Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 18

Συνέχεια από Σάββατο 2 Μαίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 18
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.

ΤΜΗΜΑ V

Η ΤΡΙΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ: Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ

V. Η υπεροχή της μορφής έναντι της ύλης

1. Το λογικό σχέδιο του κόσμου, η γένεσή του και η σχέση του με την ύλη
Ο αισθητός κόσμος συγκροτείται, τόσο στο σύνολό του όσο και στα μέρη του, από ύλη και μορφή.
Αλλά, σε αντίθεση με τη νοητή ύλη, η οποία είναι δύναμη που αδιάκοπα αναζητεί τη μορφή της και την κατέχει ενεργά και πραγματώνεται σε αυτήν, η αισθητή ύλη δεν είναι θετική ικανότητα υποδοχής της μορφής, αλλά μόνο αδρανής δυνατότητα αντανάκλασής της.

Πράγματι, δεν είναι σε θέση να «μορφοποιηθεί» και να «εμψυχωθεί» πλήρως και πραγματικά.
Με λίγα λόγια, η αισθητή ύλη είναι τέτοια ώστε να αδυνατεί να συγκροτήσει μια πραγματική ενότητα με τη μορφή.¹


Για τον λόγο αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι η μορφή εισέρχεται πραγματικά στην ύλη, αλλά μόνο «κατά φαινόμενο», «επιφανειακά» και σχεδόν «φαινομενικά», όπως ένα αντικείμενο που αντανακλάται σε καθρέφτη:

Και αυτό δεν μοιάζει άραγε με ό,τι συμβαίνει σε έναν καθρέφτη, όταν βλέπει κανείς σε αυτόν εικόνες να αντανακλώνται μόνο όσο αυτές αντανακλώνται; Εξάλλου, για να επιστρέψουμε στη μεταφορά μας, αν αφαιρούσες τα όντα που είναι πραγματικά, καμία από τις στιγμιαία ορατές πραγματικότητες στον αισθητό κόσμο δεν θα μπορούσε πλέον να γίνει αντιληπτή ούτε για μια στιγμή. Βεβαίως, στο παράδειγμά μας και ο καθρέφτης είναι ορατός, αφού και αυτός αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μορφή· αλλά η ύλη δεν είναι καμία μορφή και επομένως δεν υπάρχει τρόπος να τη δει κανείς, διότι, αν ήταν ορατή, θα ήταν ορατή και προηγουμένως, καθ’ εαυτήν. Στην πραγματικότητα, κατά κάποιον τρόπο, της συμβαίνει ό,τι συμβαίνει στον αέρα που δεν φαίνεται όταν φωτίζεται, επειδή είναι αόρατος ακόμη και όταν φωτίζεται.²
Όσα είπαμε μέχρι τώρα επιτρέπουν να κατανοήσουμε επαρκώς τη διπλή δραστηριότητα με την οποία η Ψυχή δημιουργεί τον φυσικό κόσμο:

α) αρχικά θέτει την ύλη, που είναι σαν το έσχατο όριο ενός κύκλου φωτός που σβήνει και γίνεται σκοτάδι·
β) στη συνέχεια δίνει μορφή σε αυτή την ύλη, σαν να διαρρηγνύει το σκοτάδι της και να της επαναδίδει λίγο φως. Φυσικά, οι δύο αυτές ενέργειες δεν διακρίνονται χρονικά, αλλά μόνο λογικά.³
Η πρώτη ενέργεια της Ψυχής προέρχεται από την έσχατη εξασθένηση της «θεωρίας», η δεύτερη από την ύστατη, τρόπον τινά, αναζωπύρωση της θεωρίας.

2. Η κυριαρχία της μορφής στον αισθητό κόσμο
Με αυτά δείξαμε την προέλευση της «μορφής» που αντανακλάται στον αισθητό κόσμο: είναι εκείνο το στοιχείο του Νου που, μέσω της θεωρούσας ανώτερης Ψυχής, μεταβιβάζεται στην δημιουργούσα Ψυχή.
Με άλλα λόγια: οι «Ιδέες», που συγκροτούν —όπως γνωρίζουμε— το Είναι και τον Νου, θεωρούνται και νοούνται από την Ψυχή ως «Μορφές» και κατόπιν εισάγονται στον φυσικό κόσμο ως λογικός προσδιορισμός, ως «λόγος» ή «λογικό σχέδιο» ή «μορφικός λόγος» του κόσμου, όπως λέει ο Πλωτίνος με ορολογία που δανείζεται από τη Στοά αλλά μετασχηματίζει, ως προς το εννοιολογικό της περιεχόμενο, σε πλατωνική κατεύθυνση.


Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό κείμενο:
Ας εξηγήσουμε ακόμη καλύτερα τι είναι αυτός ο μορφικός Λόγος και ας δώσουμε τους λόγους για τους οποίους είναι, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που είναι: δεν είναι βέβαιο ότι, ακόμη και με κάποια τόλμη, θα μπορέσουμε να πετύχουμε τον στόχο. Καταρχάς, αυτός ο μορφικός Λόγος δεν μπορεί να ταυτιστεί με την καθαρή Νόηση, ούτε με τη Νόηση καθ’ εαυτήν, ούτε είναι ένα είδος καθαρής Ψυχής. Θα πούμε μάλλον ότι εξαρτάται από αυτήν και ότι συγχρόνως αποτελεί ακτινοβολία της Νόησης και της Ψυχής, δηλαδή μιας Ψυχής που έχει τεθεί σε αρμονία με τη Νόηση. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται ο μορφικός Λόγος, ως μια ζωή που διαθέτει μια ορισμένη λογικότητα σε κατάσταση ηρεμίας.⁴

3. Από πού προέρχεται η ιδεατή μορφή

Αφού υπογράμμισε ότι όλα τα πράγματα αποτελούνται από ύλη και από μια μορφή που υπερισχύει επάνω της, ο Πλωτίνος διερωτάται από πού προέρχεται η μορφή στην ύλη και, ειδικότερα, αν και η Ψυχή ανήκει ήδη στα απλά όντα ή αν περιλαμβάνει ένα είδος ύλης και μορφής, όπως για παράδειγμα μια έμφυτη Νόηση, συγκρίσιμη τόσο με τη μορφή που εγχέεται στον χαλκό όσο και με τον τεχνίτη αυτής της μορφής μέσα στον χαλκό.

Εφαρμόζοντας αυτές τις σκέψεις στο σύνολο, και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναχθούμε σε μια πραγματικά δημιουργική Νόηση, δηλαδή στον Δημιουργό, και να αναγνωρίσουμε ότι το υπόστρωμα, δεχόμενο τις μορφές, μετατρέπεται σε φωτιά, νερό, αέρα και γη. Ωστόσο, αυτές οι μορφές προέρχονται από κάτι άλλο, δηλαδή από την Ψυχή. Αυτή, λοιπόν, προσδίδει στα τέσσερα στοιχεία τη μορφή του κόσμου, αλλά στη Νόηση ανήκει να παρέχει στην Ψυχή τους μορφικούς λόγους, όπως ακριβώς οι ψυχές των τεχνιτών λαμβάνουν από τις τέχνες τους τις λογικές αρχές των δραστηριοτήτων τους.

Υπάρχει, συνεπώς, μια Νόηση που λειτουργεί ως μορφή της Ψυχής και συγκροτεί τη διάρθρωσή της, και έπειτα μια άλλη Νόηση που μεταδίδει αυτή τη μορφή, όπως ο τεχνίτης του αγάλματος, ο οποίος έχει μέσα του όλα όσα δίνει. Αν οι γνώσεις που η Νόηση παρέχει στην Ψυχή βρίσκονται κοντά στην αλήθεια, εκείνες που φθάνουν στο σώμα είναι ήδη ομοιώματα και εικόνες.⁵


4. Ο φυσικός κόσμος, στο έσχατο όριο, ανάγεται στη μορφή
Με αυτή την έννοια μπορεί να κατανοηθεί το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Πλωτίνος, δηλαδή ότι στον αισθητό κόσμο όχι μόνο η μορφή υπερέχει σαφώς, αλλά, στο έσχατο όριο, ο κόσμος κατά κάποιον τρόπο σχεδόν ολόκληρος ανάγεται στη μορφή:

Επομένως, όλα τα πράγματα του κόσμου μας προέρχονται από εκεί επάνω και εκεί βρίσκονται σε καλύτερη μορφή, επειδή μόνο τα δικά μας πράγματα, και όχι εκείνα του υπερβατικού κόσμου, βρίσκονται σε κατάσταση ανάμειξης, αν και εδώ από άκρη σε άκρη κυβερνώνται από μορφές: πρώτα η ύλη κυριαρχείται από τις μορφές των στοιχείων, έπειτα επάνω σε αυτές τις μορφές επικάθονται άλλες και άλλες ακόμη, ώστε στο τέλος δεν είναι εύκολο να βρεθεί η ύλη, καθώς καλύπτεται από τόσες μορφές. Εξάλλου, και αυτή η ίδια αποτελεί μια κάποια έσχατη μορφή, και συνεπώς ολόκληρο το σύμπαν είναι μορφή, ή μάλλον είναι όλες οι μορφές· άλλωστε, το πρότυπό του ήταν μια μορφή.⁶

Σημειώσεις:

¹ Πρβλ. Εννεάδες, I, 8, 14.
² Εννεάδες, III, 6, 13.
³ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 9· V, 8, 7.
⁴ Εννεάδες, III, 2, 16.
⁵ Εννεάδες, V, 9, 3.
⁶ Εννεάδες, V, 8, 7.


VI. Χρόνος και χώρος

1. Γένεση της χρονικότητας

Η μετάβαση από τον νοητό κόσμο στον αισθητό συνεπάγεται τη μετάβαση από το «είναι» στο «γίγνεσθαι», δηλαδή από την «αιωνιότητα» στη «χρονικότητα».

Πώς γεννιέται η χρονικότητα;


Και σε αυτό το πρόβλημα ο Πλωτίνος επιχείρησε να δώσει μια σαφή απάντηση. Η χρονικότητα γεννιέται από την Ψυχή ταυτόχρονα με τη δημιουργία του δικού μας σύμπαντος. Μάλιστα, ταυτίζεται με την ίδια τη δραστηριότητα με την οποία η Ψυχή δημιουργεί τον φυσικό κόσμο, δηλαδή με εκείνη τη δραστηριότητα που παράγει κάτι διαφορετικό από τον Νου και το Είναι, τα οποία ανήκουν στη διάσταση του αιωνίου.

Η αιωνιότητα —όπως ήδη γνωρίζουμε— για τον Πλωτίνο είναι «ζωή χωρίς μεταβολή», ζωή που είναι παρούσα ολόκληρη ταυτόχρονα. Η ζωή του Νου είναι αιώνια ζωή, ακριβώς επειδή είναι παρουσία της ολότητας του Όντος, το οποίο είναι πάντοτε, όλο μέσα σε όλα.

Η Ψυχή, όμως, από μια μορφή «τόλμης» και «επιθυμίας να ανήκει στον εαυτό της»¹ ή, όπως λέει ο Πλωτίνος με άλλη εικόνα, από «επιθυμία να μεταφέρει σε κάτι διαφορετικό τη θέαση των άνω»², μη ικανοποιημένη από το να βλέπει το όλο ταυτόχρονα, εξέρχεται από την ενότητα, προχωρεί και εκτείνεται, τρόπον τινά, σε μια διαδοχή πράξεων που ακολουθούν η μία την άλλη, και έτσι δημιουργεί έναν αισθητό κόσμο, ο οποίος, αν και είναι κατ’ εικόνα του νοητού, αναγκαστικά μετατρέπει σε διαδοχή πριν και μετά εκείνο που εκεί ήταν ενιαίο και ταυτόχρονο.

Με αυτόν τον τρόπο, η Ψυχή «χρονικοποιεί» τον εαυτό της και, συνεπώς, και το προϊόν της. Ο κόσμος είναι δομικά μέσα στον χρόνο, όπως είναι μέσα στην Ψυχή και μέσω της Ψυχής.

2. Ο χρόνος ως «εικόνα του αιωνίου»
Όταν λέγεται ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ψυχής, για τον Πλωτίνο, είναι η «ζωή», εννοείται ακριβώς η ζωή στη διάσταση της χρονικότητας, σε αντίθεση με τη ζωή του Νου που βρίσκεται στη διάσταση της αιωνιότητας.
Και η ζωή ως χρονικότητα είναι ζωή που ρέει σε διαδοχικές στιγμές ή, αν προτιμά κανείς, που δημιουργεί, ρέοντας —ή ρέοντας δημιουργεί— τις διαδοχικές στιγμές, και επομένως κατευθύνεται πάντοτε προς επόμενες στιγμές, ενώ ταυτόχρονα φέρει μέσα της και τις παρελθούσες.
Με αυτές τις σημαντικές διευρύνσεις ο Πλωτίνος επαναδιατυπώνει τον πλατωνικό ορισμό του χρόνου ως «εικόνας του αιωνίου»:
Σε αυτό το σημείο, δεν θα ήταν ήδη ένα σημαντικό κέρδος να πούμε ότι ο χρόνος είναι η ζωή μιας Ψυχής που εξελίσσεται από μία κατάσταση ύπαρξης σε μια άλλη; Πράγματι, αν η αιωνιότητα είναι συνώνυμη με μια ζωή σε ηρεμία, ταυτόσημη, αμετάβλητη και ήδη απαλλαγμένη από κάθε όριο, και αν ο χρόνος πρέπει να είναι εικόνα αυτής της αιωνιότητας —και άλλωστε και ο κόσμος μας είναι εικόνα του νοητού κόσμου—, τότε προκύπτει ότι, αντί για τη ζωή εκεί επάνω, εγκαθιδρύεται μια άλλη, που μπορεί να αποδοθεί σε αυτή τη δύναμη της Ψυχής μόνο κατά τρόπο καταχρηστικό. Εδώ, αντί για την κίνηση της νόησης, θα υπάρχει μια κάποια κίνηση κάποιου μέρους της Ψυχής· αντί για την ταυτότητα, τη σταθερότητα και την ακινησία, θα υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να παραμείνει στον εαυτό της, αλλά πραγματοποιείται σε συνεχώς νέες καταστάσεις· αντί για το αδιάστατο και την ενότητα, θα συναντάται μια ενιαία ανάπτυξη που είναι μόνο εικόνα του ενός· αντί για ένα άπειρο ήδη ενεργό και πλήρες, θα υπάρχει μια διαρκής πρόοδος, βήμα προς βήμα, προς το άπειρο· τέλος, αντί για την πλήρη συγκέντρωση, θα υπάρχει ένα σύνολο μερών που βρίσκονται πάντοτε σε διαδικασία συγκρότησης.³


3. Στο γίγνεσθαι τίποτε δεν φθείρεται

Ορισμένες σημαντικές έννοιες αξίζει να επισημανθούν σχετικά με αυτή την αντίληψη του γίγνεσθαι.
Πρώτον, το γίγνεσθαι χάνει κάθε δραματικό χαρακτήρα, αφού η γέννηση και ο θάνατος δεν είναι παρά το κινητό παιχνίδι της Ψυχής, η οποία αντανακλά τις μορφές της σαν σε καθρέφτη· και πρόκειται για ένα παιχνίδι στο οποίο όλα διατηρούνται και τίποτε δεν χάνεται, διότι —όπως δηλώνει ρητά ο Πλωτίνος— τίποτε δεν μπορεί να εξαλειφθεί από το είναι.⁴
Δεύτερον, και το ίδιο το σύμπαν δεν θα φθαρεί ποτέ, όπως δεν γεννήθηκε σε κάποια στιγμή από το μηδέν, και επομένως είναι αιώνιο.
Η γένεση του κόσμου είναι αιώνια, ή καλύτερα είναι ab aeterno, με την έννοια ότι ab aeterno η Ψυχή χρονικοποιείται, θέλοντας από πάντα να δώσει ζωή στο διαφορετικό εκείνο που έχει θεωρήσει στον Νου, σύμφωνα με τον «αναγκαίο» νόμο της εκπόρευσης.⁵

Τρίτον
, επειδή η Ψυχή είναι εκείνη που γεννά και στηρίζει τον κόσμο και όλα τα μέρη του, και επειδή η Ψυχή είναι κατ’ ουσίαν ζωή, όλα είναι ζωντανά, ακόμη και όσα δεν φαίνονται να είναι, ακόμη και η γη και όλα τα στοιχεία: με μια λέξη, για τον Πλωτίνο «δεν υπάρχει τίποτε που να μην ζει».⁶

4. Γένεση και φύση του «σωματικού» και της «χωρικότητας»
Όπως ο χρόνος εξαρτάται από τη δραστηριότητα της Ψυχής, έτσι και η ίδια η σωματικότητα —και συνεπώς η χωρικότητα— εξαρτάται από τη μορφή, από τη δραστηριότητα της μορφής πάνω στην ύλη.
Η ύλη, πράγματι, όπως έχει ήδη εξηγηθεί, δεν είναι ούτε μάζα ούτε έκταση, και επομένως δεν είναι σωματικότητα.
Το σώμα, γενικά, προκύπτει από την ένωση της μορφής με την ύλη· είναι το αποτέλεσμα της ποιότητας που εγγράφεται στην ύλη.
Ειδικότερα, ο Πλωτίνος διευκρινίζει ότι η «σωματικότητα» ως τέτοια είναι καθεαυτή «μορφή», είναι «λόγος», δηλαδή μορφικός λόγος ή σπερματικός λόγος παραγωγικός, που γεννά το συγκεκριμένο σώμα σε ένωση με την ύλη.
Αυτή η θέση αποτελεί την έσχατη προσπάθεια να αποδοθεί στον «λόγο» και στη «μορφή» κάθε θετικός προσδιορισμός. Ήδη οι Στωικοί όριζαν το σώμα ως ποιοτικά προσδιορισμένη ύλη (ύλη + ποιότητα), αλλά κατανοούσαν την ποιότητα ως εμμενή στην ύλη, δηλαδή κινούνταν σε ένα υλιστικό πλαίσιο, ενώ ο Πλωτίνος μεταφέρει τη διδασκαλία σε ένα πνευματοκρατικό πλαίσιο, όπου η ύλη είναι αντανάκλαση της μορφής.⁷
Ο σωματικός κόσμος, δηλαδή ο φυσικός κόσμος, είναι επομένως, σε τελική ανάλυση, μια δημιουργία της μορφής και —όπως είπαμε— υπό ορισμένες απόψεις σχεδόν ολόκληρος ανάγεται στη μορφή.


Σημειώσεις:


¹ Πρβλ. Εννεάδες, V, 1, 1.
² Πρβλ. Εννεάδες, III, 7, 11.
³ Εννεάδες, III, 7, 11.
⁴ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 7, 14.
⁵ Πρβλ. Εννεάδες, II, 9, 8· II, 9, 12.
⁶ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 4, 36· VI, 7, 11.
⁷ Πρβλ. Εννεάδες, II, 7, 3.

Δεν υπάρχουν σχόλια: