ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
B5
Δύο ὅροι τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους
H persona κατά την ψυχολογία τοῦ βάθους
Αξιοθρήνητα ἀνθρωπάρια πίσω ἀπό μιά μάσκα
Στη συνέχεια ἀναφέρει ὁ συγγραφέας μια περίπτωση, ἀλλὰ ἐγώ πιστεύω ὅτι δέν εἶναι μόνο αὐτὴ ἡ περίπτωση, ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἄκρο, ἀλλά λίγο πολύ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φοροῦν μάσκα.
«Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ταυτιζόμενοι ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ μὲ τοὺς τίτλους καὶ τὰς τι μάς, τὰς ὁποίας δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ κοινωνία. Μάται-ον θὰ ἦτο νὰ ζητῇ τις ὄπισθεν τοῦ φλοιού τούτου προσωπικότητα· διότι θα εὕρισκε μόνον ἀξιοθρήνη τον ἀνθρωπάριον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἐπαγγέλματι εὑρίσκει εὐθηνόν ἀναπλήρωμα προσωπικής πολυει δοῦς ἀνεπαρκείας».
Εἶναι γεμάτη ἡ ζωή ἀπό τέτοια παραδείγματα.
Πόσες φορές πίσω ἀπό ἕνα ἀξίωμα ὑπάρχει ἕνα ἀνθρωπάριο, ὅπως λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας. Ὅσο πιὸ ἀκατάλληλος εἶναι κανείς γιὰ τὸ ἀξίωμα πού ἔχει, τόσο φοράει τη μάσκα τοῦ ἀξιώματος, καὶ τὰ πάντα εἶναι μιά μάσκα, για να μπορέσει λίγο-λίγο νὰ τὰ βγάλει πέρα, γιατί ὁ πραγματικός ἑαυτός του, το πραγματικό εἶναι του, δέν μπορεῖ νὰ σηκώ σει τίς ἀπαιτήσεις, δέν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ στίς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀξιώματος. Καταλαβαίνει κανείς τί γίνεται στον ἄνθρωπο αὐτόν ἀλλὰ καὶ στούς ἄλλους, ἐφόσον αὐτός δρᾶ καὶ κινεῖται μὲ τὴ μάσκα.
Πολλοί λοιπόν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φοροῦν αὐτή τή μάσκα. Ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζει ὁ ἐγωισμός, ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζουν οἱ ἀνεδαφικές ἐκδηλώσεις. Πόσοι ἀξιωματούχοι εἶναι ἐκτός πραγματικότητος καὶ προσπαθοῦν νὰ διασώσουν τὴν ὕπαρξή τους μέβερμπαλισμούς καὶ μεγαλοστομίες!
«Τοιοῦτος ἄνθρωπος, π.χ, εἶναι ὁ καθηγητής, ἡ ἀτομικότης τοῦ ὁποίου ἐξαντλεῖται εἰς τοῦτο, ὅτι φέρει τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ. Ὄπισθεν δὲ τῆς προσωπίδος ταύτης οὐδὲν ἕτερον εὑρίσκει τις παρά δέσμην νηπιασμῶν, σκυθρωπότητα, ἀνοίκειον σοβαρότητα».
Μερικοί ἄνθρωποι ὄντως ἔχουν μιὰ ἀνοίκειον σοβαρότητα, εἶναι ἀπλησίαστοι, διότι δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν ἀπό τή μάσκα. Μόλις ξεφύγουν ἀπό τη μάσκα, θα γελοιοποιηθοῦν, καὶ γι' αὐτό, μέ τή σοβαρότητα ἤ με νηπιασμούς σε ἄλλες περιπτώσεις ἢ με κάποια ἄλλη συμπεριφορά, διατηρούν τή μάσκα και καταφέρνουν νὰ ἐπιπλέουν.
«Καί ταῦτα μὲν συμβαίνουν, ἂν ἡ κακή αὕτη προσαρμογή πρός τόν ἔξω κόσμον ἐπιδιώκεται διά τῆς πρωτευούσης εἰς τὸ ἄτομον θεμελιώδους ψυ-χικῆς λειτουργίας. Ἀλλ' εἶναι πολλάκις ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιδιώκεται αὕτη διά τῆς δευτερευούσης. Τότε δὲ κατ' ἀνάγκην ἡ persona φέρει πάσας τάς ἀδυνα-μίας καί ἐλλείψεις τῆς λειτουργίας ταύτης.
Οἱ δὲ τοιοῦτοι ἄνθρωποι διὰ τῆς δράσεώς των ὄχι μόνον ἀσυμπαθεῖς γίνονται, ἀλλά, ἂν στεροῦν-ται ψυχολογικῶν γνώσεων, εὐκόλως παρασύρονται εἰς ἐντελῶς ἐσφαλμένην ἐκτίμησιν τοῦ ἑαυτοῦ των. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καθ' ὅλην τὴν ζωήν ἐπιδεικνύουν πρὸς τὸν ἔξω κόσμον ἀδεξιότητα, πλήρη ἀστοχιῶν συμπεριφοράν.
Παράδειγμα εἶναι ὁ καθ' ὅλην τὴν ζωήν ἀπό κληρος τῆς τύχης, ὁ ἕτερον μηδέν φυσικόν ἔχων ἔνστικτον πρός ὀρθήν καί καλῶς προσηρμοσμένην διαγωγήν, ὁ πάντοτε ἀστόχως συμπεριφερόμενος». Ἐδῶ, ὑποθέτω, θέλει νὰ πεῖ τὸ ἑξῆς: ὅταν ἡ μάσκα αὐτή δημιουργεῖται ἀπό πρώτης ποιότητος ὑλικό τῆς ψυχῆς, τότε γίνεται μια μάσκα τέτοια, ὅπως αὐτή πού ἔχει ὁ καθηγητής καί ὅποιος ἄλλος πού κρύβεται πίσω ἀπό τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὸ ἀξίωμά του. Ὅταν ὅμως ἡ μάσκα αὐτή σχηματίζεται ἀπό δευτέρας ποιότητος ὑλικό τῆς ψυχῆς, τότε καταντᾶ κανείς σὲ ἕνα ἄλλο ἄκρο, ὅπου βρίσκονται ὅλα τά ἀνθρωπάρια, κατά τὴν ἔκφραση τοῦ Καλλιάφα, πού γυρίζουν μέσα στην κοινωνία, καί καμιά φορά τὸ παίρνουν ὡς δεδομένο ὅτι ἔτσι ἔπρεπε νὰ εἶναι. Καί ὅμως, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ἄν εἶχαν βοηθηθεῖ ἐγκαίρως, πιθανόν να μήν ἦταν αὐτό πού εἶναι, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πού ἀναφέραμε.
Ἀπό αὐτή την πλευρά θα μπορούσαμε να ποῦμε ὅτι πάρα πολλή εὐθύνη φέρουμε όλοι μας γιὰ τὸ ἄν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι τέτοιος ἢ ἀλλιώτι-κος. Καί θὰ ἔλεγε κανείς ἐδῶ ὅτι, ὅταν δικάζουν αὐτῆς τῆς κατηγορίας ἀνθρώπους, ὅπως καί ἐγκληματίες, θὰ ἔπρεπε μαζί μὲ αὐτούς νὰ δικάσουν καί πολλούς ἄλλους: δασκάλους, κληρικούς ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ἑαυτούς τους οἱ δικαστικοί, γιατί καθένας ἀπό τή δική του πλευρά φέρει μεγάλη εὐθύνη γιὰ τὸ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος κατάντησε ἐκεῖ ποὺ κατάντησε.
Σχέση τῆς persona πρός τὴν anima καὶ τὸν animus
Στη συνέχεια λέει ὁ Καλλιάφας ὅτι, ἄν θέλαμε νὰ ἐξετάσουμε με μεγαλύτερη ἀκρίβεια τη σχέση τῆς persona πρός τὴν anima καί τόν animus, θά καταλήγαμε στα ἀκόλουθα συμπεράσματα: Ἡ persona εἶναι ἡ λειτουργία ποὺ ἐπιτελεῖται μεταξύ τοῦ ἐγώ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ anima καί ὁ animus εἶναι ἡ λειτουργία μεταξύ τοῦ ἐγώ καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Ἡ σχέση τῆς persona πρός τήν anima καί τόν animus εἶναι σχέση ἀντιρροπήσεως. Κατά συνέπεια, ἄν, π.χ., ἡ persona εἶναι τύπου διανοητικοῦ, ἡ anima ἀσφαλῶς εἶναι συναισθηματική.
Ἡ persona πάντοτε εἶναι ἀντίθετη πρός τήν κατάσταση τῆς anima ἢ ἡ anima ἀντίθετη πρός την κατάσταση τῆς persona, γιὰ νὰ ὑπάρχει ἰσορροπία. Δηλαδή, ἐάν εἶναι διανοητικός τύπος κανείς ὡς πρός τήν persona, ὡς πρός τήν anima θά εἶναι συναισθηματικός τύπος.
«Διὰ δὲ τοῦτο ὅσῳ παγιωτέρα, ὅσῳ ὀλιγώτερον ἐλαστική εἶναι ἡ persona και κατ' ἀκολουθίαν ὅσῳ περισσότερον ἀποκλείει τὸν ἄνθρωπον ἀπό τόν φυ-σικὸν αὐτοῦ κατ' ἔνστικτον βίον, τόσῳ ἀρχαϊκωτέ-ρα, τόσῳ κραταιοτέρα καί τόσῳ ὀλιγώτερον ἀνε-πτυγμένη εἶναι ἡ ψυχική εἰκών. Ὅσῳ περισσότερον ταυτίζεταί τις μὲ τὴν persona, τόσῳ περισσότερον παραμένει ἡ anima εἰς τὸ σκότος ἀσυνείδητος. Διά δὲ τοῦτο εὐκόλως προβάλλεται αὕτη. Ἐὰν δὲ μή ἀναγνωρισθῇ καὶ λυθῇ ἡ προβολή, πολλά τα δυσά-ρεστα γεννώνται, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω».
Προβάλλει ὁ ἄνδρας τήν anima, ἡ γυναίκα τον animus. Ἂν δέν συνειδητοποιήσει κανείς αὐτή τήν προβολή, ἂν δὲν καταλάβει, σύμφωνα μὲ τὸ παρά-δειγμα πού ἔχουμε ἀναφέρει τῆς προβολῆς εἰκόνων σε μια ὀθόνη, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀθόνη πού ἔχει τις εἰκόνες πού βλέπει κανείς σ' αὐτήν, ἀλλὰ αὐτές προέρχονται ἀπό τή μηχανή προβολῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀθόνη, ὅπως λέει ὁ Καλλιάφας, ὁ ἄγγελος, ἡ θεά, ἡ ἀμαζόνα, ἀλλά εἶναι ἡ δική του ἡ anima ποὺ ἔχει τις εἰκόνες που φαίνονται τόσο έλκυστι κές, ἐὰν λοιπόν δέν συνειδητοποιήσει αὐτή την πραγματικότητα καί δέν τή διαλύσει, τότε δημι-ουργοῦνται πολλά δυσάρεστα.[ΤΟΤΕ ΤΟ ΕΓΩ, ΕΝΑ ΕΓΩ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΡΟΛΟ, ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΠΑΝΤΑ ΡΟΛΟ. ΕΝΑ ΕΓΩ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ]
«Ούτω, π.χ., γέρων ἀξιόλογος λόγιος, περί τό ἑβδομηκοστόν ἔτος τῆς ἡλικίας ἐγκαταλείπει τὴν οἰκογένειάν του καί νυμφεύεται εἰκοσαέτιδα ἐψιμμυθιωμένην, με βαμμένα μαλλιά ήθοποιόν».
Ὁ Χριστός τέτοιες περιπτώσεις ἴσως δέν θά τις ἔβλεπε ὅπως τίς βλέπουμε ἐμεῖς, ἀκριβῶς διότι γνωρίζει τα βαθύτερα κίνητρα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς, ἴσως ἐπειδή δέν προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε σε βάθος τα πράγματα, καθώς μαθαίνουμε ὅτι ἕνας γέρων, ὅπως λέει ἐδῶ, ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, θὰ τὸ δοῦμε ὡς πολύ παράξενο καὶ θὰ γελάσουμε λίγο ἤ μπορεῖ νὰ ξεσπαθώσουμε ἐναντίον του. Δεν ξέρουμε ὅμως βαθύτερα γιατί τό ἔκανε. Όχι ὅτι δικαιολογεῖται καὶ εἶναι ἐντάξει ὁ ἄνθρωπος αὐτός καί ὅτι μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀξιοσύστατο το περιστατικό, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη γιὰ τὸ κάθε περιστατικό, ὅσο παράδοξο κι ἂν εἶναι, νὰ προσπαθεῖ κανείς να βλέπει βαθύτερα ἀπὸ ποὺ ξεκινάει.
Ὁ ἡλικιωμένος αὐτός ἄνθρωπος –σύμφωνα με αὐτὰ ποὺ λέει ἐδῶ εἶναι θύμα τῆς προβολῆς τῆς anima. Ὁ ἴδιος οὔτε ἤξερε ἀπό αὐτά οὔτε κατάλαβε τί ἀκριβῶς συνέβη μέσα του, ἀλλά οὔτε βρέθηκε κάποιος νὰ τὸν βοηθήσει. Αὐτό δεν σημαίνει ὅτι ἀθωώνεται. «Ὅσοι ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἐπειδή «ἀνόμως ἥμαρτον», θα σωθοῦν; Καί αὐτοί «ἀπο-λοῦνται», ἀλλά πάντως λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ὅτι «ἀνόμως ἥμαρτον». Καί αὐτός ἐδῶ λοιπόν, ποιός ξέρει πῶς ἔφθασε στο σημεῖο να κάνει αὐτό πού ἔκανε. Ἂν δὲν ντρέπονταν οἱ ἄνθρωποι, ποιός ξέρει πόσοι ἀκόμη θὰ ἔκαναν τὸ ἴδιο. Εἶναι μερικοί πού δέν το κάνουν, ἐπειδή ντρέπονται. Μήπως ὅμως κατά βάθος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλοι αὐτοί εἶναι σαν κι αὐτόν τόὸν ἡλικιωμένο ἄνθρωπο;
«Ὁ διανοούμενος οὗτος ἐκλαμβάνων τάς πρός την σύζυγόν του σχέσεις ὡς σχέσεις πρός κατώτερον ὄν, προορισμόν ἔχον νὰ πληροῖ ἀνάγκας του ὑλικάς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναπτύξῃ πλησίον αὐτῆς τὰς ψυχικὰς ἀρετάς, ὅς ἔχει μέν πρωτευούσας ἡ γυνή, ἐν μικροτέρα ὅμως μοίρᾳ καί ὁ ἀνήρ. Ἔπρεπεν ἐγκαίρως να γίνει συναισθηματικώτερος πρός τό περιβάλλον, ἵνα μή καταβροχθισθῇ περί τὸ γῆρας ὑπό τῆς ἀκαλλιεργήτου anima αὐτοῦ».
Ξεπετάχτηκε μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν σαν χείμαρρος, σάν ποταμός ἡ anima καὶ τὸν πα-ρέσυρε πρός αὐτή την κατεύθυνση. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε γυναίκα οὔτε παιδιά οὔτε ἐγγόνια, διότι σ' αὐτὴ τὴν ἡλικία θὰ εἶχε φυσικά ἐγγόνια, ἴσως καὶ δισέγγονα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού δέν κάνουν κάτι παρόμοιο καί εἶναι ἀξιέπαινοι γι' αὐτό. Όμως, μπορεῖ νὰ ζοῦν τή συζυγική ζωή ἐντελῶς ὑλικά, ὅπως λέει ἐδῶ, θα λέγαμε σωματικά. Δὲν μποροῦν δυστυχῶς νὰ περάσουν στη σφαίρα τη συναισθη-ματική, την ψυχική, καί πολύ περισσότερο στη σφαίρα την πνευματική, πού ὁδηγεῖ τοὺς δύο ἀνθρώπους σε πραγματική ἕνωση.
«Ὁ ἀνήρ, ὁ ὁποῖος κατέχεται ὑπό τῆς ἀσυνειδήτως δρώσης anima αὐτοῦ διατρέχει τον κίνδυνον νὰ χάσῃ κάποτε την καλῶς μέχρι τοῦδε προσηρμοσμέν νην persona καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς κατάστασιν τετα-ραγμένης γυναικότητος, εἰς παρά φύσιν ἐκδήλωσιν, εἰς ἐκγυναίκωσιν».
Ὅταν ὁ γάμος στηρίζεται στην anima πού προβάλλεται στην οθόνη...
Μπορεῖ λοιπόν κανείς, χωρίς να το καταλα-βαίνει, νὰ εἶναι θύμα τυφλῶν, ἀοράτων ἐσωτερικῶν δυνάμεων καὶ νὰ δένεται μὲ μιὰ ὀθόνη καί αὐτό νὰ εἶναι μιὰ ἀπάτη. Στην πραγματικότητα δὲν δὲνεται μὲ τὴν ὀθόνη, ἀλλά ἡ ὀθόνη γίνεται ἀφορμή να προβληθεῖ ἡ anima, ἡ ὁποία βρίσκεται διαρκώς σε ἀπωθημένη κατάσταση. Δεν τολμάει κανείς να τὴ δεῖ, καί ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα. Ἂν τή δεῖ, θὰ τὴν ξέρει, θα τή συνειδητοποιεῖ, θὰ τὴν ἐλέγχει ἀλλά φοβάται, ποιός ξέρει για ποιούς λόγους. Αὐτά πρέπει νὰ τὰ ἐρευνᾶ κανείς. Δέν τολμάει λοιπόν να δεῖ τὴν anima, πού μένει ἔτσι σὲ ἀσυνείδητη κατάσταση. Ὅμως, μόλις παρουσιασθεῖ ἡ κατάλληλη ὀθόνη –ὄχι ὁποιαδήποτε ὀθόνη- προβάλλεται ἡ anima, ὁπότε δεσμεύεται κανείς καί κυριολεκτικά αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴν ὀθόνη. Στην πραγματικό-τητα, ὅπως εἴπαμε, αἰχμαλωτίζεται ἀπό τή δική του εἰκόνα, που την προβάλλει ἐπάνω στήν ὀθόνη.
Ἔτσι, ἐνῶ ἕνας νέος προσέχει μια νέα και φέρεται πρός τὰ ἐκεῖ, ἤ μια νέα προσέχει ἕνα νέο καί φέρεται πρὸς ἐκεῖνον, με σκοπό να φθάσουν εἰς γάμου κοινωνίαν, ὅμως τελικά μπορεῖ νὰ ζοῦν ἐκτός πραγματικότητος. Τί θα γίνει μεθαύριο, ὅταν αὐτός ὁ γάμος τελεσθεῖ, ὁπότε, θέλει δέν θέλει κανείς, μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα ἀναγκάζεται να προσγειωθεῖ; Δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ συνεχῶς με το να προβάλλει την εἰκόνα του στην οθόνη θά ζήσει ἔτσι για λίγο καιρό. Δέν μπορεῖ νὰ ζήσει ὅλη του τη ζωή με ψευδαισθήσεις καί με τα τυφλά αὐτά καί ἀόρατα πράγματα. Θέλει δέν θέλει, ή πραγματικότητα θὰ τὸν ἀναγκάσει να προσγειωθεί καὶ νὰ ἔλθει σὲ ἄμεση ἐπαφή με τὴν ἀλήθεια τοῦ ἑαυτοῦ του. Τότε διαπιστώνει τὸ ἀνδρόγυνο ὅτι εἶναι τελείως ξένοι μεταξύ τους, ὅτι δὲν ἔχουν και μιά σχέση, καμιά κοινωνία, ὅτι δὲν συμφωνούν και θόλου. Ἔτσι, ὁδηγοῦνται στο διαζύγιο, λόγῳ, ὅπως λένε, ἀσυμφωνίας χαρακτήρων. Καὶ τί γίνεται τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ; Τι γίνεται ὅλο ἐκεῖνο ποὺ ἐτελέσθη ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος; Λέει ὁ ἱερεύς: «Στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα), τὴν δούλην τοῦ Θεοῦ (τήνδε), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Δὲν εἶναι ἀστεῖα αὐτά. Δέν παίζουμε ἐδῶ. Καί ὅμως, τὰ παίρ νουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, σαν να μή γίνεται τίποτε.
Θυμάστε, λέγαμε κάποια φορά ὅτι, ὅταν τελι-κά βρεθεῖ κανείς κάτω ἀπὸ τὸν ζυγό του γάμου, ἐκεῖ πού βρέθηκε ἐκεῖ και να μείνει, και να φρον τίσει ὁ καθένας, αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε πρίν μπεῖ στον γάμο, να το κάνει τώρα. Να γνωρίσει δηλαδή ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καί ἔτσι νὰ ἀγαπηθοῦν.
Ἐγώ βρίσκομαι καμιά φορά στην ἀνάγκη να πῶ σὲ ἀνθρώπους πού ἔχουν τέτοια προβλήματα: «Ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε. Κοιτάξτε τώρα να ξαναπαντρευ τεῖτε». Μὲ τὴν ἔννοια πραγματικά νὰ γνωρισθοῦν για πρώτη φορά καὶ νὰ ποῦν στον Θεό: «Κύριε μας, σε εὐχαριστοῦμε πού τώρα μᾶς φωτίζεις καὶ γνωρίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ μᾶς ἑνώνεις σὰν για πρώτη φορά».
Δέν θὰ σᾶς κουράσω ἄλλο. Νὰ πᾶτε στο καλό.
H persona κατά την ψυχολογία τοῦ βάθους
Αξιοθρήνητα ἀνθρωπάρια πίσω ἀπό μιά μάσκα
Στη συνέχεια ἀναφέρει ὁ συγγραφέας μια περίπτωση, ἀλλὰ ἐγώ πιστεύω ὅτι δέν εἶναι μόνο αὐτὴ ἡ περίπτωση, ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἄκρο, ἀλλά λίγο πολύ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φοροῦν μάσκα.
«Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ταυτιζόμενοι ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ μὲ τοὺς τίτλους καὶ τὰς τι μάς, τὰς ὁποίας δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ κοινωνία. Μάται-ον θὰ ἦτο νὰ ζητῇ τις ὄπισθεν τοῦ φλοιού τούτου προσωπικότητα· διότι θα εὕρισκε μόνον ἀξιοθρήνη τον ἀνθρωπάριον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἐπαγγέλματι εὑρίσκει εὐθηνόν ἀναπλήρωμα προσωπικής πολυει δοῦς ἀνεπαρκείας».
Εἶναι γεμάτη ἡ ζωή ἀπό τέτοια παραδείγματα.
Πόσες φορές πίσω ἀπό ἕνα ἀξίωμα ὑπάρχει ἕνα ἀνθρωπάριο, ὅπως λέει ἐδῶ ὁ συγγραφέας. Ὅσο πιὸ ἀκατάλληλος εἶναι κανείς γιὰ τὸ ἀξίωμα πού ἔχει, τόσο φοράει τη μάσκα τοῦ ἀξιώματος, καὶ τὰ πάντα εἶναι μιά μάσκα, για να μπορέσει λίγο-λίγο νὰ τὰ βγάλει πέρα, γιατί ὁ πραγματικός ἑαυτός του, το πραγματικό εἶναι του, δέν μπορεῖ νὰ σηκώ σει τίς ἀπαιτήσεις, δέν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ στίς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀξιώματος. Καταλαβαίνει κανείς τί γίνεται στον ἄνθρωπο αὐτόν ἀλλὰ καὶ στούς ἄλλους, ἐφόσον αὐτός δρᾶ καὶ κινεῖται μὲ τὴ μάσκα.
Πολλοί λοιπόν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φοροῦν αὐτή τή μάσκα. Ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζει ὁ ἐγωισμός, ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζουν οἱ ἀνεδαφικές ἐκδηλώσεις. Πόσοι ἀξιωματούχοι εἶναι ἐκτός πραγματικότητος καὶ προσπαθοῦν νὰ διασώσουν τὴν ὕπαρξή τους μέβερμπαλισμούς καὶ μεγαλοστομίες!
«Τοιοῦτος ἄνθρωπος, π.χ, εἶναι ὁ καθηγητής, ἡ ἀτομικότης τοῦ ὁποίου ἐξαντλεῖται εἰς τοῦτο, ὅτι φέρει τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ. Ὄπισθεν δὲ τῆς προσωπίδος ταύτης οὐδὲν ἕτερον εὑρίσκει τις παρά δέσμην νηπιασμῶν, σκυθρωπότητα, ἀνοίκειον σοβαρότητα».
Μερικοί ἄνθρωποι ὄντως ἔχουν μιὰ ἀνοίκειον σοβαρότητα, εἶναι ἀπλησίαστοι, διότι δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν ἀπό τή μάσκα. Μόλις ξεφύγουν ἀπό τη μάσκα, θα γελοιοποιηθοῦν, καὶ γι' αὐτό, μέ τή σοβαρότητα ἤ με νηπιασμούς σε ἄλλες περιπτώσεις ἢ με κάποια ἄλλη συμπεριφορά, διατηρούν τή μάσκα και καταφέρνουν νὰ ἐπιπλέουν.
«Καί ταῦτα μὲν συμβαίνουν, ἂν ἡ κακή αὕτη προσαρμογή πρός τόν ἔξω κόσμον ἐπιδιώκεται διά τῆς πρωτευούσης εἰς τὸ ἄτομον θεμελιώδους ψυ-χικῆς λειτουργίας. Ἀλλ' εἶναι πολλάκις ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιδιώκεται αὕτη διά τῆς δευτερευούσης. Τότε δὲ κατ' ἀνάγκην ἡ persona φέρει πάσας τάς ἀδυνα-μίας καί ἐλλείψεις τῆς λειτουργίας ταύτης.
Οἱ δὲ τοιοῦτοι ἄνθρωποι διὰ τῆς δράσεώς των ὄχι μόνον ἀσυμπαθεῖς γίνονται, ἀλλά, ἂν στεροῦν-ται ψυχολογικῶν γνώσεων, εὐκόλως παρασύρονται εἰς ἐντελῶς ἐσφαλμένην ἐκτίμησιν τοῦ ἑαυτοῦ των. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι καθ' ὅλην τὴν ζωήν ἐπιδεικνύουν πρὸς τὸν ἔξω κόσμον ἀδεξιότητα, πλήρη ἀστοχιῶν συμπεριφοράν.
Παράδειγμα εἶναι ὁ καθ' ὅλην τὴν ζωήν ἀπό κληρος τῆς τύχης, ὁ ἕτερον μηδέν φυσικόν ἔχων ἔνστικτον πρός ὀρθήν καί καλῶς προσηρμοσμένην διαγωγήν, ὁ πάντοτε ἀστόχως συμπεριφερόμενος». Ἐδῶ, ὑποθέτω, θέλει νὰ πεῖ τὸ ἑξῆς: ὅταν ἡ μάσκα αὐτή δημιουργεῖται ἀπό πρώτης ποιότητος ὑλικό τῆς ψυχῆς, τότε γίνεται μια μάσκα τέτοια, ὅπως αὐτή πού ἔχει ὁ καθηγητής καί ὅποιος ἄλλος πού κρύβεται πίσω ἀπό τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὸ ἀξίωμά του. Ὅταν ὅμως ἡ μάσκα αὐτή σχηματίζεται ἀπό δευτέρας ποιότητος ὑλικό τῆς ψυχῆς, τότε καταντᾶ κανείς σὲ ἕνα ἄλλο ἄκρο, ὅπου βρίσκονται ὅλα τά ἀνθρωπάρια, κατά τὴν ἔκφραση τοῦ Καλλιάφα, πού γυρίζουν μέσα στην κοινωνία, καί καμιά φορά τὸ παίρνουν ὡς δεδομένο ὅτι ἔτσι ἔπρεπε νὰ εἶναι. Καί ὅμως, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ἄν εἶχαν βοηθηθεῖ ἐγκαίρως, πιθανόν να μήν ἦταν αὐτό πού εἶναι, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πού ἀναφέραμε.
Ἀπό αὐτή την πλευρά θα μπορούσαμε να ποῦμε ὅτι πάρα πολλή εὐθύνη φέρουμε όλοι μας γιὰ τὸ ἄν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι τέτοιος ἢ ἀλλιώτι-κος. Καί θὰ ἔλεγε κανείς ἐδῶ ὅτι, ὅταν δικάζουν αὐτῆς τῆς κατηγορίας ἀνθρώπους, ὅπως καί ἐγκληματίες, θὰ ἔπρεπε μαζί μὲ αὐτούς νὰ δικάσουν καί πολλούς ἄλλους: δασκάλους, κληρικούς ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ἑαυτούς τους οἱ δικαστικοί, γιατί καθένας ἀπό τή δική του πλευρά φέρει μεγάλη εὐθύνη γιὰ τὸ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος κατάντησε ἐκεῖ ποὺ κατάντησε.
Σχέση τῆς persona πρός τὴν anima καὶ τὸν animus
Στη συνέχεια λέει ὁ Καλλιάφας ὅτι, ἄν θέλαμε νὰ ἐξετάσουμε με μεγαλύτερη ἀκρίβεια τη σχέση τῆς persona πρός τὴν anima καί τόν animus, θά καταλήγαμε στα ἀκόλουθα συμπεράσματα: Ἡ persona εἶναι ἡ λειτουργία ποὺ ἐπιτελεῖται μεταξύ τοῦ ἐγώ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ anima καί ὁ animus εἶναι ἡ λειτουργία μεταξύ τοῦ ἐγώ καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Ἡ σχέση τῆς persona πρός τήν anima καί τόν animus εἶναι σχέση ἀντιρροπήσεως. Κατά συνέπεια, ἄν, π.χ., ἡ persona εἶναι τύπου διανοητικοῦ, ἡ anima ἀσφαλῶς εἶναι συναισθηματική.
Ἡ persona πάντοτε εἶναι ἀντίθετη πρός τήν κατάσταση τῆς anima ἢ ἡ anima ἀντίθετη πρός την κατάσταση τῆς persona, γιὰ νὰ ὑπάρχει ἰσορροπία. Δηλαδή, ἐάν εἶναι διανοητικός τύπος κανείς ὡς πρός τήν persona, ὡς πρός τήν anima θά εἶναι συναισθηματικός τύπος.
«Διὰ δὲ τοῦτο ὅσῳ παγιωτέρα, ὅσῳ ὀλιγώτερον ἐλαστική εἶναι ἡ persona και κατ' ἀκολουθίαν ὅσῳ περισσότερον ἀποκλείει τὸν ἄνθρωπον ἀπό τόν φυ-σικὸν αὐτοῦ κατ' ἔνστικτον βίον, τόσῳ ἀρχαϊκωτέ-ρα, τόσῳ κραταιοτέρα καί τόσῳ ὀλιγώτερον ἀνε-πτυγμένη εἶναι ἡ ψυχική εἰκών. Ὅσῳ περισσότερον ταυτίζεταί τις μὲ τὴν persona, τόσῳ περισσότερον παραμένει ἡ anima εἰς τὸ σκότος ἀσυνείδητος. Διά δὲ τοῦτο εὐκόλως προβάλλεται αὕτη. Ἐὰν δὲ μή ἀναγνωρισθῇ καὶ λυθῇ ἡ προβολή, πολλά τα δυσά-ρεστα γεννώνται, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω».
Προβάλλει ὁ ἄνδρας τήν anima, ἡ γυναίκα τον animus. Ἂν δέν συνειδητοποιήσει κανείς αὐτή τήν προβολή, ἂν δὲν καταλάβει, σύμφωνα μὲ τὸ παρά-δειγμα πού ἔχουμε ἀναφέρει τῆς προβολῆς εἰκόνων σε μια ὀθόνη, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀθόνη πού ἔχει τις εἰκόνες πού βλέπει κανείς σ' αὐτήν, ἀλλὰ αὐτές προέρχονται ἀπό τή μηχανή προβολῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀθόνη, ὅπως λέει ὁ Καλλιάφας, ὁ ἄγγελος, ἡ θεά, ἡ ἀμαζόνα, ἀλλά εἶναι ἡ δική του ἡ anima ποὺ ἔχει τις εἰκόνες που φαίνονται τόσο έλκυστι κές, ἐὰν λοιπόν δέν συνειδητοποιήσει αὐτή την πραγματικότητα καί δέν τή διαλύσει, τότε δημι-ουργοῦνται πολλά δυσάρεστα.[ΤΟΤΕ ΤΟ ΕΓΩ, ΕΝΑ ΕΓΩ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΡΟΛΟ, ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΠΑΝΤΑ ΡΟΛΟ. ΕΝΑ ΕΓΩ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ]
«Ούτω, π.χ., γέρων ἀξιόλογος λόγιος, περί τό ἑβδομηκοστόν ἔτος τῆς ἡλικίας ἐγκαταλείπει τὴν οἰκογένειάν του καί νυμφεύεται εἰκοσαέτιδα ἐψιμμυθιωμένην, με βαμμένα μαλλιά ήθοποιόν».
Ὁ Χριστός τέτοιες περιπτώσεις ἴσως δέν θά τις ἔβλεπε ὅπως τίς βλέπουμε ἐμεῖς, ἀκριβῶς διότι γνωρίζει τα βαθύτερα κίνητρα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς, ἴσως ἐπειδή δέν προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε σε βάθος τα πράγματα, καθώς μαθαίνουμε ὅτι ἕνας γέρων, ὅπως λέει ἐδῶ, ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, θὰ τὸ δοῦμε ὡς πολύ παράξενο καὶ θὰ γελάσουμε λίγο ἤ μπορεῖ νὰ ξεσπαθώσουμε ἐναντίον του. Δεν ξέρουμε ὅμως βαθύτερα γιατί τό ἔκανε. Όχι ὅτι δικαιολογεῖται καὶ εἶναι ἐντάξει ὁ ἄνθρωπος αὐτός καί ὅτι μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀξιοσύστατο το περιστατικό, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη γιὰ τὸ κάθε περιστατικό, ὅσο παράδοξο κι ἂν εἶναι, νὰ προσπαθεῖ κανείς να βλέπει βαθύτερα ἀπὸ ποὺ ξεκινάει.
Ὁ ἡλικιωμένος αὐτός ἄνθρωπος –σύμφωνα με αὐτὰ ποὺ λέει ἐδῶ εἶναι θύμα τῆς προβολῆς τῆς anima. Ὁ ἴδιος οὔτε ἤξερε ἀπό αὐτά οὔτε κατάλαβε τί ἀκριβῶς συνέβη μέσα του, ἀλλά οὔτε βρέθηκε κάποιος νὰ τὸν βοηθήσει. Αὐτό δεν σημαίνει ὅτι ἀθωώνεται. «Ὅσοι ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἐπειδή «ἀνόμως ἥμαρτον», θα σωθοῦν; Καί αὐτοί «ἀπο-λοῦνται», ἀλλά πάντως λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ὅτι «ἀνόμως ἥμαρτον». Καί αὐτός ἐδῶ λοιπόν, ποιός ξέρει πῶς ἔφθασε στο σημεῖο να κάνει αὐτό πού ἔκανε. Ἂν δὲν ντρέπονταν οἱ ἄνθρωποι, ποιός ξέρει πόσοι ἀκόμη θὰ ἔκαναν τὸ ἴδιο. Εἶναι μερικοί πού δέν το κάνουν, ἐπειδή ντρέπονται. Μήπως ὅμως κατά βάθος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλοι αὐτοί εἶναι σαν κι αὐτόν τόὸν ἡλικιωμένο ἄνθρωπο;
«Ὁ διανοούμενος οὗτος ἐκλαμβάνων τάς πρός την σύζυγόν του σχέσεις ὡς σχέσεις πρός κατώτερον ὄν, προορισμόν ἔχον νὰ πληροῖ ἀνάγκας του ὑλικάς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναπτύξῃ πλησίον αὐτῆς τὰς ψυχικὰς ἀρετάς, ὅς ἔχει μέν πρωτευούσας ἡ γυνή, ἐν μικροτέρα ὅμως μοίρᾳ καί ὁ ἀνήρ. Ἔπρεπεν ἐγκαίρως να γίνει συναισθηματικώτερος πρός τό περιβάλλον, ἵνα μή καταβροχθισθῇ περί τὸ γῆρας ὑπό τῆς ἀκαλλιεργήτου anima αὐτοῦ».
Ξεπετάχτηκε μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν σαν χείμαρρος, σάν ποταμός ἡ anima καὶ τὸν πα-ρέσυρε πρός αὐτή την κατεύθυνση. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε γυναίκα οὔτε παιδιά οὔτε ἐγγόνια, διότι σ' αὐτὴ τὴν ἡλικία θὰ εἶχε φυσικά ἐγγόνια, ἴσως καὶ δισέγγονα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού δέν κάνουν κάτι παρόμοιο καί εἶναι ἀξιέπαινοι γι' αὐτό. Όμως, μπορεῖ νὰ ζοῦν τή συζυγική ζωή ἐντελῶς ὑλικά, ὅπως λέει ἐδῶ, θα λέγαμε σωματικά. Δὲν μποροῦν δυστυχῶς νὰ περάσουν στη σφαίρα τη συναισθη-ματική, την ψυχική, καί πολύ περισσότερο στη σφαίρα την πνευματική, πού ὁδηγεῖ τοὺς δύο ἀνθρώπους σε πραγματική ἕνωση.
«Ὁ ἀνήρ, ὁ ὁποῖος κατέχεται ὑπό τῆς ἀσυνειδήτως δρώσης anima αὐτοῦ διατρέχει τον κίνδυνον νὰ χάσῃ κάποτε την καλῶς μέχρι τοῦδε προσηρμοσμέν νην persona καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς κατάστασιν τετα-ραγμένης γυναικότητος, εἰς παρά φύσιν ἐκδήλωσιν, εἰς ἐκγυναίκωσιν».
Ὅταν ὁ γάμος στηρίζεται στην anima πού προβάλλεται στην οθόνη...
Μπορεῖ λοιπόν κανείς, χωρίς να το καταλα-βαίνει, νὰ εἶναι θύμα τυφλῶν, ἀοράτων ἐσωτερικῶν δυνάμεων καὶ νὰ δένεται μὲ μιὰ ὀθόνη καί αὐτό νὰ εἶναι μιὰ ἀπάτη. Στην πραγματικότητα δὲν δὲνεται μὲ τὴν ὀθόνη, ἀλλά ἡ ὀθόνη γίνεται ἀφορμή να προβληθεῖ ἡ anima, ἡ ὁποία βρίσκεται διαρκώς σε ἀπωθημένη κατάσταση. Δεν τολμάει κανείς να τὴ δεῖ, καί ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα. Ἂν τή δεῖ, θὰ τὴν ξέρει, θα τή συνειδητοποιεῖ, θὰ τὴν ἐλέγχει ἀλλά φοβάται, ποιός ξέρει για ποιούς λόγους. Αὐτά πρέπει νὰ τὰ ἐρευνᾶ κανείς. Δέν τολμάει λοιπόν να δεῖ τὴν anima, πού μένει ἔτσι σὲ ἀσυνείδητη κατάσταση. Ὅμως, μόλις παρουσιασθεῖ ἡ κατάλληλη ὀθόνη –ὄχι ὁποιαδήποτε ὀθόνη- προβάλλεται ἡ anima, ὁπότε δεσμεύεται κανείς καί κυριολεκτικά αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴν ὀθόνη. Στην πραγματικό-τητα, ὅπως εἴπαμε, αἰχμαλωτίζεται ἀπό τή δική του εἰκόνα, που την προβάλλει ἐπάνω στήν ὀθόνη.
Ἔτσι, ἐνῶ ἕνας νέος προσέχει μια νέα και φέρεται πρός τὰ ἐκεῖ, ἤ μια νέα προσέχει ἕνα νέο καί φέρεται πρὸς ἐκεῖνον, με σκοπό να φθάσουν εἰς γάμου κοινωνίαν, ὅμως τελικά μπορεῖ νὰ ζοῦν ἐκτός πραγματικότητος. Τί θα γίνει μεθαύριο, ὅταν αὐτός ὁ γάμος τελεσθεῖ, ὁπότε, θέλει δέν θέλει κανείς, μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα ἀναγκάζεται να προσγειωθεῖ; Δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ συνεχῶς με το να προβάλλει την εἰκόνα του στην οθόνη θά ζήσει ἔτσι για λίγο καιρό. Δέν μπορεῖ νὰ ζήσει ὅλη του τη ζωή με ψευδαισθήσεις καί με τα τυφλά αὐτά καί ἀόρατα πράγματα. Θέλει δέν θέλει, ή πραγματικότητα θὰ τὸν ἀναγκάσει να προσγειωθεί καὶ νὰ ἔλθει σὲ ἄμεση ἐπαφή με τὴν ἀλήθεια τοῦ ἑαυτοῦ του. Τότε διαπιστώνει τὸ ἀνδρόγυνο ὅτι εἶναι τελείως ξένοι μεταξύ τους, ὅτι δὲν ἔχουν και μιά σχέση, καμιά κοινωνία, ὅτι δὲν συμφωνούν και θόλου. Ἔτσι, ὁδηγοῦνται στο διαζύγιο, λόγῳ, ὅπως λένε, ἀσυμφωνίας χαρακτήρων. Καὶ τί γίνεται τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ; Τι γίνεται ὅλο ἐκεῖνο ποὺ ἐτελέσθη ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος; Λέει ὁ ἱερεύς: «Στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα), τὴν δούλην τοῦ Θεοῦ (τήνδε), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Δὲν εἶναι ἀστεῖα αὐτά. Δέν παίζουμε ἐδῶ. Καί ὅμως, τὰ παίρ νουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, σαν να μή γίνεται τίποτε.
Θυμάστε, λέγαμε κάποια φορά ὅτι, ὅταν τελι-κά βρεθεῖ κανείς κάτω ἀπὸ τὸν ζυγό του γάμου, ἐκεῖ πού βρέθηκε ἐκεῖ και να μείνει, και να φρον τίσει ὁ καθένας, αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε πρίν μπεῖ στον γάμο, να το κάνει τώρα. Να γνωρίσει δηλαδή ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καί ἔτσι νὰ ἀγαπηθοῦν.
Ἐγώ βρίσκομαι καμιά φορά στην ἀνάγκη να πῶ σὲ ἀνθρώπους πού ἔχουν τέτοια προβλήματα: «Ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε. Κοιτάξτε τώρα να ξαναπαντρευ τεῖτε». Μὲ τὴν ἔννοια πραγματικά νὰ γνωρισθοῦν για πρώτη φορά καὶ νὰ ποῦν στον Θεό: «Κύριε μας, σε εὐχαριστοῦμε πού τώρα μᾶς φωτίζεις καὶ γνωρίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ μᾶς ἑνώνεις σὰν για πρώτη φορά».
Δέν θὰ σᾶς κουράσω ἄλλο. Νὰ πᾶτε στο καλό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου