Τρίτη 7 Απριλίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (15)

Συνέχεια από Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Ενώ φύση και «πολιτισμός» (Kultur) αντιπαρατίθενται σφόδρα στο προκείμενο παράδειγμα, στη σύλληψή του για το ψυχικό όργανο ο Soemmerring καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες, να επιτύχη μια σύνθεση μεταξύ ανατομίας και μεταφυσικής. Το πρόβλημα της εκφραζόμενης με τον homo duplex, καρτεσιανής εν τέλει διχοτόμησης μεταξύ σώματος και ψυχής τον απασχολεί σε διάφορες εργασίες μετά το 1790, όπου και προτείνει δυό εκδοχές μιας θεωρίας περί τού ψυχικού οργάνου, την πρώτη περισσότερο παραδοσιακή, τη δε δεύτερη σε συνδυασμό με τις πιο πρόσφατες τάσεις τής φυσιολογίας, αναζητώντας ταυτόχρονα έναν σύνδεσμο μεταξύ μεταφυσικής και εμπειρικών ερευνών. Αυτή η τελευταία θεωρία τού ψυχικού οργάνου ζητούσε να κατασκευάση έναν ορισμό, που θα εξηγούσε και θα ερμήνευε τόσο μεταφυσικά όσο και κοινωνικά, και κατά φυσικό τελικά τρόπο τον άνθρωπο. Και γνώριζε ασφαλώς καλά ο Soemmerring, ότι αυτή η μεθοδική του «διαπλοκή» μεταξύ εμπειρικής ανατομίας και μεταφυσικής φυσιολογίας, ο συνδυασμός βιολογικής και μεταφυσικής φύσης έκρυβε πολλούς «κινδύνους».

Στο ανατομικό του εγχειρίδιο, που εκδίδεται το 1791, ο Soemmerring προσπαθεί να φέρη σε συμφωνία τους δικούς του συλλογισμούς περί ποσοτικής διαπίστωσης των πνευματικών ικανοτήτων με την παραδοσιακή άποψη περί ψυχικού οργάνου. Μια διαφοροποίηση λοιπόν μεταξύ «έδρας τής αισθήσεως και (ψυχικής) έντασης ή κοινού αισθητηρίου ή, με μια λέξη, της έδρας τής ψυχής» δεν είναι κατ’ αυτόν απαραίτητη. Κι αυτό είναι τυπικό για τις αλλαγές που υπέστη ο καρτεσιανισμός, μέχρι τις συζητήσεις για την ανατομία τού εγκεφάλου τού όψιμου 18ου αιώνα,. Δεν είχε μεγάλη σημασία, αν αντιλαμβάνονταν ως res cogitans (σκεπτόμενη) ή res extensa (εκστατική) την ψυχή˙ ακόμα δε και η υπόδειξη του Καρτέσιου, ότι δεν είναι δυνατόν να αποδοθή ένας συγκεκριμένος τόπος σε κάποιο άυλο πράγμα και είναι προτιμότερο να αποδέχεται κανείς μια παρουσία τής ψυχής σε ολόκληρο το σώμα, παρ’ όλο που θά ’πρεπε ασφαλώς να υπάρχη ένα κεντρικό σημείο αλληλεπίδρασης ψυχής και σώματος – ακόμα κι αυτή η διαφοροποίηση δεν έπαιζε κανέναν ρόλο. Ο Soemmerring δεν αποδέχεται κανέναν δυαλισμό με την καρτεσιανή έννοια, χωρίς ωστόσο να προσχωρή και σ’ έναν υλισμό με την έννοια του La Mettries ή του Holbach. Βασικό είναι δε σ’ αυτόν το ότι τα ανατομικο-φυσιολογικά κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία κατασκευάζει το όργανο της ψυχής, κινούνται μέσα στο φάσμα τών καρτεσιανών αρχών. Αυτές τις αρχές ακολουθούν τόσο η προέλευση των εγκεφαλικών νεύρων, όσο και το αδιαίρετο του ψυχικού οργάνου και τα διάφορα παθολογικά ευρήματα στον εγκέφαλο.

Για να προσθέση όμως και κάποιους ακόμα συλλογισμούς ο Soemmerring, που υπερβαίνουν εκείνους τού Καρτέσιου. Αυτό ωστόσο που φαίνεται σαν ένα σύγχρονο ερευνητικό πρόγραμμα μέσα απ’ την απαραίτητη ιστορική απόσταση, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια ένδειξη της αργής διαδικασίας κατάλυσης της θεωρίας τού ψυχικού οργάνου. «Δεν θά ’πρεπε να έχη το κάθε μέρος τού εγκεφάλου τη δική του, ιδιαίτερη χρησιμότητα;», αναρωτιέται ο Soemmerring, για να δώση αμέσως ο ίδιος την απάντηση, ότι «οι προσεχτικά παρατηρούμενες πνευματικές ασθένειες, συνδυασμένες με μιαν ακριβή έρευνα στον εγκέφαλο [...] είναι και τα μόνα που μπορούν να φωτίσουν εδώ το θέμα μας». Κι αυτό το ερώτημα υπερβαίνει πράγματι την αρχική αντίληψη για τον εγκέφαλο ως όργανο της ψυχής. Η παθολογία μάς οδηγούσε δηλ. τότε αποκλειστικά στο να αναρωτηθούμε, αν η βλάβη τού εκλαμβανομένου ως ψυχικού οργάνου μέρους τού εγκεφάλου οδηγούσε στην απώλεια της συνείδησης ή και στον θάνατο. Ο συνδυασμός όμως τώρα τών πιο διαφορετικών πνευματικών παθήσεων με έναν εντοπισμό τους στον ίδιο τον εγκέφαλο, και όχι πλέον απαραιτήτως με εμπόδια ροής τού ζωτικού πνεύματος (Spiritus animalis) ή και με παθήσεις άλλων οργάνων, αποτελεί μιαν αποκεκριμένη (ακόμα) και δειλή ένδειξη μιας θεμελιακής διαδικασίας μετασχηματισμού, η οποία και θα πραγματοποιηθή λίγα μόλις χρόνια αργότερα, με πολύ σημαντικές συνέπειες, από τον Gall. Ο ίδιος ο Soemmerring συνεχίζει στον ελάχιστο βαθμό τούς συλλογισμούς του, αναρωτώμενος π.χ. για το «αν η εξάσκηση και η ενδεχόμενη καταπόνηση των πνευματικών δυνατοτήτων [...] μεταβάλλουν και την υλική δομή τού εγκεφάλου». Θεωρεί δε την άποψη ότι η έμφυτη τελικά διαφορά τού εγκεφάλου επηρεάζει τη διαφορά τών ατόμων ως προς τις κλίσεις, τις έμφυτες πνευματικές τους ικανότητες και τα ήθη και έθιμα, εξίσου πιθανή όπως και την παραδοχή, ότι «ιδιαίτερες πνευματικές δυνάμεις» σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη συγκεκριμένων τμημάτων στον εγκέφαλο.

Θα ήταν ασφαλώς εσφαλμένο, να θεωρήσουμε σε μια τέτοια «σειρά» χαλαρών συλλογισμών, μια προγραμματισμένη, ας πούμε, βάση για ένα ολόκληρο πρότυπο της εγκεφαλικής λειτουργίας. Η απλή συμπαράθεση ενός υλικού, που αποτελείται από τις εμπειρίες ή και τη γενικώτερη «ευρυμάθεια» του συγκεκριμένου συγγραφέα – κάποιες κλινικές δηλ. παρατηρήσεις, ή κάποιο αναλογικό προς την καθημερινότητα συμπέρασμα, αλλά και κάποια ανατομικά συμπεράσματα – δεν οδηγεί παρά στην εξής, γενικότατη διαπίστωση: Η ποικιλία που παρατηρείται, τόσο φυλετικά όσο και ατομικά, στην εικόνα ενός εγκεφάλου σχετίζεται με την ποικιλία τών πνευματικών δυνατοτήτων που παρατηρούνται σε συγκεκριμένα είδη, φυλές ή και άτομα, χωρίς να είναι ωστόσο απαραίτητο να προχωρήσουμε και σε διαφοροποιημένες αναζητήσεις και έρευνες. Για μιαν αυθεντία τής ανατομίας, όπως υπήρξε ο Soemmerring, ήταν σχεδόν υποχρεωτικό, να διατυπώση ποικίλες απόψεις, καθώς και να παραθέση πλήθος παραπομπές απ’ την τρέχουσα βιβλιογραφία. Όχι πως ο ίδιος «εκινείτο» κάτω απ’ το επίπεδο του καιρού του, το αντίθετο μάλιστα: Βρισκόταν μέσα ακριβώς στα πλαίσια μιας γνώσης, που ήταν απαραίτητη για την απαιτούμενη ιεραρχική ταξινόμηση (ειδών, φυλών, ακόμα και ατόμων...). Δεν μπορούμε ωστόσο να συμπεράνουμε απ’ τα κείμενά του, πως τα ερωτήματα για μια διαφοροποιημένη εγκεφαλική λειτουργία βρίσκονταν στο κέντρο τού γενικότερου ερευνητικού ενδιαφέροντος. Ένας παρόμοιος προβληματισμός φαίνεται να απουσιάζη, τόσο απ’ τον Soemmerring όσο και απ’ τους συγχρόνους του, καθώς δεν εκτελούνται αντίστοιχα πειράματα. Τα «Πειράματα για τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό» τού Justus Arnemann, το έτος 1787, αποτελούν εδώ την εξαίρεση. Ενώ υπάρχουν, αντίθετα, αμέτρητα πειράματα, ακόμα και του ίδιου του Soemmerring, για τον ηλεκτρισμό τών ζώων, ως συνέχεια των πειραμάτων τών Galvani και Volta. Ο εγκέφαλος έχει ακόμα εδώ, ως επιστημονικό αντικείμενο πειραματικών χειρισμών, έναν συγκριτικά πολύ μικρότερο ρόλο.

( συνεχίζεται, με το επόμενο υπο-κεφάλαιο: «Πέρα απ’ το όργανο της ψυχής» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: