Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (12)

Συνέχεια από Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ 

ΤΟ «ΨΥΧΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ» ΣΤΟΝ ΟΨΙΜΟ 18ονΑΙΩΝΑ.

Η ιδέα τού «διπλού ανθρώπου» (“homo duplex”) εξέφραζε την προσπάθεια της ηθικής φύσης τού ανθρώπου να εκπληρωθή, χωρίς να περιπέση σε θεολογικό δογματισμό και χωρίς να εκπροσωπήση μια μεταφυσική φιλοσοφική διδασκαλία. Απ’ αυτό το υπόβαθρο προέκυψαν αιτήματα όπως η ανθρώπινη ελευθερία και το αδιαίρετο της ψυχής στη φυσιολογία, την ανατομία και την ανθρωπολογία, τα οποία και προσδιόρισαν τη συζήτηση για το ψυχικό όργανο στον όψιμο 18ον αιώνα. Ο Platner προχώρησε μάλιστα τόσο μακριά, ώστε να διαβεβαιώνη την ύπαρξη ενός διπλού, τουτέστιν ζωικού και πνευματικού ψυχικού οργάνου ως «αποδεικνυόμενη,( αντιληπτή) αλήθεια» στον άνθρωπο. Το ζωικό «είναι το λιγότερο ουσιαστικό και κατώτερο όργανο», το οποίο και «προκαλεί σύνθετες παραστάσεις» στην ψυχή «μέσα από μιαν αναρίθμητη πολλαπλότητα ασαφών αισθημάτων» από το σώμα, ενώ το πνευματικό διεγείρει στην ψυχή «κοσμοθεωρίες, που αναφέρονται άμεσα στον πνευματικό πόθο για την ενασχόληση με συλλογισμούς (σκέψεις, ιδέες), στην πραγματική άρα πνευματική ζωή και ύπαρξη της ψυχής». Ο δε Platner μεταθέτει, διαφοροποιώντας τα πράγματα περαιτέρω, σε κείνο «το μέρος τού ψυχικού οργάνου την έδρα τής ψυχής, το οποίο και είναι ουσιωδώς αναγκαίο γι’ αυτήν, ώστε να είναι εν γένει ικανή για εν μέρει παθητικές, και εν μέρει καθ’ εαυτές ενεργητικές αλλαγές η ψυχή. Αυτό θα ήταν και εκείνο το αιθέριο σώμα, για το οποίο διαβεβαιώνει με κάθε πιθανότητα ο Leibniz, ότι ενέδυε απ’ την αρχή τής Δημιουργίας την ψυχή, και το οποίο δεν θα διαχωριζόταν σε όλη την αιωνιότητα απ’ αυτήν».

Ενώ αναζητούσαν, στον πρώιμο 18ον αιώνα, παραλληλισμούς, ομοιότητες ή ακόμα και ταυτότητες (μεταξύ ανθρώπου και ζώου), και αποδέχονταν κατά τα λοιπά ως αθάνατη την ψυχή, ξεκίνησαν να αναζητούν, μετά το 1750, διαφορές στη φυσική σύσταση και κατασκευή. Εδώ ανήκαν π.χ. κριτήρια όπως το όρθιο βάδισμα, το χρώμα τού δέρματος και το σχήμα τού εγκεφάλου, ενώ στην εγκεφαλική έρευνα αναπτύχθηκαν κανόνες μεγέθους και βάρους, που έπρεπε ωστόσο συνεχώς να τροποποιούνται, καθώς εμφανιζόταν κάποιο αντίθετο παράδειγμα. Υπήρχε ωστόσο, παρ΄ όλες αυτές τις ποσοτικοποιήσεις – όπως φανερώνει το παράδειγμα του Platner – , κι ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς, που συνένωνε όλες τις αποχρώσεις μεταξύ υλισμού και δυαλισμού, το ψυχικό δηλ. όργανο (( Ο εγκέφαλος παραμένει ακόμα ένα όργανο της ψυχής )) . Καθώς υπήρχε μεν συμφωνία στο ότι το όργανο αυτό προσδιοριζόταν πάντοτε ως το μοναδικό νευρικό σύμπλεγμα στον εγκέφαλο, που εγγυάται την ενότητα της αντίληψης και της σκέψης, όλοι ωστόσο οι περαιτέρω προσδιορισμοί αποδεικνύονταν ως ασαφείς. Δεν υπήρχε μάλιστα εντελώς ακριβής διάκριση μεταξύ τόπου, έδρας και οργάνου τής ψυχής, αλλά μιλούσαν άλλοτε για τον «κοινό νου» (“Sensorium commune”) και άλλοτε για το ευγενέστερο εργαλείο τής ψυχής. Αντίστοιχα δεν ήταν πια εντελώς σαφές, αν επρόκειτο για μιαν επίδραση της ψυχής στο σώμα, ή το αντίστροφο, ή και για μιαν αρμονική συνύπαρξη των δύο. Ανοιγόταν έτσι, μέσα απ’ αυτήν την ασάφεια, ένας ολόκληρος χώρος, που επέτρεπε τους συνδυασμούς μεταξύ υλισμού και δυαλισμού. Αυτή μάλιστα η αποτίμηση γινόταν πολλαπλώς ευνοϊκά αποδεκτή, ώστε να τίθεται το ερώτημα, ποια ήταν πια η σπουδαιότητα της ίδιας της ψυχής. Έτσι περιγράφει και ο Lichtenberg, στον «Κατάλογο μιας συλλογής εργαλείων», μια μικρή μηχανή, που καλείται να εξηγήση τη «συναλλαγή (μεταξύ) ψυχής και σώματος».

«Ο κύλινδρος, που τα θέτει όλα σε κίνηση, έχει τρεις διαφορετικές θέσεις για τα τρία γνωστά συστήματα μία για τη φυσική επίδραση, μία για τις πιθανές αιτίες, και μία για την προκαθορισμένη αρμονία. Υπάρχει ωστόσο ακόμα χώρος για δυό ή και τρεις θέσεις στον κύλινδρο, μόνο που πρέπει να καθορίσουν ένα σώμα και μια ψυχή, ενώ η ψυχή θα μπορούσε και να εξαιρεθή σε περίπτωση ανάγκης. Το σώμα είναι επεξεργασμένο πολύ περισσότερο από ένα ημιδιαφανές κέρας σ’ αυτό το πολύτιμο έργο, με περίπου τέσσερις έως πέντε πόντους μήκος. Η δε ψυχή, όχι μεγαλύτερη από ένα μεγάλο μυρμήγκι, αποτελείται εξ ολοκλήρου, τα φτεράκια της και όλα, από ελεφαντόδοντο, μόνο που το αριστερό της πόδι είναι κάπως ελαττωματικό».

Η ανταλλακτικότητα των συστημάτων υποδεικνύει ότι η κάθε εξήγηση είναι εξίσου καλή όσο και η άλλη, χρησιμοποιούμενη ανάλογα με τις ανάγκες ˙ και το ότι η ψυχή, που είναι πολύ μικρότερη άλλωστε απ’ το σώμα, δεν παρουσιάζεται εδώ εντελώς αβλαβής, μπορεί να κατανοηθή ως (σαφής) ένδειξη για το ότι η διδασκαλία περί συναλλαγής (commercium) μεταξύ σώματος και ψυχής καταλήγει σε μιαν αναμφισβήτητη υπεροχή τού σώματος.

Αλλά και οι ιατρικές συνεισφορές υπήρξαν ασταθείς απέναντι στο ψυχικό όργανο. Τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού για τις αμφισβητούμενες κάθε φορά εγκεφαλικές δομές προέρχονταν κυρίως απ’ τη συγκριτική ανατομία, τις παθολογικές παρατηρήσεις και τις πειραματικές έρευνες. Και είχαν σπάνια αποφασιστική σημασία για έναν θετικό προσδιορισμό τού ψυχικού οργάνου. Υπήρχαν δε και διάφορες παράλληλα παράμετροι, που εκτείνονταν απ’ την απώλεια των αισθήσεων, στην απώλεια της συνείδησης, μέχρι και την απώλεια της ζωής (κατά τις πειραματικές έρευνες;;). Και όλα αυτά δεν εξέφραζαν παρά την αβεβαιότητα ως προς το αν η ψυχή ήταν η «σκεπτόμενη ψυχή» ή αν επρόκειτο για την ενοποιητική αρχή τής όλης ζωής. Ακόμα και εκείνα τα «ελαττωματικά» παιδιά, που έρχονταν χωρίς εγκέφαλο σ’ αυτόν τον κόσμο και επιζούσαν για μερικά λεπτά μετά τη γέννηση, δεν μπορούσαν να πείσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους πάντες, ότι η αρχή τής ζωής δεν μπορούσε να είναι κατά κανέναν τρόπο εγκατεστημένη στον εγκέφαλο. Γιατί είχε μεν προτείνει σαφώς ο Willis έναν διαχωρισμό τής ψυχικής δυνατότητας (απ’ την ίδια την ψυχή) και την είχε μάλιστα χωροθετήσει στον εγκέφαλο, αλλά ήταν μόνο λίγοι εκείνοι που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν αυτόν τον επιμερισμό, γιατί θα αμφισβητείτο έτσι η ενότητα της ψυχής, καθώς και η επικοινωνία ανάμεσα σ’ αυτήν την ενότητα και την ενότητα του σώματος. Διαπιστώνει λοιπόν, ακόμα και στα 1970, σαφώς ο Platner: «Το να προσδιορίσουμε έναν ιδιαίτερο τόπο στον εγκέφαλο για κάθε ξεχωριστή ικανότητα της ψυχής, αυτό δεν αποτελεί κάποιον φιλοσοφικό στοχασμό». Το ψυχικό όργανο ήταν πράγματι μια δι-γενής και ερμαφρόδιτη κατασκευή ανάμεσα στην ιατρική και τη φιλοσοφία. Έτσι, ακόμα κι όταν τα ιατρικά κριτήρια έρχονταν όλο και περισσότερο στο προσκήνιο, η δε ανατομία και η φυσιολογία ήταν πλέον απαραίτητες και για τις ίδιες τις φιλοσοφικές θέσεις και σταθμίσεις, καθώς κι όταν οι παραστάσεις για το τί είναι ο άνθρωπος είχαν προχωρήσει τον 18ον αιώνα πέρα κι απ’ το καρτεσιανό Εγώ, ενώ και η ύλη ήταν πια κάτι διαφορετικό από μια μηχανική res extensa – τα όρια της συζήτησης τα καθόριζαν ακόμα οι καρτεσιανές προδιαγραφές. Γι’ αυτόν τον λόγο το ψυχικό όργανο δεν μπορούσε να είναι και κάποιο «δόκιμο» μέσο, για να εξηγή ακριβέστερα τις διάφορες ασθένειες, τους τραυματισμούς, τις παραλυσίες, τις ψυχικές εναλλαγές και το πολύπλοκο των ψυχικών φαινομένων, και ιδίως το πεδίο τών συγκινήσεων, των παθών και των ονείρων. Κάτι τέτοιο δεν είχε άλλωστε, κατ’ αρχάς, καθόλου επιδιωχθή, κι όταν άρχισαν να βλέπουν κάποιο μειονέκτημα σ’ αυτό, υπήρχαν ήδη στο προσκήνιο τα ποσοτικά επιχειρήματα, η φυσιολογία τού «ζωικού πνεύματος» (Spiritus animalis) και η θεωρία τών αισθητηριακών ινών, για να απαλλάξουν απ’ αυτό το «βάρος» το ψυχικό όργανο. Κανένα ωστόσο απ’ αυτά τα «σχέδια» δεν ήταν, αντίστροφα, ικανό καθεαυτό να φέρη το εν λόγω «βάρος», αλλά εξασφαλιζόταν από το ψυχικό όργανο ως σημείο αναφοράς. Η δε παραγόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο ισορροπία καθίστατο σταθερή κυρίως μέσα απ’ το ότι έπρεπε αναπόφευκτα να θεμελιωθή η κορυφαία θέση τού ανθρώπου στην αλυσίδα τών όντων, ένα πρόβλημα, το οποίο δεν μπορούσε όμως να λύση η φυσική ιστορία, καθώς το ψυχικό όργανο χρησίμευε στην ιεραρχικά διαρθρωμένη τάξη τών πραγμάτων ως ένα «σύνορο» και ένα «όριο», που καθιστούσε την αλληλεπίδραση νου και σώματος (commercium mentis et corporis) φυσιολογικά και φιλοσοφικά διαθέσιμη.

Η εξέλιξη αυτή έφτασε στο ύψιστο σημείο της με τον Herder, του οποίου το ιδανικό πόνημα προέβλεπε ότι τα διάφορα πεδία γνώσης, όπως η ιατρική, η φιλοσοφία, η ανατομία και η αθρωπολογία, συνταίριαζαν το ένα μέσα στο άλλο απρόσκοπτα και χωρίς κάποια «συρραφή». Μ’ αυτόν τον τρόπο (πίστευαν πως) θα καθησύχαζε η διακρινόμενη «αναταραχή» στη σχέση μεταξύ ψυχικού οργάνου, ποσότητας, αναλογίας και αισθησιαρχίας, που είχε ήδη ενισχυθή από το ενδιαφέρον για έναν (ενδεχόμενο) ψυχικό κίνδυνο και τις διάφορες (και πιθανές) νοσηρές αποκλίσεις. Ο Herder κατονόμασε ασφαλώς μ’ αυτό του το εγχείρημα τις «ελπίδες» κάποιων συγχρόνων του, για ελάχιστο όμως χρονικό διάστημα, καθώς μέσα στο όλο σύμπλεγμα των διαφόρων αντικειμένων και πεδίων γνώσης προετοιμαζόταν ήδη μια μόνιμη και διαρκής τομή στην απασχόληση με τον εγκέφαλο. Επιχειρήθηκε ωστόσο, πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, μια τελευταία και εκτεταμένη, «μεγάλης κλίμακας» προσπάθεια, να διαφυλαχθούν τα συστατικά στοιχεία μιας εικόνας, που είχε σχεδιασθή απ’ τον Καρτέσιο και είχε συνεχώς έκτοτε εκλεπτυνθή, χωρίς να έχη όμως ποτέ στην πραγματικότητα «απεικονισθή», απ’ την οριστική της διάσπαση.

( συνεχίζεται, με το επόμενο κεφάλαιο: «Ο
Soemmerring και το τέλος τού {εγκεφάλου ως} ψυχικού οργάνου, οργάνου τής ψυχής» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: