, δηλαδή. Αυτό που ο Χάιντεγκερ περιέγραψε ως θέληση για δύναμη, ως ουσία της δυτικής μεταφυσικής.

Δηλαδή, μια αντίληψη για τον εαυτό, ο οποίος αυτοϋπερβαίνεται συνέχεια. Δεν υπερβαίνει πια τίποτα έξω του, δεν υπάρχει τίποτα έξω του. Δεν βγαίνει από τον εαυτό του, με την έννοια ότι εξέρχεται για να συναντήσει ένα υπερουράνιο όλο.
Τίποτα δεν συναντάει. Συναντάει μονάχα έναν νέο εαυτό. Συναντάει συνεχώς κάτι το οποίο είναι, υποτίθεται, μεγαλύτερο και περισσότερο από αυτό που ήδη είμαι.
Και με τον τρόπο αυτό, βέβαια, θεωρείται ότι πάντα κάποιος έχει τεράστιους ορίζοντες ως προς τον εαυτό του, όμως. Καταλάβατε; Όχι ορίζοντες μετοχής, ναι, αλλά ορίζοντες αυτοπραγμάτωσης, νομίζουμε σήμερα. Αυτή είναι η μαγική λέξη."

ΣΗΜΕΡΑ ΛΟΙΠΟΝ ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΕΑΥΤΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ  ΔΗΛ. ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ. 
ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ ΤΟΝ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΜΕ ΑΛΑΝΘΑΣΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΤΙΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΓΡΗΓΟΡΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ. ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  Ο ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟ  ΣΥΝΕΙΝΑΙ, ΤΟ ΟΜΟΙΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ. ΤΟ ΓΟΥΣΤΟ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΟΥΣ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.

 Ο Κύριλλος είχε ανοίξει την πόρτα της αφαίρεσης, καθώς εννόησε το ομοούσιος με την έννοια του ομογενής. Έτσι ο Υιός είναι ομογενής του Πατρός, δηλαδή ομοούσιος. Ο Υιός, ο οποίος έρχεται από την ουσία του Θεού Πατρός δεν μπορεί να είναι έτερος, ξένος απ' Αυτόν που τον γέννησε, αλλά είναι ομοούσιος μ' Αυτόν, με καλές σχέσεις και ομοφυής. Οπωσδήποτε η ταυτότης τής ουσίας παίζει και εδώ τον ρόλο της, αλλά αυτή η αλήθεια εξαρτάται πλέον από μια αφαίρεση, έρχεται σαν συμπέρασμα και δεν δίνεται κατευθείαν από τον όρο ομοούσιος, όπως στην εποχή του Μ. Αθανασίου.

Τοιουτοτρόπως το ομοούσιος αρχίζει να χρησιμοποιείται στην Χριστολογία! «Ομοούσιος με τον Πατέρα όσον αφορά την θεότητα και ομοούσιος με μας όσον αφορά την ανθρωπότητα». Ο Κύριλλος ξανά, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ομοούσιος στον ίδιο λόγο, για να εκφράσει τόσο την ταυτότητα της ουσίας με τον Θεό, όσο και την ομοιότητα της ουσίας με τους ανθρώπους. Το ομοούσιος γίνεται ένας όρος γενικός, για κάθε χρήση.

Ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο εννοούσε την φύση δεν θα πείραζε εάν είχε κρατήσει την παραδοσιακή σημασία της, κατά την οποία η ουσία εκφράζει μια συγκεκριμένη οντότητα, μια πρώτη ουσία! Το πρόβλημα γεννήθηκε από την εξίσωση ουσίας και φύσεως, η οποία εξίσωση δεν μειώνει την ουσία σε δεύτερη ουσία, γιατί θα καταλήγαμε κατευθείαν στον τριθεϊσμό, αλλά την μειώνει σε μια αφαίρεση η οποία μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ταυτότητα και στην ομοιότητα της ουσίας.

Η συμμετοχή του Αγίου Μαξίμου στην αφηρημένη έννοια τής ουσίας, δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους άνδρες της εποχής του!

Ο Άγιος Μάξιμος εξισώνει πολύ συχνά ουσία και είδος και την διακρίνει από την υπόσταση λέγοντας πώς αυτός ο τελευταίος όρος δείχνει μια ειδική περίπτωση όπου ενσωματώνεται η ουσία ή το είδος. Αποδίδει ακόμη και στον Χριστό δύο ουσίες (οpusc., 77B).

Δέχεται εξάλλου έναν ορισμό της ουσίας, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, κατά τον οποίο η ουσία είναι ένα πράγμα που υφίσταται μ' έναν αυτόνομο τρόπο και είναι ανεξάρτητο ως προς την ύπαρξή του από άλλα αντικείμενα. Ενώ για τους πατέρες είναι η φύσις αυτή πού αποδίδεται σαν κατηγόρημα σε πολλά διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα το ένα από το άλλο ως προς την υπόσταση.

Γνωρίζει πολύ καλά τον ορισμό της ουσίας από τον Πλάτωνα, σαν ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πράγμα, αλλά προτιμά να ερμηνεύσει την ουσία με την Αριστοτελική έννοια της αφηρημένης καθολικότητος!

Όπως είδαμε στα προηγούμενα, εξισώνοντας την Χριστολογία με την “θεολογία” το τριαδικό δόγμα κατεκλύσθη από αφαιρέσεις. Σ' αυτήν ακριβώς την περίπτωση η θεολογία κυριολεκτικά σώθηκε από το έργο ενός αγνώστου, του ψευδο-Κυρίλλου ο οποίος έγραψε ένα κείμενο “Περί της Αγιοτάτου Τριάδος” το οποίο προσετέθη στο τέλος των κειμένων του Κυρίλλου!

Οι πατέρες του τετάρτου αιώνος είχαν υπογραμμίσει με δύναμη το γεγονός πως ο Πατήρ είναι μέσα στον Υιό και ο Υιός στον Πατέρα και το Πνεύμα και στα δύο μαζί![Καί τά δύο είναι μέσα στό Αγιο Πνεύμα] Η γλώσσα που χρησιμοποιείτο ήταν της Αγίας Γραφής, ώσπου ο Μ. Βασίλειος στο (περί του Αγίου Πνεύματος, 63) κάνει ένα βήμα μπρος, παρότι ανακριβές, χρησιμοποιώντας την έκφραση "συνείναι" για να περιγράψει την περιχώρηση! Αντί του παραδοσιακού "ενείναι", για να περιγράψει τις σχέσεις των θείων προσώπων.

Ο Γρηγόριος Νύσσης όμως αναπτύσσει με εκπληκτικό τρόπο αυτή την ιδέα! Εάν ο Πατήρ είναι τέλειος και καλύπτει τα πάντα, τί άλλο μπορεί να χωρέσει τον Υιό, που είναι και αυτός τέλειος; Ο Πατήρ και ο Υιός λοιπόν είναι χωρητικοί ο ένας στον άλλον και έτσι περιέχονται ο ένας στον άλλον, είναι ίσοι και ως προς την έκταση και την επέκταση.

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο τού Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπουΔεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή τού ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: